Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Νίκος Ορφανίδης : Στου χρόνου τις ορέξεις !!




Πάλι εδώ παρέα με τις αναμνήσεις μου

να μου μιλούν ξανά για περασμένα

παλιές πληγές κι’ ανόητες οι σκέψεις μου

στης νύχτας να λυγώ τα κεκτημένα


Και χάνονται τα χρόνια μου στου χρόνου τις ορέξεις

στις σκέψεις μου συνήθισα να ζω τις αμυχές

η μοίρα μου στα δύσκολα πως μ’ έχει περιπλέξει

να σβήνει το φανάρι μου σ’ αντίξοες σκιές


Πάλι εδώ χαμένος μες στα αδιέξοδα

να με κρατούν δεμένο στο κουβάρι

της λύπης μου να τρέχουν τόσα έσοδα

και το κοντέρ να σπα στο συναξάρι

Στου χρόνου τις ορέξεις !! Στίχοι Νίκος Ορφανίδης

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

Νίκος Γιαννόπουλος REMAINS OF A SUNBED


Από καθαρή σύμπτωση, αν και μετά από εξαντλητική αναζήτηση, ο Βασί-λη έπεσε πάνω στη σελίδα της. Για την ακρίβεια, έψαχνε να βρει κάποιο ξέκωλο αλλά δεν τα κατάφερνε μέχρι που το facebook τον λυπήθηκε και του πρότεινε την Τσού-λη. Στην εικόνα του προφίλ της η Τσού-λη πόζαρε προκλητικά ξαπλωμένη πάνω σ ένα μαντρότοιχο, φορώντας ένα μικροσκοπικό τζιν σορτσάκι και κοιτούσε κατ΄ ευθείαν το φακό με βλέμμα νωχελικό, όλο υποσχέσεις. Ο Βασί-λη εξέτασε εμπεριστατωμένα πρώτα τις φωτογραφίες της, που ήταν σχεδόν όλες πανομοιότυπες με μικρές διαφορές – όταν δηλ. δεν ήταν σκαρφαλωμένη σε μαντρότοιχο, ήταν σε κάποιο δένδρο ή στη μπανιέρα ντυμένη με αφρόλουτρο - και στη συνέχεια μελέτησε στις αναρτήσεις της στον τοίχο, τα διάφορα γνωστά κι αναμασημένα προκάτ αφελή σχόλια περί έρωτος über alles και περί του σύμπαντος που βρίσκεται σε μια κατάσταση ακατάσχετης συνομωσίας. Όταν είδε όμως την ανάρτηση



δεν κρατήθηκε κι έκανε αμέσως αίτημα φιλίας. Η αποδοχή του αιτήματος ήρθε οσονούπω, λες και τον περίμενε στην άλλη άκρη, μαζί μ ένα ευχαριστήριο μήνυμα και την πρωτότυπη ερώτηση ΄΄Εσείς, με τι ακριβώς ασχολείστε;΄΄

Στην εικόνα του προφίλ του ο Βασί-λη ήταν σε μπούστο, μισοκρυμμένος πίσω από μια 35αρα κινηματογραφική μηχανή λήψης της δεκαετίας του ΄80, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι πρόδιδε έτσι την ηλικία του - σαράντα παρά κάτι - που τεχνηέντως απέκρυβε στη σελίδα του. Συστήθηκε στην Τσού- λη ως ο ΄΄Φελλινι του Ελληνικού κιν/φου΄΄ και η Τσού-λη το βρήκε ιδιαίτερα ενδιαφέρον αν και δεν είχε ιδέα ποιος ήταν ο Φελίνι. Ήταν όμως η πρώτη φορά που γνώριζε ένα σκηνοθέτη κιν/φου και η περιέργεια της χτύπησε κόκκινο. Ευτυχώς που η Τσού-λη ήταν επιρρεπής σε νέες εμπειρίες……

Εδώ θα κάνουμε μια παρένθεση, γιατί σ αυτή την ιστορία οι λεπτομέρειες έχουν σημαντικό ενδιαφέρον για την κατανόηση της πλοκής, αν και η βαθύτερη ιστορική ερμηνεία πολλών απ΄ αυτές εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να μας διαφεύγει.

Το Τσού-λη προκύπτει από το Τσου Εν – Λάι, όπως για κάποιο μυστηριώδη σε μας λόγο την αποκαλούσε από μικρή ο τσαγκάρης πατέρας της, φανατικός κι αμετανόητος μαοϊκός, το όποιο μετεξελίχτηκε για λόγους ευφωνίας σε Τσού-λη (καμιά σχέση όπως αντιλαμβάνεστε με το ελληνικό Τσουλί). Η Τσού-λη, της οποίας το βαφτιστικό είναι Αιμιλία, διατήρησε το προσωνύμιο αυτό, επιμένοντας αυστηρά στον σωστό τονισμό.

Το Βασί-λη δυστυχώς δεν προκύπτει από πουθενά. Ο εν λόγω σκηνοθέτης το βρήκε, για κάποιο επίσης μυστηριώδη σε μας λόγο, ευφυές.

Ακολούθησε καταιγιστική ανταλλαγή πολλών απόψεων στο inbox – για να είμαστε ακριβείς αυτός που αντάλλασε απόψεις ήταν κυρίως ο Βασί-λη. Η συμμέτοχη της Τσού-λη ήταν μονολεκτικές του τύπου ΄΄Ναι;΄΄, ΄΄Δηλαδή;΄΄, ΄΄Σοβαρά;΄΄, ΄΄Αλήθεια; Δεν το ήξερα΄΄, κλπ. Ο Βασί-λη της μιλούσε για τις 6 Μούσες και τις 6 τέχνες εκ των οποίων η εβδόμη είναι ο κιν/φος. Της αράδιαζε τίτλους από ταινίες, ονόματα σκηνοθετών και συγγραφέων, καλλιτεχνικά ρεύματα και σχολές, χωρίς όμως να χάνει ευκαιρία να διανθίζει όλα αυτά με διακριτικά σεξουαλικά υπονοούμενα και κομπλιμέντα τα οποία όμως δεν ήταν εξ ορισμού απαραίτητα, γιατί η Τσού-λη είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις της. Τον άφηνε όμως να της το φέρνει γύρω – γύρω γιατί αυτό την κολάκευε και την έκανε να νιώθει αλλιώτικα. Όταν λέμε ΄΄αλλιώτικα΄΄ εννοούμε ΄΄καλα΄΄, γιατί μέχρι τότε κανένας απ΄όσους την προσέγγισαν δεν μπήκε στον κόπο να την εντυπωσιάσει. Αντίθετα την παρενοχλούσαν χωρίς περιττά εισαγωγικά, με χυδαιότητες ή ανούσιες ατάκες του τύπου:

- Ειλικρινά, χίλια συγνώμη, αλλά ήμουν έτοιμος να πάω στην τουαλέτα να τον παίξω κι ήθελα να ξέρω το όνομα αυτής για την οποία τον παίζω

- Χριστέ μου! Νόμιζα ότι ήμουν γκέι μέχρι που σε είδα

- Δεν είμαι τόσο ψηλός όσο φαίνομαι… Απλά κάθομαι πάνω στο πορτοφόλι μου.

- Μπορώ να σε κεράσω ένα ποτό; Ή μήπως προτιμάς κατευθείαν το 5ευρω;

- Θα μπορούσες τουλάχιστον να κοιμηθείς μαζί μου, γιατί εγώ ούτως ή άλλως θα πω σε όλους ότι το κάναμε

- Τι κάνει ένα καλό κορίτσι σαν εσένα μέσα στο βρώμικο μυαλό μου;

κι άλλα χειρότερα που δεν είναι συνετό να αναφέρουμε τώρα, γιατί θα εκτραπεί η καθ΄ όλα ενδιαφέρουσα αφήγηση μας από το κυρίως νόημα της ιστορίας μας.

Όταν λέμε ότι η Τσού-λη πήρε τις αποφάσεις της, εννοούμε ότι, παρά το νεαρό της ηλικίας της, γνώριζε πολύ καλά, ότι ανεξάρτητα από το τι γουστάρει να κάνει το σύμπαν, αν μια γυναίκα δεν κουνήσει και λίγο της ουρά της, δεν πρόκειται να συμβεί απολύτως τίποτα. Έτσι όταν ο Βασί-λη απάντησε στη σχετική ερώτηση της ΄΄Ετοιμάζετε κάτι τωρα;΄΄ με το ΄΄ Γράφω ένα σπονδυλωτό σενάριο που φέρει τον τίτλο REMAINS OF A SUNBED και χρειάζομαι τη γνώμη από ένα δροσερό νεανικό κι υπεύθυνο μάτι΄΄, αυτή συμφώνησε να συναντηθούν για ένα καφέ ή ένα ποτό, κι ότι άλλο ήταν, τέλος πάντων αυτό που επρόκειτο να φέρει η μοίρα ….. .. Το ιδιότυπο αυτό επαγγελματικό ραντεβού κλείστηκε για ένα μεσημέρι Τέταρτης στην πλαζ του ΕΟΤ, στην ομπρέλα Νο. 249. Καιρός: Αίθριος. Κατεύθυνση ανέμου: Νότιος. Ταχύτητα ανέμου: 1 μποφόρ. Υγρασία: 47%. Αισθητή θερμοκρασία: 35°C.

Ο Βασί-λη ήταν ήδη εκεί όταν κατέφθασε η Τσού- λη. Φορούσε ένα εξίσου αποκαλυπτικό σορτσάκι κι ένα εμπριμέ στηθόδεσμο μπικίνι. Ήταν πιο ψηλή και πιο νέα απ΄ότι έδειχνε στη φωτογραφία του προφίλ της αλλά δεν θα λέγε κάνεις ότι ανταποκρινόταν στον τύπο της γυναίκας που άρεσε στο Βασί-λη. Αυτός θα προτιμούσε οπωσδήποτε κάποια με μεγάλα βυζιά, και κάτω από άλλες προϋποθέσεις θα έλεγε ένα βροντερό όχι, αλλά μετά από οχτώ μήνες αγαμίας αυτή η λεπτομέρεια υποβιβάστηκε σε μια αμελητέα παρένθεση. Την υποδέχτηκε με την δέουσα θερμότητα και ξεδίπλωσε αμέσως τη γοητεία του προτείνοντας της υστερόβουλα ένα ποτήρι κρασί ΄΄Εξάρνων΄΄ λευκό. Αυτή αρνήθηκε ευγενικά και παρήγγειλε μια παγωμένη μπύρα μήλο. Μόνον όταν έκατσε δίπλα του στην ξαπλώστρα αναρωτήθηκε φωναχτά – όχι ότι την ένοιαζε κιόλας - γιατί δεν συναντήθηκαν στο γραφείο του, κι αυτός της απάντησε ότι όλα του τα επαγγελματικά ραντεβού το χειμώνα τα κλείνει σε κάποιο μπαρ, όπου είθισται να πίνει ντράι μαρτίνι – χωρίς να της πει βεβαία ότι αυτό το έκλεψε από τα απομνημονεύματα του Μπουνιουέλ - αλλά το καλοκαίρι λόγω ζέστης προτιμάει κάποια πιστοποιημένη πλαζ κοντά στην πόλη. Μ΄αυτή την εξήγηση έσπασε ο πάγος, ο πληθυντικός έγινε ενικός, κι ο Βασί-λη, αφού παρήγγειλε, ελλείψει ντράι Μαρτίνι, μια μέτρια φραπεδιά με γάλα, ανέπτυξε τη θεωρία του σχετικά με το πόσο καθοριστικό ρόλο παίζει μια Μο ύσα στη ζωή και το έργο ενός σημαντικού καλλιτέχνη, θεωρία που τους έφερε απελπιστικά κοντά. Η Τσού-λη, που δεν είχε ιδιαίτερες αναστολές, άρχισε να τρίβεται πάνω του και να τον αγγίζει. Τη διασκέδαζε να συμπεριφέρεται έτσι στους άνδρες. Εν προκειμένω, έκανε χάζι με τον Βασί-λη που αναψοκοκκίνιζε σαν φωτεινή επιγραφή, καθώς η όλη κατάσταση του δημιουργούσε ένα μικρό χάος στον ειρμό της σκέψης του και τον έκανε να πηδάει από θέμα σε θέμα, χωρίς όμως να καταφέρει όμως να διαρρήξει την καλπάζουσα ευφράδεια του.

Τότε ήταν που, πρώτα ακούστηκε μια φοβερή κραυγή ΄΄Ε…είσαι και μεγάλο Τσουλί !!!!΄΄- αντιλαμβάνεστε ελπίζω το λανθασμένο του τονισμού -

και μετά εμφανίστηκε μαινόμενος δίμετρος εικοσιεπτάχρονος μαντράχαλος που άρπαξε βίαια την ξαπλώστρα τους και τους άδειασε στην νοτισμένη, από την υγρασία της θάλασσας και τον ιδρώτα των λουομένων, άμμο.

- Αυτό είναι ένα σημείο κομβικό στην ιστορία μας και απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε λογοτεχνικό επίπεδο.-

Ο Βασί-λη πετάχτηκε ξαφνιασμένος όρθιος και πριν προλάβει να τινάξει την άμμο από το σώμα του βρέθηκε πάλι στο έδαφος να φοράει κολάρο την ξαπλώστρα, ενώ η Τσού-λη φώναζε μ όλη της τη δύναμη ΄΄Κούκ-λη μηηηηηη. Αν τον σκοτώσεις δεν θα με ξαναδείς!!!!΄΄ Ύστερα έπεσε πάνω στον αιμόφυρτο – που λέει ο λόγος- Βασί-λη και του ψιθύρισε στο αυτί: ΄΄ Μη σηκώνεσαι αμέσως …..Δεν θ αντέξεις την κεφαλιά΄΄.

Η συνέχεια διαδραματίστηκε στο κοντινότερο αστυνομικό τμήμα όπου ο Βασί-λη έξαλλος ήθελε να υποβάλει μήνυση κατά του θηριώδους νεαρού και της αδικαιολόγητης και βάρβαρης κατ΄αυτόν επίθεσης που δέχτηκε και μάλιστα μπροστά στα μάτια της επικείμενης, παρά τρίχα, υποψήφιας Μούσας του, που είχε σαν συνέπεια κυρίως τον σοβαρό τραυματισμό της ανδρικής του αξιοπρέπειας, αλλά άλλαξε γνώμη όταν πληροφορήθηκε ότι η Τσού-λη ήταν ανήλικη, - δεν είχε κλείσει ακόμα τα δεκαοκτώ . Έμαθε επίσης ότι τον νεαρό, του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Μίλτος, τον φώναζαν Κούκ-λη για δυο σημαντικότατους λογούς. Ήταν ο ωραίος αρραβωνιαστικός της Τσού-λη και γνωστός μάγειρας, σεφ σε μεγάλο ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλης. Έτσι ο Βασί-λη άλλαξε πλεύση. Κράτησε μια μεγαλόψυχη απόσταση από τα γεγονότα και αρνήθηκε να υποβάλει μήνυση. Αντίθετα, δικαιολόγησε πειστικά, με ατράνταχτα επιχειρήματα, την συμπεριφορά του Κούκ-λη, υποστηρίζοντας ότι κάθε τίμιος άνδρας θα αντιδρούσε ανάλογα σε παρόμοια κατάσταση. Αναχώρησαν από το αστυνομικό τμήμα με τους αστυνομικούς που τους συνέλαβαν να τους ξεπροβοδίζουν συγκινημένοι.

Κατέληξαν όλοι μαζί στο σπίτι του σεφ, μετά από μια στάση σε ένα κέντρο υγείας όπου διακόσμησαν τον Βασί-λη με μερικά τσιρότα και γάζες, να μπεκροπίνουν και να συζητούν σαν παλιά φιλαράκια για τη δημιουργία μιας τηλεοπτικής εκπομπής, που θα άφηνε εποχή στον τομέα της μαγειρικής- δεν άφηνε ευκαιρίες ανεκμετάλλευτες ο δικός μας- με πρωταγωνιστές φυσικά τον Κούκ - λη και την Τσού-λη. Ο Κούκ-λη θα μαγείρευε και η Τσού-λη ως οικοδέσποινα, θα καρύκευε με την κατάλληλη δόση αισθησιασμού τις συνταρακτικές γεύσεις των εδεσμάτων σε ένα θέαμα που θα έκανε κυριολεκτικά ΄΄τα σάλια των θεατών να τρέχουν΄΄.

Την εξαιρετική αστακομακαροναδα που ετοίμασε ο σεφ για να γιορτάσουν την μελλοντική τους συνεργασία, ο Βασί-λη τη τιμούσε όλο το βράδυ με το περιεχόμενο ενός μπουκαλιού που βρήκε σ΄ένα ντουλάπι της κουζίνας του σπιτιού με ετικέτα Μαρτίνι, που όπως όμως απεδείχθη εκ των υστέρων, ήταν ένα σπιτικό λικέρ της μάνας της Τσού-λη από το χωριό. Πριν πέσει αναίσθητος από το σπιτικό αλκοόλ πρόλαβε να απαντήσει στην ερώτηση της σχετικά για την τύχη του περίφημου κινηματογραφικού σεναρίου REMAINS OF A SUNBED με την εξής ιστορική φράση: ΄΄ Έτσι κι αλλιώς ότι απόμεινε από την ξαπλώστρα μετά τη μόνιμη και μη αναστρέψιμη καταστροφή της, λόγω της πρότερης ασυγκράτητης βίας, είναι κάτι REMAINS και ο περίφημος Ελληνικός κινηματογράφος, τον όποιο έχω την τιμή να υπηρετώ για είκοσι χρόνια, είναι κάτι που πρακτικά δεν υπάρχει.΄΄

Η Τσόου-λη την επομένη μέρα, σε μια κρίση αυθόρμητης αυτογνωσίας κι αυτοκριτικής, ανάρτησε θαρραλέα το εξής πρωτότυπο σχόλιο:



Υστερόγραφο:

1. Η συνταγή αυτής της ιστορίας περιλαμβάνει

- 80% αληθινά γεγονότα

- 10% φανταστικές αλλαγές στα ονόματα και στις τοποθεσίες προς αποφυγήν ταυτοποίησης των πραγματικών πρόσωπων, και

- 10% αυθαίρετα στοιχεία χάριν ποιητικής αδείας και παιδείας.

2. Αν δεν ξέρετε ποιος είναι o Τσου Εν- Λάι, να το ψάξετε στο google. Μην τα περιμένετε όλα από μας….



Νίκος Γιαννόπουλος

Αθήνα



Nikos Giannopoulos
27 Ιουλίου στις 7:22 μ.μ. ·

Λώρενς ΦΕΡΛΙΓΚΕΤΤΙ (ποιητής του κινήματος των μπητ) Έλα γείρε μαζί μου και γίνε η Αγάπη μου






Έλα γείρε μαζί μου και γίνε η Αγάπη μου
γείρε μαζί μου αγάπη
ξάπλωσε μαζί μου
κάτω από το κυπαρίσσι
στο γλυκό χορτάρι
εκεί που γέρνει ο άνεμος
εκεί που πεθαίνει ο άνεμος
καθώς η νύχτα περνά
έλα γείρε μαζί μου
όλη νύχτα μαζί μου
και χόρτασε να μου μιλάς
και χόρτασε κάνοντας έρωτα
και άσε τη σαύρα μου να σου μιλά
και άσε τους εαυτούς μας να μιλούν
όλη νύχτα κάτω από το κυπαρίσσι
χωρίς να κάνουμε έρωτα.


Λώρενς Φερλιγκέττι, Ποιήματα, εκδ. Νεφέλη

Aπό Σπύρο Τσακίρη όπως και η φωτογραφία του : http://spyrostsakirisphoto.blogspot.gr/2015/08/blog-post_82.html

Γεώργιος Βουγιουκλάκης : Kαλοκαιρινό κρασί







Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής "Αρκεί μια σπίθα" της Αφροδίτης Δρακοπούλου - Σάρδη






Η ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΜΑΡΠΗΣΣΑΣ -ΑΓΡΟΤΟΛΕΣΧΗ , Ο ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΣ ΕΚΘΕΣΕΩΝ ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΔΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΣΤΡΙΑ
παρουσιάζουν
Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015 , ώρα 20:00

Στα πλαίσια των παράλληλων εκδηλώσεων της ατομικής έκθεσης φωτογραφίας
"Παρελθόν Ερμητικά Κλειστό" της Αφροδίτης Δρακοπούλου - Σάρδη θα γίνει παρουσίαση της Ποιητικής Συλλογής της ιδίας καλλιτέχνιδος με τίτλο
΄΄Αρκεί μια σπίθα`` των εκδόσεων Όστρια
Συντονισμός Παρουσίασης :Γιώργος Σάρδης , Εικαστκός Επιμελητής Εκθέσεων
Θα προλογίσει : Άννα Αντωνοπούλου , Πρόεδρος Δημοτικής Κοινότητας Μάρπησσας
Θα απαγγείλουν Μαρία Τριβυζά, Αθηνά Νταγκουνάκη,Εκπαιδευτικός
Τάσος Βαρβέλης , Mέλος του Δ.Σ. ΚΔΕΠΑΠ Δήμου Πάρου , Ιδρυτικό μέλος Εθελοντικής ομάδας Μάρπησσας , Μέλος θεατρικής ομάδας Μάρπησσας

Σάββατο 1 Αυγούστου 2015

Πάνος Σταθόγιαννης ΜΑΝΟΥΛΑ



ΜΑΝΟΥΛΑ

Της είχα υποσχεθεί ότι θα την πήγαινα σ’ ένα καλό εστιατόριο να φάμε μαζί. Κάτι θα γιορτάζαμε – τα γενέθλιά μου; τα δικά της; την κήρυξη της ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα; δεν θυμάμαι καλά, αλλά δεν έχει και τόσο σημασία. Το σημαντικό ήταν που θα έβγαινα με τη μανούλα μου, που είχα να τη δω κοντά πέντε μέρες (ίσως και ολόκληρη βδομάδα) και μου είχε λείψει πολύ. Ήξερα ότι της είχα λείψει πολύ κι εγώ.
Με περίμενε στην πόρτα του πατρικού μου. Ασπαστήκαμε ο ένας τον άλλον σταυρωτά. Κρατηθήκαμε από τα χέρια και κοιταχτήκαμε βαθιά στα μάτια. Ύστερα έκανα ένα βήμα πίσω για να την παρατηρήσω καλύτερα. Αν και καλοκαίρι, φορούσε μαύρα χειμωνιάτικα ρούχα κι είχε στον ώμο της περασμένη μια μεγάλη πάνινη τσάντα, με έναν φοίνικα σταμπαρισμένο πάνω της και μια ημίγυμνη με γυαλιά να λιάζεται στην άμμο.
«Βρε, μανούλα, δεν έχεις άλλη τσάντα;»
«Γιατί, τι έχει αυτή;» μούτρωσε, αν και ήξερα καλά ότι το έκανε στα ψέματα, μιας που οι μητέρες όταν γερνούν ψάχνουν ευκαιρία για να μουτρώσουν και να γκρινιάξουν. «Αντιπρόπερσι την πήρα. Τη βρήκα φτηνή στη λαϊκή, αλλά είναι αχρησιμοποίητη, δεν έχω πάει ούτε μια φορά στη θάλασσα. Πώς να πάω; Έχεις φιλοτιμηθεί ποτέ να μου πεις – έλα, μανούλα, να σε πάω να κάνεις κι εσύ ένα μπανάκι; Ποτέ! Βράζω στο ζουμί μου τα καλοκαίρια…»
Ψαχούλεψε στην τσάντα της.
«Έχω και μια μικρότερη, αλλά δεν χωράει μέσα το πιεσόμετρο».
Μου έκανε εντύπωση πόσο αργά περπατούσε. Τρεις, μπορεί και τέσσερις φορές πιο αργά απ’ ό,τι την τελευταία φορά που είχαμε πεταχτεί μέχρι τη Σικυώνα, να βρούμε τον Λύσιππο και να του παραγγείλουμε μια επιτύμβια στήλη για τον τάφο του μακαρίτη συζύγου της και πατέρα μου. Κοίταξα τα παπούτσια της. Άβαφα, φθαρμένα και στραβοπατημένα.
Περπατήσαμε κανα-δυο ώρες μέχρι φτάσουμε στον σταθμό “Αττική” του μετρό. Είπαμε διάφορα, από εκείνα που ένας γιος μόνο στη μανούλα του μπορεί να εξομολογηθεί. Νομίζω ότι κουράστηκε (μα γιατί; παλιότερα περπατούσαμε ακόμα και είκοσι χιλιόμετρα μέχρι να εξαντλήσουμε αυτά που ο ένας ήθελε να πει στον άλλον...) κι έπιασε πάλι να γκρινιάζει
«Όταν βγάζεις μια γυναίκα έξω, φροντίζεις να πάρεις ταξί, αν δεν έχεις δικό σου αυτοκίνητο. Οι γυναίκες, ακόμα κι όταν γερνάνε, είναι γυναίκες και θέλουν να τις φροντίζουν. Τι την έκανες την άμαξα που είχες παλιά; Εκείνη, λέω, με τα δύο άλογα…»
«Αχ, ξεχασιάρα μου εσύ!» τη μάλωσα τρυφερά και, σκύβοντας, της έδωσα κι ένα φιλί στην κορυφή του μαδημένου της κεφαλιού. «Δεν θυμάσαι; Τι θυμάσαι; Την πούλησα την άμαξα για τα έξοδα της εγχείρησης που έκανες πέρσι, καλή μου, και δεν σου την κάλυπτε το ΙΚΑ».
Κούνησε το κεφάλι της με θλίψη.
«Έπρεπε να με αφήσεις να πεθάνω τότε, να μη βλέπω τώρα την κατάντια σου. Από το Ματζικέρτ και δώθε, δεν λες να σηκώσεις κεφάλι Ή μήπως ήταν μετά τον Σαγγάριο; Τέλος πάντων, όπου κι αν ήταν, το κακό έγινε…. Το ένα αλογάκι, πάντως, έπρεπε να το κρατήσεις. Εκείνο με το στριφογυριστό κέρατο στο κούτελο…»
Το βαγόνι του μετρό ήταν φίσκα. Έσκυψα πάνω από έναν νεαρό μαύρο λαθρομετανάστη και του είπα να σηκωθεί για να καθίσει μια γηραιά κυρία. Έβγαλε το ένα ακουστικό από τα αυτιά του και με κοίταξε με θράσος. Ύστερα το ξαναφόρεσε κι απέσυρε το βλέμμα του από πάνω μου. Τον άρπαξα από τα αυτιά, τον σήκωσα όρθιο και τον ταρακούνησα. Η μανούλα μου κάθισε σβέλτα στη θέση του, κρατώντας σφιχτά την ωραία της τσάντα στα γόνατά της. Ο αράπης άρχισε να χτυπιέται για να μου ξεφύγει. Δεν ξέρω αν το έκανε επίτηδες, αλλά της έριξε μια αγκωνιά στο πρόσωπο. Την πήραν τα αίματα. Έπιασε να κλαίει και να μοιρολογάει. Του τράβηξα δυο κουτουλιές κι ύστερα τον παρέδωσα στους άλλους επιβάτες, γιατί έπρεπε να ασχοληθώ επειγόντως με τη μανούλα μου. Τον κρέμασαν στο άψε σβήσε από τις χειρολαβές.
«Δεν πρέπει να μείνει πάνω από δυο μέρες κρεμασμένος», είπε η μανούλα μου, σφουγγίζοντας με το χαρτομάντιλο που της έδωσα τη σπασμένη μύτη της και τα δακρυσμένα μάτια της. «Στην Κατοχή, είχανε κρεμάσει οι Γερμανοί κάτι αντάρτες στη ρεματιά του χωριού μου, και την τρίτη μέρα πιάσανε να βρωμάνε τόσο που δεν σε βαστούσε ο τόπος».
Το αίμα είχε απλωθεί στα μάγουλά της σαν ωραίο ρουζ. Την ομόρφαινε πολύ. Της πήρα το χαρτομάντιλο από τα χέρια να μη χαλάσει το εξαιρετικό μακιγιαζ της.
Στο Σύνταγμα αλλάξαμε γραμμή, πήραμε εκείνη με κατεύθυνση “Αεροδρόμιο” και κατεβήκαμε στον σταμό “Πανόρμου". Με έπιασε αγκαζέ. Σπάνια το έκανε αυτό, όταν όμως το έκανε, η ψυχή μου πλημμύριζε χαρά. Περπατούσα κι εγώ αργά και ένιωθα πολύ υπερήφανος που συνόδευα μια τόσο όμορφη γυναίκα. Έβλεπα τη ζήλια στα μάτια των άλλων αντρών που διασταυρώνονταν μαζί μας.
Είχα κάνει κράτηση σε ένα εστιατόριο με γκουρμέ κουζίνα που δεν είχα ξαναεπισκεφθεί, αλλά στο “Αθηνόραμα” του έβαζαν πέντε αστέρια. Με το που μπήκαμε, ανέτειλε στο στερέωμα ένα ολοστρόγγυλο φεγγάρι. Από την ανοιχτή τζαμαρία είδαμε τρεις άσπρους κύκνους να σκίζουν τα γαλήνια νερά μιας λίμνης. Άστραφτε το φτέρωμά τους στο αγαθό σεληνόφως. Δεν ξέρω γιατί, αλλά σκέφτηκα ότι η εν λόγω λίμνη θα πρέπει να ήταν η Μπάλατον, την οποία μάλλον είχαν μεταφέρει εδώ για λόγους προφανώς διαφημιστικούς. Την αίσθησή μου αυτή επεξέτεινε και το γεγονός ότι πάνω από τη θέση που βοήθησα τη μανούλα μου να καθίσει κρεμόταν το πορτραίτο του διαδόχου του θρόνου της Αυστροουγγαρίας, Αρχιδούκα Φερδινάνδου.
«Στεναχωρημένο σε βλέπω», είπε όταν βολεύτηκε και χόρτασαν τα μάτια της πολυτέλεια και ομορφιά. «Τι έχει το πουλάκι μου; Μήπως πέσανε έξω τα καράβια του; Δεν πειράζει, καλά να είσαι και θα φτιάξεις άλλα. Θα σου γράψω εκείνη τη δασική έκταση που έχω στον Ελικώνα, να κόβεις ξύλα και να φτιάξεις όσες τριήρεις θέλεις. Σιγά σιγά. Δεν χρειάζεται να βιάζεσαι. Ούτε πενήντα πέντε δεν είσαι ακόμα. Κι επειδή στενεύεσαι οικονομικά, πάρε αλλοδαπούς να σου δουλέψουν. Ούτε ένσημα θέλουν ούτε τίποτα».
Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι αυτό έρχεται σε σύγκρουση με κάποιες από τις αρχές μου, αλλά εκείνη με διέκοψε με τον καλοσυνάτα αυστηρό τρόπο που έχουν οι μητέρες όταν θέλουν να μεταφέρουν στους γιους τους την πείρα που απεκόμισαν κατά τη διάρκεια του ταραχώδους βίου τους.
«Τι αρχές και κουραφέξαλα! Πότε επιτέλους θα πήξει το μυαλό σου. Αχ, κακομοίρη μου, του πατέρα σου έμοιασες. Για τις αρχές μου, έλεγε κι εκείνος. Ποιες αρχές; Είναι αρχή η σπατάλη; Ένας σκορποχέρης ήτανε, ένας κουφιοκεφαλάκης. Γι’ αυτό τον φάγανε τα χρέη και πέθανε στη φυλακή…».
Σταμάτησε απότομα, έσμιξε τα φρύδια της κι έγειρε μπροστά.
«Μήπως κάνω λάθος; Μήπως τον μπερδεύω με τον αδερφό μου; Αχ, γέρασα και το μυαλό μου έχει γίνει κουρκούτι. Τέλος πάντων, και ο πατέρας σου και ο αδερφός μου στη φυλακή πεθάνανε. Από χρέη και οι δύο. Ο ένας χρώσταγε στις τράπεζες και ο άλλος ήτανε κομουνιστής και χρώσταγε της Μιχαλούς…»
Με είδε που σκυθρώπιασα (δεν ήθελα να μιλάνε άσχημα για τον πατέρα μου, κι ας του είχα κι εγώ μαζεμένα πολλά), την έπιασε το μητρικό της, μαλάκωσε, άπλωσε το χέρι της κι έπιασε τρυφερά το δικό μου.
«Μανούλα σου είμαι, μη με παρεξηγείς αν πω και μια κουβέντα παραπάνω. Έτσι, καρδιά μου;».
Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά
«Α, να μην το ξεχάσω», είπε και ο καταρράκτης στα μάτια της άστραψε. «Έχω βρει το καλύτερο κόλπο να σου φτιάχνει η διάθεση όταν είσαι στεναχωρημένος. Να πάρεις ανατομικά παπούτσια, δεν θυμάμαι τη μάρκα τους τώρα, αλλά κάνουν θαύματα. Έχουν εδώ στον πάτο δύο μπιλάκια που σε γαργαλάνε και σε κάνουν να γελάς. Τέτοια φοράω κι εγώ. Θέλεις να τα δεις;»
Προτού προλάβω να της απαντήσω, έγειρε πίσω κι ανέβασε σβέλτα και τα δυο της πόδια στο τραπέζι, με τις σόλες των παπουτσιών της στραμμένες προς το μέρος μου. Ήταν τρύπιες. Θα πρέπει να είχε βάλει εφημερίδα εκεί για να προστατεύει τις πατούσες της. Έτσι όπως στεκόταν με τα πόδια ανοιχτά, φαινόταν στο βάθος η λευκή βαμβακερή κιλότα της.
Την είδε κι ένας Κινέζος τουρίστας που καθόταν σ’ ένα διπλανό τραπέζι κι έσπευσε να τη φωτογραφίσει. Σκέφτηκα ότι, αργότερα, στο Πεκίνο, θα τη δείχνει σε φίλους του και θα λέει: “Αυτό το άσπλο στο βάθος με τις άσπλες τλίχες γύλω γύλω είναι η Ακλόπολη”, επειδή η Κινέζοι δεν μπορούν να πουν το “ρ” και το λένε “λ”.
«Όταν με πιάνουν οι μαύρες μου στο σπίτι, φοράω αυτά τα παπούτσια, περπατάω πάνω κάτω στην κουζίνα και ξεκαρδίζομαι στα γέλια. Με είδε τις προάλλες η Ασπασία, η γειτόνισσα, ξέρεις, αυτή που τη δέρνει κάθε τόσο ο άντρας της, “τι γελάς, μωρή;”, μου κάνει, “το ’χασες τελείως;”. Τις δίνω τα παπούτσια, τα φοράει, περπατάει και βάζει κι εκείνη τα γέλια. Τώρα, όποτε τη δέρνει ο άντρας της και είναι χάλια, έρχεται στο σπίτι μου, φοράμε από ένα παπούτσι η κάθε μία, πιανόμαστε χέρι χέρι και περπατάμε πάνω κάτω και ξεκαρδιζόμαστε. Να πάρεις κι εσύ τέτοια. Θα βρεις την υγειά σου».
Την παρακάλεσα ευγενικά να κατεβάσει τα πόδια της (πράγμα που έκανε) και της είπα ότι τα παπούτσια της είναι τρύπια και πιθανότατα τα περί ων ο λόγος μπιλάκια θα πρέπει να έχουν φύγει.
«Έχουν φύγει!» έκανε ενοχλημένη εκείνη. «Το ξέρω! Τι να κάνω; Μπορώ με τη σύνταξη που παίρνω να αγοράσω καινούργια; Να σου πω κάτι; Αντί να με έφερνες σ’ αυτό το πανάκριβο εστιατόριο, καλύτερα να πήγαινες να μου πάρεις καινούργια παπούτσια. Εγώ τη βγάζω και με χόρτα. Χορταράκια του βουνού, με λίγο λαδάκι και λεμόνι. Αλλά πώς να πάω να μαζέψω; Με τι παπούτσια;»
Της υποσχέθηκα ότι θα της αγοράσω καινούργια, αλλά εκείνη, ξέροντας τη δύσκολη οικονομική μου κατάσταση, μου είπε:
«Δεν θέλω. Με χόρτασε ο λόγος σου και η προθυμία σου. Τέτοιο παιδί ήσουν πάντα. Καλό, πονετικό. Αγόρι μου εσύ, καμάρι μου… Κι αυτά τα παπούτσια που φοράω μια χαρούλα είναι. Κάτι κρατάνε από το παλιό γέλιο τους. Τα φοράμε με την Ασπασία και χαμογελάμε. Δεν είναι πρέπον να περπατάνε δυο γριές και να ξεκαρδίζονται στα γέλια. Αυτά τα κάνουν οι πιτσιρίκες, που δεν έχουν περάσει τα δικά μας βάσανα. Εμείς, και που χαμογελάμε, πολύ μας πέφτει».
Ήρθε ο σερβιτόρος και μας έφερε το μενού. Ήταν γραμμένο στα μαγυάρικα και διαλέξαμε κάτι στην τύχη. Παράγγειλα κι ένα μπουκάλι κρασί “Τοκάι”.
Καθώς ο σερβιτόρος στεκόταν όρθιος πάνω από τη μανούλα μου και σημείωνε τις παραγγελίες, εκείνη στράφηκε απότομα και τον ρώτησε:
«Οπλοφορείτε;»
«Παρακαλώ;» ύψωσε τα φρύδια του αυτός.
«Τι είναι ετούτο δω στην τσέπη σου που φουσκώνει, ρε μασκαρά;»
Και κάνει έτσι με το χέρι της και τον αρπάζει δυνατά από τα αχαμνά. Τον είδα να κιτρινίζει, αν να οφείλω να ομολογήσω ότι κατάφερε να διατηρήσει μια αξιοπρεπή ψυχραιμία.
«Πώς σε λένε;» συνέχισε με φωνή συριστική η μανούλα μου, σφίγγοντάς τον όλο πιο δυνατά.
«Γεώργιος Μαυρομιχάλης λέγομαι», ψέλλισε εκείνος.
«Μανιάτης;»
«Μάλιστα».
«Καλά το κατάλαβα!» του ξερίζωσε το όργανο και το πέταξε έξω στη λίμνη, πλην όμως οι κύκνοι δεν είναι πουλιά σαρκοφάγα και αδιαφόρησαν. «Θα τον φάτε τον κυβερνήτη μας τον Καποδίστρια, το ξέρω, που κακό χρόνο να ’χετε!»
Ο σερβιτόρος απομακρύνθηκε αιμορραγώντας.
Της είπα να μην σκουπίσει τα χέρια της, αλλά να απλώσει το αίμα στα μάγουλά της, μιας που, λόγω της αναστάτωσής της, το προηγούμενο μακιγιάζ της είχε χαλάσει. Το έκανε, χρησιμοποιώντας ως καθρέφτη τα γεμάτα θαυμασμό και αγάπη μάτια μου. Ξανάγινε η ωραία γυναίκα που θα ήταν τιμή και καμάρι για οποιονδήποτε να τη συνοδεύει.
«Τελικά, δεν μου είπες – γιατί χώρισες με την άλλη;» ρώτησε όταν ολοκλήρωσε την τουαλέτα της.
Ευτυχώς που άνοιξε εκείνη αυτό το θέμα, γιατί δεν ήξερα πώς να της το φέρω.
«Δεν χώρισα, μανούλα», είπα θλιμμένα. «Πέθανε…»
Πήρε μια βαθιά ανάσα και με κοίταξε τόσο πικραμένα όσο και στοχαστικά.
«Είναι η έκτη που έχεις σκοτώσει την τελευταία πενταετία», είπε κουνώντας το κεφάλι της. «Έκτη ή έβδομη; Γιατί, αγόρι μου; Γιατί δεν βρίσκεις μια γυναίκα να σου ταιριάζει κι αναγκάζεσαι μετά να κάνεις φόνους; Μεγάλωσες πια, βρες μια γυναικούλα της προκοπής, μια γυναικούλα σαν κι εμένα, να μην έχεις κι άλλο κρίμα στη συνείδησή σου…»
Της εκμυστηρεύτηκα ότι την είχα τοποθετήσει σ’ ένα μπολάκι στο ψυγείο, (αυτή η τελευταία ήταν-δεν ήταν μια σπιθαμή΄ με μια προηγούμενη -την Τιτανίδα Μνημοσύνη- είχα αντιμετωπίσει τεράστιο πρόβλημα...), αλλά πάντα υπήρχε κίνδυνος να μου κάνουν κάποια αιφνιδιαστική έρευνα στο σπίτι και να την ανακαλύψουν. Και μετά… Μετά, εκτός από τον άντρα της και τον αδερφό της, θα πέθαινε κι ο γιόκας της στη φυλακή.
Προσφέρθηκε να μου παραχωρήσει και πάλι τον κηπάκο της για να τη θάψω εκεί. Την ευχαρίστησα συγκινημένος. Έπιασα το σταφιδιασμένο χέρι της και το φίλησα.
Μας έφερε τα φαγητά ένας άλλος σερβιτόρος που, πιθανότατα, οπλοφορούσε κι εκείνος, γι' αυτό και κρατούσε μια απόσταση ασφαλείας από τη μανούλα μου, που τον λοξοκοιτούσε.
Ήμασταν και οι δύο περίεργοι να δούμε τι στην ευχή είχαμε παραγγείλει. Εμένα μου έτυχε η κάρα του Άρη Βελουχιώτη πάνω σε ασημένια πιατέλα. Εκείνης, λες και η τύχη ήθελε να συστοιχηθεί με το γεγονός ότι, τώρα με τα γεράματα, η μανούλα μου είχε γίνει λίγο θρησκόληπτη, της έφεραν το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή. Επί πίνακι.
Λιχούδηδες όπως είμαστε και οι δύο, τσιμπήσαμε λιγουλάκι ο ένας από το πιάτο του άλλου.

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2015

Βασίλης Κουστούδας Από το σκοτώνοντας την Ρίτα


Έτσι το γεύτηκα το μαγικό φιλί σου

μιαν ωκεάνια ψυχή
ένας υπέροχος βυθός στις άκρες των χειλιών,


και ανασαίνοντας κρυφά απ ‘την αναπνοή σου
τα χρώματα χιλιάδων κοραλλιών

ολάκερος βυθίστηκα στη μυστικήν ζωή σου

σαν σπαραγμός, σαν θάνατος,
των πιο μικρών λυγμών,

κι αγγίζοντας τον πόθο μου στο δέρμα των μηρών σου
κι υγραίνοντας τον τρυφερά απ ‘την υγρή σου ύλη

αφέθηκα παράφορα στην σκοτεινή σου δίνη

με την παλίρροια των αναστεναγμών,

και ανασαίνοντας κρυφά απ ‘την εσωπνοή σου

σαν σπαραγμός, σαν θάνατος,
των πιο μικρών λυγμών,

πεθαίνοντας για μια στιγμή στην πιο βαθιά ρωγμή σου,

κατέκλυσεν η ηδονή τα γκρέμια της αβύσσου…

==================================
Βασίλης Κουστούδας (09/01/2014)
Από το σκοτώνοντας την Ρίτα
==================================

Painting: Deovend / Passion