Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015

Λουδοβίκος των Ανωγείων


Από νωρίς άδειαζε το ένα μετά το άλλο τα μπουκάλια, 
με θολό βλέμμα πίσω από το ποτήρι "Έβλεπε"
να στοιβάζει τις αναμνήσεις σαν αγκαλιές στάχυα στο ξύλινο κάρο !
του μύρισαν ανυπόφορα νοσταλγία και δεν τις άντεχε.
Όλη τη μέρα τις κουβαλούσε στο αλώνι 
ήθελε να απαλλαγεί από τον όγκο τους 
να τις δώσει του αέρα,
να φύγουν τ' άχυρα 
αυτό που θα απομείνει να πιάνει λίγο χώρο ....

Δεν πρόλαβε να γυρίσει πλευρό 
και τις βρήκε να τον περιμένουν αγριεμένες !

Η "πρωτεύουσα"τους ανέλαβε για λογαριασμό όλων

Και τι θα είσαι χωρίς εμάς λοιπόν ; 
Ποιά θα είναι η ιστορία και ποιά ταυτότητά σου ;

Εμείς ανήκουμε στο χρόνο και σ' αυτόν δίνουμε αναφορά ....
Και μη ξεχάσεις αυτή την τελευταία ανάμνηση να την βάλεις μπροστά μπροστά να τη διαβάζεις

Εκεί χάθηκε !
μπρούμυτα στον καναπέ ο Μιχάλης που ήθελε να γίνει ελεύθερος
11 Αυγούστου στις 10:56 μ.μ. ·


Έκοψε

ο ήλιος τις αχτίνες

του

για να μπορέσει

Στον κουμπαρά
της Δύσης
να χωρέσει


Η θάλασσα και ο άνεμος

Η θάλασσα υπάκουη
στον άνεμο
σαν μαγεμένη
τον ακολουθεί
Μ' αυτός πάνω
στα βράχια
θα τη ρίξει
Θα πάρει
τα βουνά
και θα χαθεί

Θ' αφήσει πίσω
τα κουρέλια
του αφρού της
θα' ρθουν
οι γλάροι
να της πουν
να μη πιστεύεις
στους ανέμους
γιατί δεν ξέρουν
ν' αγαπούν ...

- Ο άνεμος
με δίδαξε
τα κύματα
Να κάνω
το γαλάζιο μου λευκό
Κι ακόμα
αν δεν ξέρει
ν' αγαπάει
φτάνει που εγώ
τον αγαπώ...
(οι φωτογραφίες επίσης του Λουδοβίκου των Ανωγείων !!!)



Λουδοβίκος των Ανωγείων
Σύντομο βιογραφικό από το αρχείο του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου ΕΚΕΒΙ http://www.biblionet.gr
Γεννήθηκε το 1951 στα Ανώγεια της Κρήτης. Το όνομά του είναι Γιώργης Δραμουντάνης. Τη μάνα του τη λένε Λουλουδιά και τον πατέρα του Βασίλη. Είναι έξι αδέρφια: ο Νίκος, ο Μανώλης, ο Γιάννης, η Μαίρη και ο Δημήτρης. Θάλασσα είδε πρώτη φορά στα 11 του χρόνια. Από τότε που θυμάται τον εαυτό του ήθελε να κάνει ζωγραφική κι άρχισε με τον πιο κατάλληλο τρόπο: σπουδάζοντας στην ΑΣΟΕΕ οικονομικά. Έφτασε μεν στο πτυχίο, μα εκείνο δεν τον καταδέχτηκε ποτέ. Το 1979 γνωρίστηκε με τον Μάνο Χατζιδάκι στα Ανώγεια, που είχε επιλέξει για τις Μουσικές Γιορτές του. Ο συνθέτης τον άκουσε να τραγουδά ένα βράδυ με το μαντολίνο και τους φίλους του και την άλλη μέρα του έδωσε το τηλέφωνό του, με το "Χατζιδάκις" γραμένο με δύο "γιώτα". Ο Λουδοβίκος τον ρώτησε γιατί και του είπε πως τα "ήτα" τον παχαίνουν! Ο Χατζιδάκις τον έμαθε πώς να κάνει ζωγραφική γράφοντας τραγούδια από τότε μέχρι σήμερα!

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2012) Ο έρωτας στην Κρήτη είναι μελαγχολικός, Ιανός
(2009) Η εξομολόγηση μιας τελείας, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη
(2003) Το πηγάδι του κρίνου, Ιανός
(2002) Ο έρωτας στην Κρήτη είναι μελαγχολικός, Ιανός
(2002) Ο έρωτας στην Κρήτη είναι μελαγχολικός, Ιανός
(2000) Η Νόη στη χώρα του Νείλου, Αίολος

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2009) Καραμέλες βουτύρου, Πολύτροπον

Λοιποί τίτλοι
(2006) Χαιρέτης, Αριστείδης, 1946-, Λιγότερο από μια στιγμή..., Αεράκης - Σείστρον [επιμέλεια]
(2004) Παλαμάς, Κωστής, 1859-1943, Δεν ξέρω παρά να τραγουδώ, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών [μουσική σύνθεση]


Τρίτη 20 Μαρτίου 2007 Πηγή / Επίσημο site: http://www.geocities.com/loudovikos_anogion (που όμως δεν υφίσταται πλέον αλλά αναδημοσιεύτηκε στο http://www.musicheaven.gr :

 Ο Λουδοβίκος γεννήθηκε στα Ανώγεια της Κρήτης, ένα ορεινό χωριό που αγγαλιάζει ο Ψηλορείτης. Εμφανίστηκε στη μουσική σκηνή το 1985 με το δίσκο «Μοιρολόγια», ως ένας από τους πολλούς ταλαντούχους νέους που ανέδειξε ο Μάνος Χατζιδάκις. Όπως ο ίδιος συνηθίζει να λέει αποφόιτησε από την ‘Ανωτάτη Μουσική Σχολή Ανωγείων’, αφού δεν είναι λίγοι οι γνωστοί τραγουδοποιοί και οργανοπαίχτες που κατάγονται από τον τόπο τούτο. Το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Γιώργου Δραμουντάνη προήλθε από τα ονόματα της μητέρας και του αδελφού του. Γνωστοί "πειραχτάρηδες" οι Ανωγειανοί έδιναν στον καθένα κι από ένα παρατσούκλι. Του αδελφού του Λουδοβίκου έτυχε το Λουδονίκος (ο Νίκος της Λουλουδιάς). Άρεσε στο Χατζιδάκι, ο οποίος συνήθιζε να προσθέτει και την καταγωγή, και προέκυψε το «Λουδοβίκος των Ανωγείων». Ο ίδιος ο Λουδοβίκος κάπως έτσι περιγράφει με συντομία τη ζωή του: «Γεννήθηκα στην Κρήτη σ’ ένα χωριό του Ψηλορείτη, τ’ Ανώγεια. Τον χειμώνα τον θυμάμαι πάντα λευκό. Θάλασσα είδα πρώτη φορά στα έντεκά μου χρόνια. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ήθελα να γίνω ζωγράφος και το πέτυχα με τον καλύτερο τρόπο: μπήκα στην Α.Σ.Ο.Ε. Το 1979 γνωρίζομαι με το Μάνο Χατζιδάκι στα Ανώγεια. Ένα βράδυ με άκουσε να τραγουδώ παίζοντας το μαντολίνο με μια παρέα φίλους. Την άλλη μέρα με κάλεσε και μου έδωσε το τηλέφωνό του, με το «Χατζιδάκις» γραμμένο με δύο γιώτα. Τον ρώτησα γιατί με γιώτα και μου είπε ότι τα ήτα τον παχαίνουν. Εκείνος μου έδειξε το δρόμο πώς να κάνω ζωγραφική γράφοντας τραγούδια, από τότε μέχρι σήμερα...».

Ο Λουδοβίκος των Ανωγείων, με τη συνοδεία του μελωδικού μαντολίνου και την αισθαντική φωνή του, χρόνια τώρα ταξιδεύει τους φίλους του μακριά απ' την εξαντλητική καθημερινότητα, περισσότερο ψιθυρίζοντας παρά τραγουδώντας. Ιστορίες και παραμύθια από στίχους που δεν προσπαθούν να κραυγάσουν, μα να παίξουν στις πιο λεπτές ισορροπίες των αισθημάτων.

Ο Λουδοβίκος των Ανωγείων επιμένει να είναι ένας σύγχρονος παραμυθάς. Σύγχρονος όμως είναι με την έννοια πως δρα επί των ημερών μας. Διαφορετικά τα υλικά του που είναι κυρίως ο λόγος και δευτερευόντως η μουσική έλκουν την καταγωγή τους από εποχές αρκετά παλιότερες.

Υπάρχει κοινό που συγκινείται -και δικαίως- με τα μουσικά αφηγήματα του Λουδοβίκου των Ανωγείων. Και ο ίδιος είναι σαφώς ένας ενδιαφέρων καλλιτέχνης σ ένα είδος που ασκεί μόνος του.
Η δισκογραφική δουλειά του Λουδοβίκου περιλαμβάνει: Μοιρολόγια (Σείριος-ΜΙΝΟΣ ΕΜΙ, 1985), Ο Έρωτας στην Κρήτη είναι μελαγχολικός (Σείριος-ΜΙΝΟΣ ΕΜΙ, 1988), Ο Χαΐνης (Σείριος-ΜΒΙ, 1990), Το Μεϊντάνι (Σείριος-Μύλος, 1993), Χαρματούσα (Μύλος, 1995), Η Πύλη της άμμου (Μύλος, 1997), Το Όχι αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του Ναι (Λύρα, 1999), Τέσσερις δρόμοι για τον Ερωτόκριτο (Συμμετοχή - Λύρα, 2001), The Colours of love (Network, 2000), Άνοιξα μανταρίνι και σε θυμήθηκα (Λύρα, 2001), Η Γιορτή των Ανέμων (Λύρα, 2003), Μπιτ Παζάρ (Συμμετοχή - Λύρα, 2004).Στους δίσκους συμμετέχουν πολλοί και αξιόλογοι καλλιτέχνες όπως οι: Νένα Βενετσάνου, Διονύσης Σαββόπουλος, Νίκος Παπάζογλου,Αργύρης Μπακιρτζής, Όλια Λαζαρίδου, Σωκράτης Μάλαμας, Μελίνα Κανά, Λιζέτα Καλημέρη, Μανώλης Λιδάκης, Καλλιόπη Βέττα, Κατερίνα Σιάπαντα, Γιώτα Δρακιά, Μαριώ.


Οι Γειτονιές των Λέξεων

Πώς χαθήκαμε μέσα στην υπερβολή και τα επίθετά της!
Οι τεχνίτες των λέξεων αφού τις σμίλεψαν, τις παρέδωσαν στα χείλη. Ο ήχος, αρμονικός πρέπει, και με σωστή ανάσα και δοσολογία.

Δεν μας είπαν για τις γειτονιές των λέξεων, ποιες αγαπιούνται μεταξύ τους, ποιες όχι.
Ας πούμε η λέξη "καλά", έχει το λάμδα να ενυδατώνει τα δύο ανοιχτόκαρδα άλφα. Ωστόσο το αναγκάσαμε να συνοδεύει την επιτυχία, μια καθόλου "επιτυχή" συναλλαγή. Τι δουλειά έχει το "καλή" με την επιτυχία; Υπάρχει κακή επιτυχία;

Η λέξη "αγάπη" θα έπρεπε να κατοικεί στην ανάσα, στο βλέμμα και στη σιωπή.
Εμείς φροντίσαμε να την ενισχύσουμε με το "πολύ" και το "πάρα πολύ".
Όταν λέμε "Σ' αγαπώ πάρα πολύ" φωτίζουμε την απουσία και τη φτώχεια της. Όσο πιο πολλά επίθετα, τόσο πιο μικρό το περιεχόμενο της αγάπης.
Αλλωστε η περιγραφή των αισθημάτων δεν ανήκει σ' εκείνους που τα δηλώνουν αλλά σε κείνους που τα λαμβάνουν.
Λες πως μ' αγαπάς αλλά μετράει τι φτάνει σε μένα!


"Ο καθρέφτης σου"
Την πρώτη πρώτη μας φορά
θυμούμαι ένα βλέμμα σου θλιμμένο
Κράτησε μόνο μια στιγμή
μα στο μυαλό μου μένει χαραγμένο

Ένας καθρέφτης σου είμαι εγώ
κι αυτό που θα μου στείλεις πίσω θα στο δώσω
Να μη μου λες πως μ' αγαπάς
άσε με το δικό μου τρόπο να το νιώσω

Μη λες τη λέξη "αγαπώ",
είναι μια κουρασμένη λέξη
Κοίτα με μ' ένα βλέμμα σου βαθύ
να δούμε, να δούμε ποιος από τους δυο θ' αντέξει

(ανέκδοτο τραγούδι του Λουδοβίκου των Ανωγείων)



Βασίλης Παπαμιχαλόπουλος ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΩΜΕΝΕΣ



ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΩΜΕΝΕΣ

Να αποφεύγετε όσο μπορείτε 
τα ανοιχτά παράθυρα.. 
Κυρίως να μη σας παίρνει ο ύπνος κάτω από αυτά.
Ψηλά, καιροφυλαχτούν οι εραστές των ονείρων. 
Αδίστακτοι, εφορμούν στις καρδιές των γυναικών 
και στα ασκέπαστα κορμιά τους. 
Να φοβάστε γιατί, 
τίποτα δεν προδίδει την παρουσία τους.
Μόνο μια νωχελική διάθεση καθώς τεντώνονται τα μέλη,
ή ένα χάδι αγέρα λίγο πιο κάτω από την επιδερμίδα.


Αλλά θα μου πείτε,
ποια από εσάς συμμορφώθηκε ποτέ της 
με τις οδηγίες ασφαλούς χρήσης της ζωής; 

Όσο για μένα, θα μείνω εδώ. 
Να φυλάω τις άλλες νύχτες που εγκαταλείψατε.
Τις κρυφές σας σκέψεις, τους πόθους σας,
όλα όσα σφραγίσατε πίσω από τις κλειστές πόρτες.
που προκλητικά γυροφέρνουν οι εναπομείναντες κλέφτες.

Όμως, και πάλι δεν ξέρω. Θα το σκεφτώ.
Τ’ ανοιχτά παντζούρια ανέκαθεν με προκαλούσαν.

Φωτογραφία πίνακας : Salvador Dali - Woman at the window
Description: Figure at the window paint by the Spanish artist Salvador Dali (1904-1989) - Museo Nacional Centro de Arte Reina Sofia,Madrid (Spain)
Year: 1925

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

Θανάσης Καραθύμιος Σεκλιζιώτης - Πρωί… απ' το βιβλίο του "υποσχέσεις"



Πρωί…
><
Πρωί κι ακροπατάς στα χλωμά σκαλιά,
από μικρός της είπες για τα φιλιά,
θα είναι πρωί και στη μικρή καρδιά
"μικρός της είπες να κλαίει για παιδιά".
Ω! Χάρτινε ουρανέ, ψεύτικο φως!
~
Πρωί και βγαίνουν τα σύμβολα ξανά,
θα είναι κι η αυγή μαζί γιορτινά
σ' άναρχο κι άυλο φέγγος θερινό,
στη ζέστη των χνότων φθινοπωρινό.
Ω! Άφωτε ουρανέ, ψεύτικο φως!
~
Πρωί και λύνουν τα χέρια οι σταθμοί,
στη πρώτη ανάσα φέγγει σαν ορμή
ο πόθος στο ένοχο φτωχό σκαλί,
"είναι που έρχεται της δόξας το φιλί".
Ω! Άοσμε ουρανέ, ψεύτικο φως!
~
Πρωί στη σκέψη, πρωί και στη πληγή,
ένοχε όρθρε βραδινή μου οργή,
σάβανο του ήλιου μες στη ξαστεριά
πόσο μου λείπει κείνη σου η χεριά.Ω! Άκλαυτε ουρανέ, ψεύτικο φως…!
~
Θανάσης Καραθύμιος Σεκλιζιώτης
απ' το βιβλίο του "υποσχέσεις"
11σύλλαβος ζευγαρωτός

Τρίτη 11 Αυγούστου 2015

Αργύρης Χιόνης Σαν τόν τυφλό μπροστά στόν καθρέφτη, ΙΑ΄


Ω ναι, ξέρω καλά πως δεν χρειάζεται καράβι για να ναυαγήσεις, 
πως δεν χρειάζεται ωκεανός για να πνιγείς.
Υπάρχουνε πολλοί που ναυαγήσαν μέσα στο κοστούμι τους, 
μες στη βαθιά τους πολυθρόνα, πολλοί που για πάντα 
τους σκέπασε το πουπουλένιο πάπλωμά τους.
Πλήθος αμέτρητο πνίγηκαν μέσα στη σούπα τους, 
σ’ ένα κουπάκι του καφέ, σ’ ένα κουτάλι του γλυκού... 
Ας είναι γλυκός ο ύπνος τους εκεί βαθιά πού κοιμούνται, 
ας είναι γλυκός κι ανόνειρος.
Κι ας είναι ελαφρύ τό νοικοκυριό πού τούς σκεπάζει.


Αργύρης Χιόνης
1986
Σαν τόν τυφλό μπροστά στόν καθρέφτη, ΙΑ΄

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Σπύρος Τσακίρης ...χρόνια καλά αν γιορτάζεις...


Μια στιγμή δεν έχω να μην λησμονήσω, έστω δυο πόδια γυμνά και δυο χέρια.
Τα χέρια, ψηλά σαν προσευχή, σαν να παίρνεις τα μέτρα του ουρανού.
Μια στιγμή ζητάω να δω, μα να την ζήσω όλη, Ολόκληρη και όχι τεθλασμένη.
40c βαθμούς και έχει μια ψύχρα απόψε. τα νέα ετοιμοπαράδοτα και συσκευασμένα, σχεδόν αυτόματα. Ένας αστυνομικός, χαστούκισε έναν πρόσφυγα. Ο αστυνομικός στο άλλο χέρι κρατούσε μαχαίρι.
Πόσο εύκολα δεν βλέπουμε τον άλλον όταν πονάει και όταν ο άλλος πονάει, πόσο πιο δυνατοί αισθανόμαστε εμείς. Ο άλλος...
Δεν υπάρχει η χώρα των θαυμάτων, δεν υπάρχουν υπέροχοι άνθρωποι. Είναι σκληρή η σιωπή. Σκληρότερη από τον θάνατο. Ο θάνατος είναι ησυχία. Γαλήνη. Λύτρωση.
Η σιωπή είναι γρανίτης και όταν ζορίζετε βγάζει νύχια και γρατζουνάει και τα μπήγει βαθιά Όσο βαθύτερα μπορεί.
Άλλες φορές λυσσομανάει σαν στερημένη θάλασσα, σαν θέλω σε κλουβί.
Ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα το κενό. Ένα μόλις, ένα δεύτερο πριν άκουγα ανάσα, φωνή, κλάματα. Νεύρα, ευθεία, αριθμητική χωρίς ταλάντωση. Ένα δεύτερο μετά...
Τα δάχτυλα σου λεπτά και εσύ το ίδιο ολόκληρη. Εύθραυστη. Τα άστρα δεν μας είδαν ποτέ αγκαλιασμένους.
Καμιά θάλασσα δεν μας έσβησε τα βήματα. Μα βήματα δεν κάναμε.
Είδα από τότε πολλές φορές στον ύπνο μου να ανθίζουν κερασιές, κάπου εκεί μακριά στην Ιαπωνία. Ήταν πανέμορφες έτσι ανθισμένες.
Μου θύμιζαν τα υγρά σου μάτια.
Μα οι κορμοί των κερασιών δεν κατέληγαν σε γη.
Σε θάλασσα χανόντουσαν και πουθενά στεριά. Έβγαλα, λέει, τότε την καρδιά μου και την ακούμπησα στο νερό, φως ελάχιστο.. Χορογραφία Πίνα Μπάους, με κινήσεις χειρούργου ή μαέστρου, αποφασιστικές μα λεπτεπίλεπτες.
Άφησα λοιπόν την καρδιά μου πάνω στο νερό και εκείνη δεν βυθίστηκε, έστεκε εκεί και με κοιτούσε.
Τράβηξε κοντά της δυο λευκά νούφαρα από εκείνα που μετράνε του Γάγγη τις αράδες τα τοποθέτησε δεξιά και αριστερά της και άφηνε ενδιάμεσα να τρέχει το νερό με τα χρυσόψαρα.
Τίποτα το εξωφρενικά ενδιαφέρον έως εδώ. Μόνο που το τυχαίο γίνεται γεγονός. Καταλαμβάνει χώρο στον χρόνο, επισημοποιείτε και με την μέθοδο της χρησικτησίας, απολαμβάνει οφέλη και καρπούς.
Είναι και ετούτη η νύχτα από εκείνες τις ιδιότροπες, τις δύσκολες.
Δεν θέλω να κοιμηθώ, φοβάμαι μην ξυπνήσω...
σπ Τ

Spyros Tsakiris
http://spyrostsakirisphoto.blogspot.gr/2015/08/blog-post_11.html

Φωτογραφία : Dream Like Photography Sabina Tabakovic http://www.thebeautifulist.com/sabina-tabakovic-captures-whimsical-dream-like-photography/

Νίκος Ορφανίδης : Στου χρόνου τις ορέξεις !!




Πάλι εδώ παρέα με τις αναμνήσεις μου

να μου μιλούν ξανά για περασμένα

παλιές πληγές κι’ ανόητες οι σκέψεις μου

στης νύχτας να λυγώ τα κεκτημένα


Και χάνονται τα χρόνια μου στου χρόνου τις ορέξεις

στις σκέψεις μου συνήθισα να ζω τις αμυχές

η μοίρα μου στα δύσκολα πως μ’ έχει περιπλέξει

να σβήνει το φανάρι μου σ’ αντίξοες σκιές


Πάλι εδώ χαμένος μες στα αδιέξοδα

να με κρατούν δεμένο στο κουβάρι

της λύπης μου να τρέχουν τόσα έσοδα

και το κοντέρ να σπα στο συναξάρι

Στου χρόνου τις ορέξεις !! Στίχοι Νίκος Ορφανίδης

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

Νίκος Γιαννόπουλος REMAINS OF A SUNBED


Από καθαρή σύμπτωση, αν και μετά από εξαντλητική αναζήτηση, ο Βασί-λη έπεσε πάνω στη σελίδα της. Για την ακρίβεια, έψαχνε να βρει κάποιο ξέκωλο αλλά δεν τα κατάφερνε μέχρι που το facebook τον λυπήθηκε και του πρότεινε την Τσού-λη. Στην εικόνα του προφίλ της η Τσού-λη πόζαρε προκλητικά ξαπλωμένη πάνω σ ένα μαντρότοιχο, φορώντας ένα μικροσκοπικό τζιν σορτσάκι και κοιτούσε κατ΄ ευθείαν το φακό με βλέμμα νωχελικό, όλο υποσχέσεις. Ο Βασί-λη εξέτασε εμπεριστατωμένα πρώτα τις φωτογραφίες της, που ήταν σχεδόν όλες πανομοιότυπες με μικρές διαφορές – όταν δηλ. δεν ήταν σκαρφαλωμένη σε μαντρότοιχο, ήταν σε κάποιο δένδρο ή στη μπανιέρα ντυμένη με αφρόλουτρο - και στη συνέχεια μελέτησε στις αναρτήσεις της στον τοίχο, τα διάφορα γνωστά κι αναμασημένα προκάτ αφελή σχόλια περί έρωτος über alles και περί του σύμπαντος που βρίσκεται σε μια κατάσταση ακατάσχετης συνομωσίας. Όταν είδε όμως την ανάρτηση



δεν κρατήθηκε κι έκανε αμέσως αίτημα φιλίας. Η αποδοχή του αιτήματος ήρθε οσονούπω, λες και τον περίμενε στην άλλη άκρη, μαζί μ ένα ευχαριστήριο μήνυμα και την πρωτότυπη ερώτηση ΄΄Εσείς, με τι ακριβώς ασχολείστε;΄΄

Στην εικόνα του προφίλ του ο Βασί-λη ήταν σε μπούστο, μισοκρυμμένος πίσω από μια 35αρα κινηματογραφική μηχανή λήψης της δεκαετίας του ΄80, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι πρόδιδε έτσι την ηλικία του - σαράντα παρά κάτι - που τεχνηέντως απέκρυβε στη σελίδα του. Συστήθηκε στην Τσού- λη ως ο ΄΄Φελλινι του Ελληνικού κιν/φου΄΄ και η Τσού-λη το βρήκε ιδιαίτερα ενδιαφέρον αν και δεν είχε ιδέα ποιος ήταν ο Φελίνι. Ήταν όμως η πρώτη φορά που γνώριζε ένα σκηνοθέτη κιν/φου και η περιέργεια της χτύπησε κόκκινο. Ευτυχώς που η Τσού-λη ήταν επιρρεπής σε νέες εμπειρίες……

Εδώ θα κάνουμε μια παρένθεση, γιατί σ αυτή την ιστορία οι λεπτομέρειες έχουν σημαντικό ενδιαφέρον για την κατανόηση της πλοκής, αν και η βαθύτερη ιστορική ερμηνεία πολλών απ΄ αυτές εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να μας διαφεύγει.

Το Τσού-λη προκύπτει από το Τσου Εν – Λάι, όπως για κάποιο μυστηριώδη σε μας λόγο την αποκαλούσε από μικρή ο τσαγκάρης πατέρας της, φανατικός κι αμετανόητος μαοϊκός, το όποιο μετεξελίχτηκε για λόγους ευφωνίας σε Τσού-λη (καμιά σχέση όπως αντιλαμβάνεστε με το ελληνικό Τσουλί). Η Τσού-λη, της οποίας το βαφτιστικό είναι Αιμιλία, διατήρησε το προσωνύμιο αυτό, επιμένοντας αυστηρά στον σωστό τονισμό.

Το Βασί-λη δυστυχώς δεν προκύπτει από πουθενά. Ο εν λόγω σκηνοθέτης το βρήκε, για κάποιο επίσης μυστηριώδη σε μας λόγο, ευφυές.

Ακολούθησε καταιγιστική ανταλλαγή πολλών απόψεων στο inbox – για να είμαστε ακριβείς αυτός που αντάλλασε απόψεις ήταν κυρίως ο Βασί-λη. Η συμμέτοχη της Τσού-λη ήταν μονολεκτικές του τύπου ΄΄Ναι;΄΄, ΄΄Δηλαδή;΄΄, ΄΄Σοβαρά;΄΄, ΄΄Αλήθεια; Δεν το ήξερα΄΄, κλπ. Ο Βασί-λη της μιλούσε για τις 6 Μούσες και τις 6 τέχνες εκ των οποίων η εβδόμη είναι ο κιν/φος. Της αράδιαζε τίτλους από ταινίες, ονόματα σκηνοθετών και συγγραφέων, καλλιτεχνικά ρεύματα και σχολές, χωρίς όμως να χάνει ευκαιρία να διανθίζει όλα αυτά με διακριτικά σεξουαλικά υπονοούμενα και κομπλιμέντα τα οποία όμως δεν ήταν εξ ορισμού απαραίτητα, γιατί η Τσού-λη είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις της. Τον άφηνε όμως να της το φέρνει γύρω – γύρω γιατί αυτό την κολάκευε και την έκανε να νιώθει αλλιώτικα. Όταν λέμε ΄΄αλλιώτικα΄΄ εννοούμε ΄΄καλα΄΄, γιατί μέχρι τότε κανένας απ΄όσους την προσέγγισαν δεν μπήκε στον κόπο να την εντυπωσιάσει. Αντίθετα την παρενοχλούσαν χωρίς περιττά εισαγωγικά, με χυδαιότητες ή ανούσιες ατάκες του τύπου:

- Ειλικρινά, χίλια συγνώμη, αλλά ήμουν έτοιμος να πάω στην τουαλέτα να τον παίξω κι ήθελα να ξέρω το όνομα αυτής για την οποία τον παίζω

- Χριστέ μου! Νόμιζα ότι ήμουν γκέι μέχρι που σε είδα

- Δεν είμαι τόσο ψηλός όσο φαίνομαι… Απλά κάθομαι πάνω στο πορτοφόλι μου.

- Μπορώ να σε κεράσω ένα ποτό; Ή μήπως προτιμάς κατευθείαν το 5ευρω;

- Θα μπορούσες τουλάχιστον να κοιμηθείς μαζί μου, γιατί εγώ ούτως ή άλλως θα πω σε όλους ότι το κάναμε

- Τι κάνει ένα καλό κορίτσι σαν εσένα μέσα στο βρώμικο μυαλό μου;

κι άλλα χειρότερα που δεν είναι συνετό να αναφέρουμε τώρα, γιατί θα εκτραπεί η καθ΄ όλα ενδιαφέρουσα αφήγηση μας από το κυρίως νόημα της ιστορίας μας.

Όταν λέμε ότι η Τσού-λη πήρε τις αποφάσεις της, εννοούμε ότι, παρά το νεαρό της ηλικίας της, γνώριζε πολύ καλά, ότι ανεξάρτητα από το τι γουστάρει να κάνει το σύμπαν, αν μια γυναίκα δεν κουνήσει και λίγο της ουρά της, δεν πρόκειται να συμβεί απολύτως τίποτα. Έτσι όταν ο Βασί-λη απάντησε στη σχετική ερώτηση της ΄΄Ετοιμάζετε κάτι τωρα;΄΄ με το ΄΄ Γράφω ένα σπονδυλωτό σενάριο που φέρει τον τίτλο REMAINS OF A SUNBED και χρειάζομαι τη γνώμη από ένα δροσερό νεανικό κι υπεύθυνο μάτι΄΄, αυτή συμφώνησε να συναντηθούν για ένα καφέ ή ένα ποτό, κι ότι άλλο ήταν, τέλος πάντων αυτό που επρόκειτο να φέρει η μοίρα ….. .. Το ιδιότυπο αυτό επαγγελματικό ραντεβού κλείστηκε για ένα μεσημέρι Τέταρτης στην πλαζ του ΕΟΤ, στην ομπρέλα Νο. 249. Καιρός: Αίθριος. Κατεύθυνση ανέμου: Νότιος. Ταχύτητα ανέμου: 1 μποφόρ. Υγρασία: 47%. Αισθητή θερμοκρασία: 35°C.

Ο Βασί-λη ήταν ήδη εκεί όταν κατέφθασε η Τσού- λη. Φορούσε ένα εξίσου αποκαλυπτικό σορτσάκι κι ένα εμπριμέ στηθόδεσμο μπικίνι. Ήταν πιο ψηλή και πιο νέα απ΄ότι έδειχνε στη φωτογραφία του προφίλ της αλλά δεν θα λέγε κάνεις ότι ανταποκρινόταν στον τύπο της γυναίκας που άρεσε στο Βασί-λη. Αυτός θα προτιμούσε οπωσδήποτε κάποια με μεγάλα βυζιά, και κάτω από άλλες προϋποθέσεις θα έλεγε ένα βροντερό όχι, αλλά μετά από οχτώ μήνες αγαμίας αυτή η λεπτομέρεια υποβιβάστηκε σε μια αμελητέα παρένθεση. Την υποδέχτηκε με την δέουσα θερμότητα και ξεδίπλωσε αμέσως τη γοητεία του προτείνοντας της υστερόβουλα ένα ποτήρι κρασί ΄΄Εξάρνων΄΄ λευκό. Αυτή αρνήθηκε ευγενικά και παρήγγειλε μια παγωμένη μπύρα μήλο. Μόνον όταν έκατσε δίπλα του στην ξαπλώστρα αναρωτήθηκε φωναχτά – όχι ότι την ένοιαζε κιόλας - γιατί δεν συναντήθηκαν στο γραφείο του, κι αυτός της απάντησε ότι όλα του τα επαγγελματικά ραντεβού το χειμώνα τα κλείνει σε κάποιο μπαρ, όπου είθισται να πίνει ντράι μαρτίνι – χωρίς να της πει βεβαία ότι αυτό το έκλεψε από τα απομνημονεύματα του Μπουνιουέλ - αλλά το καλοκαίρι λόγω ζέστης προτιμάει κάποια πιστοποιημένη πλαζ κοντά στην πόλη. Μ΄αυτή την εξήγηση έσπασε ο πάγος, ο πληθυντικός έγινε ενικός, κι ο Βασί-λη, αφού παρήγγειλε, ελλείψει ντράι Μαρτίνι, μια μέτρια φραπεδιά με γάλα, ανέπτυξε τη θεωρία του σχετικά με το πόσο καθοριστικό ρόλο παίζει μια Μο ύσα στη ζωή και το έργο ενός σημαντικού καλλιτέχνη, θεωρία που τους έφερε απελπιστικά κοντά. Η Τσού-λη, που δεν είχε ιδιαίτερες αναστολές, άρχισε να τρίβεται πάνω του και να τον αγγίζει. Τη διασκέδαζε να συμπεριφέρεται έτσι στους άνδρες. Εν προκειμένω, έκανε χάζι με τον Βασί-λη που αναψοκοκκίνιζε σαν φωτεινή επιγραφή, καθώς η όλη κατάσταση του δημιουργούσε ένα μικρό χάος στον ειρμό της σκέψης του και τον έκανε να πηδάει από θέμα σε θέμα, χωρίς όμως να καταφέρει όμως να διαρρήξει την καλπάζουσα ευφράδεια του.

Τότε ήταν που, πρώτα ακούστηκε μια φοβερή κραυγή ΄΄Ε…είσαι και μεγάλο Τσουλί !!!!΄΄- αντιλαμβάνεστε ελπίζω το λανθασμένο του τονισμού -

και μετά εμφανίστηκε μαινόμενος δίμετρος εικοσιεπτάχρονος μαντράχαλος που άρπαξε βίαια την ξαπλώστρα τους και τους άδειασε στην νοτισμένη, από την υγρασία της θάλασσας και τον ιδρώτα των λουομένων, άμμο.

- Αυτό είναι ένα σημείο κομβικό στην ιστορία μας και απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε λογοτεχνικό επίπεδο.-

Ο Βασί-λη πετάχτηκε ξαφνιασμένος όρθιος και πριν προλάβει να τινάξει την άμμο από το σώμα του βρέθηκε πάλι στο έδαφος να φοράει κολάρο την ξαπλώστρα, ενώ η Τσού-λη φώναζε μ όλη της τη δύναμη ΄΄Κούκ-λη μηηηηηη. Αν τον σκοτώσεις δεν θα με ξαναδείς!!!!΄΄ Ύστερα έπεσε πάνω στον αιμόφυρτο – που λέει ο λόγος- Βασί-λη και του ψιθύρισε στο αυτί: ΄΄ Μη σηκώνεσαι αμέσως …..Δεν θ αντέξεις την κεφαλιά΄΄.

Η συνέχεια διαδραματίστηκε στο κοντινότερο αστυνομικό τμήμα όπου ο Βασί-λη έξαλλος ήθελε να υποβάλει μήνυση κατά του θηριώδους νεαρού και της αδικαιολόγητης και βάρβαρης κατ΄αυτόν επίθεσης που δέχτηκε και μάλιστα μπροστά στα μάτια της επικείμενης, παρά τρίχα, υποψήφιας Μούσας του, που είχε σαν συνέπεια κυρίως τον σοβαρό τραυματισμό της ανδρικής του αξιοπρέπειας, αλλά άλλαξε γνώμη όταν πληροφορήθηκε ότι η Τσού-λη ήταν ανήλικη, - δεν είχε κλείσει ακόμα τα δεκαοκτώ . Έμαθε επίσης ότι τον νεαρό, του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Μίλτος, τον φώναζαν Κούκ-λη για δυο σημαντικότατους λογούς. Ήταν ο ωραίος αρραβωνιαστικός της Τσού-λη και γνωστός μάγειρας, σεφ σε μεγάλο ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλης. Έτσι ο Βασί-λη άλλαξε πλεύση. Κράτησε μια μεγαλόψυχη απόσταση από τα γεγονότα και αρνήθηκε να υποβάλει μήνυση. Αντίθετα, δικαιολόγησε πειστικά, με ατράνταχτα επιχειρήματα, την συμπεριφορά του Κούκ-λη, υποστηρίζοντας ότι κάθε τίμιος άνδρας θα αντιδρούσε ανάλογα σε παρόμοια κατάσταση. Αναχώρησαν από το αστυνομικό τμήμα με τους αστυνομικούς που τους συνέλαβαν να τους ξεπροβοδίζουν συγκινημένοι.

Κατέληξαν όλοι μαζί στο σπίτι του σεφ, μετά από μια στάση σε ένα κέντρο υγείας όπου διακόσμησαν τον Βασί-λη με μερικά τσιρότα και γάζες, να μπεκροπίνουν και να συζητούν σαν παλιά φιλαράκια για τη δημιουργία μιας τηλεοπτικής εκπομπής, που θα άφηνε εποχή στον τομέα της μαγειρικής- δεν άφηνε ευκαιρίες ανεκμετάλλευτες ο δικός μας- με πρωταγωνιστές φυσικά τον Κούκ - λη και την Τσού-λη. Ο Κούκ-λη θα μαγείρευε και η Τσού-λη ως οικοδέσποινα, θα καρύκευε με την κατάλληλη δόση αισθησιασμού τις συνταρακτικές γεύσεις των εδεσμάτων σε ένα θέαμα που θα έκανε κυριολεκτικά ΄΄τα σάλια των θεατών να τρέχουν΄΄.

Την εξαιρετική αστακομακαροναδα που ετοίμασε ο σεφ για να γιορτάσουν την μελλοντική τους συνεργασία, ο Βασί-λη τη τιμούσε όλο το βράδυ με το περιεχόμενο ενός μπουκαλιού που βρήκε σ΄ένα ντουλάπι της κουζίνας του σπιτιού με ετικέτα Μαρτίνι, που όπως όμως απεδείχθη εκ των υστέρων, ήταν ένα σπιτικό λικέρ της μάνας της Τσού-λη από το χωριό. Πριν πέσει αναίσθητος από το σπιτικό αλκοόλ πρόλαβε να απαντήσει στην ερώτηση της σχετικά για την τύχη του περίφημου κινηματογραφικού σεναρίου REMAINS OF A SUNBED με την εξής ιστορική φράση: ΄΄ Έτσι κι αλλιώς ότι απόμεινε από την ξαπλώστρα μετά τη μόνιμη και μη αναστρέψιμη καταστροφή της, λόγω της πρότερης ασυγκράτητης βίας, είναι κάτι REMAINS και ο περίφημος Ελληνικός κινηματογράφος, τον όποιο έχω την τιμή να υπηρετώ για είκοσι χρόνια, είναι κάτι που πρακτικά δεν υπάρχει.΄΄

Η Τσόου-λη την επομένη μέρα, σε μια κρίση αυθόρμητης αυτογνωσίας κι αυτοκριτικής, ανάρτησε θαρραλέα το εξής πρωτότυπο σχόλιο:



Υστερόγραφο:

1. Η συνταγή αυτής της ιστορίας περιλαμβάνει

- 80% αληθινά γεγονότα

- 10% φανταστικές αλλαγές στα ονόματα και στις τοποθεσίες προς αποφυγήν ταυτοποίησης των πραγματικών πρόσωπων, και

- 10% αυθαίρετα στοιχεία χάριν ποιητικής αδείας και παιδείας.

2. Αν δεν ξέρετε ποιος είναι o Τσου Εν- Λάι, να το ψάξετε στο google. Μην τα περιμένετε όλα από μας….



Νίκος Γιαννόπουλος

Αθήνα



Nikos Giannopoulos
27 Ιουλίου στις 7:22 μ.μ. ·