Πέμπτη 27 Αυγούστου 2015

Κωνσταντίνος Κόλιος Η Μορφή του που Ξεθώριαζε






Πριν καιρό, ένα μουδιασμένο καλοκαίρι, ξεκινούσα με την κοπέλα μου για μια εκδρομή στη Χαλκιδική. Καθώς οδηγούσα, εκεί, σε μια στροφή του δρόμου, σε ένα παρεκκλήσι, είδα έναν παιδικό μου φίλο, να ακουμπάει με τον ώμο στον κορμό ενός κυπαρισσιού και να μου χαμογελά. Το χαμόγελό του ήταν αθώο, η ψυχή του γαληνεμένη, οι κινήσεις του ήρεμες, χαλαρές, η μορφή του αχνή, σαν να ξεθώριαζε. Όλη αυτή η εντύπωση ήρθε ως εμένα μα δεν έμεινε, γιατί ο Γ. δεν ήταν καθόλου αυτός που με πλησίασε με την αίσθησή του, αντίθετα ήταν ένας νευρικός, καβγατζής τύπος, διαρκώς επιθετικός, με αύρα μισοσκότεινη.
"Ποιος ήταν αυτός που χαιρέτισες?" Με ρώτησε η κοπέλα.
"Ένας παιδικός φίλος", απάντησα, "τον είδες κι εσύ?"
"Φυσικά τον είδα, μα τι ερώτηση είναι αυτή?"
"Δεν ξέρω, κάτι συμβαίνει".


Ακόμα πιο πίσω στο χρόνο είμαι νεαρός και φτιάχνω παρέα με τα πλουσιόπαιδα. Έχουμε στην παρέα Τζιπ και Μερτσέντες, πηγαίνουμε για σκι, συχνάζουμε στα καλύτερα ρεστοράν και τα πιο φημισμένα μπαρ, πίνουμε τα πιο ακριβά ποτά, ντυνόμαστε πάντα με ρούχα φίρμες κι έχουμε τις πιο λουστραρισμένες γκόμενες, είμαστε μια παρέα χλιδή και περνούμε τον καιρό μας στα γυμναστήρια και τα πιο φίνα ξενοδοχεία.
Είμαστε σφιγμένοι μέσα σε γραβάτες και κολλαριστά πουκάμισα, φορούμε παπούτσια όχι και τόσο βολικά που όμως αστράφτουν, κι είτε μας θαυμάζουν είτε μας φτύνουν, όμως για εμάς και το φτύσιμο ακόμα, μας φτάνει με εκείνη την εντύπωση πως το κάνουν για να μη μας ματιάσουν.


Όμως σε εμένα, αυτή η κατάσταση με τον καιρό περνά στην πλήρη αδιαφορία. Μια άλλη τάση αρχίζει μέσα μου να διαφαίνεται. Ένας τύπος - που είναι ο Γ. και δεν ανήκει στην παρέα – κερδίζει το ενδιαφέρον μου και με συγκινεί, αρχίζω να τον θαυμάζω, γίνεται για μένα κάτι σαν ίνδαλμα, σαν ξεσηκωμός, σαν επανάσταση.
Περιφρονεί τους πάντες και τα πάντα, γίνεται κάθε βράδυ σκνίπα στο μεθύσι στα πιο κακόφημα μπαρ, έχει χεσμένη τη γνώμη του κόσμου και μάλιστα το φωνάζει επιδεικτικά, κυκλοφορεί με τα πιο φρικιά γκόμενες, έχει μια αξιοθαύμαστη ελευθερία στην φυσιογνωμία του που με συναρπάζει, η ζωή του μπροστά στην βαρετή πλούσια ζωής μας μου μοιάζει σαν μια έκρηξη των αισθήσεων.
Το αποτέλεσμα είναι να ξεκόψω αργά απ’ την λουστραρισμένη παρέα και να τον ακολουθήσω, γιατί εκτός των άλλων μου ασκεί μια παράξενη, απόκοσμη γοητεία, σε εμένα κι όλους. Είναι ίδιος ο Ντόριαν Γκρέυ, με τα μακριά σγουρά του μαλλιά, τα κυματιστά, τα αρχαιοελληνικά κι έντονα ανδροπρεπή χαρακτηριστικά του προσώπου του, την κάπως μεγάλη μύτη του.
Τον αγαπώ αυτόν τον τύπο εκτός του ότι τον θαυμάζω, ενώ είναι ένα ρεμάλι, πραγματικό ρεμάλι. Όμως με βγάζει από μια πλήξη, πραγματική πλήξη και γίνομαι κολλητός του, με μεγάλη απογοήτευση κι απορία απ’ την νεόπλουτη παρέα μου, αδυνατώντας να καταλάβουν πως αφήνω με τόση ευκολία τα τζιπ για να κυκλοφορώ με ένα ζευγάρι τρύπιες αρβύλες. Αργότερα θα καταλάβω πως απ΄το τζιπ ως την τρύπια αρβύλα είναι μια σκέψη δρόμος.

Όμως εμένα με σώζει απ’ τον εαυτό μου αυτή η κίνηση, αυτή η μετάθεση και μου χαρίζει ένα τόσο πλούσιο νόημα στη ζωή… που ο πλούτος μπροστά του ωχριά. Με βάζει σε έναν άλλο κόσμο που ως τότε δεν τον ξέρω, ωστόσο είναι μια πλευρά μου αυτή που με παρακινεί να τον γνωρίσω, κι αργότερα κατανοώ, πως ετούτη η αθέατη πλευρά μου, με βάζει σ’ αυτόν τον νέο σκοτεινό κόσμο για να γνωρίσω εκείνη, την σκοτεινή πλευρά μου.


Όμως τώρα είναι δύο μέρες που έχω φτάσει Χαλκιδική κι απολαμβάνω το μπάνιο όταν χτυπάει το τηλέφωνο και μια φωνή μου λέει πως ο Γ. πέθανε, μια νύχτα στον ύπνο του. "Την προηγουμένη μέρα πέρασε απ’ όλα τα στέκια και μας χαιρέτισε όλους με χειραψία", μου λένε. "...Κι όταν τον ρωτούσαμε γιατί το κάνει αυτό απαντούσε: εγώ τώρα φεύγω".
Μένω με ένα τεράστιο κενό κι ένα ερωτηματικό, προσπαθώντας να καταλάβω και να συνταιριάσω το χρόνο, αν τον είδα εκεί στο παρεκκλήσι πριν ή μετά τον θάνατό του, γιατί το ότι πέρασε να με χαιρετίσει είναι βέβαιο.
Κι ακόμα δεν έχω δώσει την απάντηση. Ήταν τόσο ήρεμος, γαλήνιος, λυτρωμένος απ΄τα βάσανά του, και το πρόσωπό του γλυκό, έχει χαραχτεί στην μνήμη μου η μορφή του που ξεθώριαζε.

http://triala.blogspot.gr/2015/08/blog-post_62.html

Όλγα Βλαχοπούλου : Ωραία η θεωρία…






Ωραία η θεωρία…

Την κοιτούσα για ώρα να χαζεύει από το παράθυρο... Τι να ζωγράφιζε άραγε με το μυαλό της; Έναν άλλο ήλιο, χρωματιστά σύννεφα ίσως, χαμόγελα που ξέχασε την δύναμή τους, ή μήπως ζωγράφιζε σκιές… Δεν μου είπε τι σχέδια αποτυπωνόταν στην σκέψη της. Ούτε ξέρω αν θα μου πει ποτέ. Προσπαθούσα να καταλάβω τι κρύβεται κάτω από το βάρος της ψυχής της, έτσι όπως παραπλανιότανε ανάμεσα στις ατέλειωτες ώρες σε εκείνο το δωμάτιο, που είχε φυλακίσει με τόσο ξαφνικό τρόπο τα όνειρά της… Μάλλον ένιωθε πολύ μόνη… Τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότερο.

Ποια εξήγηση αλήθεια θα ταίριαζε σε τούτη την μοναξιά; Ποια περιττά λόγια θα ανακούφιζαν την αγωνία της; Ωραία η θεωρία πολύ ωραία… Θα μπορούσα να της μιλώ για ώρες, για να την παρηγορήσω… Ίσως γιατί ήθελα κατά βάθος να παρηγορήσω τον εαυτό μου… Έψαχνα με μανία να αποκαλύψω τον πόνο της και να τον δαμάσω για να νιώσω άραγε ότι νίκησα μια μάχη χωρίς να ξέρω αλήθεια με τι πολεμάω… Με την κατάσταση της, το βλέμμα της που έπεφτε από το παράθυρο στο κενό, τις μικρές πιτσιλιές που άφηνε η ανάσα της στον αέρα;

Χαμογελούσα αμήχανα σχεδόν σπασμωδικά, ενώ στην πραγματικότητα ήθελα να κλάψω με όλη μου την δύναμη ή καλύτερα με όλη μου την αδυναμία… Γιατί δεν άντεχα να την βλέπω να υποφέρει… Ωραία η θεωρία… Πολύ ωραία… Σου δίνει την ψευδαίσθηση ότι τα έχεις καταφέρει, ότι έχεις πάει ένα βήμα παραπέρα, ότι νίκησες τους δαίμονες σου, αυτούς ξέρεις, που έχεις πιο κοντινούς σου. Που σε ξεγελάνε πως η ιδέα από μόνη της κάνει θαύματα… Δεν κάνει τελικά…

Και αυτή εκεί κουλουριασμένη σαν μια μικρή κουκίδα από ηλιοβασίλεμα στον ορίζοντα. Με τα μάτια της να σχηματίζουν τις πιο βαθιές λίμνες που είχα δει ποτέ…Τόσα χρόνια δεν είχα αναγνωρίσει πόσο βαθιές ήταν στα αλήθεια. Ίσως γιατί ποτέ δεν χρειάστηκε να βουτήξω στον βυθό τους. Τώρα όμως, με ρουφούσαν από μόνες τους μέσα στην δίνη τους και γω ανήμπορη να αντισταθώ βυθιζόμουν με απόλυτη ηρεμία μέσα τους, λες και αυτό θα απάλυνε το προνόμιο μου πως εγώ είμαι καλά.. Ενώ εκείνη όχι… Ήθελα να την αγκαλιάσω… Και να την φέρω στο μυαλό μου όπως ήτανε παλιά. όταν λέγαμε αστεία, θυμώναμε, ερωτευόμασταν, και σημειώναμε σε μικρά χαρτάκια τα μυστικά μας.. Αυτές οι θολές λίμνες που βολεύτηκαν τώρα στα μάτια της τότε ήταν θάλασσες…

Ωραία η θεωρία… Πολύ ωραία… Στέκεσαι μπροστά στα κομμάτια σου προσπαθώντας να φιλοσοφήσεις την ζωή… Ποιος σου είπε τελικά πως η ίδια (η ζωή) θέλει να φιλοσοφηθεί… Δεν έχει ώρα για τέτοιες άσκοπες ενέργειες. Τι νιώθεις τι δεν νιώθεις ,τι περιμένεις, τι έχασες, τι κέρδισες, τι είπες και τι θα έπρεπε να είχες πει… Δεν έχει ώρα για ατελείς σκέψεις… Είναι φτιαγμένη μόνο για να εκμεταλλεύεσαι τις στιγμές της. Στιγμές φορτωμένες στα βαγόνια του χρόνου, στριμωγμένες στα κουπέ, ελπίζουν πως ίσως θα κατέβουν στην επόμενη στάση… Και κάποιος από εμάς θα είναι εκεί να τις περιμένει. Άραγε μετράει και εκείνη τώρα τις στιγμές που άφησε να φύγουν, χωρίς να παρατάξει το χέρι της στην ανοιχτή πόρτα του τρένου για τις βοηθήσει να κατέβουν; Μακάρι να ήξερα…

Λένε πως η υγεία είναι μια κορόνα στα κεφάλια των υγειών ανθρώπων που μόνο οι ασθενείς μπορούν να δουν… Λες αυτήν να βλέπει τώρα; Τόσα πολλά κεφάλια γεμάτα κορόνες να περνάνε από δίπλα της στον διάδρομο… Ανάμεσα σε άλλα τόσα που έπαψαν να την φορούν… Λες αυτό να έβλεπε τόση ώρα και γέμισε το δωμάτιο βροχή; Ενώ εκεί έξω έχει λιακάδα… Δεν μπορεί κάτι θα βρω να πω..

Ωραία η θεωρία… Σαν άλλοθι τόσο πειστικό όσο η πραγματικότητα..

Την κοιτούσα για ώρα… Τα χέρια της σαν μακριά κλαδιά, τυλιγμένα, επάνω στο αδύναμο σώμα της… Από πιο δέντρο κόπηκαν βίαια και ποιος τα άφησε εδώ πέρα; Αυτά ήταν ακόμα δυνατά και αντίκριζαν τον ουρανό με περηφάνια… Ποιος σκέφτηκε πως ήταν καιρός να καούν στην φωτιά… Δεν χειμώνιασε καν…

… στη θεωρία τουλάχιστον. Γιατί στην πράξη, άνοιξη είναι ακόμα…

Στην Άννα..

Όλγα Βλαχοπούλου

Αφιερωμένο σε όλους αυτούς που έχουν κάποιο δικό τους σε ένα ψυχρό δωμάτιο νοσοκομείου. .


δημοσιεύθηκε τις 26 Αυγούστου 2015
By Νίκος Μουρατίδης

————————————————————————-

Η Όλγα Βλαχοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1974 αλλά κατάγεται από την Δράμα. Έχει εργαστεί στη Γερμανία σε ίδρυμα για παιδιά χωρίς οικογένεια. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται τόσο με τη συγγραφή όσο και με την στιχουργική. Έχει συνεργαστεί με σημαντικούς Έλληνες συνθέτες τραγουδιστές όπως: Αντώνη Βαρδή, Πυξ Λαξ, Ελευθερία Αρβανιτάκη, Αντώνη Ρέμο, Νίκο Βέρτη, Δημήτρη Μητροπάνο, Φίλιππο Πλιάτσικα, Μπάμπη Στόκα, Δέσποινα Βανδή, Ελεωνόρα Ζουγανέλη, Μελίνα Ασλανίδου κ.α. Σήμερα ζει στην Δράμα και είναι παντρεμένη και μητέρα δυο παιδιών.

https://www.facebook.com/olia.vima.7

https://www.facebook.com/groups/50790242805/

https://www.facebook.com/OlgaVlachopoulou?fref=ts

ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΟΥ!!! ΑΜΑΡΤΙΑ ΜΟΥ...Της ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ



ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΟΥ!!! ΑΜΑΡΤΙΑ ΜΟΥ...Της ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ

Τη βραδιά αυτή, ακολούθησαν κι άλλες με μοναδικό σινιάλο το τραγούδι που κάθε βράδυ ένας Έλληνας τραγουδιστής, έλεγε στο γειτονικό μας κλαμπ, στην Κύπρο.

‘’Μη μου κρατάς κλειστή την πόρτα
Βρέχει ο Θεός και θα βραχώ’’

Μόλις λοιπόν άκουγα το ρεφραίν αυτό, έτρεχα στο θείο μας λημέρι να τη συναντήσω, όπως εκείνη τη νύχτα, που όμοια της δεν θα ήθελα να ξαναζήσω.

Ήταν μία τα μεσάνυχτα κι εγώ κρυμμένος στις φυλλωσιές του κήπου της στο πίσω μέρος της έπαυλης, να προσδοκώ την άφιξή της.
Κάποια στιγμή την είδα στην τζαμαρία της κουζίνας, να μου κάνει νόημα να φύγω. Καμώθηκα ότι δεν κατάλαβα και άρχισα να μπουσουλώ ως τη σκαλίτσα της υπηρεσίας και μ΄ένα σάλτο, μπήκα μέσα.

-Φύγε, φύγε, Άγγελε, μου ψιθύρισε ενοχικά, αυτός δεν κοιμήθηκε ακόμα.
Της έκλεισα το στόμα κι αφουγκράστηκα. Τα ουρλιαχτά των ενοχών μου άκουγα μονάχα.
Το ανθρώπινο σώμα όμως, με τις επιτακτικές ανάγκες της ψυχής, στραγγάλισαν με μιας τις ενοχές μου.

Ελεύθερο πουλί ο έρωτας και πώς να τον μαντρώσεις!
Την άρπαξα στην αγκαλιά μου και την ξάπλωσα πάνω στην μοκέτα.

Στης ζήσης την ουσία, μίζερες σκέψεις δεν χωρούν!

Γονάτισα μπροστά της. Το Διονυσιακό γιορτάσι φλόγιζε τώρα με ηδονικούς ψαλμούς τη σάρκα, όταν…..
Όταν ακούσαμε πίσω μας βήματα του άντρα της, που όλο και πλησίαζαν.
Με μια ενστικτώδικη ορμή την κάλυψα ολόκληρη με το κορμί μου, σαν τον ξεβρασμένο ναυαγό από μεγάλη τρικυμία.
Αυτήν τη γυναίκα που εγώ την είχα οδηγήσει σε τούτο τον κλεψίγαμο έρωτα, έπρεπε με κάθε τρόπο να τη σώσω.
Να τη σώσω! Πώς; Μ΄αυτήν την ημίγυμνη ''μοιχεία'' που εγκυμονούσε διασυρμό;

Μαστιγώνομαι από ντροπή.
Θέλω να κλάψω, να κλάψω σαν άντρας που δεν έκλαψε ποτές του.
Οι πατημασιές του όλο και δυνάμωναν τώρα, μαχαιρώνοντας και την τελευταία ελπίδα σωτηρίας.

Έκλεισα τα μάτια μου σφιχτά, για να μη δω την ψυχή μου ανυπεράσπιστη να αναδύεται, στων ματωμένων Αγγέλων τη μανία.
-Αν δεν πεθάνω απόψε, ποτέ δεν θα φοβηθώ το θάνατο ξανά, συλλογίστηκα με όσο λογισμό μπορεί να διαθέτει την ύστατη στιγμή ένας μελλοθάνατος.

Θα πρέπει να μείναμε κει, ίσαμε μισό αιώνα, κουλουριασμένοι σε στάση σιαμαίων εμβρύων, προσμένοντας την καταδίκη της διχοτόμησής μας, που αργούσε όμως να φανεί.

Κάποια στιγμή, πήρα τη μεγάλη απόφαση.
Να ανοίξω τα μάτια μου και ν΄ αντικρύσω κατάματα το δήμιό μας.

Να τολμήσω θέλω.
Να εξαγνιστώ στην τιμωρία της ταπείνωσης.
Να παραδοθώ γυμνός και ντροπιασμένος.
Αιμορραγώ από ντροπή ως το μεδούλι της ασυδοσίας μου. Κόλαση.

Ανοίγω τα μάτια. Νεκρικό σκοτάδι μέσα.
Ήμαρτον Θεέ μου! Και ο διακόπτης που άκουσα, πού είχε ανάψει; Ανασηκώθηκα. Ένα φως αντιφέγγιζε στο μπάνιο και κείνος βρισκόταν μέσα.
Το ζορισμένο ένστικτο, με ώθησε αστραπιαία να σηκώσω το χέρι μου και να στομώσω τα χείλια της Χριστίνας που έβγαζαν επιθανάτιους ρόγχους, ενώ με το άλλο την ακινητοποιούσα. Και ο παραμικρός θόρυβος θα τον οδηγούσε στην επ΄αυτοφώρω σύλληψή μας.

Κόλαση. ‘’Μάχαιραν έδωκας, μάχαιραν θα λάβεις’’

Άλλος μισός αιώνας αυτοκαταδίκης, ως τη στιγμή που τα βήματά του άρχισαν να απομακρύνονται από τον Ιερό τόπο του Εγκλήματος!
Η τιμωρία, είχε δώσει για άλλη μια φορά συγχωροχάρτι στη ζωή μου, που είχε μισέψει πριν καλά, καλά, τη ζήσω!

Εκείνη τη νύχτα, είπα στη Χριστίνα...
Κάποια μέρα που θα΄ναι κοντινή, θα νιώσεις, τι σημαίνει να ανεβαίνεις τα σκαλιά της εκκλησίας, μ΄αυτόν που αγαπάς!!

Με μιας, άνθισαν οι ουρανοί !!!
Κι εκείνη, μοσχοβόλησε!!!

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΛΟΝΙ
Μάριον Μίντση


ΠΙΝΑΚΑΣ: Γ. ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΣ ‘’ΣΥΜΠΛΕΓΜΑΤΑ’’

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2015

Κωνσταντίνος Κόλιος Ανοιχτό Τοπίο


Πολλές φορές με απασχόλησε το ζήτημα του θεού
εάν υπάρχει και εάν είναι σύμφωνος με τις εντολές του
και διαπίστωσα - όπως και άλλοι φαντάζομαι -
ένα πολύχρωμο παζλ να επικρατεί γύρω απ’ το ζήτημα
όπου η σκέψη ακυρώνει την έννοια του καλού θεού
επειδή το καλό δεν το βλέπεις.
Μα δίχως βιασύνη και βιαστικά συμπεράσματα...
χωρίς εκείνη τη διάθεση να πετάξω από πάνω μου
του χρόνου τις περιοριστικές κατασκευές...
χωρίς εκείνη τη διάθεση για μια ελευθερία
του να κάνεις ό,τι θέλεις χωρίς τιμωρία ...
κοίταξα μέσα μου βαθιά και βρήκα τα λόγια
του θεού σωστά.
Κι όχι σωστά για μια άλλη ζωή αλλά για την τωρινή
είπα πως αν υπάρχει και κάποια άλλη παντοτινή
της τωρινής συνέχιση θα είναι·
μετά έριξα γύρω μου μια ματιά
και είδα όλους να διψούν για αυτά τα λόγια τα απλά.


Είπα τότε: αν αφαιρέσει κανείς απ’ τις γραφές
μερικά μόνο συστατικά - όπως είναι η τιμωρία, ο φόβος
κι η δουλεία - τότε ό,τι απομένει είναι φως.
Γιατί η τιμωρία, ο φόβος κι η δουλεία
αποκλείεται να είναι συστατικά του φωτός
εφόσον κάτι τέτοιο δεν είναι ελευθερία
κι ό,τι δεν είναι ελευθερία γεννά το κακό
την οργή και τον θυμό, όπως εξάλλου και η καταπίεση.


Όμως ακόμα και τότε προσπάθησα να δικαιολογήσω τις γραφές
είπα πως ίσως κάτι περισσότερο γνωρίζουν
και γέμισαν τον τόπο με παρόμοιες διδαχές
πως ο θεός τάχα είναι τιμωρός
θρέφεται απ’ τον ανθρώπινο φόβο
και θέλει δούλους, υπηρέτες κι υποτακτικούς
γιατί θα ήταν τότε, σαν άνθρωπος να θέλει
απ’ τα μυρμήγκια υποταγή.
Τι άνθρωπος θα ήταν αυτός?


Έριξα μια ματιά στο σύμπαν κι είπα:
Μα είναι δυνατόν! Τα μεγέθη ήταν δυσανάλογα
ήταν σαν μια θάλασσα να έχει
παράλογες απαιτήσεις απ’ τις σταγόνες της.


Κι είπα μια νύχτα τότε βαθιά:
Να αγαπάς χωρίς όρους
να είσαι καλός, να συμπονάς
να σέβεσαι, να εκτιμάς
να αναγνωρίζεις, να γελάς
να είσαι φιλικός, ευτυχισμένος
να θέλεις, να ποθείς το φως
όλα αυτά μου μοιάζουν
να τα κάνεις γιατί τα νιώθεις καλά·
για τη ζωή την τωρινή, για την ψυχή
την κοινωνία, την ανθρωπότητα
κι όλα του κόσμου τα παιδιά,
για την ειρήνη και την ομορφιά·
μα αν τα κάνεις καταναγκαστικά
γιατί περιμένεις κάποια ανταμοιβή
μου φαίνεται να είναι
πεταμένα λεφτά.

Δημήτρης Δημητριάδης


δεν ξέρω αν υπάρχουν σταθερές αξίες.
ούτε που τις ξέρω φίλε μου.
δηλαδή θα 'πρεπε να τις γνωρίζω, για να τις αντιληφθώ;
άλλοθι για τις πράξεις μας, μην ψάχνεις.
--
έξω από την πόρτα, κάποιος κάτι είπε. 
κάτι μέσα στη νύχτα ακούστηκε, μα έξω βρέχει. 
ποιος να βγαίνει τώρα.
πες, πως δε νιώθεις καλά κι άστο για άλλην ώρα.
--


δεν ξέρω αν υπάρχουν σταθερές αξίες.
ούτε που τις ξέρω φίλε μου.
ξέρω μόνο πως, υπάρχουν ευθύνες πολλές.
ευθύνες, που άλλοι με δυσκολία τις ακολουθούν 
και άλλοι με ευκολία, σαν ξέμπαρκοι ναύτες τις αγνοούν.

Δ. Δημητριάδης







όταν κάποιος σας σχολιάζει αρνητικά, 
να μη συμμετέχετε.
--
ούτε να του ζητήσετε τον λόγο ποτέ. ανώφελο είναι.
με μια χαμένη μάχη, δεν αρχίζεις ποτέ διάλογο μαζί της.
--
κι άλλωστε, μόνον οι χαμένες μάχες φανερώνουν
τις επόμενες γνώσεις.




Δ. Δημητριάδης


αν το καλοσκεφτείς, παντού, δίκες.
δίκες στη γη, δίκες στον ουρανό,
δίκες στις θρησκείες.
--
μη εδώ, μη εκεί, μη πιο πέρα.
κι όμως χανόμαστε. χωρίς να γνωρίσουμε ποτέ
αυτούς, που στ' αλήθεια δικαιώθηκαν.
--
παράνοια θα μου πεις.
να 'ταν όμως μόνον αυτό;
ώσπου, μόλις χτες, κάποιος μου είπε: 
οι όμορφοι στο σώμα, που παν' φιλόσοφε;


Δ. Δημητριάδης



κανένας νους δεν θριάμβευσε 
χωρίς να κυβερνήσει πρώτα τα πάθη του.
''η μάστιγα προηγείται και ο νικητής έπεται''. 
--
όμως, όλα αυτά δεν είναι απαραίτητα 
αν θέλεις μόνον να ζήσεις.
--
όσο συντάσσεται η ζωή, άλλο τόσο ξεμακραίνει.
κι όσο την τιθασεύεις, άλλο τόσο σε γερνά.
--
ποιος, τελικά ειν' ο νικητής.
μάλλον, 
η αυτογνωσία όλων αυτών που μας καταστρέφει.
--
μη γελιέστε. χωρίς πάθη, δεν θα υπήρχε εξέλιξη.
ούτε τέχνη θα υπήρχε. 
μόνον υπερβολικό και περίσσιο οξυγόνο η ζωή, θα είχε.


Δ. Δημητριάδης





δεν γίναμε άνθρωποι για ν' αρέσουμε 
στους εαυτούς μας.
γίναμε, για ν' αρέσουμε στους άλλους.
--
ποιος είπε, ότι δε νοιάζεται, για τον υπόλοιπο κόσμο.
τότε αυτός, κάνει όνειρα μόνος του.
άραγε, τι να βλέπει. εμάς βλέπει.


Δ. Δημητριάδης




Καλύτερα να χαρίσεις μια επιπλέον νίκη σ' αυτούς που σε απογοήτευσαν, 
παρά να τους βλέπεις καθημερινά στο ίδιο πεδίο μάχης. 
ποτέ δεν χάθηκε ο κόσμος με λιγότερους θορύβους.

Δ. Δημητριάδης



ποιος νοιάστηκε νομίζεις για τις νέες πατρίδες.
γίνε πρόσφυγας και θα μάθεις.
γενιά τσαλακωμένη. στις ίδιες εικόνες, αραξοβόλι. 
1922.
--
λίγο σαν θες, άντρας γίνε.
σαν θες, λίγο μάνα. μικρο αδερφάκι γίνε.
άφησε πίσω σου χιλιάδων ετών προηγούμενα
και έλα πες μου.
--
έλα πες μου, αν, 
αν θυμάσαι κάποια παλιά σου συγγένεια
σ' αυτά που βλέπεις.


Δ. Δημητριάδης


Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

Ελένη Φωτάκη Μαύρη Πεταλούδα


Κάτασπρα κι άσπρα, κάτασπρα νερά
δε σε ξεπλένουν τούτη τη φορά
σε ψάχνει ο άγγελος σου με κερί
βγες μαύρη πεταλούδα να σε βρει

Κοιμούνται τα μαχαίρια στα βουνά
κι η μαύρη πεταλούδα τα ξυπνά.
Αλλού χαρίζει ο χάρος το φιλί
κι η μαύρη πεταλούδα τον καλεί

Ποιόν πόθο είδες να 'μεινε κρυφός
κι εσύ πετάς πολύ κοντά στο φως.
Λιβάνι καιν και κλαιν οι ουρανοί
κι η νύχτα δε θα σ' έβρει ζωντανή

Κάτασπρα κι άσπρα, κάτασπρα νερά
δε σε ξεπλένουν τούτη τη φορά
ανάβει ο άγγελος σου τρεις φωτιές
βγες έξω μαύρη πεταλούδα, βγες...

Στίχοι: Ελένη Φωτάκη
Μουσική: Μίνως Μάτσας
Ερμηνεία : Γιάννης Χαρούλης

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2015

Μπέττας Φώτιος



Τι αναστάτωση που προκαλεί στα φυλλοκάρδια,

τούτος ο θόρυβος ο εκκωφαντικός,

στη ατέρμονη του Σίσυφου τη διαδρομή,

το κενό της ανυπαρξίας έντονο,

αναδύει τσαλακωμένο ήχο στριγκλιάς,

από ανοξείδωτες λαμαρίνες, σε τενεκέδες αδειανούς…

η απουσία του εντός περιεχομένου,

σε ευθύ συσχετισμό, με την δύναμη της έντασης,

χάνουν οι δονήσεις το νόημα,

των απαράμιλλων μελωδικών κραδασμών,

της συμπαντικής επικοινωνίας…


άμετρες κ ασυνάρτητες, δίχως αιδώ κραυγές,

απελπισμένων νεκροζώντανων υπάρξεων,

η αδυναμία ενσυναίσθησης αλίμονο,

οδηγεί μοιραία στην απώλεια συνείδησης…


φοβίζει το λυκόφως σαν χάνεται

μοιραία στου σκοταδιού τα πέπλα,

μα πιο τρομερό φαντάζει,

της χαραυγής το φώς, σαν γλιστρά κ τρυπώνει,

στου ορίζοντα το στερέωμα απ άκρη σ άκρη…


αχ πως μας καταδυναστεύει τούτη η λάμψη,

ανυπόφορη μες τις σκιές φανερώνεται,

σπορά στο προσωπικό μας μελόδραμα,

ψάχνει την χαμένη αρμονική του,

στου παιδικού ονείρου τις θύμησες...


Μπέττας Φώτιος


Πίνακας : A Sea Spell Dante Gabriel Rossetti

Φώτιος Μπέττας
18 Αυγούστου 2015 ·