Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Όλγα Χάνουζα, ΧΑΜΕΝΕΣ ΑΓΑΠΕΣ

Κακιά Θάλασσα Κερατέα (φωτογραφία Πετρούλας Σίνη από κινητό)



ΧΑΜΕΝΕΣ ΑΓΑΠΕΣ

Θυμάμαι αγάπες όμορφες
χαμένες, περασμένες
γλυκόπικρες οι θύμισες
δεν είναι ξεχασμένες.

Ο χτύπος της καρδιάς
γοργός, αλαφιασμένος
ψάχνει αλλοτινούς ρυθμούς
μ΄αγάπες είν΄δεμένος.

Μην κλαίς καρδούλα μου γι΄αυτές
που στην ζωή σου μπήκαν
άλλες χαθήκαν στην στροφή
κι άλλο λιμάνι βρήκαν.

Άλλες ναυάγιο απ΄την αρχή
και άλλες τρικυμία
άλλες τις πήρε ο άνεμος
γίνηκαν τραγωδία.

Μία μόνο απλώθηκε
σε όλη την ψυχή σου
στον ουρανό ταξίδεψε
χάθηκ΄απ΄την ζωή σου.

Μέσ΄απ΄αυτήν.... ομόρφυνες
με Φως ψυχή να ντύσεις
έχεις όλη την δύναμη
μπορείς να συνεχίσεις.

Μην άγεσαι και φέρεσαι
όλες σε συντροφεύουν
ονειρικές γινήκανε
χαμένες ταξιδεύουν.

Ότι ωραίο και γλυκό
στάλαξαν στην ψυχή σου
κάνε το νά ΄ναι αληθινό
και ζήσε την ζωή σου.

Τραγούδι να γίνουν
των σειρήνων σκοπός
γιατί ξέρεις πως είναι
σαν θαλάσσης αφρός.

Όλγα Χάνουζα.
20/7/2014 · 



Νίκος Περδίκης Η ΓΝΩΣΗ ΜΟΥ




Η ΓΝΩΣΗ ΜΟΥ

Έμαθα πως ‘κάναν Συνέδριο οι Θεοί καί κίνησα γιά κεί.

Ιδέα δεν είχα γιά τον τόπο συνάντησής τους, αλλά όχι, με τίποτα δε θά ‘φηνα τέτοια ευκαιρία... Ακόμα κι αν ήταν να περάσω οδύσσεια.

Έτσι, πήρα τον δρόμο προς Εμμαούς, προσπέρασα τον λίθο Καάμπα, έψαξα γιά την Συναγωγή καί χάθηκα στα στενά τής Τζερουσάλεμ. Από κει τράβηξα κατά την έρημο Ταρ, όπου ακίνητοι Σαμάνοι μού υπέδειξαν το δέντρο τού Μπόντχι, στον Γάγγη κοντά. Πράγματι, εκεί ήταν ο Μπούντχα, που δέχτηκε να με ορμηνέψει σωστά:
-Στον Όλυμπο μαζεύτηκαν ! Με τον δικό σου χρόνο, έχεις χρόνο. Τράβα...
Έσπευσα κατά κεί, ασθμαίνοντας τόσο, που σχεδόν ...θορυβούσα στο ανέβασμα ! Φθάνοντας στην κορυφή, τά ‘χασα ! Ο τόπος τού Συνεδρίου ήταν γεμάτος χιτώνες, κιπά, σαρίκια, κοράνια, τορά, επιστολές, βέδες, μέχρι κι ένα ακάνθινο στεφάνι ! Όλα τους πεταμένα, σημάδι βιαστικής αναχώρησης. Δεν υπήρχε ...ψυχή ! .....Ή όχι;; Απ’ τις φυλλωσιές ξεπρόβαλε το γνωστό ερπετό, τινάζοντας την δαιμονισμένη του γλώσσα:
-Πανικός τους έπιασε μόλις σε κατάλαβαν, αφεντικό !
-Α, έκανα. Εσύ; Δεν φοβάσαι, εσύ;;
-Εγώ, γιατί; Εγώ δεν είμαι δημιούργημα πίστης, αλλά ...φόβου !
-Τι;; κόρωσα. Θαρρείς ότι ΕΓΩ φοβάμαι εσένα;
-Δε κατάλαβες, σύριξε κι ορθώθηκε στο ύψος μου, προκαλώντας με: Έλα, είναι πολύ απλό....Χτύπα με καί θα καταλάβεις...
Τέντωσα το χέρι μου, στοχεύοντας εκείνο το ανατριχιαστικό του χαμόγελο. Κράααακ ! Στην στιγμή ο τόπος ...γέμισε γυαλιά καί μάζεψα το κατακομμένο χέρι μου, βλαστημώντας:
-Διάβολε ! Έσπασα τον καθρέφτη...! Νίκος Περδίκης

Λύκος Παραβάτης


20 Ιουλίου 2014

Henry Charles Bukowski, Η Ιδιοφυΐα του πλήθους



Υπάρχει αρκετή πανουργία, μίσος, βία και παραλογισμός στο μέσο άνθρωπο που αρκεί για να προμηθεύσει οποιονδήποτε στρατό μια οποιαδήποτε μέρα, και οι καλύτεροι στο φόνο είναι αυτοί που κηρύττουν εναντίον του, και οι καλύτεροι στο μίσος είναι αυτοί που κηρύττουν αγάπη, και οι καλύτεροι στον πόλεμο είναι τελικά αυτοί που κηρύττουν ειρήνη...

Eκείνοι που κηρύττουν Θεό, χρειάζονται Θεό.

Eκείνοι που κηρύττουν ειρήνη, δεν έχουν ειρήνη.

Eκείνοι που κηρύττουν αγάπη, δεν έχουν αγάπη.

Προσοχή στους κήρυκες.

Προσοχή στους γνώστες.

Προσοχή σ' εκείνους που όλο διαβάζουν βιβλία.

Προσοχή σ' εκείνους που είτε απεχθάνονται τη φτώχεια, είτε είναι περήφανοι γι' αυτήν.

Προσοχή σ' εκείνους που βιάζονται να επαινέσουν γιατί θα θέλουν επαίνους για αντάλλαγμα.

Προσοχή σ' εκείνους που βιάζονται να κρίνουν, φοβούνται αυτά που δεν ξέρουν.

Προσοχή σ' εκείνους που αναζητούν τα πλήθη, γιατί είναι ένα τίποτα μόνοι τους.

Προσοχή στο μέσο άντρα. Τη μέση γυναίκα.

Προσοχή στην αγάπη τους, η αγάπη τους είναι μέτρια, αναζητά το μέτριο.

Αλλά υπάρχει ιδιοφυΐα στο μίσος τους, υπάρχει αρκετή ιδιοφυΐα στο μίσος τους για να σας σκοτώσει,

να σκοτώσει τον καθένα.

Δεν αντέχουν τη μοναξιά, δεν καταλαβαίνουν τη μοναξιά.

Θα προσπαθήσουν να καταστρέψουν οτιδήποτε...

Ooτιδήποτε διαφοροποιείται απ τα δικά τους μέτρα.

Ανίκανοι όπως είναι να δημιουργήσουν Τέχνη

ανίκανοι είναι και να την καταλάβουν

θα εκλάβουν την αποτυχία τους ως δημιουργών μόνο ως αποτυχία του κόσμου συνολικά.

Ανίκανοι όπως είναι να αγαπήσουν πλήρως θα θεωρήσουν και τη δική σας αγάπη ελλειπή

και θα σας μισήσουν γι' αυτό

και το μίσος τους θα είναι τέλειο

Όπως ένα αστραφτερό διαμάντι

όπως ένα μαχαίρι,

όπως ένα βουνό,

όπως μια τίγρη,

όπως το δηλητηριο...

Η πιο τελειοποιημένη Τέχνη τους.

Η Ιδιοφυΐα του πλήθους, του Τσαρλς Μπουκόφσκι

http://www.doctv.gr/page.aspx?itemID=SPG5975

Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

Γιάννης Τσαρούχης, Όσα δεν λέγονται με τα έργα (Απόσπασμα από το Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, πέντε κείμενα, εκδόσεις Άγρα, 2000, σελ. 23-28)




Από μικρό παιδί ήθελα να γίνω ένας καλός ζωγράφος, σαν αυτούς που θαύμαζα είτε σε αναπαραγωγές είτε στο πρωτότυπο. Νομίζω πως αυτό είναι μάλλον ακατόρθωτο. Εντούτοις παρά τη γνώση των αδυναμιών μου, έκανα αυστηρή κριτική στους πολύ μεγάλους χωρίζοντάς τους σε ζωγράφους φυσικούς και μη φυσικούς. Το 1920 είδα μιαν αναπαραγωγή του Turner. Για μένα αυτό ήταν η φυσική ζωγραφική που νόμιζα ότι μπορώ να κάνω πολύ εύκολα. Την ίδια χρονιά, πηγαίνοντας με την οικογένειά μου στο Δαφνί για να λειτουργήσουμε την εκκλησία, δέχθηκα κυριολεκτικά μια πληγή βλέποντας τα ψηφιδωτά. Κατάλαβα πως υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος της ζωγραφικής. Μια ζωγραφική παραπάνω από φυσική που όσο και αν σχετιζόταν με αυτό που ονόμαζα φυσική ζωγραφική, ήταν εντούτοις διαφορετική. Αυτή η εμπειρία με βασάνισε σε όλη μου την ζωή. Έκανα ένα αντίγραφο με νερομπογιά, σε μικρές διαστάσεις, που έμεινε ημιτελές και τα αποτέλειωσα το 1931, όταν ήμουν μαθητής του Κόντογλου. Πολύ πριν απ’ εκείνη την εποχή είχα καταλάβει πως δεν υπήρχαν μόνο δύο ζωγραφικές αλλά και δύο κόσμοι. Υπήρχαν δύο μουσικές, δύο τρόποι να ντύνονται οι άνθρωποι, δύο τρόποι να χορεύουν και να τραγουδούν, δύο τρόποι να φέρονται. Υπήρχε η Δύση και η Ανατολή. Η αστική τάξη είχε φέρει αυτό που ονομάζουμε “ευρωπαϊκό πολιτισμό” και ο φτωχός κόσμος, ο λαός, διατηρούσε, όσο μπορούσε, τις παλιές του συνήθειες. Πόσο ωραία πράγματα με περιτριγυρίζανε, φερμένα από τη Γαλλία, από τη μυθώδη πόλη που λεγότανε Παρίσι! Αλλά και πόσα μυστηριώδη πράγματα μ’ αγγίζανε από το λαό, που είχε κρατήσει τα παλιά! Κάθε τόσο συγκλονιζόμουν από την ομορφιά του λαού, σαν από μια σουβλιά ή νυγμό… Εξαθλιωμένοι και περιφρονημένοι οι άνθρωποι του λαού είχαν μια αριστοκρατικότητα που δεν μπορούσες να συναντήσεις στον χυδαίο αστικό κόσμο, αλλά ούτε σε αυτούς που απομιμούνταν ευρωπαϊκούς καλούς τρόπους για να ξεχωρίσουν και από τους αστούς και από το λαό. Η πληγή που μου ’δωσε το Δαφνί ανανεώθηκε όταν γνώρισα τα έργα του Κόντογλου. Συγκεκριμένα την εικονογράφηση των παραμυθιών του Μέγα και τα ταξίδια του. Αυτός ο άλλος κόσμος παρουσιαζόταν δριμύτερος. Ένα μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς μου το κατανάλωσα για να γνωρίσω αυτούς τους δύο κόσμους, για να μην αδικήσω κανέναν και για να μην κάνω ανεπανόρθωτα λάθη. Το παιδικό μου όνειρο να γίνω καλός ζωγράφος αναγκαστικά μετετράπη σ’ ένα ιδανικό διαφορετικό, που συνίστατο στο να μάθω πού βρίσκομαι και πού πατώ. Έπρεπε να γκρεμίσω τους επαρχιώτικους πανηγυρισμούς των επιπόλαιων που εθαύμαζαν την Δύση και να γνωρίσω την αληθινή ιστορία των σχέσεών μας μ’ αυτήν. Από την άλλη μεριά, έπρεπε να φυλάγομαι καλά από τον επαρχιώτικο βαλκανικό φανατισμό, τον διψασμένο για συνθήματα εύκολα, εύκολες παρηγορίες για την σύγχυσή του και για το αίσθημα κατωτερότητας που τον καταπλάκωνε. Ήθελα όσο το δυνατόν να προετοιμάσω ένα έδαφος κάπως γερό, όπου οι ενθουσιασμοί μου να μη μαραίνονται πριν βλαστήσουν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν “έκανα έργο”, όπως άλλοι. Δοκιμές και πειράματα μόνο. Αυτά κρατάνε από το 1931 που έγινα μαθητής του Κόντογλου ως περίπου το 1968, χρονολογία από την οποία αρχίζει μια δεκαετία αναζητήσεων που δεν ξέρω αν θα συνεχισθούν. Η επιστροφή μου στον κλασικισμό –μ’ αρέσουν οι ετικέτες γιατί απλοποιούν τα ζητήματα – συνδυάζει ένα παλιό μου πόθο, παιδικό σχεδόν, με τη συνήθεια του πολεμιστή και του αντιπολιτευόμενου. Πολλά οφείλω στον Κώστα Παρθένη, που η αυστηρή –σαν σουηδική γυμναστική- διδασκαλία του μου επέτρεψε να πλησιάσω με άνεση τη λεγόμενη κλασική τέχνη. Τι περίεργο ! Οι περισσότεροι συμμαθητές μου και καμιά φορά και ο ίδιος ο Παρθένης, νόμιζαν πως διδάσκεται κάτι το πολύ επαναστατικό. Αντίθετα για μένα, η διδασκαλία του Παρθένη με βοήθησε να καταλάβω την τέχνη της Αναγεννήσεως. Από το 1968 μπορώ να πω ότι συστηματοποίησα αυτό που είχε αρχίσει δειλά το 1940, με τα δυο ημιτελή γυμνά μου.

Δεν είναι αλήθεια ότι ήθελα να κάνω ελληνική ζωγραφική. Απλούστατα ήθελα να παίρνω στα σοβαρά τα αισθήματά μου και τις επιθυμίες μου, όποιες κι αν ήταν αυτές. Η συνάντησή μου με τον Ματίς έπαιξε μεγάλο ρόλο στη ζωγραφική μου. Για μια στιγμή νόμισα πως αυτοί οι δύο κόσμοι θα μπορούσαν να ενωθούν. Υπάρχει όμως και μια άλλη συνάντηση με τη “Μέδουσα” του Πειραιώς στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Αυτή η “Μέδουσα”, με το γιγάντιο κεφάλι, ταπεινό έργο ενός μάστορα, υπήρξε για μένα μια Διοτίμα που έβαλε στη θέση τους πολλά πράγματα. Αυτό το ακαδημαϊκό έργο στάθηκε κριτής ανάμεσα στους δύο κόσμους. Και μου ’δωσε να καταλάβω πως η τέχνη που μας ορίζει ακόμα είναι η αρχαία ελληνική, ή , για να ’μαστε ακριβέστεροι, η ελληνιστική. Η ανατολική τέχνη, κατά μέγα μέρος, όπως άλλωστε και η δυτική, είναι προσαρμογές και ερμηνείες σ’ αυτή τη μεγάλη παράδοση. Και αναγκαστικά εμείς οι νέοι Έλληνες πρέπει να δώσουμε την ερμηνεία μας και να προσαρμοστούμε, σύμφωνα με την ιδιοσυγκρασία μας. Βέβαια, υπάρχουν χίλια άλλα πράγματα που αντιστέκονται στη σεβάσμια αυτή παράδοση. Αλλά αν η φοβία του ακαδημαϊσμού δεν είναι χωρίς βάση, καταντάει στο τέλος να είναι μεγαλύτερος κίνδυνος από τον χειρότερο ακαδημαϊσμό. Οι καλοί ζωγράφοι είναι κάτι το σπάνιο ανά τους αιώνες. Καμιά φορά παρουσιάζονται σαν σμάρι και ύστερα εξαφανίζονται ομαδικώς και για πολλές εκατονταετίες. Δεν έχει κανείς παρά να φυλλομετρήσει ένα λεξικό, σημειώνοντας τις χρονολογίες τους, για να καταλάβει πως δεν έχω πολύ άδικο.

Κάποτε ο Stravinsky ρώτησε μια γνωστή μου, πριν δει τα έργα μου, τι είδους ζωγραφική κάνω. Αυτή του είπε:

-Δεν έχει κανένα ενδιαφέρον. Ζωγραφίζει όπως όλος ο κόσμος.

-Λυπηρό, απήντησε ο Stravin-sky. Μιμείται ό,τι είναι της μόδας δηλαδή; Και φαίνεται τόσο έξυπνος…

-Όχι, του αποκρίθηκε η γνωστή μου. Κάνει το ανάποδο. Ζωγραφίζει εκ του φυσικού, όπως όλος ο κόσμος.

-Θέλετε να πείτε όπως δεν ζωγραφίζει πια κανένας… διόρθωσε ο Stravinsky. Πρέπει να δω το ταχύτερο τα έργα του. Μ’ ενδιαφέρει πολύ ό,τι δεν κάνει όλος ο κόσμος.

Αλλά τι θα πει ζωγραφική εκ του φυσικού; Ο καθένας τη βλέπει διαφορετικά. Η πείρα μού έχει διδάξει πως αν κανείς αντιγράψει πιστά τα χρώματα ενός μοντέλου που τον ενδιαφέρει, σεβόμενος τους πανάρχαιους νόμους της ζωγραφικής, που από την εποχή της αρχαίας Αιγύπτου ως σήμερα ουσιαστικά δεν άλλαξαν, είναι δυνατόν να μην κάνει κάτι που ενδιαφέρει βαθύτατα τον άνθρωπο; Αυτούς τους πανάρχαιους νόμους της ζωγραφικής μερικοί τους ξέρουν εκ γενετής, όπως το χελιδόνι ξέρει να χτίζει τη φωλιά του χωρίς να έχει πάει σε αρχιτεκτονική σχολή. Είναι η βάση αυτό, αλλά πόση δουλειά πρέπει να κάνει κανείς, τι μεροκάματα, για να μπορεί να ονομάζεται ζωγράφος χωρίς να ντρέπεται ή να φοβάται… Υπάρχουν κι αυτοί που δεν ξέρουν τους πανάρχαιους νόμους της ζωγραφικής. Που συχνά ευδοκιμούν και “κάνουν έργο”. Δεν θα τους κρίνω, αλλά είναι άλλο πράγμα. Για τον εαυτό μου δεν ξέρω τι να πω. Έχω τόση συνείδηση όση χρειάζεται για να δουλεύω. Είμαι πολύ κοντά σ’ αυτό που κάνω για να μπορέσω να το κρίνω. Σε στιγμές ευφορίας νομίζω πως ξέρω να χτίζω σαν το χελιδόνι. Και ευχαριστώ τον Θεό. Αλλά περισσότερες είναι οι στιγμές που δεν ξέρω ούτε σκέπτομαι τίποτε.


*Ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, πέντε κείμενα, εκδόσεις Άγρα, 2000, σελ. 23-28
http://www.ardin.gr/?q=node/1143


Άρδην τ. 25 - 26

Πίνακας : Γιάννη Τσαρούχη, Άγιος Ιάκωβος ο Πέρσης, από τα Μετέωρα 1931
Ακουαρέλλα σε χαρτί, 34 x 23,8 εκ.Aρ. ευρ. 16 http://www.tsarouchis.gr/gr/it_16.htm

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, ΛΕΙΜΩΝΕΣ ΤΟΥ ΕΣΩΤΕΡΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΟΥ



ΛΕΙΜΩΝΕΣ ΤΟΥ ΕΣΩΤΕΡΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΟΥ 

Γνωστός καλλιτέχνης ζωγράφισε το δωμάτιό του. 

Ζεστασιά και θαλπωρή απαυγάζει ο όμορφος πίνακας 

από κάθε έπιπλο και αντικείμενο 

κι ας είναι φτωχικά. 

Αντίστοιχα σκέφτηκα δωμάτια και κάμαρες της ζωής μου 

μέσα στα χρόνια. 

Κάμαρες καταφύγια για ν’ ανασυνταχτώ 

κυνηγημένη από σμήνη απελπισίας, 

παγετώνες ζοφερότητας. 

Κάμαρες, λειμώνες του εσώτερου εαυτού μου 

θάλπος μού δώσατε. 

( Δημοσιευμένο στο περιοδικό «το κοράλλι», τευχ. 2, Ιούνιος 2014) 



alexandra bakonika 20 Ιουλ 2014






Νίκος Περδίκης ΧΕΙΡΟΜΑΛΑΞΗ !


ΧΕΙΡΟΜΑΛΑΞΗ !

Τής άρεσε !
Πολλά τής άρεσαν απ’ όσα τής έκανε. Κι ειδικά αυτό. Που τού το παίνευε: “Είσαι μοναδικός. Προσλαμβάνεσαι γιά πάντα” !
Έτσι κι απόψε πάλι, όπως μήνες τώρα, καθώς είχε σπουδαίο λόγο να την καλοπιάσει, πήρε στα χέρια του τ’ αγαπημένα, ανάγλυφα πέλματά της κι άρχισε να τα τρίβει. Χαμογελώντας ως την ένοιωθε χαυνωμένη στον ύπνο της, όχι χωρίς να ρουθουνίζει εκείνους τους εγγαστρίμυθους ήχους, που δύσκολα ξεχωρίζει ο μακρινός ακροατής, αν είναι ηδονής ή μαρτυρίου, μιάς καί έτσι μίζερα τους έδωσε η Φύση, όμοιους.
Φορές, παλιά, έπιανε τον εαυτό του ν’ απορεί, καθώς, με το κορμί της να τραντάζεται στα χέρια του, ο χώρος γέμιζε από μουγκρητά της κι επικλήσεις, κοφτές ανάσες καί παράπονα κι απ’ τα πνιγηρά φωνήεντά της, θαρρείς καί η οδύνη ζευγάρωνε με ηδονή. Μα το συνήθισε, καθώς την έβλεπε να γλύφει τις πληγές τής ορμής του, κοιτώντας τον με ματιές ένοχου θαυμασμού.
Αυτά θυμόταν. Κι έτριβε, μάλασσε, πίεζε, χάϊδευε αργά-αργά τα δυό πέλματα, τα μυρωδιαστά -όλη της ήταν μ’ άρωμα νοτισμένη- χωρίς να παίρνει τα μάτια του, από το καλούπι τους. Ακόμα μιά φορά του έκπληκτος, σαν να ‘χει εκεί δα, δυό μωρά, παράξενα πλάσματα άλλου κόσμου, με μάτια ορθάνοιχτα, σε κάθε μιά απ’ τις πέντε κεραίες τους, έτσι παγιδευμένα στα χοντρά πλοκάμια τών δικών του χεριών.

Κι ήταν κι αυτό σαν ένα τους ζευγάρωμα: Το κορμί της αφημένο στη στρωμνή, ύπουλο αιλουροειδές καί η βάση του, τα δυό ακρόποδά της, τα ζυμωμένα με χνούδι λικίσκου καί λαμπερό μέλι πάνω τους, να τα διαφεντεύει αυτός με αεικίνητα δάχτυλα, άλλοτε επιδρομείς κι άλλοτε ικέτες. Πάντα ελπίζοντας, ο δύστυχος, να ξυπνήσει έτσι, το αιώνιο ρίγος τού πόθου, γιά τα πρώτα της φιλιά. Γιά το κάλεσμα τού επιβήτορα...

Το ακίνητο κορμί της στα αεικίνητα χέρια του. Η δύναμη τής ακινησίας, ζευγάρι με την κίνηση τής δημιουργίας. Βουβό, σύνηθές τους, νυχτερινό κάλεσμα στο φρένιασμα τής επικείμενης, ολάκερης ένωσης...

Κι όλο σκεφτόταν κι όλο ήλπιζε κι έτριβε....καί μάλασσε.....καί χάϊδευε...!

Κι ας μην ήταν αυτή εκεί !

Παρά μόνος του ! Κουλουριασμένος, να ρέει σάλια καί δάκρυα στα γόνατά του. Με τα δάχτυλά του γραπωμένα στα πέλματα. Ν’ αφουγκράζεται...

Μήπως εκείνα, τ’ αγαπημένα άκρα της, τα χορτασμένα περιποίηση καί καλόπιασμα, θα τού ‘φερναν το κορμί της τ’ ανθισμένο πόθο, να ρουθουνίσει ηδονικά καί πάλι στη στρωμνή τους. Την από μήνες ορφανεμένη...




Λ. Π.




Καλή 'βδομάδα, φίλοι μου, σ' όλους ! Απέραντη δροσιά σ' όσους το 'χουν σκοπό (καί ...δυνατότητα...) φυγής καί με το καλό να περνάνε οι 'μέρες, χωρίς μαύρες ειδήσεις. Αφήστε τον Μπάτη να σάς τρελάνει καί την Σελήνη να σάς ...ξελογιάσει ! Είναι τα μυστήρια τού τόπου μας τέτοια. Παραδοθείτε !


Λύκος Παραβάτης


20 Ιουλίου

Αγγελίνα Ρωμανού Άκουσε,Κύριε...




Άκουσε,Κύριε 
γιατί σε τίποτα δεν 
το 'χω ν' αγριμέψω. 

Μη σπέρνεις μέσα μου 
κι άλλα 
"αγάπησέ τους" γιατί 
ετούτο το μωρό Εσύ 
θα το κουνήσεις. 
.