Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Πάνος Σταθόγιαννης ΜΙΛΑΕΙ Η ΕΛΕΝΗ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ /Από την ποιητική συλλογή ''ΝΟΤΙΑ ΘΗΡΙΑ''



ΜΙΛΑΕΙ Η ΕΛΕΝΗ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ

Χιλιετίες έξι (μπορεί και δώδεκα), διαβιώ σ’ αυτό το Μέγα Σπήλαιο, ανάμεσα σε φλάμπουρα,
με μαύρα αίματα να αχνίζουν πάνω τους, την ταπεινότητα τηρώντας κατά γράμμα, κι εντός μου - μοναχούλα της η ωραιότης μου, ρέει ανεξερεύνητη, τίποτα δεν πότισε.
Κάποτε, κρυφοκοιτάζοντας (το βλέμμα ίσα να ξεμυτάει απ’ τη μαντίλα), είδα και γνώρισα την Ιστορία. Προσωπίδες άλλαζε ένα σωρό, στην τύχη, κι όλο πιο κάτου μας επήγαινε, όλο πιο μακριά από τα θέσμια. Ίσως και να σιγόνταραν οι άγγελοι, η χάρη τους, κάποτε αξιώθηκα το αληθινό της πρόσωπο (το αρσενικό) να αντικρίσω - ένα πράμα ατσούμπαλο, σα δίκροκο αυγό, διάστικτο και λείο. Μπορεί και να το άγγιξα, να τρίφτηκε στο μάγουλό μου χρεμετίζοντας.
Ήρθαν καιροί - αν τους θυμάμαι, λέει; - που διαφέντεψε τις εξουσίες όλες ο Αυθέντης του Πάγου - το είδανε κι αυτό τα μάτια μας. Εδώ. Κάτω απ’ τον ήλιο που απεχθάνεται τα χιόνια, τα μαδάει, εξόν κι αν είναι από τον Όλυμπο. Άλλοτε, πάλι, οστεώδες στην αρχή, κατόπιν - ριπιδίζοντας, κυριαρχούσε (τι πορφυρό μέσα στη δυσαρθρία του) το Μαστόδοντο του Πυρός. Ως κάτω, ως την παραλία με τα ζεϊμπέκικα. Κι ύστερα, απότομα, με αλαλαγμούς, κάλπαζε επί της θαλάσσης, τις παρευξείνιες αποικίες μου να κάψει. Σπίθες τα οπωρικά μου - αιώνες θ’ ανασύρετε απ’ τον βυθό τις βουλιαγμένες μου τριήρεις με τις στάμνες και, μα τον Κύνα, τα αφρίσματά σας θα 'ναι όλα υποταγμένα.
Να πω και μια κουβέντα πιο βαριά και να ομόσω πάλε: κακό δεν έπραξα ποτέ και σε κανένα. Άθελα μου, ίσως και να ξαστόχησα, αλλά με την καρδιά και το μυαλό - ποτέ.

Όμως, πώς έξαφνα σε εχθρεύονται οι άνθρωποι, ιδίως όταν δεν έχεις αδελφούλη μεγαλύτερο, σε ώρα ανάγκης να σε συνδράμει. Το δάχτυλο απειλητικά υψώνοντας - Ύδρα με ονόμασαν. Με καταράστηκαν να μη γνωρίσω θάνατο καθότι προφητείες παλαιότατες έδεναν γόρδιο δεσμό τη μοίρα τη δικιά τους με τη μοίρα μου. Αλλά το θάνατο πολύ τόνε φοβήθηκα: την αστραπή που φτάνει ως τα κύτταρα, αναλιγώνοντας τη μνήμη (μήλο που μαραγκιάζει), τον είδα τον μονόφθαλμο. Ήταν η Εποχή των Χλωμών Κυνηγών κι αίφνης, καθώς έξω έτριζαν από το βάρος τα λιθάρια - μια δορκάδα
σκοντάφτοντας, ώσπου έπεσε, και κάτι όρνεα από πάνω, κάτι μαύρα, έτοιμα να χιμήξουνε, να της τρυγήσουνε τα μέσα ρόδινα. Έκλαψα τότε, έτσι όπως κλαίει μονάχη της η λύκαινα η καλή, η μερωμένη. Οι φίλοι (όσοι απόμειναν) έχουν να κάνουν πως είμαι ευαίσθητη, αλλά ποιον γιάτρεψε ποτέ το δάκρυ; Εαρινή με φωνάζουνε αυτοί. Σπεύδουν από τα πέρατα του κόσμου, μόνο με κάτι δωρεές, κάτι εράνους τους δεν έχω βγει στη ζητιανιά ακόμα.

Τι άλλο να σας πω…

Περιουσία μου ετούτα τα κουρέλια. Τα στρώνω τη μια έτσι και την άλλη αλλιώς πάνω στο σαρωμένο χώμα και κάνω πως κοιμάμαι. Πού να με πιάσει ύπνος - περιμένω. Θα παντρευτώ αυτόν που θα με ονομάσει Ελενίτσα.



/Από την ποιητική συλλογή ''ΝΟΤΙΑ ΘΗΡΙΑ'' - τρίγλωσση έκδοση (ελληνικά, αγγλικά, λιθουανικά) του Διεθνούς Κέντρου Λογοτεχνών και Μεταφραστών Ρόδου, 2000. Τη μετάφραση στα αγγλικά έκανε η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και στα λιθουανικά η Ντάλια Σταπονκούτε./
Πάνος Σταθόγιαννης
28/10/2016 ·


1985 - 1997.

Η φωτογραφία είναι του Κώστα Μπαλάφα.

Πάνος Σταθόγιαννης ΕΡΩΜΕΝΗ





ΕΡΩΜΕΝΗ

Έχει μια φλόγα πίσω απ’ τα μάτια, που την πυρώνει από μέσα. Κι αν όντως δεν φοβάσαι μήπως τυφλωθείς και σκύψεις μέσα της, θα δεις κάτι αθώα αναιδές και κατακόκκινο, κάτι σαν παπαρούνα. Απ’ έξω, όπου περνάει, με τα τακούνια στα υγρά πλακόστρωτα, φυσάει αεράκι ζόρικο, με γύρη την τυλίγει, αντανακλούν οι βιτρίνες πώς ωραία λικνίζεται.
Στο ξέφωτο μετά, στο πίσω κάθισμα ενός ταξί, αφαιρεί με το δάχτυλο λίγο κραγιόν απ’ τον αριστερό κοπτήρα της, ξαναβάζει το καθρεφτάκι στην τσάντα. Βγάζει μετά το κινητό, λέει ψέματα σε κάποιον, κοιτάει θλιμμένα έξω. Όμως το πύρωμα το μέσα είναι ανεπίδεκτο. Αν και η πόλη γύρω ωρύεται – πίσω απ’ το τζάμι κάποιοι τρέχουν με πλακάτ, κάποιοι τρυπιούνται στις γωνιές και φτύνουν αίμα.
Μα αυτή γνωρίζει ότι ο θάνατος μονάχα πάθη σού ζητάει να τον ταΐσεις, μόνο με πάθη κατευνάζεται η ορμή του. Σπάνια σ’ άλλες περιπτώσεις αφήνει φιλοδώρημα, μα τώρα ναι – έτσι για το ανάθεμα, μην τύχει κάποιο μάτι κακό, μην τύχει κάποιο στόμα φλύαρο κάτω απ’ τον φανοστάτη.
Κλείνει απαλά την πόρτα πίσω της και ενσωματώνεται σε ένα τοπίο διαρκώς αμφιλεγόμενο, με άγρια βράχια στα υψίπεδά του – όπου να ’ναι θα βγει και η σελήνη στο γέμισμά της. Όμως αυτή κινείται σβέλτα πάνω στα μυτερά λιθάρια, στα χιόνια χώνεται, κρύβεται μες στα έλατα, τι τόλμη δείχνει ειδικά στις λαγκαδιές. Κι όλο ανεβαίνει, ανεβαίνει, περνώντας σύριζα απ’ τους δρόμους των σκιέρ, κι ούτε τη νοιάζει ποιοι πίνουν ρούμι στα καταφύγια.
Τώρα τα μάτια της, όπως κοιτάζει προς τα έξω σκαρφαλώνοντας, έχουν μια λάμψη ίδιο κάρβουνο – λίγο να μην προσέξει, μια σπίθα τους να στάξει, θα γίνει το τοπίο παρανάλωμα. Άμα την έβλεπε, ας πούμε, ο Στησίχορος, λύκαινα θα ’λεγε πως είναι, που πάει να φτάσει στο ζενίθ για να ουρλιάξει.
Και πράγματι ουρλιάζει από την κορυφή – φύση με τρίχωμα στιλπνό, δόντια γυμνά, γόοι κι αντίλαλοι. Να κι η πανσέληνος η παγωμένη. Ασημίζει στην άλλη την κορυφή, απέναντι.
Η επιστροφή της στα χαμηλά έχει λαχάνιασμα. Να επανέλθει στα τακούνια της, να βρει άλλο ταξί, να διασχίσει. Γι’ αυτό και φτάνει με καθυστέρηση πολλών λεπτών σε κάθε ραντεβού. Το στήθος της πάλλεται ρυθμικά πίσω απ’ το ντεκολτέ, είναι η ανάσα της σαν το παιδάκι που φουσκώνει ένα μπαλόνι.
Λέει μια ψεύτικη δικαιολογία, ζητάει νόστιμα συγνώμη, αλλάζει θέμα κι απ' το μπράτσο σου κρεμιέται. Στο εστιατόριο αργότερα χαμογελάει πεντάμορφη, καθώς εσύ, ο ανίδεος, εγκρίνεις το κρασί, που αυτή μετά, κάθε φορά, πάντα αυτή, θα κάνει τις πολύσημες προπόσεις.
Ούτε κουβέντα για τα πάνω-κάτω στα βουνά, ούτε κουβέντα για φεγγάρια και για κλάματα.

(Οι ερωμένες είναι πλάσματα εγωιστικά, κλειστά πολύ στον εαυτό τους, σκέτα οστρακόδερμα – τις πιο μεγάλες περιπέτειες δεν τις μοιράζονται ποτέ με τους εραστές τους. Γι’ αυτό, θα σε παραπλανήσουν να τις στροβιλίσεις σ’ ένα βαλς, δαντέλες θα φορούν όταν στο ημίφως θα γλιστρήσουν τα ραντάκια, θα σε ενθρονίσουν μέσα τους κρυφά. Στο κομοδίνο παραδίπλα, το κινητό σοφά απεργοποιημένο. Μετά θα φύγουν με τα μάτια στο ρολόι. Για τα σπουδαία που σου κόβονται τα αίματα, δεν θα σου φανερώσουν τίποτα. Τον Στησίχορο, επί παραδείγματι, που πήρε μια από αυτές στο κατόπι κι άρχισε μετά να διαδίδει διάφορα, λέγεται ότι πέσανε πάνω του όλες τους και τον τύφλωσαν.)

Καρούσος Κώστας, Στιγμιότυπο πένθους ή αναλγησία της εποχής;



Στιγμιότυπο πένθους ή αναλγησία της εποχής ???


Στη δίνη και στο ρόγχο
μιας αλληλέγγυας σιωπής,
διαβαίνουμε μοναχικοί
ξωμάχοι της οδύνης,
βωμός-ακήδευτης-ψυχής !!


Είν΄ο καθένας μια σιωπή

ταριχευμένης υμνωδίας,

-γόνιμη παροχή φωτός-

που καταρρέει στη δίνη

κάποιας τυμβώρυχης φωνής ??


Είναι φεγγρίσματα πένθους

κι΄οξειδωμένης ελεγείας

--που καταρρέει στη δίνη

και δεν ακούγεται ποτέ--

η αναλγησία της εποχής ???....
Κ. Καρούσος--27/10/2016..

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2016

Γιώργος Κανελλόπουλος - Είμαστε εμείς




"Είμαστε εμείς κομμένα λούλουδα κάποιου πικρού Απρίλη,
είμαστε εμείς στο γέρμα σύννεφα στεγνά χωρίς βροχή.
Και με της πίκρας το χαμόγελο στα χείλη
είμαστε εμείς κι από τη φτώχεια πιο φτωχοί.
Είμαστε εμείς ήλιος π’ αρνήθηκε να πάει ξανά στη Δύση,
είμαστε εμείς σαν κάτι πράγματα φτηνά χωρίς ψυχή.
Κι όπου πηγαίνουμε οι πόρτες έχουν κλείσει,
είμαστε εμείς κι από τη φτώχεια πιο φτωχοί......"
Γ.Κανελλόπουλος

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

Μπακονίκα Αλεξάνδρα από την ποιητική συλ. "Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων" εκδ. Σαιξπηρικόν



Με αδρές γραμμές για τη χαρακιά
που πονάει:
Στις δουλειές που εργάστηκα υπάλληλος
αναλώθηκα από τη ρουτίνα και τη σκληρότητα.
Πήρα μαθήματα από ολέθριους,
μέχρι τελικής εξόντωσης ανταγωνισμούς.
Αναλώθηκα από την παγωνιά της βιοπάλης.
Έσφιξα τα δόντια να αντέξω το τέρας
που λέγεται πραγματικότητα.

Το τέρας στέκεται εκεί έξω ατρόμητο.

( συλ. "Το τραγικό και το λημέρι των αισθήσεων" εκδ. Σαιξπηρικόν)

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2016

Παπαμιχαλόπουλος Βασίλης, ΑΓΓΑΡΕΙΕΣ ΑΓΓΕΛΟΥ (ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ ΤΣΕΠΗΣ»)





(ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ ΤΣΕΠΗΣ»)
ΑΓΓΑΡΕΙΕΣ ΑΓΓΕΛΟΥ

Εκείνο το πρωινό, είχα πάρει άδεια από τη δουλειά μου. Θα αργούσα κάνα δυο ώρες.
Γύρω στις δέκα και μισή, βρισκόμουν με το αμάξι στο δρόμο. Ήμουν αφηρημένος και οδηγούσα εντελώς μηχανικά. Εξ αιτίας αυτού, τη στιγμή που χρειάστηκε, δεν μπόρεσα να ενεργήσω σύμφωνα με την ιδιαίτερη ικανότητά μου.
Ήμουν σταματημένος, περιμένοντας να στρίψω αριστερά. Ένας μεσήλικας με μηχανάκι περνούσε κάθετα το δρόμο με κόκκινο. Ελίχθηκε ανάμεσα σε μένα και τον μπροστινό μου και μετά συνέχισε με ταχύτητα προς απέναντι.
Η οδηγός που κατέβαινε δεν μπόρεσε ν’ αντιδράσει.
Ο μεσήλικας, έφυγε από το μηχανάκι και εκτινάχθηκε προς τα πίσω. Έπεσε ανάσκελα στην άσφαλτο και σύρθηκε χτυπώντας αρκετές φορές το πίσω μέρος του κεφαλιού του. Έμεινε ακίνητος.
Η οδηγός, βγήκε έξω σαστισμένη και δεν ήξερε τι να κάνει. Γύρω τους, μαζεύτηκαν αρκετοί άλλοι.
Στο μεταξύ, το δικό μου φανάρι είχε ανοίξει. Τα αμάξια μπροστά μου προχώρησαν στρίβοντας αριστερά. Ακολούθησα κι εγώ.
Ήμουν ταραγμένος όλη την ημέρα. Σκεφτόμουν συνεχώς το μηχανάκι. Τη στιγμή που πέρασε από μπροστά μου και μετά τον άνθρωπο πεσμένο στην άσφαλτο.
Δεν μπορούσα να συμβιβαστώ με το γεγονός ότι παρέμεινα ένας απλός θεατής. Θα έπρεπε να του είχα κόψει το δρόμο και να τον είχα εμποδίσει να προχωρήσει.
Βέβαια ήξερα. Ο τύπος επάνω στη βιασύνη του, θα άρχιζε τις βλαστήμιες και τους τσαμπουκάδες. Θα νόμιζε ότι τον καθυστερούσα και θα ξεσπούσε τα νεύρα του επάνω μου.
Μ’ αυτές τις σκέψεις και την άσχημη ψυχολογία μπήκα στο πολυκατάστημα για να ψωνίσω κάποια πράγματα.
Τελειώνοντας, προχώρησα προς την κυλιόμενη σκάλα για ν’ ανέβω στο ισόγειο.
Σε απόσταση μερικών μέτρων, μπροστά στην σκάλα, είδα μια γιαγιά γύρω στα ογδόντα με το μπαστούνι της και δίπλα της την κόρη της να την κρατάει από τη μασχάλη. Πιο πίσω, ένα αγοράκι γύρω στα πέντε.
Η γιαγιά στεκόταν αναποφάσιστη και φοβισμένη. Η κόρη της την παρωθούσε να κάνει το πρώτο βήμα για να ξεκινήσουν ν’ ανεβαίνουν. Τις παρατήρησα για λίγο. Ήξερα πως κάτι δεν θα πάει καλά.
Ο χρόνος μέσα μου προχώρησε ένα βήμα μπροστά.
Η γιαγιά, έκανε το βήμα χωρίς να προσέξει πού θα πατήσει. Το σκαλοπάτι στη συνέχεια χωρίστηκε σε πάνω και κάτω. Η γερόντισσα έμεινε στο κενό. Έπεσε προς τα πίσω και κουτρουβαλιάστηκε στη σκάλα. Το κρανίο της τσακίστηκε από τα απανωτά χτυπήματα πάνω στα σιδερένια σκαλοπάτια.
Από προηγούμενη εμπειρία γνώριζα πως η πτώση σε τέτοια κυλιόμενη σκάλα δεν ήταν κάτι απλό.
Πλησίασα. Η γιαγιά, κάποια στιγμή, τόλμησε το βήμα. Πίσω τους ακολούθησα κι εγώ. Η συνέχεια εξελίχθηκε έτσι ακριβώς όπως την είχα δει.
Η γιαγιά, έχασε την ισορροπία της. Άρχισε να γέρνει προς τα πίσω. Η κόρη της αδυνατούσε να την συγκρατήσει. Θα παρασυρόταν κι αυτή πέφτοντας πάνω στον μικρό.
Ανέβασα το πόδι μου στο πιο πάνω σκαλοπάτι. Κόλλησα επάνω στις δυο γυναίκες ενώ με τα χέρια μου κρατήθηκα με όλη μου τη δύναμη δεξιά και αριστερά από τα μπράτσα της κυλιόμενης σκάλας.
Η γιαγιά, πέφτοντας προς τα πίσω κάθισε επάνω στο γόνατό μου. Η κόρη της, συγκρατήθηκε από το δεξί χέρι μου. Κάποια στιγμή, έφυγε το μπαστούνι από τα χέρια της. Κατρακύλησε προς τα κάτω κάνοντας ένα εκκωφαντικό θόρυβο.
Οι δυο γυναίκες, προσπάθησαν να κινηθούν. Αν έφευγαν όμως από τον εναγκαλισμό μου, κινδύνευα να παρασυρθώ κι εγώ και να γίνουμε όλοι ένα μάτσο κουβάρι. Το πιτσιρίκι, είχε μείνει άφωνο.
«Μείνετε όπως είστε και μη κινείστε, για να φτάσουμε ως επάνω με ασφάλεια», τις προειδοποίησα.
Φτάνοντας στην έξοδο, έσπρωξα τη γιαγιά, με όση δύναμη μού είχε απομείνει, για να προχωρήσει μπροστά από την κυλιόμενη. Υπήρχε κίνδυνος να γκρεμιστώ κι εγώ προς τα πίσω.
Μόλις πατήσαμε όλοι σε στέρεο έδαφος πήρα μια βαθιά ανάσα ανακούφισης και τις κοίταξα.
Η κόρη ήταν σαστισμένη. Η γιαγιά είχε κατουρηθεί από το φόβο της και το παντελόνι μου γύρω από το γόνατο ήταν βρεγμένο.
«Σας ευχαριστώ πολύ που βοηθήσατε ν’ ανέβει τις σκάλες η μητέρα μου», μου είπε με αφέλεια η κόρη. Η γιαγιά δίπλα της, ξεκίνησε τις ευχές.
Χαμογέλασα και δεν είπα τίποτα. Απομακρύνθηκα και βγήκα στο δρόμο. Προχώρησα προς το αμάξι. Οι ευχαριστίες τους άλλωστε δεν με αφορούσαν καθόλου. Την δουλειά μου έκανα.
Μόνο που κάποιες φορές αφαιρoύμε. Κι αυτό μ’ ενοχλεί. Στενοχωριέμαι όταν δεν προλαβαίνω πράγματα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση του πολυκαταστήματος, όλα πήγαν καλά. Η μόνη ενόχληση που ένοιωθα μετά, ήταν ο πόνος στα νεφρά και στη μέση, λόγω της δύναμης που έβαλα, για να συγκρατήσω επάνω μου τις δυο γυναίκες.
Όμως, αυτός δεν μπορούσε να με πτοήσει.
Εκείνη τη στιγμή, ένα τρίχρονο αγοράκι έπαιζε με τη φουρκέτα των μαλλιών της μητέρας του δίπλα σε μια πρίζα. Οι μεγάλοι βρίσκονταν στην κουζίνα και το είχαν ρίξει στ’ αστεία.
Το κορμί του που χτυπιόνταν από το ρεύμα, χωρίς να μπορεί να βγάλει άχνα, κανείς δεν μπορούσε να το δει εκτός από εμένα.
Πήρα φόρα και έπεσα με δύναμη στην πόρτα.

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2016

Παπαμιχαλόπουλος Βασίλης, Ο γκρεμός της Δευτέρας (από το ανέκδοτο μυθιστόρημα «ΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΦΙΛΙ»)



(ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ «ΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΦΙΛΙ»)
Ο ΓΚΡΕΜΟΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ

- Δύσκολα θα με ανακαλύψει κάποιος, μου πέταξε κάποιο βράδυ, αδιάφορα, ενώ συνέχισε να μου χαϊδεύει τα μαλλιά.
Ήταν τις πρώτες μέρες που είχαμε γνωριστεί. Βρισκόμασταν στο κρεβάτι. Το μυαλό μου, ήταν ακόμα θολωμένο απ’ όσα είχαν προηγηθεί. Χρειαζόμουν χρόνο για να επανέλθω στην πραγματικότητα. Ακούγοντας τη φράση αυτή, το συνέδεσα με αυτό που γινόταν και νόμισα πως αναφερόταν σε κάτι ερωτικό. Πως με προκαλούσε για έναν ακόμα γύρο.
Σήκωσα το κεφάλι, την κοίταξα στα μάτια και της χαμογέλασα.
Στην πορεία της σχέσης μας, κατάλαβα πως αυτό που μου πέταξε τότε, είχε άμεση σχέση με το χαρακτήρα της. Με κάποιες παραξενιές της που την έκαναν να μην μοιάζει τόσο συνηθισμένη.
Μία από αυτές ήταν η μεταπτωτικότητα που εκδήλωνε στην συμπεριφορά της απέναντί μου. Εκεί που όλα πήγαιναν καλά μεταξύ μας, πιανόταν από κάτι ασήμαντο και έσκαβε ένα γκρεμό ανάμεσά μας. Ύστερα, μένοντας στην απέναντι πλευρά είχε την απαίτηση να βρω εγώ έναν τρόπο και να τον δρασκελίσω.
Συνέπιπτε, τις φορές που γινόταν αυτό, να είναι Δευτέρα. Το πρωί, έφευγε για τη δουλειά και ήμαστε μια χαρά. Το μεσημέρι όμως που επέστρεφε και συναντιόμαστε ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Ερχόταν γεμάτη μαύρες σκέψεις και φόβους.
Με την πρώτη, δεύτερη κουβέντα που ανταλλάσαμε, εύρισκε τον τρόπο και τα έβαζε μαζί μου. Με αμφισβητούσε στα πάντα. Με κατηγορούσε ως ψεύτη και υποκριτή απέναντί της. Εγώ τρελαινόμουν. Δεν μπορούσα να πιστέψω στ’ αυτιά μου αυτά που μου έλεγε. Αισθανόμουν ένα κενό μέσα μου, λες και βρισκόμουν σε ελεύθερη πτώση.
Μια Δευτέρα μεσημέρι, που μιλούσαμε στο τηλέφωνο, καταλάβαινα πως μου έκανε την συνηθισμένη εισαγωγή. Δεν άντεξα και της απάντησα με ειρωνεία.
- Τελικά είναι ωραία ημέρα η Δευτέρα για να πεθάνει κανείς.
Είχα νευριάσει. Δεν υπολόγιζα ό,τι και να ακολουθούσε. Είχα απογοητευτεί. Πίστευα πως ό,τι και να έλεγα δεν θα την έπειθα με τίποτα. Πως είχε έρθει το οριστικό μας τέλος
Κι όμως, χωρίς να μεσολαβήσει τίποτα άλλο, η επόμενη ημέρα, που συναντηθήκαμε, μας βρήκε στην πιο τρελή παραζάλη των αισθημάτων. Λες και δεν είχε ειπωθεί τίποτα αρνητικό πιο πριν.
“Ο γκρεμός της Δευτέρας” τον είχα ονομάσει. Τον είχα αποδεχτεί σα μια από τις παραξενιές της. Μου ήταν αδύνατον όμως να καταλάβω ποια ήταν η αιτία που την πυροδοτούσε. Από πού πήγαζε αυτή η ξαφνική αμφισβήτηση εναντίον μου.
Από την άλλη όμως, ποτέ δεν της φερόμουν άσχημα. Τη συγχωρούσα αμέσως. Ίσως και να το έκανα ως χάρη. Σκεφτόμουν, πως μόνο αυτή είχε καταφέρει κάτι σημαντικό Είχε εξαφανίσει από μέσα μου την ανεξήγητη μελαγχολία που με κυρίευε τις Κυριακές.
- Με το που βρέθηκες στη ζωή μου, γέμισαν ξαφνικά όλες οι Κυριακές μου. Άλλαξαν χρώμα, της είχα εξομολογηθεί από την πρώτη στιγμή. Ήρθες στην πιο θλιμμένη από παλιά μέρα μου και της έσβησες το λίγο και το τίποτα.
Στο άκουσμα αυτής της φράσης, την είδα πως δάκρυσε.
Κάποια Δευτέρα, που επαναλαμβανόταν το ίδιο βιολί, της το χτύπησα εξεπίτηδες προσπαθώντας να την πονέσω μπας και τη συνεφέρω.
- Κρίμα τα δάκρυά σου για τις σπασμένες Κυριακές μου. Μα δεν καταλαβαίνεις πως είναι άνευ αξίας από μεριάς σου, όταν για να το κάνεις αυτό κλέβεις κομματάκια από τις Δευτέρες;
Αντί γι’ απάντηση, μ’ αγκάλιασε. Με έσφιγγε προσπαθώντας να μου δείξει πως το είχε μετανιώσει. Ύστερα, με κοίταξε με παράπονο με τα μαύρα υγραμένα μάτια της και άρχισε να μου λέει για το πόσο πολύ μ’ αγαπούσε. Στο τέλος, όρμησε επάνω μου, κόλλησε για ώρα, ώσπου γίναμε ένα.
Η μόνη εξήγηση που μπορούσα να δώσω για την συμπεριφορά της αυτή, ήταν πως την είχαν επηρεάσει κάποια λόγια, του παππού της, όταν ήταν έφηβη και την συμβούλευε για τ’ αγόρια.
- Τον άλλον πρέπει και να τον δοκιμάζεις πού και πού για να σιγουρεύεσαι, της είχε πει και αυτό το συνέδεε με τους πολλούς εαυτούς που μπορεί να κρύβουν οι άνθρωποι.
Τότε που μου το είχε εξομολογηθεί αυτό καθόμαστε σε μια παραλία. Είχε παραδοθεί στην αγκαλιά μου και χαϊδεύοντας το χέρι μου, αναπολούσε διάφορα από την παιδική της ηλικία. Βασικά της ξέφυγε. Αν και με προβλημάτισαν τότε τα λόγια της, δεν έκανα καμία προσπάθεια να το διερευνήσω περισσότερο. Όποια και να ήταν η αιτία δεν βοηθούσε σε τίποτα.
Ο τελευταίος γκρεμός, ήταν ο πιο οδυνηρός απ’ όλους.
- Δεν είσαι εσύ ο άνθρωπος που με έκανες να πιστέψω, μου πέταξε κατάμουτρα. Δεν είσαι καν αυτός που μου ταιριάζει, συνέχισε με ένα τόνο τόσο οξύ σα να μη με αναγνώριζε. Εισέβαλες στη ζωή μου ξαφνικά και την αναστάτωσες. Όμως ήσουν ψεύτικος. Με στολή αποκριάτικη.
Με τη μεγαλύτερη ευκολία, με έκοβε κομμάτι-κομμάτι, κατεβαίναμε από το Σύνταγμα προς την Ομόνοια, και με πετούσε δεξιά κι αριστερά στο δρόμο.
Την επόμενη εβδομάδα, βρισκόμαστε για τριήμερο στη Σαντορίνη.
Την Παρασκευή, ήταν μες την τρελή χαρά. Ενθουσιασμένη. Πιάσαμε δωμάτιο σε κάποιο ξενοδοχείο στο Φηροστεφάνι. Έβλεπες απέναντι το ηφαίστειο και μπορούσες ν’ απολαύσεις το πιο μαγευτικό ηλιοβασίλεμα. Κοιτούσε, κοιτούσε και δεν χόρταινε τη θέα. Είχε εκστασιαστεί.
Με μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι μ’ έσερνε όλο το τριήμερο απ’ εδώ κι απ’ εκεί. Είχε έναν έρωτα με τις φωτογραφίες. Όπου στεκόταν, σε κάθε γραφικό δρομάκι του νησιού, σε κάθε τοπίο, τραβούσε ασταμάτητα. Στην κόκκινη παραλία με τις σπηλιές, στην Οία, τρέχαμε πανικόβλητοι, για να είμαστε στην ώρα μας και να αποθανατίσει ένα ακόμα φανταστικό ηλιοβασίλεμα. Ευτυχώς προλάβαμε.
Όταν ο ουρανός βάφτηκε στα χρώματα της φωτιάς, αυτή ξεκίνησε να βγάζει ασταμάτητα. Πότε το τοπίο και πότε εμένα σε διάφορες πόζες. Κάποια στιγμή, έδειξε πως κουράστηκε.
Άφησε τη μηχανή, κούρνιασε στην αγκαλιά μου, μ’ έσφιξε μ’ όλη της τη δύναμη και μου ψιθύρισε τρυφερά. “Ήλιε μου εσένα δε θέλω να σε χάσω ποτέ.” Γύρισα και της χαμογέλασα. Της σήκωσα το πρόσωπο την κοίταξα για λίγο και της απάντησα: “Μόνο αν με κλείσεις έξω από τα μάτια σου θα χαθώ”. Αυτή, κατέβασε το κεφάλι, σφίχτηκε ξανά στην αγκαλιά μου και γουργούρισε ευχαριστημένη.
Την Κυριακή το απόγευμα παρατήρησα πως ήταν κάπως ανήσυχη. Καθόμασταν στην βεράντα του ξενοδοχείου. Κάποια στιγμή, μπήκε μέσα, έφερε ένα τουριστικό οδηγό και άρχισε να διαβάζει μετά μανίας για την ιστορία του νησιού και του ηφαιστείου.
Ύστερα, πέταξε απότομα το βιβλίο πάνω στο τραπέζι, άναψε βιαστικά τσιγάρο και άρχισε να κόβει βόλτες πάνω-κάτω στη βεράντα. Την είχε πιάσει ένας ανεξήγητος φόβος. Ο τρόμος μιας επερχόμενης καταστροφής.
- Τελικά, η Σαντορίνη είναι ένα επικίνδυνο νησί, μου πέταξε αργά το βράδυ. Όλη αυτή η γοητεία που πλανιέται γύρω μας, η ομορφιά του τοπίου, είναι μια παραπλάνηση. Ένας μαγνήτης που σε τραβάει χωρίς να σου δίνει το περιθώριο να σκεφτείς τίποτα άλλο.
Την έβλεπα πως δε χωρούσε πουθενά. Το διαισθανόμουν, πως, βήμα το βήμα θα με παγίδευε και θα δημιουργούσε τον επόμενο γκρεμό. Έβραζε μέσα της σαν ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί.
Την τράβηξα στην αγκαλιά μου και προσπάθησα να την καθησυχάσω.
- Μην αγωνιάς αγάπη μου, της είπα. Δεν θα συμβεί απολύτως τίποτα. Η ζωή, να ξέρεις, είναι πιο δυνατή από το θάνατο και τελικά κερδίζει. Έτσι γίνεται πάντοτε.
Αυτή, καθόταν αμίλητη. Κάποια στιγμή, αποκαμωμένη από την ένταση αποκοιμήθηκε. Μόνο η ανάσα της ακουγόταν. Ακούμπησα το κεφάλι της στο μαξιλάρι, σηκώθηκα επάνω και στις μύτες των ποδιών βγήκα στο μπαλκόνι. Δεν είχα καμιά όρεξη να κοιμηθώ.
Η νύχτα περνούσε. Εγώ, κάπνιζα, ενώ με το βλέμμα μου αγκάλιαζα το κορμί της. Σκεφτόμουν πως μου ήταν απαραίτητη στη ζωή μου. Την αγαπούσα ανάθεμά την. Ήμουν τόσο βέβαιος που θα το ορκιζόμουν οπουδήποτε.
Κι ας ήξερα πως σε λίγο ξημέρωνε η Δευτέρα.