Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Κική Δημουλά, Ποιήματα


Κικὴ Δημουλᾶ - Ποιήματα


Κικὴ Δημουλᾶ (1931-): ποιήτρια ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, ἀκαδημαϊκός.

Πὼς ἤσουνα ἐχθρός μου, δὲν τὸ ἤξερες
οἱ λέξεις σου τὸ εἶπαν.
Σ᾿ ἐκεῖνες πούλησε ὁ ἔρωτας τὸ σεισμό του
κι ἦρθε στὴ ἐπιφάνεια ὅτι δὲ μ᾿ ἀγαποῦσες...


ΑΓΓΕΛΙΕΣ

Διατίθεται ἀπόγνωσις
εἰς ἀρίστην κατάστασιν,
καὶ εὐρύχωρον ἀδιέξοδον.
Σὲ τιμὲς εὐκαιρίας.

Ἀνεκμετάλλευτον καὶ εὔκαρπον
ἔδαφος πωλεῖται
ἐλλείψει τύχης καὶ διαθέσεως.

Καὶ χρόνος
ἀμεταχείριστος ἐντελῶς.

Πληροφορίαι: Ἀδιέξοδον
Ὥρα: Πᾶσα.



ΑΝΑΕΡΕΙΠΩΣΗ

ΙΙ

Καὶ
φοβᾶμαι ἀκόμη τῶν χεριῶν μου
τὸ ἄγγιγμα στὶς πέτρες τοῦτες
μὴν ἐπιτείνει τὴ φθορά, μὴν ἐπισπεύδει
τῶν ἐρειπίων τὴν ἐρείπωση.
ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

Πότε μὲ εἶχες φέρει ἐδῶ 
νὰ μὲ ξεναγήσεις στοὺς χρησμούς; 
Νὰ ρωτήσω τὴ μάντιδα Μνήμη.
Ἢ ἄλλη, ἡ διπλανὴ ἱέρεια Λήθη,
ἔχει πολὺ κόσμο πνίγεται στὴ δουλειὰ
ἀμάσητα καταπίνει τὰ καπνώδη φύλλα
τῶν λησμονητέων.

Βρέχει ἀπὸ χτές.
Ὅ,τι βλέπω ἀπ᾿ τὸ παράθυρο τοῦ ἑστιατορίου
θέλει νὰ χαθεῖ. Μὲ τὸ ζόρι συγκρατῶ ἀντίκρυ
τοὺς κίονες μὴν πέσουν τῆς Ἀθηνᾶς Προναίας
-νὰ προσέξω ὅταν θὰ καθαρογράφω αὐτὴ τὴ θέα
μὴ μὲ παρασύρει ὁ δαίμων τῆς συνήχησης
καὶ γράψω Προνέας. Θὰ ποῦν πὼς ξεναγῶ 
στὰ ἐρείπια καθρέφτη.

Βρέχει. Καταφεύγουν στὸ ἑστιατόριο
μεγάλες παρέες θορύβων.
Συντοπῖτες, ἐραστὲς τῆς ἱστορίας, ζευγάρια
Ἐρωτευμένα –σπουδαστὲς τοῦ μέλλοντός τους
περιηγητικοὶ συνταξιοῦχοι,
ἀναπαλαιωτὲς τῆς ἀνίας οἰκογένειες
σωματεῖα πρόεδροι ὁμιλήτριες ἀνθοδέσμες.

Ρέουν ξένες γλῶσσες σὲ ποτηράκια τῆς δικῆς μας
ξιφομαχεῖ μὲ τὰ μαχαιροπήρουνα ἡ βροχὴ
καταβροχθίζοντας μερίδες συζητήσεων, μπουκάλια
κρασιοῦ ξελαιμιάζονται νὰ διηγοῦνται
ἀνέκδοτα ἀστεῖα σπᾶνε γέλια.
Οἱ σερβιτόρες ἐντυπώσεις πηδοῦν ἐκστασιασμένες
ἀπὸ τραπέζι σὲ τραπέζι
κραυγαλέα ἐπιδόρπια παραγγέλνει ἡ συντροφικότης.

Ἐνῷ ἐγὼ σέβομαι – συντρώγω χαμηλόφωνα
μὲ τὸ ἕνα ἀπολλώνειο κουβέρ μου.



ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΑ

Ὅλα τὰ ποιήματά μου γιὰ τὴν ἄνοιξη
ἀτέλειωτα μένουν.

Φταίει ποὺ πάντα βιάζεται ἡ ἄνοιξη,
φταίει ποὺ πάντα ἀργεῖ ἡ διάθεσή μου.

Γι᾿ αὐτὸ ἀναγκάζομαι
κάθε σχεδὸν ποίημά μου γιὰ τὴν ἄνοιξη
μὲ μιὰ ἐποχὴ φθινοπώρου
ν᾿ ἀποτελειώνω.



ΑΥΤΟΣΥΝΤΗΡΗΣΗ

Θὰ πρέπει νὰ ἦταν ἄνοιξη
γιατὶ ἡ μνήμη αὐτὴ
ὑπερπηδώντας παπαροῦνες ἔρχεται.
Ἐκτὸς ἐὰν ἡ νοσταλγία
ἀπὸ πολὺ βιασύνη,
παραγνώρισ᾿ ἐνθυμούμενο.
Μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους ὅλα
ὅταν τὰ πάρει ὁ χαμός.
Ἀλλὰ μπορεῖ νά ῾ναι ξένο αὐτὸ τὸ φόντο,
νά ῾ναι παπαροῦνες δανεισμένες
ἀπὸ μιὰν ἄλλην ἱστορία,
δική μου ἢ ξένη.
Τὰ κάνει κάτι τέτοια ἡ ἀναπόληση.
Ἀπὸ φιλοκαλία κι ἔπαρση.

Ὅμως θὰ πρέπει νά ῾ταν ἄνοιξη
γιατὶ καὶ μέλισσες βλέπω
νὰ πετοῦν γύρω ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ μνήμη,
μὲ περιπάθεια καὶ πίστη
νὰ συνωστίζονται στὸν καλύκά της.
Ἐκτὸς ἂν εἶναι ὁ ὀργασμὸς
νόμος τοῦ παρελθόντος,
μηχανισμὸς τοῦ ἀνεπανάληπτου.
Ἂν μένει πάντα κάποια γῦρις
στὰ τελειωμένα πράγματα
γιὰ τὴν ἐπικονίαση
τῆς ἐμπειρίας, τῆς λύπης
καὶ τῆς ποίησης.



ΓΑΣ ΟΜΦΑΛΟΣ

ΙΙΙ

Ἀναστηλώνεται Νοέμβρης τῶν Δελφῶν.
Ἀπόβροχο στὶς μετῶπες τῆς ἀπορρόφησής του.
Σύννεφα ποὺ δὲν θὰ φύγουν μοιράζονται θρόνους.
Ζωφόροι φύλλων κίτρινων κοσμοῦν
Ἀντισεισμικὰ ἀνάκτορα ἀνέμων.

Πομπὴ σκαλοπατιῶν.
Προπορεύονται οἱ ἀρχὲς τοῦ τόπου, σαρκοφάγοι.
Ἀκολουθοῦν βασιλεῖς, προσκυνητὲς τῆς προφητείας
ἀρχηγοὶ πολέμων μὲ δῶρα ποὺ στέλνει ἡ φιλοδοξία
στοὺς μάντεις της, αἰῶνες κοιλαράδες βραδυκίνητοι
μὲ τὶς ἐπαναλήψεις παλλακίδες τους.
Φρουρὰ τῆς ροῆς σωματοφύλακες ἑκατέρωθεν, 
σαρκοφάγοι πάλι μὲ τὶς περικνημίδες τους
-τσουκνίδες καὶ ξερόχορτα.

Καθ᾿ ὁδόν, στέψη σκέψης
ποὺ ἔκανα γιὰ σένα, ἐπ᾿ ἀνδραγαθία:
μὲ τὴν ἀπουσία σου μεγάλωσες
ἐξάπλωσες τῶν ἀφανῶν τὶς κτήσεις.
Ταξιθέτριες πέτρες στὸ θέατρο.
Στὴ σειρὰ τῶν ἐπισήμων κάθονται θυμάρια.
Τζαμπατζῆδες θεατρόφιλοι βράχοι τριγύρω
κρέμονται σκαρφαλωμένοι στὸν ἀπόηχο.
Στὸν κορυφαῖο ρόλο της ἡ τραγῳδὸς αὐλαία.
Ἐνθουσιώδους παρακμῆς χειροκροτήματα,
μπιζάρουν μέλισσες κι ἄλλα βομβώδη
μελιστάλακτα κεντριά, αἰώρησης κάνιστρα
μὲ φρεσκοκομμένες πεταλοῦδες
ραίνουν τὴν πρωταγωνίστρια ἑρμηνεία μας.

Ψηλά, ἀπὸ τὸ στάδιο, ἐξακοντίζονται ἰαχὲς
κύκλοι δρομεῖς ἐπευφημοῦνται
νικητὴς ἀνακηρύσσεται
ἕνας ἕνας ποὺ κλείνει.

Ἐπακολουθῶ. Στέρνες βωμοὶ ἄδυτα θυσιῶν
ὑδραγωγεῖα κινήτρων, ἡ ἀρχαιότερη Πυθία:
ἡ σαρκοφάγος πάλι. Ἀλλὰ ἡ ζωὴ
τὸν ἀποφεύγει τὸν χρησμό της.

Στάση σκέψης ποὺ κάνω γιὰ ὅλες 
τὶς σπασμένες ἀρτιότητες: «στὸ κάτω μέρος
μαρμάρινης τρεχούσης γυναικός»,
βῆμα ἀβοήθητο ποδιοῦ πρὸς χαμένο σῶμα,
μόνο ἡ κουλουριασμένη κίνηση
ἀνώνυμου νεκροῦ πολεμιστῆ
δίπλα σὲ ἀπόστρατη ἀσπίδα
καὶ «δούλης νεαρᾶς τὸ σπασμένο κάτοπτρο»
-τώρα πῶς θὰ καλλωπίζεται ἡ ὑποδούλωση.
Σφὶγξ καθρεφτίζει τὸ ἀναπάντητο.

Καντίνες. Κάτι γιὰ τὸ δρόμο. Σάντουιτς, 
ἀναψυκτικά, ἐμφιαλωμένο λάλον ὕδωρ.

Μάρμαρα πάλι, ἀφιερώματα σὲ πέτρες
χαραγμένες. Δύσκολα διαβάζω.
Τὸ σκληρὸ ἔμαθα πὼς χαράζει
ἀλλὰ ὄχι πῶς χαράζεται.
Ἀργὰ συλλαβίζοντας ἀναστηλώνω
μόνον τὴ λέξη ΕΠΤΟΗΘΗ. Μόνο; Ὄχι καὶ μόνο.
Ἀκουστὸ ἀνὰ τὸν κόσμο τὸ Ἐπτοήθη.
Μαντεῖο.
Γᾶς ὀμφαλός.

Δελφοί



ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Μόνη, ἐντελῶς μόνη,
περπατῶ στὸ δρόμο
καὶ πέφτω πάνω σὲ μεγάλα γεγονότα:
Ὁ ἥλιος σὰν ἐπειγόντως νὰ ἐκλήθη ἀπὸ τὴ Δύση
ἀφήνοντας ἡμιτελὲς τὸ δειλινό...

Σὲ λίγο ἡ νύχτα,
κρατώντας τοὺς ἀμφορεῖς τοῦ μυστηρίου,
τῶν ἰδιοτήτων της ἐπαίρετο,
ὅταν τὸ ρεμβῶδες μάτι της, τὸ φεγγάρι,
ἕνα ἀπρόδεκτο, λαθραῖο σύννεφο, πάτησε
καὶ τὴν τύφλωσε.

Τοῦ ἀτυχήματος τούτου
ἐπωφελήθηκε
κάποιος παράξενος κατάσκοπος
-τὸ μεσονύχτιο ὑποπτεύονται-
τὸ σύμπαν πυροβόλησε
καὶ τὸ ἄφησε ἀκίνητο...

Μετὰ ἀπὸ τέτοια γεγονότα,
τὸ γεγονὸς πὼς εἶμαι πάλι μόνη
παρελείφθη.



ΓΗ ΤΩΝ ΑΠΟΥΣΙΩΝ

Τώρα θὰ κοιτάζεις μία θάλασσα.

Ἡ διάθεση νὰ σὲ ἐντοπίσω
στὴ συστρεφόμενη ἐντός μου γῆ τῶν ἀπουσιῶν
ἔτσι σὲ βρίσκει:
πικρὴ παραθαλάσσια ἀοριστία.

Ἐκεῖ δὲν ἔχει ἀκόμα νυχτώσει
κι ἂς νύχτωσε τόσο ἐδῶ
τῶν τόπων οἱ κρίσιμες ὧρες
σπάνια συμπίπτουν.
Κάτι σὰν φῶς καὶ οὔτε φῶς,
ἡ ὥρα τοῦ ἑαυτοῦ σου ἔχει πέσει.

Χορεύουν φύκια
κάτω ἀπ᾿ τὸ τζάμι τοῦ νεροῦ.
Τὰ ρηχά, ἔχουν κι αὐτὰ
τὰ βάσανά τους καὶ τὰ γλέντια τους.

Τώρα θὰ ἔχουν λύσει τὰ μαλλιά τους
οἱ ἁγνὲς ἡσυχίες τριγύρω
μὲ τὴ σιωπή σου θὰ τὶς κάνεις
γυναῖκες σου ἐκπληρωμένες.
Ξαπλώνουν δίπλα σου.
Ἡ σκέψη σου στερεώνει σκαλοπάτια στὸν ἀέρα
κι ἀνεβαίνει. Σὲ κρατάει στὸ ράμφος της.
Ποῦ ξέρω ἐγὼ τὰ εὐαίσθητα σημεῖα τοῦ πελάγους
γιὰ νὰ σὲ καταλάβω;

Θὰ κοιτάζεις μία ἔρημη θάλασσα.
Τὸ βλέμμα σου δὲν παραλλάζει
ἀπὸ πλαγιὰ ποὺ γλυκὰ
καὶ μ᾿ ἀνακούφιση σκουραίνει
κατρακυλώντας μὲς στὴν ἀπομάκρυνση.
Ἀναπνέεις μὲ τὸ στέρνο τῶν μακρινῶν ἠρεμιῶν,
ποὺ ἔχω γι᾿ αὐτὲς διαβάσει
στοὺς πολύτομους κόπους ποὺ ἔδεσα.
Σ᾿ ἕνα ἀβαθῆ σου στεναγμὸ βούλιαξε ἕνα βαπόρι.
Δὲν θὰ ἤτανε βαπόρι. Θὰ ἤτανε σκιάχτρο
στὰ ὑγρὰ περβόλια τῆς φυγῆς
νὰ μὴν πηγαίνουν οἱ διαθέσεις
νὰ τὴν τσιμπολογᾶνε.

Ἡ τερατώδης τοῦ πελάγους δυνατότητα,
ἡ κίνηση τοῦ πλάτους,
φθάνει στὰ πόδια σου ἀφρός,
ψευτοεραστὴς στὰ πρῶτα βότσαλα.
Τοὺς σκάει ἕνα φιλὶ καὶ ξεμεθάει.

Τώρα, θὰ σοῦ ἔχουν πεῖ ὅ,τι εἶχαν νὰ σοῦ ποῦν
Οἱ ἀναδιπλώσεις τῶν κυμάτων
καὶ θὰ ἐπιστρέφεις κάπου.
Θὰ παίρνεις κάποιο χωματόδρομο,
μιὰ ἄλλη ἅπλα,
ἀλλοῦ γυμνὴ κι ἀλλοῦ ντυμένη μὲ βλάστηση.

Ἡ σκέψη σου, μετὰ ἀπὸ τόση θάλασσα,
κατέβηκε ἀπὸ γλάρος,
βάζει τὸ δέρμα τῆς προσαρμογῆς καὶ χάνεται.
Ὅπου εἶναι θάμνος, πράσινη
ὅπου σκοτεινό, σκοτεινή.
Ἐκεῖ ποὺ οἱ καλαμιὲς σπέρνουν ψιθύρους,
ψιθυριστή,
ὅπου περνάει ρίζα, ριζωμένη
ὅπου κυλάει ρυάκι, ρέουσα
κι ὅπου δαγκώνει ἡ πέτρα, πέτρινη.

Στὴν ψυχή σου δὲν φθάνει κανεὶς
οὔτε διὰ ξηρᾶς οὔτε διὰ θαλάσσης.

Αὐτὸ τὸ δισκίο,
τὸ ἀκουμπισμένο στὸ μαῦρο ἀτμοσφαιρικὸ τραπέζι,
ποὺ τὸ περνᾷς κι ἐσύ, ὅπως κι οἱ ἄλλοι, γιὰ φεγγάρι,
ἄσ᾿ το, δὲν εἶναι φεγγάρι.
Εἶναι τὸ βραδινό μου χάπι
τὸ ψυχοτρόπο.



ΓΡΑΜΜΑ

Ὁ ταχυδρόμος,
σέρνοντας στὰ βήματά του τὴν ἐλπίδα μου
μοῦ ῾φερε καὶ σήμερα ἕνα φάκελο
μὲ τὴ σιωπή σου.
Τὸ ὄνομά μου γραμμένο ἀπ᾿ ἔξω μὲ λήθη.
Ἡ διεύθυνσή μου ἕνας ἀνύπαρκτος δρόμος.
Ὅμως ὁ ταχυδρόμος
τὸν βρῆκε ἀποσυρμένο στὴ μορφή μου,
κοιτώντας τὰ παράθυρα ποὺ ἔσκυβαν μαζί μου,
διαβάζοντας τὰ χέρια μου
ποὺ ἔπλαθαν κιόλας μιὰ ἀπάντηση.
Θὰ τὸν ἀνοίξω μὲ τὴν καρτερία μου
καὶ θὰ ξεσηκώσω μὲ τὴ μελαγχολία μου
τ᾿ ἄγραφά σου.
Κι αὔριο θὰ σοῦ ἀπαντήσω
στέλνοντάς σου μιὰ φωτογραφία μου.
Στὸ πέτο θὰ ἔχω σπασμένα τριφύλλια,
στὸ στῆθος σκαμμένο
τὸ μενταγιὸν τῆς συντριβῆς.
Καὶ στ᾿ αὐτιά μου θὰ κρεμάσω-συλλογίσου-
τὴ σιωπή σου.



ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΤΙ ΝΑ ΧΑΣΕΙΣ

Καλὰ τὰ βγάζει πέρα ἡ μοναξιὰ
φτωχικὰ ἀλλὰ τίμια.
Ἀλλοῦ κοιμᾶται αὐτὴ
κι ἀλλοῦ τὸ ἐγκρατὲς σκεπτικὸ ἐάν.

Μόνο καμιὰ φορὰ
σὲ πειραματισμοὺς τὴν παρασύρει
ἡ περιέργεια
- ὄφις προγενέστερος
καὶ πιὸ φανατικὸς
ἀπ᾿ τὸν νερόβραστον ἐκεῖνον τῆς μηλέας.

Δοκίμασε τῆς λέει, μὴ φοβᾶσαι
δὲν ἔχεις τί νὰ χάσεις
καὶ τὴν πείθει
νὰ κουλουριάζεται πνιχτὰ
νὰ τρίβεται σὰ γάτα ἀνεπαίσθητη
πάνω στὸν διαθέσιμο ἀέρα
ποῦ ἀφήνεις προσπερνώντας.

Ἀπόλαυση πολὺ μοναχικότερη 
ἀπὸ τὴ στέρησή της.



ΔΙΑΛΟΓΟΣ
ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΕ ΜΕΝΑ

Σοῦ εἶπα:
- Λύγισα.
Καὶ εἶπες:
- Μὴ θλίβεσαι.
Ἀπογοητεύσου ἥσυχα.
Ἤρεμα δέξου νὰ κοιτᾷς
σταματημένο τὸ ρολόι.
Λογικὰ ἀπελπίσου
πῶς δὲν εἶναι ξεκούρδιστο,
ὅτι ἔτσι δουλεύει ὁ δικός σου χρόνος.
Κι ἂν αἴφνης τύχει
νὰ σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μὴ ριψοκινδυνέψεις νὰ χαρεῖς.
Ἡ κίνηση αὐτὴ δὲν θά ῾ναι χρόνος.
Θά ῾ναι κάποιων ἐλπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή,
νηφάλια αὐτοεκθρονίσου
ἀπὸ τὰ χίλια σου παράθυρα..
Γιὰ ἕνα μήπως τ᾿ ἄνοιξες.
Κι αὐτοξεχάσου εὔχαρις.
Ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς,
γιὰ τὰ φθινόπωρα, τὰ κύκνεια,
τὶς μνῆμες, ὑδροροὲς τῶν ἐρώτων,
τὴν ἀλληλοκτονία τῶν ὠρῶν,
τῶν ἀγαλμάτων τὴν φερεγγυότητα,
ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς
γι᾿ ἀνθώπους ποὺ σιγὰ-σιγὰ λυγίζουν,
τὸ εἶπες.



ΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ

Ἐκκλησάκι ἔρημο ἐγκαταλειμμένο πιστευτό.
Θαρρεῖς ὅτι τὸ ἔχτισε ἐρείπωση.
Τὰ κεραμίδια στὸν τροῦλο
τρύπιο σάλι ριγμένο
στὴ γηραιὰ καμπούρα τῆς ἀνάτασης.

Τὰ μικρὰ παράθυρα κρέμονται
κάπως στραβὰ στὸν τοῖχο
σὰν εἰκονίτσες ποὺ σεισμὸς τὶς μετακίνησε
ἀπὸ τῆς πίστης τὸ ἴσιο.
Βιτρὸ στὰ τζάμια συνθεμένα
μὲ πολυκαιρινῆς βροχῆς σταγόνες ραγισμένες.

Ἄραγε νὰ ζεῖ μέσα ἡ ἁγιότης 
τρεφόμενη μὲ σβηστὰ κεράκια μόνο;

Κλειδωμένη ἡ ἀμφίβια πόρτα
- καὶ στὸ μέσα σκότος βυθισμένη ζεῖ
καὶ στὸ φῶς ἔξω κολυμπάει.
Ἐπάνω της τὴν πλάτη του ἀκουμπώντας
ἕνα σκαλοπατάκι
ζητιανεύει λίγην ἐπισκευή. Ἔχει σπάσει.

Καὶ ἡ φύση ποὺ ὅλα τὰ καλοπιάνει
καὶ τὴν ἀκμὴ λατρεύει
καὶ στὴ φθορὰ χατίρι δὲ χαλάει

ἐπισκευάζει τὴ ρωγμὴ στὸ σκαλοπάτι 
πολύχρωμα γεμίζοντάς την μὲ τσουκνίδες, 
γαϊδουράγκαθα, μολόχες, δαφνόφυλλα 
καὶ πικροπαπαροῦνες.

Καὶ γίνεται αἴφνης ἀνοιξιάτικος εὐδιάθετος 
γραφικὸς αἰσιόδοξος ὁ τρόμος 
γιὰ τὴν ἐρείπωση τῆς ἐγκατάλειψής μας.



EΡΕΒΟΣ

Σκύβοντας πάνω
ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς μου τὴ συσκότιση
στίχους ἰσχνοὺς θὰ ἐπιδείξω
ἀποκλεισμένους ἀπὸ ἀπρόσμενη κακοκαιρία
ποῦ πλήγωσε θανάσιμα
κάποιο δειλό μου λυκαυγές.

Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,
θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.
Ὁ τελευταῖος μόνο στίχος
τίποτε δὲν θὰ λέει.
Κοιτώντας θλιβερὰ τοὺς προηγούμενους
θὰ κλαίει.



ΕΥΦΛΕΚΤΗ Η ΑΠΟΣΤΑΣΗ

Ἀσυγχώρητη ἀπροσεξία 
νὰ μοῦ στείλεις ἐπὶ χάρτου ἐφημερίδας
ὁλοσέλιδή τη φωτογραφία σου
μὲ ἀναμμένο τὸ τσιγάρο της.

Ἂν ἔπιανε φωτιὰ ἡ παραλαβή; 
Ποιὰ πυροσβεστικὴ
ψυχραιμία εἰς μάτην θὰ καλοῦσα
σὲ ποιὸ διανυκτερεῦον ἔγκαυμα
θὰ ἔτρεχα ἀνήμπορο ἐγὼ χαρτὶ καμένο
σὲ ποιὰν ἐξαντλημένη θεραπεία

σὲ ποιὰν ἀποζημίωση μετά.
Ἀσφάλεια ἀναθρώσκοντος καπνοῦ
δὲν ἔχω κάνει.



Η ΓΛYKΥΤΑΤΗ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΣ

Τρισάγια κάθε τόσο
γιὰ νὰ δοθεῖ ἡ ὑπηκοότητα νεκροῦ
στὸν κεκοιμημένον δοῦλόν σου.

Ὕψιστε, τί ἐννοεῖς
ἄλλο νεκρὸς καὶ ἄλλο δοῦλος.
Κι ἀπὸ πότε ἐπιτρέπεται
νὰ κοιμοῦνται ἔτσι βαθιὰ
ἀτιμώρητοι οἱ δοῦλοι.

Τὸν κεκοιμημένον δοῦλόν σου.
Θέ μου, ἂν ἀπελευθερώνει ὁ θάνατος
ὅπως μᾶς τὸ ὑπόσχεται παρήγορη
ἡ γλυκύτατη ἀβεβαιότης, ἐσὺ
γιατί τὸν θὲς ντὲ καὶ καλὰ δουλέμπορο;

Τὸν κεκοιμημένον.
Περὶ ὕπνου πρόκειται, Κύριε;
Μὰ τοῦ κολλάει ὕπνος τοῦ νεκροῦ
ἔτσι εὔκολα νυστάζει ἡ ἀπώλεια τῆς ζωῆς;
Ἐδῶ ἐμεῖς, δοῦλοι τοῦ ἀπάνω κόσμου ἀκόμα
κι ὅμως ποιὸς κλείνει μάτι
ἂν δὲν τὸν νανουρίσει ὅπως ξέρει
μόνο ἡ γιαγιά του ἡ ἀβεβαιότης
μὲ τὴ γλυκεῖα της ρόδινη ἀφύπνιση.

Κύριε, μήπως ὅταν ἐνέκρινες
αὐτοὺς τοὺς ἀνελέητους ἀνταγωνιστικοὺς ψαλμοὺς
ἤσουν ἀκόμη ἄνθρωπος;



Η ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΗ ΠΕΤΡΑ

Μίλα. 
Πὲς κάτι, ὁτιδήποτε.
Μόνο μὴ στέκεις σὰν ἀτσάλινη ἀπουσία.
Διάλεξε ἔστω κάποια λέξη,
ποὺ νὰ σὲ δένει πιὸ σφιχτὰ
μὲ τὴν ἀοριστία.
Πές:
«ἄδικα»,
«δέντρο»,
«γυμνό».
Πές:
«θὰ δοῦμε»,
«ἀστάθμητο»,
«βάρος».
Ὑπάρχουν τόσες λέξεις ποὺ ὀνειρεύονται
μιὰ σύντομη, ἄδετη, ζωὴ μὲ τὴ φωνή σου.

Μίλα.
Ἔχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Ἐκεῖ ποὺ τελειώνουμε ἐμεῖς 
ἀρχίζει ἡ θάλασσα.
Πὲς κάτι.
Πὲς «κῦμα», ποὺ δὲν στέκεται.
Πὲς «βάρκα», ποὺ βουλιάζει
ἂν τὴν παραφορτώσεις μὲ προθέσεις.

Πὲς «στιγμή»,
ποὺ φωνάζει βοήθεια ὅτι πνίγεται,
μὴν τὴ σῴζεις,
πὲς
«δὲν ἄκουσα».

Μίλα.
Οἱ λέξεις ἔχουν ἔχθρες μεταξύ τους,
ἔχουν τοὺς ἀνταγωνισμούς:
ἂν κάποια ἀπ᾿ αὐτὲς σὲ αἰχμαλωτίσει,
σ᾿ ἐλευθερώνει ἄλλη.
Τράβα μία λέξη ἀπ᾿ τὴ νύχτα
στὴν τύχη.
Ὁλόκληρη νύχτα στὴν τύχη.
Μὴ λὲς «ὁλόκληρη»,
πὲς «ἐλάχιστη»,
ποὺ σ᾿ ἀφήνει νὰ φύγεις.
Ἐλάχιστη
αἴσθηση,
λύπη
ὁλόκληρη
δική μου.
Ὁλόκληρη νύχτα.

Μίλα.
Πὲς «ἀστέρι», ποὺ σβήνει.
Δὲν λιγοστεύει ἡ σιωπὴ μὲ μιὰ λέξη.
Πὲς «πέτρα»,
ποὺ εἶναι ἄσπαστη λέξη.
Ἔτσι, ἴσα ἴσα,
νὰ βάλω ἕναν τίτλο
σ᾿ αὐτὴ τὴ βόλτα τὴν παραθαλάσσια.



ΚΟΝΙΑΚ ΜΗΔΕΝ ΑΣΤΕΡΩΝ

Χαμένα πᾶνε ἐντελῶς τὰ λόγια τῶν δακρύων.
Ὅταν μιλάει ἡ ἀταξία ἡ τάξη σωπαίνει
-ἔχει μεγάλη πεῖρα ὁ χαμός.
Τώρα πρέπει νὰ σταθοῦμε στὸ πλευρὸ 
τοῦ ἀνώφελου.
Σιγὰ σιγὰ νὰ ξαναβρεῖ τὸ λέγειν της ἡ μνήμη
νὰ δίνει ὡραῖες συμβουλὲς μακροζωϊας
σὲ ὅ,τι ἔχει πεθάνει.

Ἂς σταθοῦμε στὸ πλευρὸ ἐτούτης τῆς μικρῆς 
Φωτογραφίας
ποὺ εἶναι ἀκόμα στὸν ἀνθὸ τοῦ μέλλοντός της:
νέοι ἀνώφελα λιγάκι ἀγκαλιασμένοι
ἐνώπιον ἀνωνύμως εὐθυμούσης παραλίας.
Ναύπλιο Εὔβοια Σκόπελος;
Θὰ πεῖς
καὶ ποὺ δὲν ἦταν τότε θάλασσα.

(ἀπὸ τὰ Ποιήματα, Ἴκαρος 1998)



ΜΙΑ ΜΕΤΕΩΡΗ ΚΥΡΙΑ

Βρέχει...
Μία κυρία ἐξέχει στὴ βροχὴ
μόνη
πάνω σ᾿ ἕνα ἀκυβέρνητο μπαλκόνι.
Κι εἶναι ἡ βροχὴ σὰν οἶκτος
κι εἶναι ἡ κυρία αὐτὴ
σὰν ράγισμα στὴ γυάλινη βροχή.
Τὸ βλέμμα της βαδίζει στὴ βροχή,
βαριὲς πατημασιὲς καημοῦ
τὸν βρόχινό του δρόμο
γεμίζοντας. Κοιτάζει...
Κι ὅλο ἀλλάζει στάση,
σὰν κάτι πιὸ μεγάλο της,
ἕνα ἀνυπέρβλητο,
νά ῾χει σταθεῖ
μπροστὰ σ᾿ ἐκεῖνο ποὺ κοιτάζει.
Γέρνει λοξὰ τὸ σῶμα
παίρνει τὴν κλίση τῆς βροχῆς
―χοντρὴ σταγόνα μοιάζει―
ὅμως τὸ ἀνυπέρβλητο μπροστά τῆς πάντα.
Κι εἶναι ἡ βροχὴ σὰν τύψη.
Κοιτάζει...
Ρίχνει τὰ χέρια ἔξω ἀπ᾿ τὰ κάγκελα
τὰ δίνει στὴ βροχὴ
πιάνει σταγόνες
φαίνεται καθαρὰ ἡ ἀνάγκη
γιὰ πράγματα χειροπιαστά.
Κοιτάζει...
Καί, ξαφνικά,
σὰν κάποιος νὰ τῆς ἔγνεψε «ὄχι»,
κάνει νὰ πάει μέσα.
Ποῦ μέσα ―
μετέωρη ὡς ἐξεῖχε στὴ βροχὴ
καὶ μόνη
πάνω σ᾿ ἕνα ἀκυβέρνητο μπαλκόνι.

(ἀπὸ τὰ Ποιήματα, Ἴκαρος 1998)



ΟΙ ΑΠΟΔΗΜΗΤΙΚΕΣ ΚΑΛΗΜΕΡΕΣ

Ἄρχισε ψύχρα.
Τὸ γύρισε ὁ καιρὸς σὲ ἀναχώρηση.

Ἡ πρώτη μέρα τοῦ Σεπτέμβρη
ξοδεύτηκε σὲ κάποια ὑδρορροή.
Ὡς χθὲς ἀκόμα ὅλα ἔρχονταν.
Ζέστες, ἡ διάθεση γιὰ φῶς,
λόγια, πουλιά,
πλαστογραφία ζωῆς.
Γονιμοποιοῦνταν κάθε βράδυ τὰ φεγγάρια,
πολλοὶ διάττοντες ἔρωτες
ᾖρθαν στὸν κόσμο τὸν περασμένο μήνα.

Τώρα ἡ γνωστὴ ψύχρα
κι ὅλα νὰ φεύγουν.

Ζέστες, πουλιά, ἡ διάθεση γιὰ φῶς.

Φεύγουν τὰ πουλιά, ἀκολουθοῦν τὰ λόγια
ἡ μία ἐρήμωση τραβάει πίσω τῆς τὴν ἄλλη
μὲ λύπη αὐτοδίδακτη.
Ἤδη ἀποσυνδέθηκε τὸ φῶς ἀπὸ τὴν ἐπανάπαυση
κι ἀπὸ τὶς καλημέρες σου.
Τὰ παράθυρα ἐνδίδουν.
Τὸ χέρι τοῦ μεταβλητοῦ κλείνει τὰ τζάμια,
ἄλλοι λὲν ὡς τὴν ἄνοιξη,
ἄλλοι φοβοῦνται διὰ βίου.

Κι ἐσὺ τί κάθεσαι;
Καιρὸς νὰ μπεῖς κι ἐσὺ στὰ ἀλλαγμένα.
Νὰ γίνεις ὅτι ἀναρωτιόμουν πέρυσι:
«ποιὸς ξέρει τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο;».
Καιρὸς νὰ γίνεις «τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο».
Ἄρχισε ψύχρα.
Ρῖξε στὴν πλάτη σου ἕνα ροῦχο ἀποδημίας.



Ο ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ὁ ἔρωτας, 
ὄνομα οὐσιαστικόν, 
πολὺ οὐσιαστικόν, 
ἑνικοῦ ἀριθμοῦ, 
γένους οὔτε θηλυκοῦ, οὔτε ἀρσενικοῦ, 
γένους ἀνυπεράσπιστου.
Πληθυντικὸς ἀριθμὸς 
οἱ ἀνυπεράσπιστοι ἔρωτες.

Ὁ φόβος, 
ὄνομα οὐσιαστικὸν 
στὴν ἀρχὴ ἑνικὸς ἀριθμὸς 
καὶ μετὰ πληθυντικὸς 
οἱ φόβοι. 
Οἱ φόβοι 
γιὰ ὅλα ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.

Ἡ μνήμη, 
κύριο ὄνομα τῶν θλίψεων, 
ἑνικοῦ ἀριθμοῦ 
μόνον ἑνικοῦ ἀριθμοῦ 
καὶ ἄκλιτη. 
Ἡ μνήμη, ἡ μνήμη, ἡ μνήμη.

Ἡ νύχτα, 
Ὄνομα οὐσιαστικόν, 
Γένους θηλυκοῦ, 
Ἑνικὸς ἀριθμός. 
Πληθυντικὸς ἀριθμὸς 
Οἱ νύχτες. 
Οἱ νύχτες ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.

(ἀπὸ τὰ Ποιήματα, Ἴκαρος 1998)



ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ

Αὐτὴ τὴ μέρα
ἄφησε νὰ σοῦ ἐμπιστευτῶ τὴν ἱστορία μου:
Μελαγχολικός της ζωῆς ἄνεμος εἶμαι
ποὺ νυχτώθηκα καὶ ἀπόμεινα σ᾿ ἕνα χθὲς ἀνάλγητο.

Ἔλα λοιπόν, καὶ μὲ τὰ μάτια σου,
ποῦ ῾ναι καταχνιὰ κι ἐνάστρωση,
τὸ σύθαμπο καὶ τὸ πρωὶ
σὲ μιὰν ἀλλόκοτη σύγκλιση,
ἀνάστειλε τὴ νύχτα μου.

Ἔλα
Κι ἂς εἶναι μοιραῖο πὼς ἀργότερα,
ὅταν ἀνάμεσά μας θ᾿ ἀναδεύεται,
σὲ ἀνυπόφορη μεγέθυνση,
τὸ μυστικό μας τ᾿ ἀδυσώπητο,
-πὼς σημερινοὶ εἴμαστε καὶ ξένοι-
μὲ τὸν ὑποβολέα τῆς πίκρας μου
παμπάλαιο κατευόδιο θ᾿ ἀπαγγείλω πάλι
στὶς ὧρες τὶς ἀγέρωχες,
ποὺ ἀνεβασμένες στὶς σχεδίες τοῦ ἀνέκκλητου
πρὸς ἕνα ἀδηφάγο αὔριο θὰ λάμνουν.



ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ

Ἐπεκτείνομαι καὶ βιώνω
παράνομα
σὲ περιοχὲς ποὺ σὰν ὑπαρκτὲς
δὲν παραδέχονται οἱ ἄλλοι.
Ἐκεῖ σταματῶ καὶ ἐκθέτω
τὸν καταδιωγμένο κόσμο μου,
ἐκεῖ τὸν ἀναπαράγω
μὲ πικρὰ κι ἀπειθάρχητα μέσα,
ἐκεῖ τὸν ἀναθέτω
σ᾿ ἕναν ἥλιο
χωρὶς σχῆμα, χωρὶς φῶς,
ἀμετακίνητο,
προσωπικό μου.
Ἐκεῖ συμβαίνω.

Κάποτε, ὅμως,
παύει αὐτό.
Καὶ συστέλλομαι,
κι ἐπανέρχομαι βίαια
(πρὸς καθησυχασμόν)
στὴ νόμιμη καὶ παραδεκτὴ
περιοχὴ
στὴν ἐγκόσμια πίκρα.

Καὶ διαψεύδομαι.



ΠΕΡΑΣΑ

Περπατῶ καὶ νυχτώνει.
Ἀποφασίζω καὶ νυχτώνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ὑπῆρξα περίεργη καὶ μελετηρή.
Ξέρω ἀπ᾿ ὅλα. Λίγο ἀπ᾿ ὅλα.
Τὰ ὀνόματα τῶν λουλουδιῶν ὅταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οἱ λέξεις καὶ πότε κρυώνουμε.
Πόσο εὔκολα γυρίζει ἡ κλειδαριὰ τῶν αἰσθημάτων
μ᾿ ἕνα ὁποιοδήποτε κλειδὶ τῆς λησμονιᾶς.
Ὄχι δὲν εἶμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες μὲ βροχή,
ἐντάθηκα πίσω ἀπ᾿ αὐτὸ
τὸ συρματόπλεγμα τὸ ὑδάτινο
ὑπομονετικὰ κι ἀπαρατήρητα,
ὅπως ὁ πόνος τῶν δέντρων
ὅταν τὸ ὕστατο φύλλο τοὺς φεύγει
κι ὅπως ὁ φόβος τῶν γενναίων.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Πέρασα ἀπὸ κήπους, στάθηκα σὲ συντριβάνια 
καὶ εἶδα πολλὰ ἀγαλματίδια νὰ γελοῦν
σὲ ἀθέατα αἴτια χαρᾶς.
Καὶ μικροὺς ἐρωτιδεῖς, καυχησιάρηδες.
Τὰ τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σὲ νύχτες μου καὶ ρέμβασα.
Εἶδα πολλὰ καὶ ὡραῖα ὄνειρα
καὶ εἶδα νὰ ξεχνιέμαι.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολὺ στὰ αἰσθήματα,
τὰ δικά μου καὶ τῶν ἄλλων,
κι ἔμενε πάντα χῶρος ἀνάμεσά τους
νὰ περάσει ὁ πλατὺς χρόνος.
Πέρασα ἀπὸ ταχυδρομεῖα καὶ ξαναπέρασα.
Ἔγραψα γράμματα καὶ ξαναέγραψα
καὶ στὸ θεὸ τῆς ἀπαντήσεως προσευχήθηκα ἄκοπα.
Ἔλαβα κάρτες σύντομες:
ἐγκάρδιο ἀποχαιρετιστήριο ἀπὸ τὴν Πάτρα
καὶ κάτι χαιρετίσματα
ἀπὸ τὸν Πύργο τῆς Πίζας ποὺ γέρνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη ποὺ γέρνει ἡ μέρα.

Μίλησα πολύ. Στοὺς ἀνθρώπους,
στοὺς φανοστάτες, στὶς φωτογραφίες.
Καὶ πολὺ στὶς ἁλυσίδες.
Ἔμαθα νὰ διαβάζω χέρια
καὶ νὰ χάνω χέρια.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πῆγα κι ἀπὸ ἐδῶ, πῆγα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ...
Παντοῦ ἕτοιμος νὰ γεράσει ὁ κόσμος.
Ἔχασα κι ἀπὸ ἐδῶ, ἔχασα κι ἀπὸ κεῖ.
Κι ἀπὸ τὴν προσοχή μου μέσα ἔχασα
κι ἀπὸ τὴν ἀπροσεξία μου.
Πῆγα καὶ στὴ θάλασσα.
Μοῦ ὀφειλόταν ἕνα πλάτος. Πὲς πῶς τὸ πῆρα.
Φοβήθηκα τὴ μοναξιὰ
καὶ φαντάστηκα ἀνθρώπους.
Τοὺς εἶδα νὰ πέφτουν
ἀπὸ τὸ χέρι μιᾶς ἥσυχης σκόνης,
ποὺ διέτρεχε μιὰν ἡλιαχτίδα
κι ἄλλους ἀπὸ τὸν ἦχο μιᾶς καμπάνας ἐλάχιστης.
Καὶ ἠχήθηκα σὲ κωδωνοκρουσίες
ὀρθόδοξης ἐρημιᾶς.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ἔπιασα καὶ φωτιὰ καὶ σιγοκάηκα.
Καὶ δὲν μοῦ ἔλειψε οὔτε τῶν φεγγαριῶν ἡ πεῖρα.
Ἡ χάση τοὺς πάνω ἀπὸ θάλασσες κι ἀπὸ μάτια,
σκοτεινή, μὲ ἀκόνισε.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ὅσο μπόρεσα ἔφερ᾿ ἀντίσταση σ᾿ αὐτὸ τὸ ποτάμι
ὅταν εἶχε νερὸ πολύ, νὰ μὴ μὲ πάρει,
κι ὅσο ἦταν δυνατὸν φαντάστηκα νερὸ
στὰ ξεροπόταμα
καὶ παρασύρθηκα.

Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Σὲ σωστὴ ὥρα νυχτώνει.



ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ

Περιμένω. Σὲ φουαγιὲ θεάτρου.
Ὥσπου ν᾿ ἀρχίσει ἡ παράσταση
βλέπω τί παίζεται πλαγίως 
ἐντὸς ἐνυδρείου ποὺ διασκεδάζει 
τὴν ἀναμονή.

Τετράγωνο περίπου σὰν κουτὶ
παπουτσιῶν στὸ νούμερο τῆς ὑπερβολῆς.
Σὲ γωνία σφηνωμένο γιὰ νὰ γεύονται 
διπλὴ ἀσφυξία οἱ τοῖχοι.
Μικρὰ ψαράκια ὅσο τὸ χρυσαφὶ τοῦ ἥλιου 
ἐπάνω σὲ χρυσόμυγας ξεριζωμένο βόμβο
τρέχουν πανικόβλητα. Σκυλόψαρο τζάμι τὰ κυνηγᾷ. 
Νᾶνος βυθός. Τὸν γαργαλάει εὔκολα
μὲ τὰ κοντά της δαχτυλάκια ἡ ἐπιφάνεια.

Συνθλίβεται ἡ πλεύση συχνὰ
στὶς συμπληγάδες πέτρες-χαλίκι 
εὕρημα στεριανό. 
Κάθε τόσο ἀγωγὸς κρυμμένος στέλνει
βίαιο ἀέρα φουρτουνιάζει κάπως ἡ ἀνία
φύκια ξεμαλλιάζονται μὲ πλαστικὸν
ὀλοφυρμό. Γιὰ λίγο
καταποντίζεται ἡ ὁρατότης. Ὥσπου
μισοπνιγμένη τὴν τραβᾶνε κατὰ πάνω
κάτι φυσαλίδες ὀξυγόνου μικρὲς
σὰν καρφίτσας κεφαλάκι ποὺ βγαίνουν
ἀπὸ τῶν ματιῶν μου τὴ λιγοστὴ φιάλη.

Τί λυπᾶσαι, χρυσόψαρα εἶναι
οὔτε ποὺ γνώρισαν θάλασσα ποτέ τους.

Καὶ μεῖς πόσο τάχα γνωρίσαμε; 
Κι ὅμως τὸ νοσταλγοῦμε αὐτὸ τὸ διόλου.



ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΟ

Σκορπίζουν
τῶν δακρύων οἱ μεγάλες συγκεντρώσεις.
Μνήμη καὶ παρὸν ψάχνουν νὰ κρυφτοῦν
ἀπὸ τὴ διαύγειά τους.

Ἀραιὰ ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ τουφεκιὰ
πότε ἀπὸ κεῖνο τὸ εὐκρινὲς
χαράκωμα ἡ λύπη πότε ἀπὸ ἀμυδρότερο.
Στρατηγικὴ νὰ δείξει τάχα
ὅτι ἔρχονται ἐνισχύσεις.
Ἂς παραδοθεῖ.

Ἔχει σχεδὸν ἐπικρατήσει ἡ φωτογραφία σου.
Ἐξαπλώθηκε ὅπου βρῆκε ἄμαχη ἐπιφάνεια
ἀποδεκατισμένη αἴσθηση πρόθυμη γιὰ γαλήνη.
Ἀνεμίζει στῶν βλεμμάτων τὰ ὑψώματα
ὄχι σὰν ἔθιμο ἀδρανὲς μελαγχολικὸ
μὰ ὡς γενναῖος συκοφάντης τῆς ἀπώλειάς σου.
Μέρα τὴ μέρα πείθει πῶς τίποτα δὲν ἄλλαξε
ὅτι ἤσουν πάντα ἔτσι, ἀπὸ χαρτὶ
ἐκ γενετῆς φωτογραφία σὲ συνάντησα
ἀνέκαθεν πὼς ἔτσι σ᾿ ἀγαποῦσα γυρολόγα
ἀπὸ εἰκόνα σὲ ἀπεικόνιση
κι ἀπὸ ἀπεικόνιση σὲ εἰκόνα σου ἀρκέστηκα.

Μνήμη καὶ παρὸν πρέπει νὰ κρυφτοῦν
ἀπὸ τὴ διαύγειά τους.

Ἀραιὰ ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ τουφεκιὰ ἀμυδρὴ
Μαρτυρία ὑπέρ σου ἡ λύπη
ἂς παραδοθεῖ.
Ὁ μόνος ἀξιόπιστος μάρτυρας ὅτι ζήσαμε
εἶναι ἡ ἀπουσία μας.



ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΙΛΗ ΤΟΥ ΘΕΛΩ

Σοῦ ἔτεινα προσέγγιση
ἀλλὰ ἤδη χαιρετισμὸ μοῦ ἔστελνε τὸ χέρι σου
ἀπογειωμένο σὲ ὕψος ἀσφαλείας του
πάνω ἀπὸ δυὸ χιλιάδες πόδια ὑπολογίζω.

Ἄξιον ἀπορίας τὰ κατάφερα
τηλαισθαντικὸς ἀεροπειρατὴς νὰ μπῶ
στὸν ἐναέριο χῶρο του
καὶ σημαδεύοντας τὸ μὲ μακρύκανο
κυνηγετικὸν αἰφνιδιασμὸ
νὰ χάσει ὕψος τὸ ἀνάγκασα
καὶ μὲς στὸ χέρι μου νὰ προσγειωθεῖ.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 1948

Κρατῶ λουλοῦδι μᾶλλον.
Παράξενο.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασε κῆπος κάποτε.

Στὸ ἄλλο χέρι
κρατῶ πέτρα.
Μὲ χάρη καὶ ἔπαρση.
Ὑπόνοια καμιὰ
ὅτι προειδοποιοῦμαι γι᾿ ἀλλοιώσεις,
προγεύομαι ἄμυνες.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασε ἄγνοια κάποτε.

Χαμογελῶ.
Ἡ καμπύλη του χαμόγελου,
τὸ κοῖλο αὐτῆς τῆς διαθέσεως,
μοιάζει μὲ τόξο καλὰ τεντωμένο,
ἕτοιμο.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασε στόχος κάποτε.
Καὶ προδιάθεση νίκης.

Τὸ βλέμμα βυθισμένο
στὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα:
τὸν ἀπαγορευμένο καρπὸ
τῆς προσδοκίας γεύεται.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασε πίστη κάποτε.

Ἡ σκιά μου, παιχνίδι τοῦ ἥλιου μόνο.
Φοράει στολὴ δισταγμοῦ.
Δὲν ἔχει ἀκόμα προφθάσει νὰ εἶναι
σύντροφός μου ἢ καταδότης.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασ᾿ ἐπάρκεια κάποτε.

Σὺ δὲν φαίνεσαι.
Ὅμως γιὰ νὰ ὑπάρχει γκρεμὸς στὸ τοπίο,
γιὰ νά ῾χω σταθεῖ στὴν ἄκρη του
κρατώντας λουλούδι
καὶ χαμογελώντας,
θὰ πεῖ πὼς ὅπου νά ῾ναι ἔρχεσαι.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
ζωὴ πέρασες κάποτε.

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/kikh_dhmoyla/various.htm#ΣΑΣ_ΑΦΗΣΑ_ΜΗΝΥΜΑ


Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο τέταρτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο τέταρτο)
30 Οκτωβρίου 2013 στις 6:03 μ.μ.


Η Εσθήρ, ήτανε το κρυφό αστέρι του τεμπελοχανείου Ιμπεριάλ, ακριβώς όπως της είχε ορισμένο το όνομά της (και θέλω να τονίσω εδώ για τις μελλοντικές γενιές, τη σημασία και τη δύναμη του ονόματος - πως όταν, δηλαδή, βαφτίζεται ένα πλάσμα ανθρώπινο - αυτό είναι το πρώτο και πιο βασικό και το μοναδικό προικιό του να είναι κατοχή μέχρι θανάτου, άλλοτε προίκα κι άλλοτε πικρία - και διαυτό, όταν βαφτίζετε, είτε ωσάν γονείς είτε ως βαπτιστές: να ενθυμείστε τη βαρύτητα του έργου κι ότι το όνομα είναι το πρώτο λιθαράκι κάθε μοίρας, ίσως κι ο λίθος της ο ακρογωνιαίος). Λοιπόν, Εσθήρ - που σήμαινε σε μία γλώσσα την Κρυμμένη, σε άλλη γλώσσα μιαν αστερόεσσα απόκοσμης της λάμψης. Και με την πλώρη της ως έτσι και τη δε πρύμνη ως αλλιώς - πήγαινε και αυτή από φυλή κατατρεγμένη και σα βαρκούλα καταιγίδος άλλοτε να αστράφτει και άλλοτε να κρύβεται. Και πιο συχνά, να κρύβετ' απαστράπτουσα και να λαμποκοπά όταν κρυμμένη. Τώρα, έχουμε μπερδευτεί ενδεχομένως ίσως κι επακριβώς όσο μας πρέπει - για να δυεισδήσουμε στα Άγια των Αγίων του μαγερείου στο Ιμπεριάλ, και να κρυφοκοιτάξουμε τι παίζεται εκεί μέσα. Η Εσθήρ, με τις τρεσούλες αρμονικών μαλλιών σφιχτοπλεγμένες και καλυμμένες κάτω από μια σοβαρή μαντίλα - μισή αρχοντιά καθαριότητας: πολτοποιεί τα νεκταρίνια που είναι διαλεγμένα για την ώρα τους, ούτε ακόμα άγουρα ούτε μια μέρα παραπάνω από ώριμα (αυτό, λέει, είναι το μυστικό - όπως με τα κορίτσια, πρέπει να τα 'βρεις του φιλιού - αυτή εδώ, είναι τελείως φρόνιμη - αλλά μαγείρισσα και ζαχαροπλαστίνα του αμείλικτου - όσοι την έχουν δει στην αγορά έχουνε νοιώσει ένα πάγωμα στο μέσα τους, ο τρόπος της ούτε ταιριάζει με τα χρόνια της, ούτε και με το κοριτσίστικο παρουσιαστικό της, είναι σα στρατηγός με τα φουσάτα). Τα νεκταρίνια, που θα παντρευτούνε το Αϊράνι και θα ευλογηθούν με μυγδαλάκια που έχουνε μουσκέψει στα λικέρια για δυο-τρεις ώρες, μέρες - τα μυστικά της έχει μάθει να μην τα λέει - είναι στα σίγουρα και εντελώς μελετημένα - αλλά ο διάτανος να πάρει να σηκώσει, σιγά και δε μπορεί κανένας να την ξεγελάσει, να της σηκώσει τα καπρίτσια, να πάρει ένα σχέδιο; Μόνο πετάει από ΄δω και από ΄κει και όλα πώς τα κάνει και να φαίνονται φτιαγμένα στο περίπου, κι οι γεύσεις της χτυπάνε πάντα κέντρο; Όσες φορές και να ερθεί κανείς, είναι σαν που να γεύεται το ίδιο το πιατάκι, ή το κομμάτι που ακόμα πριν πόσους μήνες το είχε πρωτοπαραγγελμένο - μια πιστότητα που να σου φέρνει δάκρυα στα μάτια, από του άλλου κόσμου και ουχί του κόσμου τούτου. Αμ' οι Χαλβάδες - κι άντε, πες ότι ετούτο είναι εύκολο - αμ' η Ταϊγκλά της; ελαφριά όπως το δίχτυ της μικρότερης αράχνης από το παραμύθι που ξεχάστηκε μα άφησε το ρίγος του, τη φρίκη! Αμέ το άλλο το απίστευτο το πράμα που βάζει στην κομπόστα με τ' αχλάδια (ξέραμε τις κανέλλες, βεβαίως τα γαρύφαλλα, τις πρέζες του λιμόντουζου, άντε και τις μυτιές της αμπερόζας - κι άμα σ' απέλειπε, ένα κλωνάρι γεράνι κόκκινο αλλά χωρίς το άνθος, μα αυτό το αστεράτο, το διαβόλικο - που μύριζε σαν το γλυκάνισο και σαν το δάκρυ ούζου), το ξύλινο τ΄αστράκι - και να μη λέει η κακούργα και πού το 'βρισκε; Και να μην πούμε για τα γλυκά της τα βραστά, του κουταλιού - τα κερασάκια με τα χρώματα μιας χήρας που κλαίει το φιλί, εκείνες τις ελίτσες που ήτανε πικρές της γλύκας και πίκρες της ηδύτητας. Και πάει λέγοντας, όλο από τη μία την κρυφοσυνταγή πέρα στην άλλη - πέρα στους πέρα κάμπους που είναι οι ελιές, εκεί μας πήγαινε και ως το όρος Κάρμελο με τους ωραίους κήπους, τους αμπελώνες του ηφαίστειου - και λέω, αμπελώνες - και για να τελειώνουμε λοιπον, να πιούμε στην υγειά της, όση της μένει - και να μας κόβει χρονάκια ο Θεός να της χαρίζει μέρες: το σερμπετί τριαντάφυλλο (που το 'χαμε στο Ιμπεριάλ λανσαρισμένο και ρεκλαμαρισμένο με το όνομα Ρόδο της Κεκαρμένης - και τι να σήμαινε αυτό, ποιά ήταν δηλαδή η Κεκαρμένη, κανένα τέτοιο όνομα δεν ξέραμε, μην ήτανε καμμιά αρχαία πριγκίπισσα;) - με οίνον καμπανίτη, να το βάνεις στο στόμα σου να σε φιλάει τη γλώσσα και να σου μερμηγκιάζει ως και ο νους, ως και τα πόδια κάτω κι απ΄τις πατούσες και ως τα δάχτυλα - αυτή μας είχε κάνει δώρο να μας την πει τη συνταγή, και μα ποτέ δεν έπιασε, όσο και να την προσπαθήσαμε, σας την εδίνουμε και για εσάς εδώ άμα τη δοκιμάσετε - μα είναι θέμα τελειωμένο πως ούτε και εσείς θα την πετύχετε όπως την έκανε εκείνη - δε λέμε όπως θα της έβγαινε, παρακαλώ παρατηρήσατε, δώσετε βάση στην πενία... Λοιπόν, τα υλικά της μας είχε πει: δυο κούπες του μετρήματος ανάρια γεμισμένες (μην τύχει τις στουμπώσετε γιατί θα βγει πικρό) πέταλα τριαντάφυλλο - κυρίως από εκατόφυλλο, μα ότι κι άμα βρείτε - μόνο να έχουν είτε το χρώμα κόκκινο απλό, όχι το βελουδένιο που κάπως σα μαυρίζει, αλλιώς το ροδαλό - ποτέ και σε καμμιά περίπτωση τα κίτρινα ή τα πορτοκαλένια είτε τ' άσπρα, γιατί δεν ξέρουν να ηδίνουν γλύκα, ξινογίνονται. Να κόψετε και τα ασπράκια στου πέταλου τη βάση, τώρα που το θυμήθηκα, αυτό το τόνιζε ιδιαίτερα, ήτανε και Χριστούγεννα όταν μας είχε σα δώρο κάνει την ετουτη συνταγή - παρότι δεν επίστευε στη χάρη του, είχε μια ώρα να προσφέρει ανοιχτόκαρδα, μας καταλάβαινε κι εμάς κατατρεγμένες και μας ηγάπησε. Προσθέτουμε, μια κούπα φινοζάχαρη κι ακόμα δυο κουταλιές της σούπας - προσέχτε, όχι του καφέ! Τρεις κούπες δροσερό νερό - τρεις κουταλιές λεμόνι φρέσκα στιμμένο, να μη βάλετε λιμόντουζου - για θα σας πήξει, και δεν το θέλετε. Μια κούπα καμπανίτη έξτρα στυφό, προτιμητέο να είναι από σταφύλια μπρούσκα, κι απέ τέλους μια κουταλιά της σούπας με ροδόνερο για να σταθεί η γεύση, ξέρετε, όπως το βάνουμε και για τη ζύμη του κουραμπιέ, τις άγιες ημέρες. Η προετοιμασία που θα γίνει, έχει ως έτσι: χτυπήσατε και λοιώσατε τα πέταλα να σμίξουν με τη ζάχαρη μέχρι να γίνουνε μια φίνα πάστα και κρεμώδης, να μη σβολιάζει. Προσθέσατε μισή κούπα δροσόνερο, και στο κατόπι το υπόλοιπο νερό, το λεμονάκι, τον καμπανίτη και το ρόδο το ροδόνερο - αργά και σταθερά ανακατεύοντας με κίνηση στο χέρι της αγάπης, απ΄τον καρπό κι ελεύθερα, ούτε με πολύ νεύρο, ούτε κι άνευρα, όπως τις ώρες που 'ναι της νυχτός, σαν όμοιο πράμα. Μετά περνάτε από σίβα με τουλπάνι, ό, τι πιο φίνο έχετε και πρόχειρο - κι ύστερα - να πηγαίνουν κάτω τα φαρμάκια και εις υγείαν των! Πάντως, ποτέ δε βγήκε καμμιανής ως της Αστέρως, της Αστρινιώς! Και άμα με ρωτήσετε, εγώ νομίζω ότι το παρακράτησε το μυστικό - και δε μας το εδώρισε καθόλου, παρά το έκανε για να μας βασκανίσει. Μα πρέπει να' τανε καλή η βασκανία, όλες μας πήραμε για άντρες μας ασίκηδες ωραίους και γνωρίζανε τα χάδια - να ήταν από τύχη, ή μπα και να είχε βοηθήσει το σερμπέτι της; Κι ακόμα, πως τραγούδαγε κάτι ωραία πένθιμα, κάτι παραπονιάρικα σαν του Χριστού το κλάμα - κι ερχόντουσαν οι διάφοροι, και είχε γίνει το Ιμπεριάλ πια ένα μεγαλείο: αυτό εμένα δε μου το 'βγαζε κανείς από το νου, ας όψονται τα χέρια της Εσθήρ και τα χειλάκια της. Όλο να μαγειρεύει με τους ψαλμούς, τους τρέλανε καμπόσους, ερχόνταν και στριμώχνονταν και σιμαδιά με το καφασωτό, τόσους οντάδες είχαμε και θέα προς τα κύματα, αυτοί εκεί, δίπλα 'πο την κουζίνα να την ακούνε όπως αμανέδιζε. Και ήτανε και δύο που μοιάζανε ξαδέρφια - αυτοί εκεί σα μπάστακες, μάλιστα Αϊβαλιώτικοι! Έλεγα πως να δώσει κι ο Θεός, η Παναγία να μας τους λυπηθεί μην πιάκονταν στα χέρια - και ποιός θα τους εχώριζε κι αν τύχει: ήτανε και οι δυο ευχάριστοι στο μάτι, ποιόν να διάλεγες;




(συνεχίζεται)




© Ολβία Παπαηλίου, 2013





Ομοιότητα της Εσθήρ όπως είχε φανεί στην τελετή του γάμου της (από το χέρι άγνωστου ζωγράφου, βρέθηκε σε ένα μπαούλο σε σπίτι επί της οδού Μαντζάκου στη Νεάπολη Εξαρχείων, περί το - ημερομηνία δυσανάγνωστη).

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο τρίτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο τρίτο)
30 Οκτωβρίου 2013 στις 1:04 π.μ.


Ετούτος τώρα ο ΧατζηΡεΐς, ήτανε ένας άνθρωπος παράξενος, βίος και πολιτεία: Τα ιδικά του χούγια και των λογιών τερτίπια κι η ιστορία του σογιού του είχε - εξ απαλών ονύχων - απαθανατιστεί στους στίχους μίας σούρας; ενός καρσιλαμά; ή μήπως ήτανε εις τα τραγούδια κάποιου σούφικου ανεμοζάλη ποιητή, τρέχα και γύρευγε. Πάντως, ήτο ο άνθρωπος αυτός ένας μπαξές, αλλά με πύλες διπλοτριπλοκλείδωτες. Χωράτευε με χριστιανούς, αγαρηνούς και κάθε καμιανού που ούτε γνώριζε κανείς πούθε κρατούσε η σκούφιαν των, δεν είχε ούτε και θεό, ουδέ προφήτη, μηδέ όσιο. Όμως, αρκούσε να κοιτάξει ως μες στα μάτια σου - και σ' είχε κάμει φίλο. Και τα εν λόγω ομμάτια χρυσο-και-μελοκίτρινα, σταφυλοκεχριμπάρικα - σε κόβανε ωσάν ήσουν πεπόνι, μάλιστα του γινώματος. Λέγανε, ότι είχε ο προπάππος του (ενδεχομένως ή ο πάππος) εναμαρτήσει να παρατήσει μια γυναίκα με τα ανήλικα παιδιά γιατί τον κάλεσε καλέ μου τ' άγιο πνεύμα να πα να γίνει μοναχός του -και αμαρτία ή ξεναμαρτία- έφτασε και να πάει σε ύψη ψηλωμένα και που εγίνηκε χατζής. Και το κρατούσε πια και κείνος ως εγγονός μες στο ονόμι του, κόντεψε του πατέρα του να του 'ρθει ο ταμπλάς, ότι το σπλάχνο του εφύλαξε του άχρηστου τη μνήμη: παραιτημένος δα από γονιό που κοίταζε κατάματα τον εαυτούλη του και τους επίκωσε στο αμανάτι σε μια μάνα και σκύλα, όπου ξενόπλενε και έστελνε τον ίδιο του τον παπάκο του Ρεΐση για νερό, τον αδερφό αυτού (στο μέλλον θείο του μπαγάσα) για να φέρνει τα ξυλαράκια - κι αυτός, αυτή η φάρα η απίστευτη - δε φτάνει που ποτέ του δεν απασχολήθηκε με τα εμπορικά, παρά να πήγε και να κατετάγει στις αρμάδες - κι απέ, να έχει να συστήνεται και ως ΧατζηΡεΐς - ε, πήγαινε πια αυτό πολύ, κι ο κόσμος είχε καταληχτεί κάθε διαβόλου! Και ίσα και σχεδόν του έκοψε την καλημέρα και θα τον είχε και πεταγμένο απ΄τη διαθήκη, έλα που όμως ήτανε εκείνα του τα μάτια σαν της μεγάλης γάτας, της κουκουβάγιας - και σε υπνώτιζε, είχε και τη φωνή σα μέλι, τέτοιο καρατσογλάνι - ε, μα! Στους λίγους μήνες πάνω από εκειόνε τον καυγά που του ΄χε ρίξει τις τρεις κουβέρτες τα μπινελίκια, λύγισε ο πατήρ κι έκαμε πίσω, κι εδώσανε τα χέρια, με τούμπαρε το ιτς ογλάν (έλεγε πως μετά πολλά ο στοργικός πατέρας), και τον συγχώρεσα. Μα αυτό που δεν εστέργετο καθόλου όπως παραδεχτεί, και ίσως το είχε άλλωστε καλά λησμονημένο (για να μη χάσει και κάθε μπούσουλα τελείως, τα κάνει κάτι τέτοια τοτσερβελάκι, μια γίνονται - και μια που τα ξεχάσαμε!), ο έρμος του ο γιός - Χατζηρεΐσης, ή Χατζής, είτε Ρεΐσης - δεν είχε πάρει μέρος εις τη μάνητα, ούτε καυγά μηδέ φιλονικία, ουδέ και την παραμικρήν αυθάδεια δεν είχε καταδείξει, είχε καθήσει σαν το ήσυχο σκυλί να βρέχεται λασπόνερα και τις αλλόφρονες κατάρες ενός γονιού που είχε φτάσει σε κάποιον ορισμένως εκκεντρισμό, ήτανε ο μισός εντός του εαυτού του κι ο έτερος και έξω απ΄τα ρούχα του ως τον εξέχεζε πατόκορφον και τον εκαταριόταν - κι ακούστε περί τις ποιές κατάρες του επρόκειτο:"Που να μη γλυκαθείς παρά τη μέρα Σάββατο, κι εκείνη μόνο λίγο" (γράφε εσύ Τζουμάρτεσι, αυτό κράτα και φύλαχ' το)."Ω, που να σκάσει το κακό σου για παιδί, εγώ δεν έσπειρα αγόρι - έχω σπαρμένο ένα Γενιτσαριό." "Που να σου δώνουνε λεφτά και να στα τρώνε οι φίλοι", αυτό συνέβαινε, αλλά όλο είχε λεφτά για κάψιμο, φίλους να του τα καίνε - δε ζημιώθηκε, ήτανε σαν ετούτη η κατάρα να είχε μέσα και το πρέπον γιατρικό, ερχότανε μαθές μία ή άλλη. Και η χειρότερη, η πιο βαριά, η τέταρτη:

"Που να σε δέσει στην ποδιά της μια Εβραία, και να μη σώσεις να την πάρεις, να σκυλεύεσαι." Αυτή η τελευταία, ήτανε μά για να γελάς, μά για να κλαίγεις - και ο ΧατζηΡεΐς δεν το ημπόρα να την κρατήσει με τοις μετρητοίς, δή αφ' ενός ίδιο του έκανε του πάσα ένα και της μιας η μυστική θρησκεία, και άμα του γούσταρε γυναίκα, μωρ' θα την έπαιρνε κι ας ήτο και χανούμισσα - αλλά για παντρειές και άλλα τέτοια θέματασαν αρραβώνες, προξενιά και τίποτα λογοδοσίματα, αυτά τα έτρεμε ως διάολος το λιβάνι. Είχε από νωρίς του φοβηθεί και του ΄χε εντυπωθεί πως κράταγε απ΄τη γενιά του αρνηστή, του κλέφτη της αγάπης - και για θεό ή όχι, και για ποίηση είτε για στριφογύρισμα - είχε ο ίδιος ο παππούλης του αφήσει γυναίκα σαν τα γάργαρα νερά (και με τα δυο παιδάκια), τότε σημαίνει πως κι οι γάμοι και οι έρωτες και όλα τα καλά τους κανένανε δε σώζουνε, άμα θα έρθει ο άγγελός σου να σου πει άρον τον κρέβατόν σου κι αρχίνα περιπάτει. Και όντας τίμιος και αυστηρός μεθ' εαυτού, δε θα επέτρεπε να ξαναγίνουνε τέτοια τα ρεζιλίκια - μάλιστα να τα πράξει και επαυτός του. Ώστε, σιγά και την Εβραία! Πιότερο θα τον ένοιαζε να έχει μόνο ημέρα μια της γλύκας βδομαδιάτικη, να βγει αληθινή η πρώτη η κατάρα.


Τώρα, εσύ κι εσύ κι εσύ, ίσως να πείτε - σιγά, και άμα ήτο γλυκατζής λιχουδιασμένος, δεν έφταναν τα δόντια του ν' αλέσουνε γλυκά τις άλλες μέρες, μόνο να περιμένει το Τζουμάρτεσι, ημέρα Σαββατιάτικη; Έμ, γιά! Είναι που μάλλον δεν κατέχετε να εννοείστε τις κατάρες, και τη δική τους λειτουργία, το ωραίο χτίσιμο κατά αυθαιρεσίας. έ, να καθέτε εδώ να το ξομπλιάσουμε να δείτε πώς το σχέδιο εδούλεψε. Η δεύτερη κατάρα ήτανε που κλείδωνε την πρώτη:να σκασει το κακό σου για παιδί, σημαίνει να γίνεις ακριβώς όπως εγώ σε ήθελα, αλλιώς ν' αποδεχτείς την τιμωρία και θέλεις περιοριστείς ως αυτοβούλως. Και άμα λέω πως να γλυκαίνεσαι μονάχα το Σαββάτο και ειδεμή λιγάκι - κάνε κουμάντο, και με το κακό σκασμένο πια να υπακούς, σκυλόμορφέ μου σκύλε - και παψε να μου κάνεις και τον ομορφονιό, ένα γλυκάκι κι έξω από την πόρτα - και να ευχαριστείς που και αυτό στο δίνω, τις πίκρες που με πότισες της ανυπακοής.

Επήγαινε λοιπόν ο αγαπιάρης μας ο ΧατζηΡεΐς, έκαμε φίλους, έπιανε λεφτά κι όλα του φεύγανε στα τραπεζώματα και στις χαρτοπαιξίες, να καθαρίζει από τις συντροφιές τα άνομά τους χρέη, αλλά σεβαστικός ίδιος Σεβάς -χανούμ: ένα γλυκάκι τη βδομάδα - μα το ΄χε μυγδαλάκι του και καλοτσακισμένο. Τώρα, πώς κι εγνωρίστηκε με το ΝτημίτΕφέντη, καινούριο σχέδιο: Του ενός, λίγο τον ένοιαζε η πίστη του καθενός, είχε και την παράδοση τη μυστικιστική να λαβαρεύεται, τζάμπα το πήρε το χατζής και το εφόρα πρόθεμα; Είχε μεγάλη την αποστολή να έφερνε εις πέρας, να αποδέχεται τον κόσμο σαν που μισή αλήθεια και μισό ψεύτικη. Ο έτερος, να πούμε, ο Ντημίτ - δεν είχε πίστη ουδεμιά, ή που τις είχε όλες - γιατί καμμια δεν του ελόγιαζε καλύτερη, και του εγούσταρε να αερολογεί, να μη μιλάει πολυδικά του. Κανείς δεν ένοιωθε τον άλλον για ανάγκη του, ο ένας ήτανε του ύψους κι ο άλλος ήτανε του βάθους, οι ίδιες οι γυναίκες δεν τους άρεζαν - κύλησε δηλαδή ο μαυροτέτζερης κι αντάμωσε το άσπρο του καπάκι, είχανε βρει τη βάση μιας φιλίας που τηνε τσιμεντώνανε το Τζουμάρτεσι, τη μέρα της αργίας της κακίας. Πήγαινε, φερ΄ειπείν, και χτύπαε τη θύρα ο φίλος ο ΧατζηΡεΐς απ΄του ΝτημίτΕφέντη το κονάκι - έβγαινε ο ένας έμπαινε ο άλλος, είχε μονίμως η συζήτηση έναν ωραίο τόνο καρδιακότητας. "Τζιγιέρι μου, να πάγωμε να κεραστούμε το τρατάρισμα, να δούμε πουλακίδες, θελ΄η ζωή εν αλλεγράρισμα, που θα σε φάουσι οι τοίχοι απ΄εδώ." Το άλλο τέρμηνο, πήγαινε ο Ντημιτ άντε και τσάκα-τσούκα, χτύπαγε εις το γιαλί του αλλουνού την ξώθυρα. "Μαθές, καρντάση μου λεβέντη, μαύρα τα μάτια έκαμα πουλί μου να σε είδα, να σε ζητώ κι όπου να μη σε βρίσκω - βάνε σου τα ωραία να πάμε και να σε περιπατήσω εις το Κέ, που αρωτιούνται όλοι και πού να βρίσκεσαι χαμένος", και κατεβαίνανε μες στα καλά τα χωρατά ωσάν να γαργαλεύοντο. Κι απέ, τις άλλες τις βδομάδες - σαν όλο κατα τύχη κι από την άλλη σύμπτωση (άκου και να μαθαίνεις, τι λέει - σύμπτωση), αυτοί κοντεύγανε να γίνουν σα Φίλιππος με το Ναθαναήλ και μη χειρότερα, τους τράβαγε κοντά-κοντά το αίμα τους, ηξεύρανε οι φλέβες τους μαζί να τραγουδεύουν.

Πηγαίνανε, αράζαν στ΄ονταδάκι του τεμπελοχανείου που το λέγαν Ιμπεριάλ: με πρόσοψη στη θάλασσα και με καθρέφτες με την παλιά κοπή στο γύρω-γύρω, να καθρεφτίζονται οι μοναξιές να κάμουνε παρέα. Κι εκεί, ωραίο ζευγάρι, με τα ανεμορούχα τους ριγμένα και το φεσάκι τους στραβά, (κάποτε ο Ρεΐς φορούσε κι ένα τουρμπανι με λοφίο, κάτι φτερά στο χρώμα της αρμάδας, και τα καφτάνια τους σα μπόσικα δεμένα, οκλαδωμένοι ανεκλαδίζοντο), κάμανε τις αγάπες να έχουνε το ναργιλέ τους σα μισιακό. Όχι από καμμιά εξηνταριά βελόνες εις την τζέπη, αλλά σα να 'τανε καλύτερο κι απ΄αδερφούς, ήτανε και οι δυο αναγκεμένοι απο τη μια φιλία. Κι εκεί, με το ναργιλεδάκι, ερχότανε και το παιδί με κάθε δίσκο, και νά ένα απ΄όλα για τον ένανε, νά κι εν' ακόμα από τα ίδια και για τον άλλονε, και ο Ντημίτ να τρώει στα πεταχτουδικα απ΄το εδώ στο εκεί στο παραπέρα, με τα γλαρά ματάκια του της όλης της ευχαρίστησης, αμέ ο άλλος σαν τον τσαούση κι αργά-αργά, πάντα μονάχα ένα - και το μασούλιζε της ώρας, συνηθισμένος της κατάρας το γευότανε. Κι όλα εβαίνανε καλώς, ως ήρθε και εφάνει - η Εβραία.




(συνεχίζεται)




© Ολβία Παπαηλίου, 2013





Πορτραίτο του ΧατζηΡεΐς, στο άνθος της καλής του ηλικίας.

Novalis Υμνοι στη Νύχτα


Στη Μαρισόφη
I
Ποιο πλάσμα ζωντανό, προικισμένο με αισθήσεις, δεν αγαπάει περισσότερο απ' όλες τις θαυμάσιες λάμψεις του χώρου που απλώνεται τριγύρω του, εκείνο το πασίχαρο φως -με τα χρώματα, με τις ανταύγειες και τις αχτίδες του˙ την αβρή του παρουσία παντού, καθώς η μέρα που ξυπνάει; Ο κόσμος τέρας των ακατάβλητων αστερισμών, σαν κάτι απ' την εσώτατη ψυχή της ύπαρξης το ανασαίνει κι επιπλέει χορεύοντας μες στον γαλάζιο του κατακλυσμό˙ κι ακόμη: αιώνες σιωπηλή η ακτινοβόλος πέτρα, το τρυφερό φυτό που θρέφεται ρουφώντας ό,τι χυμός στη γη και το παράφορο θηρίο με πλήθος όψεις το ανασαίνει˙ μα πιο πολύ ο εξαίσιος ξένος: με το στοχαστικό το βλέμμα, το ανάερο περπάτημα και τα μελωδικά του χείλη απαλά κλεισμένα. Εκείνο, ως βασιλιάς της επίγειας φύσης, καλεί όλες τις δυνάμεις του σε αναρίθμητες μεταμορφώσεις: συνάπτει και διαλύει ακατάπαυστα συμμαχίες και η ουράνια εικόνα του περιβάλλει κάθε γήινη ουσία. Η παρουσία του και μόνο δείχνει το μέγα θαύμα των βασιλείων του κόσμου.
Κάτω εδώ, εγώ προσφεύγω στη σεπτή, ανείπωτη, μυστήρια νύχτα. Πιο πέρα, ο κόσμος γκρεμισμένος σ' έναν τάφο βαθύ˙ ο τόπος του: άγονος και έρημος. Εγκατη θλίψη φυσάει σ' ένα έγχορδο στήθος. Θα γκρεμιστώ: δροσάτο φως ντυμένο στάχτη. Επιθυμίες νεανικές, όνειρα παιδικά, πρόσκαιρες χαρές ενός μακρότατου βίου και μάταιες ελπίδες έρχονται τις αποστάσεις της μνήμης ντυμένες στα γκρίζα, καθώς η βραδινή ομίχλη μετά τη δύση του ηλίου. Το φως αλλού, σε άλλους τόπους ρίχνει χαρούμενο σκοινιά και τους πασσάλους του. Δεν πρέπει κάποτε να επιστρέψει στα παιδιά του, που προσμένουν με αθώα πίστη να επιστρέψει;
Τι αναβλύζει ξάφνου απ' την καρδιά τόσο εκδικητικό και κατατρώγει τον απαλό άνεμο της θλίψης; Βρίσκεις κι εσύ χαρά εντός μας, έρεβη νύχτα; Τι είναι αυτό που σκέπει ο μανδύας σου και πλήττει αθέατο με λύσσα την ψυχή μου; Βάλσαμο εξαίσιο κυλάει μέσα απ' το χέρι σου μια δέσμη παπαρούνες -κι υψώνεις βαριές τις φτερούγες του πνεύματος. Σκοτεινούς κι ανέκφραστους μάς κυριαρχεί το ρίγος -έντρομος χαρά βλέπω μιαν όψη αυστηρή˙ γαλήνια, ευλαβική γέρνει προς το μέρος μου και μέσα από ατέλειωτες, απόκρημνες μπούκλες προβάλλει στοργική η νεότητα της μητέρας. Πόσο φτωχό και παιδιάστικο μού φαίνεται τώρα το φως! -πόσο χαρμόσυνος και ευλογημένος ο αποχωρισμός της ημέρας. Γι' αυτό μόνο λοιπόν, γιατί η νύχτα σού στερεί τους υπηρέτες σου, σπέρνεις εκτυφλωτικές τις σφαίρες σου στα χάσματα του χώρου, για να διαλαλήσεις την παντοδυναμία σου -την επιστροφή- στις ώρες της απουσίας σου. Και τα αμέτρητα μάτια που ανοίγει η νύχτα εντός μας φαίνονται πιο του ουρανού κι απ' τα περίλαμπρα άστρα˙ καθώς βλέπουν μακρύτερα από τα κάτωχρα εκείνα πλήθη και δεν χρειάζονται το φως για να περάσουν μέσα απ' τα έγκατα ενός στοργικού πνεύματος: ό,τι κατακλύζει με απερίγραπτη λαχτάρα έναν τόπο αγέρωχο. Δόξα στη βασίλισσα της Οικουμένης, στη μεγαλοπρεπή επαγγελία των ιερών κόσμων, στην τροφό της μακάριας αγάπης. Εκείνη σε στέλνει σ' εμένα, τρυφερή Αγαπημένη, ήλιο εξαίσιο της νύχτας˙ τώρα αγρυπνώ˙ καθώς ανήκω και στους δυο μας -εσύ μου έταξες τη νύχτα για να ζήσω κι έπλασες έναν άνθρωπο απ' την ύλη μου -κατασπάραξε, λοιπόν, το σώμα μου με όλη την παραφορά του πνεύματος, ώστε να ενωθώ, ο μέσα άνεμος, μαζί σου˙ και ύστερα τη γαμήλια νύχτα θα διαρκεί το Αιώνιο.



ΙΙ  
Μα πρέπει πάντα η αυγή να επιστρέφει; Δεν θα τελειώσει ποτέ αυτή η γήινη δυναστεία; Βέβηλη η μέριμνα για τα καθημερινά κατασπαράζει την ουράνια έλευση της νύχτας. Δεν θα αφεθεί ποτέ η μυστική θυσία της αγάπης στην αιώνια φλόγα; Το φως μετρήθηκε στον Χρόνο του· όμως η νύχτα άχωρη και άχρονη εξουσιάζει. -Κι ο ύπνος διαρκεί το Αιώνιο. Ω ύπνε ιερέ, μην στέργεις τόσο σπάνια τον αφοσιωμένο Υπηρέτη της νύχτας, μέσα σε αυτό το επίγειο έργο των ημερών. Μόνο οι τρελοί σε παρανοούν και δεν γνωρίζουν τίποτε από σένα, παρά τον ίσκιο, που επάνω μας σπλαχνίζεσαι, σε εκείνο το λυκόφως της αληθινής νύχτας: δεν σε αισθάνονται στον χρυσό κατακλυσμό των σταφυλιών -στο λάδι το θαυμάσιο της αμυγδαλιάς και στον σκούρο χυμό της παπαρούνας˙ δεν ξέρουν ότι εσύ ανασαίνεις στα τρυφερά στήθη του κοριτσιού και φτιάχνεις από την αγκαλιά του έναν ουρανό -δεν υποπτεύονται καν ότι εσύ αντιβαίνεις, από ιστορίες παλιές, ο άπλετος ουρανός, και φέρεις το κλειδί για τις οικίες των Μακαρίων, άλαλος Αγγελιαφόρος των πιο μεγάλων μυστικών.



III
Κάποτε, όταν ξέσπαγα σε δάκρυα πικρά, και τέλειωνα στον πόνο κι η ελπίδα μου χανόταν μακριά κι έρημος στεκόμουν στο γυμνό ύψωμα, που φύλαγε το Σχήμα της Ζωής μου απλωμένο στη στενή, τη σκοτεινή του επικράτεια, έρημος όσο κανείς Ερημος υπήρξε, από έναν τρόμο ανείπωτο σπρωγμένος -αδύναμος, ένας αξιολύπητος συλλογισμός και μόνο. Κι όπως τριγύρω κοίταζα γυρεύοντας βοήθεια, ανήμπορος να κινηθώ μπροστά ή να στραφώ και πάλι πίσω, κι απ' τη φευγάτη, εφήμερη ζωή με μιαν απύθμενη λαχτάρα γαντζωμένος: τότε ήλθε απ' τη γαλάζια έκταση -απ' τα ψηλά της παλαιάς ευδαιμονίας μου- ένα λυκόφως ρίγος˙ μεμιάς έσπασαν τα δεσμά της Γέννησης: οι αλυσίδες από φως. Η γήινη λαμπρότητα φτερούγισε μακριά κι ο θρήνος μου μαζί της -κι η θλίψη κύλησε ευθύς στο βάραθρο ενός καινούργιου κόσμου. Ω έκσταση της νύχτας, ήλθες από πάνω μου: γαλήνιος ύπνος του ουρανού -κι ο τόπος σηκώθηκε αργά˙ ψηλά, κρεμόταν ελεύθερο το νεογέννητο πνεύμα μου. Το ύψωμα έγινε ένα σύννεφο σκόνη -κι εντός του είδα καθαρή την όψη της Αγαπημένης. Στα μάτια της ησύχαζε το Αιώνιο -και κράτησα τα χέρια της σφιχτά μες στα δικά μου˙ τα δάκρυα σπίθισαν άρρηκτα δεσμά. Χιλιάδες χρόνια καταιγίδα σάρωναν χαμηλά, σε απόσταση. Και στον λαιμό της δάκρυζα χαρά τη νέα ζωή. Ηταν το πρώτο και το μοναδικό όνειρο -κι έκτοτε τρέφω ακλόνητη, αιώνια την πίστη μου στον ουρανό της νύχτας και στο φως του: την Αγαπημένη.





Novalis
Υμνοι στη Νύχτα
Του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου





Τον Αύγουστο του 1800 δημοσιεύεται στο περιοδικό Athenäum -όργανο της φιλοσοφικής και λογοτεχνικής έκφρασης του πρώιμου γερμανικού Ρομαντισμού, που εξέδιδαν στην Ιένα [Jena], από το 1798 έως το 1800, οι αδελφοί Φρίντριχ [Friedrich] και Αουγκούστ Βίλχελμ [August Wilhelm] Σλέγκελ [Schlegel]- η αναθεωρημένη εκδοχή των Υμνων στη Νύχτα του Νοβάλις, ψευδώνυμο του Γκέοργκ Φρίντριχ Φίλιπ βαρόνου φον Χάρντενμπεργκ [Georg Friedrich Philipp Freiherr von Hardenberg]: ένα από τα λίγα έργα του που είδαν το φως της δημοσιότητας κατά τη διάρκεια της σύντομης ζωής του. Προηγήθηκε ένα χειρόγραφο σχεδίασμα, στα τέλη του 1799 με αρχές του 1800, διαρθρωμένο σε στίχους. Το δεύτερο σχεδίασμα, το οποίο σκόπευε ο ποιητής να τιτλοφορήσει Η Νύχτα, ανακύπτει λίγο αργότερα, στα τέλη Ιανουαρίου με αρχές Φεβρουαρίου του 1800˙ γραμμένο στο μεγαλύτερο μέρος του σε έρρυθμη πρόζα (επίσης περιλαμβάνει αποσπάσματα σε ομοιοκατάληκτους στίχους), επιλέγεται από τον Νοβάλις ως οριστική μορφή της σύνθεσης: σε αυτόν τον συγκερασμό λογοτεχνικών τρόπων, ειδών και φιλοσοφίας, θεμελιώνει το όραμά του ο ποιητής για την ευόδωση ενός υψηλού, οικουμενικού έργου - καίριου ζητούμενου στην καλλιτεχνική δημιουργία των πρώιμων Γερμανών Ρομαντικών.
Η βαθύτατη οδύνη που δοκίμασε ο Νοβάλις από τον πρόωρο θάνατο της Αγαπημένης του, Σοφί φον Κιν, [Sophie von Kühn, 1782-1797] συνιστά τον προφανή αυτοβιογραφικό πυρήνα του συνθέματος. Ωστόσο, επηρεασμένος στη θεώρησή του για τη ζωή και την τέχνη από την κεντρική φιλοσοφική ιδέα του υποκειμενικού ιδεαλιστή Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε [Johann Gottlieb Fichte, 1762-1814] ότι το Εγώ (το υποκείμενο, η εμπειρική συνείδηση) παράγει το Μη-Εγώ (το αντικείμενο, την απόλυτη συνείδηση) -ως εκ τούτου, η παράσταση του φυσικού κόσμου ανάγεται σε κατ' εξοχήν δημιούργημα του Πνεύματος και η σχέση του Πραγματικού και του Πεπερασμένου ως προς το Απειρο και το Αιώνιο σε εκείνη της νοσταλγίας, νοούμενης ως Ερωτας για το Αιώνιο- στους Υμνους στη Νύχτα δεν θα εφαρμόσει απλώς το παραπάνω φιλοσοφικό θεώρημα αλλά θα το αναθεωρήσει και θα το διευρύνει κριτικά: αφενός μιλώντας στη φωνή ενός λυρικού Εγώ την έγχρονη συνείδηση του Αχρονου (η οπτική του ποιήματος αλλάζει στον πέμπτο ύμνο, όπου σε τριτοπρόσωπη αφήγηση ο ποιητής ανασκοπεί την ιστορική και θρησκευτική εξέλιξη της ανθρωπότητας από τους αρχαίους χρόνους έως τον εποχή του, ενώ στον έκτο, ένα συλλογικό Εγώ σκιαγράφει στην ένταση ενός θρησκευτικού τραγουδιού τη φρικτή εμπειρία της απόστασης από τον Θεό, μέσα από τη νοσταλγία του για τον θάνατο -τη λυτρωτική απαρχή της αιώνιας ζωής- συντελώντας αποφασιστικά στον οικουμενικό χαρακτήρα που επιθυμεί να προσδώσει ο Νοβάλις στο έργο του) αίροντας, κατ' αυτόν τον τρόπο, εκ θεμελίων τον ανεπαρκή -για τις πνευματικές επιδιώξεις του ποιητή- μελοδραματικό τόνο, που θα κατέκλυζε σε διαφορετική περίπτωση τον θρήνο του νέου άνδρα μπροστά στη νεκρή μορφή της Αγαπημένης του και αφετέρου μετατρέποντας το Μη-Εγώ του Φίχτε σε Εσύ. Το πρώτο σκέλος αυτού του αναστοχασμού θέτει την προβληματική του χρόνου πέρα από την αυτονόητη υποκειμενικότητά του, όπως αυτή εκφράζεται στη θεμελιώδη φιλοσοφική πρόταση του Φίχτε: η εμπειρική συνείδηση δύναται να συλλάβει το Αιώνιο, μόνον δια της θέασης του Απείρου σ' ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο που νοείται ως παρόν, στραμμένης, συγχρόνως, τόσο προς το παρελθόν ως ανάμνηση και νοσταλγία όσο και προς το μέλλον ως πόθος και διαίσθηση. Πρόκειται για τη μετάβαση από τον φυσικό και πεπερασμένο χρόνο στον μεταφυσικό· για την αισθητή εκφορά του Απόλυτου βάσει ενός τριαδικού συστήματος ενότητας των χρονικών σημείων του παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος στην συνείδηση του υποκειμένου· για την πεπερασμένη παράσταση κάθε Ουσίας μέσα στην χρονική διάσταση του ποιήματος, την οποία ανασύρει η τέχνη εκτός χρόνου και την αποδίδει στο Αιώνιο της ύπαρξης Της. Ετσι, στους Υμνους (η δομή των οποίων θεμελιώνεται στο προσφιλές διαλεκτικό τριαδικό σύστημα των Ρομαντικών, καθώς ανά δύο συνιστούν μια ξεχωριστή ενότητα, όπου ο μεν πρώτος ύμνος περιγράφει κάθε φορά την εξέλιξη του βίου στην οδυνηρή συνθήκη αποξένωσης που δοκιμάζει μέσα στο επίγειο βασίλειο του φωτός και τη λύτρωση που βρίσκει στην εξουσία της αιώνιας Νύχτας, ο δε δεύτερος το ξύπνημα του Εγώ από το όραμα και την εναγώνια λαχτάρα του να βυθιστεί ξανά σε αυτό) πραγματώνεται και κυριαρχεί η συνειδησιακή τριαδική ενότητα του χρόνου με την ανάμνηση ενός χρυσού παρελθόντος καιρού και τη θέαση ενός σκοτεινού μέλλοντος -ως επιστροφή στην ένδοξη εκείνη Εποχή- στην πεπερασμένη χρονική στιγμή του κειμένου. Η συγκεκριμένη φιλοσοφική σύλληψη της έννοιας του Χρόνου δεν θα μπορούσε παρά να επιβάλλει το Ονειρο, την πολυσήμαντη και προφητική ενέργεια της Ψυχής και της Φύσης που αναιρεί κάθε συμβατική χωροχρονική συναίσθηση στην αποσπασματικότητα και στη χαοτική ελευθερία των συνειρμών μιας εξουδετερωμένης συνείδησης, ως τον απόλυτο τρόπο διεκπεραίωσης της καλλιτεχνικής ιδέας του Νοβάλις να τραγουδήσει την ακραιφνή Νύχτα του ρομαντικού κόσμου: τη δημιουργική εκείνη εκφορά της Φύσης που προκρίνεται στους Υμνους ως ο κατ' εξοχήν Χρόνος και Τόπος του Πνεύματος· εκεί όπου συνενώνονται ποίηση και πρόζα, λογοτεχνική θεωρία, φιλοσοφικός και θρησκευτικός αναστοχασμός στο πλαίσιο της παραγωγικής διαλεκτικής που αναπτύσσεται μεταξύ τους· εκεί όπου κάθε τι ευρίσκεται σε μια αέναη διαδικασία εξέλιξης, πασχίζοντας την επιστροφή του στην πρότερη κατάσταση ύπαρξής του: στη μυστική του ένωση με τη Φύση· εκεί όπου ο βάρδος-ποιητής αναλαμβάνει τον ρόλο του ιερέα-προφήτη κρατώντας το κλειδί των μεγάλων Μυστηρίων της Κτίσης· εκεί όπου το οικουμενικό θρησκευτικό όραμα του Νοβάλις αναμειγνύει, μέσα από το ορφικό προσωπείο, τον αρχαίο ελληνικό κόσμο των ανθρωπόμορφων θεοτήτων -όταν ο θάνατος μπορούσε να νοηθεί μόνο ως εκείνο το κυρίαρχο Εξω του βίου-, με τους ύστερους αρχαίους χρόνους -όταν ο Θάνατος ενσωματώθηκε ανεπαρκώς στη ροή του βίου, αφού καταλύθηκε απλώς η μέχρι τότε θεώρησή του ως αδελφός του Υπνου- και με τον χριστιανικό κόσμο· όταν ο άνθρωπος συμφιλιώθηκε με την ιδέα του θανάτου και τον οικειοποιήθηκε εντός της ζωής του, καθώς η Γέννηση, τα Πάθη, η Σταύρωση και η Ανάσταση του Χριστού έπαψαν να ενθαρρύνουν, σε αντίθεση με άλλες θρησκείες, τον τρόμο για το Τέλος· εκεί όπου μια νέα θρησκεία θεμελιώνεται στην αρχή της αγάπης, ο τάφος της νεκρής Αγαπημένης μετατρέπεται σε ιερό τόπο λατρείας και η εξιδανικευμένη μορφή της, στην προσωπική ρομαντική μυθολογία που οικοδομεί ο Νοβάλις, αντικαθιστά εκείνη του Χριστού, και της μεσολαβητικής λειτουργίας της, που ενέχει στη χριστιανική μυθολογία, καθότι η ιδιαίτερη θρησκευτική αντίληψη του Γερμανού ποιητή και φιλοσόφου βασίζεται στην ιδέα πως υπάρχει πάντα ένα τρίτο μέρος ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό· εκεί όπου καταλύεται το φως, σύμβολο παραδοσιακό της θετικής δύναμης του χριστιανικού δόγματος, και ανατρέπεται η «λογική», καθεστηκυία τάξη των έργων και των πραγμάτων ενός κόσμου δομημένου πάνω σε στείρα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά μοντέλα, για να υψωθεί παντοδύναμη η εξουσία του ιερού στοιχείου της νύχτας, με ήλιο του: την Αγαπημένη, στη συμβολική μορφή της οποίας σπάζουν τα δεσμά και πραγματώνεται μια καινούργια ένωση· εκεί όπου ο άνθρωπος βιώνει κάθε πνευματική εμπειρία.
Γιατί η Νύχτα είναι το ποίημα, η αισθητή έκφραση της ύψιστης ιδέας: γιατί ο ποιητικός μετασχηματισμός της κοινωνικής και εμπειρικής πραγματικότητας είναι, για τον Νοβάλις, η μόνη αληθινή πραγματικότητα. Γιατί η Νύχτα είναι εκείνη η φυσική επικράτεια του Χώρου και του Χρόνου που βρίσκει πάντοτε τον άνθρωπο έρημο και απογυμνωμένο στην τρομερή συνειδητοποίηση της ανεπάρκειας των έργων της ημέρας να καλύψουν ό,τι το ανώτερο επιζητεί ένα κατακερματισμένο Εγώ, ένα γκρεμισμένο Εγώ στον ίδιο τον εαυτό του, που αποφαίνεται: Η καρδιά χορτάτη - ο κόσμος είναι που πεινάει. Οσο οξύμωρη κι αν φαντάζει σε μια πρώτη ανάγνωση αυτή η ρήση, εντούτοις συμπυκνώνει με τον ακριβέστερο τρόπο το υπαρξιακό άγχος που δοκιμάζει το άτομο σε μιαν εποχή απ' όπου απουσιάζει το Ιδανικό· καθότι η πλησμονή των αγαθών, των απολαύσεων και των πνευματικών προϊόντων που του προσφέρεται δεν πρόκειται παρά για αισθητική και πνευματική απάτη. Εδώ έγκειται και ο καίρια επίκαιρος και άκρως επαναστατικός τόνος της Νύχτας του Νοβάλις, ιδιαίτερα όταν αναλογίζεται κανείς το καπιταλιστικό μοντέλο οργάνωσης της σύγχρονης κοινωνίας -η απαρχή του οποίου ανάγεται στη Ρομαντική περίοδο- που εξουσιάζει τον καθ' ημάς βίο. Γιατί ακόμη και ένας χαοτικός κόσμος πρέπει να έχει το κέντρο του και να το σφύζει η επανάσταση ως αίτημα και κίνημα παραγωγικού συλλογισμού και ως πράξη. Γιατί ο κόσμος πάντοτε χρειάζεται τους μύθους του για να υπάρξει. Και μέσα στη Νύχτα ο άνθρωπος δύναται να τους ανασυνθέσει ή να τους κατασκευάσει από την αρχή. Η επιστροφή του ξένου στην έρεβη πατρίδα του προβάλλει ως η μόνη πιθανή δυνατότητα να κατορθώσει εκείνη την αρχέτυπη ψυχική αγωνία του: να κάνει αυτόν τον κόσμο κόσμο του· να επιστρέψει στο Απόλυτο, στην πλήρη ένωσή του με τη φυσική παράσταση του Κόσμου. Μέσα στη Νύχτα, και μέσω αυτής, το Εγώ θα ορίσει και πάλι την υπερβατική και κοσμική πραγματικότητα που το περιέχει: αναστοχαζόμενο το παρελθόν και κρίνοντας την παροντική συνθήκη της παρουσίας του, θα πασχίσει να προβλέψει το μέλλον του -ανάγκη καίρια και διαχρονική που κάποτε η μαγεία, κάποτε η θρησκεία, κάποτε η φιλοσοφία, κάποτε τα συστήματα κοινωνικής οργάνωσης, κάποτε η επιστήμη πάσχουν να καλύψουν- ώστε να αντεπεξέλθει το τυχαίο της ύπαρξης στο σκότος του ακατανόητου μυστηρίου της ζωής που θεμελιώνεται στη δυναστεία της ρομαντικής αρχής του θανάτου.
Οι Υμνοι στη Νύχτα, η άγρια αυτή κυματοειδής εκφορά λυρικών εξάρσεων και σπαραγμάτων μιας βαθύτατα φιλοσοφικής γλώσσας, η ανοίκεια σύνθεση ενός αδιαμφισβητήτου ποιητικού και φιλοσοφικού ταλέντου, όπως ο Νοβάλις, που διακηρύσσει τον Χώρο και τον Χρόνο ως εσωτερικές και μόνο οντότητες, σχήματα αποκλειστικά της πνευματικής ύπαρξης του ανθρώπου που συλλαμβάνει την πεπερασμένη παράσταση της Φύσης ως το αινιγματικό Ενδυμα του Αθέατου -της απόλυτης πραγματικότητας που νιώθει σε κάθε στοχασμό του-, ως τη σκοτεινή εικόνα μέσα από την οποία το θεϊκό στοιχείο φανερώνει τον εαυτό του στον άνθρωπο, στην ύψιστη αγωνία τους να κατορθώσουν μια νέα μεταφυσική για την πίστη, τη Χριστιανοσύνη, τον Θεό και την κοινωνική πραγματικότητα, ανοίγουν πρωτότυπους δρόμους στη φιλοσοφική σκέψη και στην ποιητική πράξη. Εντός τους βασιλεύει το αχανές των ιδεών και η ερημιά αφανισμένων κόσμων· και κάπου κάπου ένα ακατάληπτο φως στο βαθύ Κενό μάς συνδράμει να προλάβουμε ένα θαυμάσιο βλέμμα στο μυστήριο της ψυχής. Οσο παράφοροι και άναρχοι κι αν αποκαλύπτονται οι Υμνοι στη Νύχτα, το κυρίαρχο ποιητικό έργο του πρώιμου Γερμανικού Ρομαντισμού, η διάρθρωσή τους διέπεται -στο καλλιτεχνικό όραμα του Νοβάλις- από αυστηρή συνοχή˙ ο διαρκής αναστοχασμός τους, μέσα από τους πλέον ασυνήθιστους τρόπους αναζήτησης, οδηγεί σε πρωτοφανείς αλήθειες ή πρωτοφανείς δυνατότητες της μίας Αλήθειας˙ τότε, απροσδόκητα, ένας ολόκληρος κόσμος συλλογισμών έχει γεννηθεί, όπου τα βαθύτερα ερωτήματα της ύπαρξης μάς προσμένουν, είτε από πίστη είτε από άρνηση.