Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο τέταρτο)
30 Οκτωβρίου 2013 στις 6:03 μ.μ.
Η Εσθήρ, ήτανε το κρυφό αστέρι του τεμπελοχανείου Ιμπεριάλ, ακριβώς όπως της είχε ορισμένο το όνομά της (και θέλω να τονίσω εδώ για τις μελλοντικές γενιές, τη σημασία και τη δύναμη του ονόματος - πως όταν, δηλαδή, βαφτίζεται ένα πλάσμα ανθρώπινο - αυτό είναι το πρώτο και πιο βασικό και το μοναδικό προικιό του να είναι κατοχή μέχρι θανάτου, άλλοτε προίκα κι άλλοτε πικρία - και διαυτό, όταν βαφτίζετε, είτε ωσάν γονείς είτε ως βαπτιστές: να ενθυμείστε τη βαρύτητα του έργου κι ότι το όνομα είναι το πρώτο λιθαράκι κάθε μοίρας, ίσως κι ο λίθος της ο ακρογωνιαίος). Λοιπόν, Εσθήρ - που σήμαινε σε μία γλώσσα την Κρυμμένη, σε άλλη γλώσσα μιαν αστερόεσσα απόκοσμης της λάμψης. Και με την πλώρη της ως έτσι και τη δε πρύμνη ως αλλιώς - πήγαινε και αυτή από φυλή κατατρεγμένη και σα βαρκούλα καταιγίδος άλλοτε να αστράφτει και άλλοτε να κρύβεται. Και πιο συχνά, να κρύβετ' απαστράπτουσα και να λαμποκοπά όταν κρυμμένη. Τώρα, έχουμε μπερδευτεί ενδεχομένως ίσως κι επακριβώς όσο μας πρέπει - για να δυεισδήσουμε στα Άγια των Αγίων του μαγερείου στο Ιμπεριάλ, και να κρυφοκοιτάξουμε τι παίζεται εκεί μέσα. Η Εσθήρ, με τις τρεσούλες αρμονικών μαλλιών σφιχτοπλεγμένες και καλυμμένες κάτω από μια σοβαρή μαντίλα - μισή αρχοντιά καθαριότητας: πολτοποιεί τα νεκταρίνια που είναι διαλεγμένα για την ώρα τους, ούτε ακόμα άγουρα ούτε μια μέρα παραπάνω από ώριμα (αυτό, λέει, είναι το μυστικό - όπως με τα κορίτσια, πρέπει να τα 'βρεις του φιλιού - αυτή εδώ, είναι τελείως φρόνιμη - αλλά μαγείρισσα και ζαχαροπλαστίνα του αμείλικτου - όσοι την έχουν δει στην αγορά έχουνε νοιώσει ένα πάγωμα στο μέσα τους, ο τρόπος της ούτε ταιριάζει με τα χρόνια της, ούτε και με το κοριτσίστικο παρουσιαστικό της, είναι σα στρατηγός με τα φουσάτα). Τα νεκταρίνια, που θα παντρευτούνε το Αϊράνι και θα ευλογηθούν με μυγδαλάκια που έχουνε μουσκέψει στα λικέρια για δυο-τρεις ώρες, μέρες - τα μυστικά της έχει μάθει να μην τα λέει - είναι στα σίγουρα και εντελώς μελετημένα - αλλά ο διάτανος να πάρει να σηκώσει, σιγά και δε μπορεί κανένας να την ξεγελάσει, να της σηκώσει τα καπρίτσια, να πάρει ένα σχέδιο; Μόνο πετάει από ΄δω και από ΄κει και όλα πώς τα κάνει και να φαίνονται φτιαγμένα στο περίπου, κι οι γεύσεις της χτυπάνε πάντα κέντρο; Όσες φορές και να ερθεί κανείς, είναι σαν που να γεύεται το ίδιο το πιατάκι, ή το κομμάτι που ακόμα πριν πόσους μήνες το είχε πρωτοπαραγγελμένο - μια πιστότητα που να σου φέρνει δάκρυα στα μάτια, από του άλλου κόσμου και ουχί του κόσμου τούτου. Αμ' οι Χαλβάδες - κι άντε, πες ότι ετούτο είναι εύκολο - αμ' η Ταϊγκλά της; ελαφριά όπως το δίχτυ της μικρότερης αράχνης από το παραμύθι που ξεχάστηκε μα άφησε το ρίγος του, τη φρίκη! Αμέ το άλλο το απίστευτο το πράμα που βάζει στην κομπόστα με τ' αχλάδια (ξέραμε τις κανέλλες, βεβαίως τα γαρύφαλλα, τις πρέζες του λιμόντουζου, άντε και τις μυτιές της αμπερόζας - κι άμα σ' απέλειπε, ένα κλωνάρι γεράνι κόκκινο αλλά χωρίς το άνθος, μα αυτό το αστεράτο, το διαβόλικο - που μύριζε σαν το γλυκάνισο και σαν το δάκρυ ούζου), το ξύλινο τ΄αστράκι - και να μη λέει η κακούργα και πού το 'βρισκε; Και να μην πούμε για τα γλυκά της τα βραστά, του κουταλιού - τα κερασάκια με τα χρώματα μιας χήρας που κλαίει το φιλί, εκείνες τις ελίτσες που ήτανε πικρές της γλύκας και πίκρες της ηδύτητας. Και πάει λέγοντας, όλο από τη μία την κρυφοσυνταγή πέρα στην άλλη - πέρα στους πέρα κάμπους που είναι οι ελιές, εκεί μας πήγαινε και ως το όρος Κάρμελο με τους ωραίους κήπους, τους αμπελώνες του ηφαίστειου - και λέω, αμπελώνες - και για να τελειώνουμε λοιπον, να πιούμε στην υγειά της, όση της μένει - και να μας κόβει χρονάκια ο Θεός να της χαρίζει μέρες: το σερμπετί τριαντάφυλλο (που το 'χαμε στο Ιμπεριάλ λανσαρισμένο και ρεκλαμαρισμένο με το όνομα Ρόδο της Κεκαρμένης - και τι να σήμαινε αυτό, ποιά ήταν δηλαδή η Κεκαρμένη, κανένα τέτοιο όνομα δεν ξέραμε, μην ήτανε καμμιά αρχαία πριγκίπισσα;) - με οίνον καμπανίτη, να το βάνεις στο στόμα σου να σε φιλάει τη γλώσσα και να σου μερμηγκιάζει ως και ο νους, ως και τα πόδια κάτω κι απ΄τις πατούσες και ως τα δάχτυλα - αυτή μας είχε κάνει δώρο να μας την πει τη συνταγή, και μα ποτέ δεν έπιασε, όσο και να την προσπαθήσαμε, σας την εδίνουμε και για εσάς εδώ άμα τη δοκιμάσετε - μα είναι θέμα τελειωμένο πως ούτε και εσείς θα την πετύχετε όπως την έκανε εκείνη - δε λέμε όπως θα της έβγαινε, παρακαλώ παρατηρήσατε, δώσετε βάση στην πενία... Λοιπόν, τα υλικά της μας είχε πει: δυο κούπες του μετρήματος ανάρια γεμισμένες (μην τύχει τις στουμπώσετε γιατί θα βγει πικρό) πέταλα τριαντάφυλλο - κυρίως από εκατόφυλλο, μα ότι κι άμα βρείτε - μόνο να έχουν είτε το χρώμα κόκκινο απλό, όχι το βελουδένιο που κάπως σα μαυρίζει, αλλιώς το ροδαλό - ποτέ και σε καμμιά περίπτωση τα κίτρινα ή τα πορτοκαλένια είτε τ' άσπρα, γιατί δεν ξέρουν να ηδίνουν γλύκα, ξινογίνονται. Να κόψετε και τα ασπράκια στου πέταλου τη βάση, τώρα που το θυμήθηκα, αυτό το τόνιζε ιδιαίτερα, ήτανε και Χριστούγεννα όταν μας είχε σα δώρο κάνει την ετουτη συνταγή - παρότι δεν επίστευε στη χάρη του, είχε μια ώρα να προσφέρει ανοιχτόκαρδα, μας καταλάβαινε κι εμάς κατατρεγμένες και μας ηγάπησε. Προσθέτουμε, μια κούπα φινοζάχαρη κι ακόμα δυο κουταλιές της σούπας - προσέχτε, όχι του καφέ! Τρεις κούπες δροσερό νερό - τρεις κουταλιές λεμόνι φρέσκα στιμμένο, να μη βάλετε λιμόντουζου - για θα σας πήξει, και δεν το θέλετε. Μια κούπα καμπανίτη έξτρα στυφό, προτιμητέο να είναι από σταφύλια μπρούσκα, κι απέ τέλους μια κουταλιά της σούπας με ροδόνερο για να σταθεί η γεύση, ξέρετε, όπως το βάνουμε και για τη ζύμη του κουραμπιέ, τις άγιες ημέρες. Η προετοιμασία που θα γίνει, έχει ως έτσι: χτυπήσατε και λοιώσατε τα πέταλα να σμίξουν με τη ζάχαρη μέχρι να γίνουνε μια φίνα πάστα και κρεμώδης, να μη σβολιάζει. Προσθέσατε μισή κούπα δροσόνερο, και στο κατόπι το υπόλοιπο νερό, το λεμονάκι, τον καμπανίτη και το ρόδο το ροδόνερο - αργά και σταθερά ανακατεύοντας με κίνηση στο χέρι της αγάπης, απ΄τον καρπό κι ελεύθερα, ούτε με πολύ νεύρο, ούτε κι άνευρα, όπως τις ώρες που 'ναι της νυχτός, σαν όμοιο πράμα. Μετά περνάτε από σίβα με τουλπάνι, ό, τι πιο φίνο έχετε και πρόχειρο - κι ύστερα - να πηγαίνουν κάτω τα φαρμάκια και εις υγείαν των! Πάντως, ποτέ δε βγήκε καμμιανής ως της Αστέρως, της Αστρινιώς! Και άμα με ρωτήσετε, εγώ νομίζω ότι το παρακράτησε το μυστικό - και δε μας το εδώρισε καθόλου, παρά το έκανε για να μας βασκανίσει. Μα πρέπει να' τανε καλή η βασκανία, όλες μας πήραμε για άντρες μας ασίκηδες ωραίους και γνωρίζανε τα χάδια - να ήταν από τύχη, ή μπα και να είχε βοηθήσει το σερμπέτι της; Κι ακόμα, πως τραγούδαγε κάτι ωραία πένθιμα, κάτι παραπονιάρικα σαν του Χριστού το κλάμα - κι ερχόντουσαν οι διάφοροι, και είχε γίνει το Ιμπεριάλ πια ένα μεγαλείο: αυτό εμένα δε μου το 'βγαζε κανείς από το νου, ας όψονται τα χέρια της Εσθήρ και τα χειλάκια της. Όλο να μαγειρεύει με τους ψαλμούς, τους τρέλανε καμπόσους, ερχόνταν και στριμώχνονταν και σιμαδιά με το καφασωτό, τόσους οντάδες είχαμε και θέα προς τα κύματα, αυτοί εκεί, δίπλα 'πο την κουζίνα να την ακούνε όπως αμανέδιζε. Και ήτανε και δύο που μοιάζανε ξαδέρφια - αυτοί εκεί σα μπάστακες, μάλιστα Αϊβαλιώτικοι! Έλεγα πως να δώσει κι ο Θεός, η Παναγία να μας τους λυπηθεί μην πιάκονταν στα χέρια - και ποιός θα τους εχώριζε κι αν τύχει: ήτανε και οι δυο ευχάριστοι στο μάτι, ποιόν να διάλεγες;
(συνεχίζεται)
© Ολβία Παπαηλίου, 2013

Ομοιότητα της Εσθήρ όπως είχε φανεί στην τελετή του γάμου της (από το χέρι άγνωστου ζωγράφου, βρέθηκε σε ένα μπαούλο σε σπίτι επί της οδού Μαντζάκου στη Νεάπολη Εξαρχείων, περί το - ημερομηνία δυσανάγνωστη).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου