Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο τρίτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο τρίτο)
30 Οκτωβρίου 2013 στις 1:04 π.μ.


Ετούτος τώρα ο ΧατζηΡεΐς, ήτανε ένας άνθρωπος παράξενος, βίος και πολιτεία: Τα ιδικά του χούγια και των λογιών τερτίπια κι η ιστορία του σογιού του είχε - εξ απαλών ονύχων - απαθανατιστεί στους στίχους μίας σούρας; ενός καρσιλαμά; ή μήπως ήτανε εις τα τραγούδια κάποιου σούφικου ανεμοζάλη ποιητή, τρέχα και γύρευγε. Πάντως, ήτο ο άνθρωπος αυτός ένας μπαξές, αλλά με πύλες διπλοτριπλοκλείδωτες. Χωράτευε με χριστιανούς, αγαρηνούς και κάθε καμιανού που ούτε γνώριζε κανείς πούθε κρατούσε η σκούφιαν των, δεν είχε ούτε και θεό, ουδέ προφήτη, μηδέ όσιο. Όμως, αρκούσε να κοιτάξει ως μες στα μάτια σου - και σ' είχε κάμει φίλο. Και τα εν λόγω ομμάτια χρυσο-και-μελοκίτρινα, σταφυλοκεχριμπάρικα - σε κόβανε ωσάν ήσουν πεπόνι, μάλιστα του γινώματος. Λέγανε, ότι είχε ο προπάππος του (ενδεχομένως ή ο πάππος) εναμαρτήσει να παρατήσει μια γυναίκα με τα ανήλικα παιδιά γιατί τον κάλεσε καλέ μου τ' άγιο πνεύμα να πα να γίνει μοναχός του -και αμαρτία ή ξεναμαρτία- έφτασε και να πάει σε ύψη ψηλωμένα και που εγίνηκε χατζής. Και το κρατούσε πια και κείνος ως εγγονός μες στο ονόμι του, κόντεψε του πατέρα του να του 'ρθει ο ταμπλάς, ότι το σπλάχνο του εφύλαξε του άχρηστου τη μνήμη: παραιτημένος δα από γονιό που κοίταζε κατάματα τον εαυτούλη του και τους επίκωσε στο αμανάτι σε μια μάνα και σκύλα, όπου ξενόπλενε και έστελνε τον ίδιο του τον παπάκο του Ρεΐση για νερό, τον αδερφό αυτού (στο μέλλον θείο του μπαγάσα) για να φέρνει τα ξυλαράκια - κι αυτός, αυτή η φάρα η απίστευτη - δε φτάνει που ποτέ του δεν απασχολήθηκε με τα εμπορικά, παρά να πήγε και να κατετάγει στις αρμάδες - κι απέ, να έχει να συστήνεται και ως ΧατζηΡεΐς - ε, πήγαινε πια αυτό πολύ, κι ο κόσμος είχε καταληχτεί κάθε διαβόλου! Και ίσα και σχεδόν του έκοψε την καλημέρα και θα τον είχε και πεταγμένο απ΄τη διαθήκη, έλα που όμως ήτανε εκείνα του τα μάτια σαν της μεγάλης γάτας, της κουκουβάγιας - και σε υπνώτιζε, είχε και τη φωνή σα μέλι, τέτοιο καρατσογλάνι - ε, μα! Στους λίγους μήνες πάνω από εκειόνε τον καυγά που του ΄χε ρίξει τις τρεις κουβέρτες τα μπινελίκια, λύγισε ο πατήρ κι έκαμε πίσω, κι εδώσανε τα χέρια, με τούμπαρε το ιτς ογλάν (έλεγε πως μετά πολλά ο στοργικός πατέρας), και τον συγχώρεσα. Μα αυτό που δεν εστέργετο καθόλου όπως παραδεχτεί, και ίσως το είχε άλλωστε καλά λησμονημένο (για να μη χάσει και κάθε μπούσουλα τελείως, τα κάνει κάτι τέτοια τοτσερβελάκι, μια γίνονται - και μια που τα ξεχάσαμε!), ο έρμος του ο γιός - Χατζηρεΐσης, ή Χατζής, είτε Ρεΐσης - δεν είχε πάρει μέρος εις τη μάνητα, ούτε καυγά μηδέ φιλονικία, ουδέ και την παραμικρήν αυθάδεια δεν είχε καταδείξει, είχε καθήσει σαν το ήσυχο σκυλί να βρέχεται λασπόνερα και τις αλλόφρονες κατάρες ενός γονιού που είχε φτάσει σε κάποιον ορισμένως εκκεντρισμό, ήτανε ο μισός εντός του εαυτού του κι ο έτερος και έξω απ΄τα ρούχα του ως τον εξέχεζε πατόκορφον και τον εκαταριόταν - κι ακούστε περί τις ποιές κατάρες του επρόκειτο:"Που να μη γλυκαθείς παρά τη μέρα Σάββατο, κι εκείνη μόνο λίγο" (γράφε εσύ Τζουμάρτεσι, αυτό κράτα και φύλαχ' το)."Ω, που να σκάσει το κακό σου για παιδί, εγώ δεν έσπειρα αγόρι - έχω σπαρμένο ένα Γενιτσαριό." "Που να σου δώνουνε λεφτά και να στα τρώνε οι φίλοι", αυτό συνέβαινε, αλλά όλο είχε λεφτά για κάψιμο, φίλους να του τα καίνε - δε ζημιώθηκε, ήτανε σαν ετούτη η κατάρα να είχε μέσα και το πρέπον γιατρικό, ερχότανε μαθές μία ή άλλη. Και η χειρότερη, η πιο βαριά, η τέταρτη:

"Που να σε δέσει στην ποδιά της μια Εβραία, και να μη σώσεις να την πάρεις, να σκυλεύεσαι." Αυτή η τελευταία, ήτανε μά για να γελάς, μά για να κλαίγεις - και ο ΧατζηΡεΐς δεν το ημπόρα να την κρατήσει με τοις μετρητοίς, δή αφ' ενός ίδιο του έκανε του πάσα ένα και της μιας η μυστική θρησκεία, και άμα του γούσταρε γυναίκα, μωρ' θα την έπαιρνε κι ας ήτο και χανούμισσα - αλλά για παντρειές και άλλα τέτοια θέματασαν αρραβώνες, προξενιά και τίποτα λογοδοσίματα, αυτά τα έτρεμε ως διάολος το λιβάνι. Είχε από νωρίς του φοβηθεί και του ΄χε εντυπωθεί πως κράταγε απ΄τη γενιά του αρνηστή, του κλέφτη της αγάπης - και για θεό ή όχι, και για ποίηση είτε για στριφογύρισμα - είχε ο ίδιος ο παππούλης του αφήσει γυναίκα σαν τα γάργαρα νερά (και με τα δυο παιδάκια), τότε σημαίνει πως κι οι γάμοι και οι έρωτες και όλα τα καλά τους κανένανε δε σώζουνε, άμα θα έρθει ο άγγελός σου να σου πει άρον τον κρέβατόν σου κι αρχίνα περιπάτει. Και όντας τίμιος και αυστηρός μεθ' εαυτού, δε θα επέτρεπε να ξαναγίνουνε τέτοια τα ρεζιλίκια - μάλιστα να τα πράξει και επαυτός του. Ώστε, σιγά και την Εβραία! Πιότερο θα τον ένοιαζε να έχει μόνο ημέρα μια της γλύκας βδομαδιάτικη, να βγει αληθινή η πρώτη η κατάρα.


Τώρα, εσύ κι εσύ κι εσύ, ίσως να πείτε - σιγά, και άμα ήτο γλυκατζής λιχουδιασμένος, δεν έφταναν τα δόντια του ν' αλέσουνε γλυκά τις άλλες μέρες, μόνο να περιμένει το Τζουμάρτεσι, ημέρα Σαββατιάτικη; Έμ, γιά! Είναι που μάλλον δεν κατέχετε να εννοείστε τις κατάρες, και τη δική τους λειτουργία, το ωραίο χτίσιμο κατά αυθαιρεσίας. έ, να καθέτε εδώ να το ξομπλιάσουμε να δείτε πώς το σχέδιο εδούλεψε. Η δεύτερη κατάρα ήτανε που κλείδωνε την πρώτη:να σκασει το κακό σου για παιδί, σημαίνει να γίνεις ακριβώς όπως εγώ σε ήθελα, αλλιώς ν' αποδεχτείς την τιμωρία και θέλεις περιοριστείς ως αυτοβούλως. Και άμα λέω πως να γλυκαίνεσαι μονάχα το Σαββάτο και ειδεμή λιγάκι - κάνε κουμάντο, και με το κακό σκασμένο πια να υπακούς, σκυλόμορφέ μου σκύλε - και παψε να μου κάνεις και τον ομορφονιό, ένα γλυκάκι κι έξω από την πόρτα - και να ευχαριστείς που και αυτό στο δίνω, τις πίκρες που με πότισες της ανυπακοής.

Επήγαινε λοιπόν ο αγαπιάρης μας ο ΧατζηΡεΐς, έκαμε φίλους, έπιανε λεφτά κι όλα του φεύγανε στα τραπεζώματα και στις χαρτοπαιξίες, να καθαρίζει από τις συντροφιές τα άνομά τους χρέη, αλλά σεβαστικός ίδιος Σεβάς -χανούμ: ένα γλυκάκι τη βδομάδα - μα το ΄χε μυγδαλάκι του και καλοτσακισμένο. Τώρα, πώς κι εγνωρίστηκε με το ΝτημίτΕφέντη, καινούριο σχέδιο: Του ενός, λίγο τον ένοιαζε η πίστη του καθενός, είχε και την παράδοση τη μυστικιστική να λαβαρεύεται, τζάμπα το πήρε το χατζής και το εφόρα πρόθεμα; Είχε μεγάλη την αποστολή να έφερνε εις πέρας, να αποδέχεται τον κόσμο σαν που μισή αλήθεια και μισό ψεύτικη. Ο έτερος, να πούμε, ο Ντημίτ - δεν είχε πίστη ουδεμιά, ή που τις είχε όλες - γιατί καμμια δεν του ελόγιαζε καλύτερη, και του εγούσταρε να αερολογεί, να μη μιλάει πολυδικά του. Κανείς δεν ένοιωθε τον άλλον για ανάγκη του, ο ένας ήτανε του ύψους κι ο άλλος ήτανε του βάθους, οι ίδιες οι γυναίκες δεν τους άρεζαν - κύλησε δηλαδή ο μαυροτέτζερης κι αντάμωσε το άσπρο του καπάκι, είχανε βρει τη βάση μιας φιλίας που τηνε τσιμεντώνανε το Τζουμάρτεσι, τη μέρα της αργίας της κακίας. Πήγαινε, φερ΄ειπείν, και χτύπαε τη θύρα ο φίλος ο ΧατζηΡεΐς απ΄του ΝτημίτΕφέντη το κονάκι - έβγαινε ο ένας έμπαινε ο άλλος, είχε μονίμως η συζήτηση έναν ωραίο τόνο καρδιακότητας. "Τζιγιέρι μου, να πάγωμε να κεραστούμε το τρατάρισμα, να δούμε πουλακίδες, θελ΄η ζωή εν αλλεγράρισμα, που θα σε φάουσι οι τοίχοι απ΄εδώ." Το άλλο τέρμηνο, πήγαινε ο Ντημιτ άντε και τσάκα-τσούκα, χτύπαγε εις το γιαλί του αλλουνού την ξώθυρα. "Μαθές, καρντάση μου λεβέντη, μαύρα τα μάτια έκαμα πουλί μου να σε είδα, να σε ζητώ κι όπου να μη σε βρίσκω - βάνε σου τα ωραία να πάμε και να σε περιπατήσω εις το Κέ, που αρωτιούνται όλοι και πού να βρίσκεσαι χαμένος", και κατεβαίνανε μες στα καλά τα χωρατά ωσάν να γαργαλεύοντο. Κι απέ, τις άλλες τις βδομάδες - σαν όλο κατα τύχη κι από την άλλη σύμπτωση (άκου και να μαθαίνεις, τι λέει - σύμπτωση), αυτοί κοντεύγανε να γίνουν σα Φίλιππος με το Ναθαναήλ και μη χειρότερα, τους τράβαγε κοντά-κοντά το αίμα τους, ηξεύρανε οι φλέβες τους μαζί να τραγουδεύουν.

Πηγαίνανε, αράζαν στ΄ονταδάκι του τεμπελοχανείου που το λέγαν Ιμπεριάλ: με πρόσοψη στη θάλασσα και με καθρέφτες με την παλιά κοπή στο γύρω-γύρω, να καθρεφτίζονται οι μοναξιές να κάμουνε παρέα. Κι εκεί, ωραίο ζευγάρι, με τα ανεμορούχα τους ριγμένα και το φεσάκι τους στραβά, (κάποτε ο Ρεΐς φορούσε κι ένα τουρμπανι με λοφίο, κάτι φτερά στο χρώμα της αρμάδας, και τα καφτάνια τους σα μπόσικα δεμένα, οκλαδωμένοι ανεκλαδίζοντο), κάμανε τις αγάπες να έχουνε το ναργιλέ τους σα μισιακό. Όχι από καμμιά εξηνταριά βελόνες εις την τζέπη, αλλά σα να 'τανε καλύτερο κι απ΄αδερφούς, ήτανε και οι δυο αναγκεμένοι απο τη μια φιλία. Κι εκεί, με το ναργιλεδάκι, ερχότανε και το παιδί με κάθε δίσκο, και νά ένα απ΄όλα για τον ένανε, νά κι εν' ακόμα από τα ίδια και για τον άλλονε, και ο Ντημίτ να τρώει στα πεταχτουδικα απ΄το εδώ στο εκεί στο παραπέρα, με τα γλαρά ματάκια του της όλης της ευχαρίστησης, αμέ ο άλλος σαν τον τσαούση κι αργά-αργά, πάντα μονάχα ένα - και το μασούλιζε της ώρας, συνηθισμένος της κατάρας το γευότανε. Κι όλα εβαίνανε καλώς, ως ήρθε και εφάνει - η Εβραία.




(συνεχίζεται)




© Ολβία Παπαηλίου, 2013





Πορτραίτο του ΧατζηΡεΐς, στο άνθος της καλής του ηλικίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου