Ο Κρητικός Διονύσιος Σολωμός
επιμέλεια: Στυλιανός Αλεξίου
επιμέλεια σειράς: Κώστας Κουτσουρέλης
Κίχλη, 2013 22 σελ.
ISBN 978-618-5004-08-8, [Κυκλοφορεί]
Νεοελληνική ποίηση [DDC: 889.1]
|
Έργο της κερκυραϊκής περιόδου του ποιητή, γραμμένο τα χρόνια 1833-1834, ο "Κρητικός" έφτασε ως εμάς σχεδόν ακέραιος. Οι μουσικοί ζευγαρωτοί δεκαπεντασύλλαβοι του ποιήματος συνδέουν τον Σολωμό με την παράδοση του Βιτσέντζου Κορνάρου, ενώ με τη σειρά τους αποτελούν τη γέφυρα προς σημαντικά μεταγενέστερα έργα της λογοτεχνίας μας, από τον "Όρκο" του Γεράσιμου Μαρκορά ως το "Μήτηρ Θεού" του Άγγελου Σικελιανού.
Το ιστορικό πλαίσιο του ποιήματος είναι ένα επεισόδιο από τον αγώνα της επαναστατημένης Κρήτης της περιόδου 1823-1824. Για να σωθούν από την προέλαση των τουρκικών δυνάμεων, αγωνιστές και άμαχοι επιχειρούν να φυγαδευτούν από τις δυτικές ακτές του νησιού με προορισμό τα αγγλοκρατούμενα Κύθηρα και την Πελοπόννησο. Πάνω σ' αυτό το θέμα, ο Σολωμός κεντά αριστουργηματικά την ιστορία ενός νέου Κρητικού και της μνηστής του: το ναυάγιό τους κοντά στην ακτή της Πελοποννήσου, μέσα σε θύελλα και βροντές, την πάλη τους με τα κύματα, την εμφάνιση στην κρίσιμη ώρα μιας γυναικείας οραματικής μορφής (της ψυχής της νέας), τέλος τη σωτηρία του ήρωα αλλά και τον θάνατο της κοπέλας. Ο χρόνος της σολωμικής αφήγησης δεν είναι ευθύγραμμος. Πάνω στη μάχη του με τα στοιχεία της φύσης, ο ήρωας ανακαλεί διαρκώς το παρελθόν αλλά και προβλέπει το μέλλον, τη συνάντησή τους την ημέρα της Ανάστασης των νεκρών.
Κριτικές - Παρουσιάσεις
Peter Mackridge, Ο Σολωμός του Στυλιανού Αλεξίου: o «Κρητικός» και ο Κριτικός, "The Athens Review of Books", τχ. 58, Φεβρουάριος 2014Άννα Κουστινούδη, 5 βιβλία του 2013, frear.gr, 30.12.2013Μαρία Αθανασοπούλου, Ο «Κρητικός» του Σολωμού από τον Αλεξίου, "The Books' Journal", τχ. 38, Δεκέμβριος 2013Κωστής Παπαγιώργης, Διονύσιος Σολωμός και Τζων Στάινμπεκ, "Lifo", τχ. 364, 28.11.2013Όλγα Σελλά, Ο «Κρητικός» του Σολωμού από την Κίχλη, "Η Καθημερινή", 23.11.2013Βασίλης Καλαμαράς, Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική, "Ελευθεροτυπία"/ "Βιβλιοθήκη", 23.11.2013Νίκος Μπακουνάκης, Αλεξίου, "Το Βήμα"/ "Βιβλία", 17.11.2013Αριστοτέλης Σαΐνης, «Λίγος αφρός, στη μουσική της νύχτας ένας ήχος», "Εφημερίδα των Συντακτών", 16.11.2013
http://www.biblionet.gr/book/
Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ
1 [18]Έκοίταα, κι ήτανε μακριά ακόμη τα’ ακρογιάλι·
«Αστροπελέκι μου καλό, για ξαναφέξε πάλι!»
Τρία αστροπελέκια επέσανε, ένα ξοπισω στ’ άλλο,
Πολύ κοντά στην κορασιά με βρόντημα μεγάλο·
Τα πέλαγα στην αστραπή κι ό ουρανός αντήχαν,
Οι ακρογιαλιές και τα βουνά μ’ όσες φωνές κι αν είχαν.
2 [19]
Πιστέψετε π’ ό,τι θα πω είν’ ακριβή αλήθεια,
Μα τές πολλές λαβωματιές πού μόφαγαν τα στήθια,
Μα τους συντρόφους πόπεσαν στην Κρήτη πολεμώντας,
Μα την ψυχή πού μ' έκαψε τον κόσμο άπαρατώντας.
5 (Λάλησε, Σάλπιγγα! κι' εγώ το σάβανο τινάζω,
Και σχίζω δρόμο και τς αχνούς αναστημένους κράζω:
«Μην είδετε την ομορφιά που την Κοιλάδα αγιάζει;
Πέστε, να ιδήτε το καλό εσείς κι ο, τι σας μοιάζει.
Καπνός δε μένει από τη γή' νιος ουρανός εγίνη'
10 Σαν πρώτα εγώ την αγαπώ και θα κριθώ μ’ αυτήνη.
—Ψηλά την είδαμε πρωί· της τρέμαν τα λουλούδια
Στη θύρα της Παράδεισος που εβγήκε με τραγούδια
Έψαλλε την Ανάσταση χαροποιά η φωνή της,
Κι έδειχνεν ανυπομονιά για να ‘μπει στο κορμί της·
Ο Ουρανός ολόκληρος αγρίκαε σαστισμένος,
Το κάψιμο αργοπορούνε ο κόσμος ο αναμμένος"
Και τώρα ομπρός την είδαμε· ογλήγορα σαλεύει·
Όμως κοιτάζει εδώ κι εκεί και κάποιονε γυρεύει»).
3. [20]
Ακόμη εβάστουνε ή βροντή ... ... ...
Κι ή θάλασσα, πού σκίρτησε σαν το χοχλό πού βράζει,
Ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα,
Σαν περιβόλι ευώδησε κι εδέχτηκε όλα τα’ αστρα·
Κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση
Κάθε ομορφιά να στολιστή και το θυμό ν’ αφήση.
Δεν ειν’ πνοή στον ουρανό, στη θάλασσα, φυσώντας
Ούτε όσο κάνει στον ανθό η μέλισσα περνώντας,
Όμως κοντά στην κορασιά, πού μ’ έσφιξε κι εχάρη,
Εσειότουν τ’ ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι·
Και ξετυλίξει ογλήγορα κάτι που εκείθε βγαίνει,
Κι ομπρός μου ιδού πού βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Ετρεμε το δροσάτο φως στη θεϊκιά θωριά της,
Στα μάτια της τα ολόμαυρα και στα χρυσά μαλλιά της.
4. [21]
Εκοίταξε τα’ αστέρια, κι εκείνα αναγάλλιασαν,
Και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν·
Κι από το πέλαο, που πατεί χωρίς να το σουφρώνει,
Κυπαρισσένιο ανάερα τα’ ανάστημα σηκώνει,
5 Κι ανεί τς αγκάλες μ’ έρωτα και με ταπεινοσύνη,
Κι έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη.
Τότε από φως μεσημερνό ή νύχτα πλημμυρίζει,
Κι η χτίσις έγινε ναός πού ολούθε λαμπυρίζει.
Τέλος σ’ εμέ πού βρίσκομουν ομπρός της μες στα ρείθρα,
10 Καταπώς στέκει στο Βοριά η πετροκαλαμήθρα,
Όχι στην κόρη, αλλά σ’ εμέ την κεφαλή της κλίνει·
Την κοίταζα ό βαριόμοιρος, μ’ έκοίταζε κι εκείνη.
Έλεγα πώς την είχα ιδεί πολύν καιρόν οπίσω,
Καν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο,
15 Κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου,
Καν τα’ όνειρο, όταν μ’ έθρεφε το γάλα της μητρός μου·
Ήτανε μνήμη παλαιή, γλυκιά κι αστοχισμένη,
Που ομπρός μου τώρα μ’ όλη της τη δύναμη προβαίνει·
Σαν το νερό που το θωρεί το μάτι ν’ αναβρύζη
20 Ξάφνου οχ τα βάθη του βουνού, κι ο ήλιος το στολίζει.
Βρύση έγινε το μάτι μου κι ομπρός του δεν εθώρα,
Κι έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,
Γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου,
Που ετρέμαν και δε μ’ άφηναν να βγάλω τη μιλιά μου·
25 Όμως αυτοί είναι θεοί, και κατοικούν απ’ όπου
Βλέπουνε μες στην άβυσσο και στην καρδιά τα’ ανθρώπου,
Κι ένιωθα πως μου διάβαζε καλύτερα το νου μου
Πάρεξ αν ήθελε της πω με θλίψη του χειλιού μου:
«Κοίτα με μες στα σωθικά, που φύτρωσαν οι πόνοι
………….
………………….
30 Όμως εξεχειλίσανε τα βάθη της καρδιάς μου·
Τ’ αδέλφια μου τα δυνατά οι Τούρκοι μού τα’ αδράξαν,
Την αδελφή μου ατίμησαν κι αμέσως την έσφαξαν,
Τον γέροντα τον κύρη μου εκάψανε το βράδυ,
Και την αυγή μου ρίξανε τη μάνα στο πηγάδι.
45 Στην Κρήτη ............
Μακριά ‘πο κειθ’ εγιόμισα τες φούχτες μου και εβγήκα.
Βόηθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να ‘χω·
Σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι αυτό βαστώ μονάχο».
5. [22]
Εχαμογέλασε γλυκά στον πόνο της ψυχής μου,
Κι εδάκρυσαν τα μάτια της, κι έμοιαζαν της καλής μου.
Εχάθη, αλιά μου! αλλ’ άκουσα του δακρύου της ραντίδα
Στο χέρι, πού ‘χα σηκωτό μόλις εγώ την είδα. —
5 Εγώ από κείνη τη στιγμή δεν έχω πλια το χέρι,
Π’ αγνάντευεν Αγαρηνό κι εγύρευε μαχαίρι·
Χαρά δεν του ‘ναι ο πόλεμος· τα’ απλώνω του διαβάτη
Ψωμοζητώντας, κι έρχεται με δακρυσμένο μάτι·
Κι όταν χορτάτα δυστυχιά τα μάτια μου ζαλεύουν
10 Αργά, κι ονείρατα σκληρά την ξαναζωντανεύουν,
Και μέσα στ’ άγριο πέλαγο τ' αστροπελέκι σκάει,
Κι η θάλασσα να καταπιή την κόρη αναζητάει,
Ξυπνώ φρενίτης, κάθομαι, κι ο νους μου κινδυνεύει,
Και βάνω την παλάμη μου, κι αμέσως γαληνεύει. -
Τα κύματα έσχιζα μ’ αυτό, τ’ άγρια και μυρωδάτα,
Με δύναμη πού δεν είχα μήτε στα πρώτα νιάτα,
Μήτε όταν εκροτούσαμε, πετώντας τα θηκάρια,
Μάχη στενή με τους πολλούς ολίγα παλληκάρια,
Μήτε όταν τον μπομπο - Ίσούφ και τς άλλους δύο βαρούσα.
20 Σύρριζα στη Λαβύρινθο π’ αλαίμαργα πατούσα.
Στο πλέξιμο το δυνατό ο χτύπος της καρδιάς μου
(Κι αυτό μου τ’ αυξαιν’) έκρουζε στην πλεύρα της κυράς μου.
…………..
………..
Αλλά το πλέξιμ’ άργουνε και μου τ’ αποκοιμούσε
Ηχός, γλυκύτατος ηχός, οπού με προβοδούσε.
Δεν είναι κορασιάς φωνή στα δάση που φουντώνουν,
Και βγαίνει τ’ άστρο του βραδιού και τα νερά θολώνουν,
Και τον κρυφό της έρωτα της φύσης τραγουδάει,
Του δέντρου και του λουλουδιού πού ανοίγει και λυγάει·
Δεν είν’ αηδόνι κρητικό, που παίρνει τη λαλιά του
Σε ψηλούς βράχους κι άγριους όπ’ έχει τη φωλιά του,
Κι αντιβουίζει ολονυχτίς από πολλή γλυκάδα
Η θάλασσα πολύ μακριά, πολύ μακριά η πεδιάδα,
Ώστε που πρόβαλε η αυγή και έλιωσαν τ’ αστέρια,
Κι ακούει κι αυτή και πέφτουν της τα ρόδα από τα χέρια
Δεν είν’ φιαμπόλι το γλυκό, οπού τα’ αγρίκαα μόνος
Στον Ψηλορείτη όπου συχνά μ’ ετράβουνεν ο πόνος
Κι έβλεπα τ’ άστρο τ’ ουρανού μεσουρανίς να λάμπει
Και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι οι κάμποι·
Κι ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθερίας ελπίδα
Κι' έφώναζα: «ώ θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα!»
Κι άπλωνα κλαίοντας κατ’ αυτή τα χέρια με καμάρι·
Καλή ‘ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι.
Λαλούμενο, πουλί, φωνή, δεν είναι να ταιριάζει,
Ίσως δε σώζεται στη γη ήχος που να του μοιάζει
Δεν είναι λόγια· ήχος λεπτός ... ...
Δεν ήθελε τον ξαναπεί ο αντίλαλος κοντά του.
Αν είν’ δεν ήξερα κοντά, αν έρχονται από πέρα·
Σαν του Μαϊού τες ευωδιές γιόμιζαν τον αέρα,
Γλυκύτατοι, ανεκδιήγητοι ... ...
Μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Χάρος.
Μ’ άδραχνεν όλη την ψυχή, και να ‘μπει δεν ημπόρει
Ο ουρανός, κι η θάλασσα, κι η ακρογιαλιά, κι η κόρη
Με άδραχνε, και μ’ έκανε συχνά ν’ αναζητήσω
Τη σάρκα μου να χωρισθώ για να τον ακλουθήσω.
Έπαψε τέλος, κι άδειασεν η φύσις κι η ψυχή μου·
Πού εστέναξε κι εγιόμισεν ευθύς οχ την καλή μου·
Και τέλος φθάνω στο γιαλό την αρραβωνιασμένη,
Την απιθώνω με χαρά, κι ήτανε πεθαμένη.
1833
Κρητικός, Εισαγωγικά (.pdf 143 kb) σημειώσεις Γιάννης Στούπας
Κρητικός, απόσπασμα 1 (.pdf 138 kb) σημειώσεις Γιάννης Στούπας
Κρητικός, απόσπασμα 2 (.pdf 160 kb) σημειώσεις Γιάννης Στούπας
Κρητικός, απόσπασμα 3 (.pdf 173 kb) σημειώσεις Γιάννης Στούπας
Κρητικός, απόσπασμα 4 (.pdf 155 kb) σημειώσεις Γιάννης Στούπας
Κρητικός, απόσπασμα 5 (.pdf 280 kb) σημειώσεις Γιάννης Στούπας
Πηγές : http://users.sch.gr/symfo/sholio/kimena/solomos_kritikos.htm
https://el.wikisource.org/wiki/
Ο Κρητικός
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ο Κρητικός είναι αφηγηματικό ποίημα σε πέντε μέρη του Διονυσίου Σολωμού και γράφτηκε την περίοδο 1833-1834. Ποίημα της ωριμότητας του ποιητή με το οποίο "η ελληνική ποίηση μπαίνει θριαμβευτικά στον πνευματικό χώρο της Ευρώπης και παίρνει τη θέση της πλάι στα υψηλότερα υποδείγματα της ευρωπαϊκής ποίησης"[1].Συνδυάζει το επικό, το δραματικό και το λυρικό στοιχείο. Θεωρείται, σύμφωνα και με τον Λίνο Πολίτη[2], «σταθμός στην ποιητική πορεία του Σολωμού, το πρώτο από τα μεγάλα έργα της εντελώς ώριμης περιόδου του» και «ποίημα-κλειδί, που ανοίγει και μας οδηγεί προς τα ώριμα πνευματικά πεδία του, αλλά πριν από όλα μας εισάγει στη δική του αυτοδύναμη περιοχή» κατά τον Γιάννη Δάλλα[3]. "Η αξία του Κρητικού έγκειται στην απαράμιλλη λυρικότητα του και στην υποβολή που ασκούν μέχρι σήμερα στον αναγνώστη τα υψηλά, αν και κρυπτικά νοήματά του"[4]. Πρώτη φορά το ποιητικό αυτό έργο εκδόθηκε από τον Ιάκωβο Πολυλά το 1859 (έκδοση τωνΕυρισκομένων). Οι στίχοι είναι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, όπως ακριβώς οι στίχοι του Ερωτόκριτου, ενώ επίσης παρατηρείται τομή στην 8η συλλαβή κάθε στίχου, χωρίζοντας τους σε δύο ημιστίχια. Το ποίημα δεν είναι οργανωμένο σε στροφές. Αξίζει να γίνει αναφορά στις πολλές συνιζήσεις που δένουν ηχητικά τους στίχους και τελικά το ποίημα, αλλά και στο "φαινόμενο της συναισθησίας"[5]. Το ποίημα τέλος να σημειωθεί δεν τιτλοφορήθηκε από τον ίδιο τον ποιητή, όπως και Η Γυναίκα της Ζάκυθος[6].
Το περιεχόμενο της αφήγησης
Το ποίημα πραγματεύεται την περιπέτεια ενός ναυαγού (που δεν κατονομάζεται) από την Κρήτη, απ' όπου έχει αναγκασθεί να φύγει ύστερα από την καταστολή της επανάστασης και τις διώξεις των Τούρκων το 1823-1824. Το πλοίο βυθίζεται και ο Κρητικός βρίσκεται στη θάλασσα, προσπαθώντας μάλιστα να σώσει την αγαπημένη του από τα άγρια κύματα, την οποία και κρατά στο ένα του χέρι. Από εκείνο το σημείο ξεκινάει η αφήγηση με την τεχνική in medias res, απ' το μέσο δηλαδή της υπόθεσης.
Ο ήρωας-ναυαγός στην πορεία, σε ένα άνοιγμα του χωροχρόνου, βιώνει με ρεαλισμό δοσμένα φανταστικά επεισόδια. Ακούει την σάλπιγγα, τινάζει τα σάβανα και τρέχει για να συναντήσει την αγαπημένη του· συναντά άλλους νεκραναστημένους και τους ρωτά για εκείνην. Ομολογεί την αιώνια αγάπη και τη θέλησή του να κριθεί μαζί της. Πληροφορείται πως και εκείνη τον αναζητά, με ανυπομονησία μάλιστα, ενώ ο κόσμος καίγεται ολόγυρα τους. Τα επεισόδια αυτά, να σημειωθεί δεν δίνονται από τον ποιητή συνειδητά ως προϊόντα παραισθήσεων, ούτε ως παράγωγα παράκρουσης, έτσι ώστε η λογική τάξη και η συνοχή του κόσμου να διασαλεύται αλλά και να αμφισβητείται. Στην περίπτωση του Κρητικού, κατά τον Γιάννη Δάλλα, "τα οράματα υλοποιούνται, γίνονται προσλήψιμα λογικά συστατικά της περιπέτειας και της σχετικής πλοκής του μύθου. Τα φανταστικά επεισόδια αποδίδονται ως ισότιμα των άλλων και έτσι αντιμετωπίζονται: ως τμήματα αναπόσπαστα μιας και της αυτής πραγματικότητας.[7]" Δεν είναι δηλαδή εκδοχές του θαυμαστού και του παράδοξου αλλά αποκαλύψεις της "κρυφής ή άγνωστης πλευράς αυτού του κόσμου". Πρόκειται λοιπόν για ένα δραματικό κυρίως μονόλογο με λυρικά, αφηγηματικά αλλά πρωτίστως φανταστικά στοιχεία. Μια αυτοψία μάλιστα στα Αυτόγραφα του Κρητικού (ΑΕ 354-363 ως προς την ζύμωση και 363-380 ως προς τη συγκρότηση του) μαρτυρεί για τα πρωτεία του φανταστικού κάτι που φαίνεται και στη δομή και την ακολουθία των επεισοδίων του έργου.
Το ποίημα βέβαια δεν παύει να είναι εμπνευσμένο από τους αγώνες των Κρητικών για ανεξαρτησία κατά την περίοδο 1823-1824, τις κακουχίες των προσφύγων, καθώς και από την απώτερη καταγωγή του ίδιου αφού η οικογένεια του Σολωμού (Πέτρος και Νικόλαος Σολωμός) είχε καταφύγει στη Ζάκυνθο το 1669 προκειμένου να γλιτώσει από τις διώξεις των Τούρκων. Ειδικότερα, στο χρονικό επίπεδο της αφήγησης, οι Τούρκοι είχαν πετύχει την κατάληψη της Μεσαράς και των Σφακίων (23-24). Ως επακόλουθο πολλές χιλιάδες Χριστιανών από τη νότια και δυτική Κρήτη κατέφυγαν με πλοία προς τα Κύθηρα, τα Αντικύθηρα και την Δυτική Πελοπόννησο και τα Επτάνησα.
Να σημειωθεί πως το ίδιο θέμα πραγματεύεται και το ποίημα-μπαλάντα Hero und Leander («Ηρώ και Λέανδρος») του Γερμανού ποιητή Σίλλερ, όπως και η τραγωδία του Γκριλπάρτσερ «Τα κύματα της θάλασσας και του έρωτα», όπως και του Μονταίν:
Ένα βράδυ, από κύματα ισχυρά νικημένος,
και βλέποντας, ο γενναίος ερωτευμένος,
ότι, κυρίαρχο το πέλαγος, έπαιζε μαζί του,
μίλησε στα κύματα, και είπε η φωνή του:
Αφήστε με τώρα να σας διασχίσω
και φυλάξτε μου τον θάνατο, όταν γυρίσω.[8]
αλλά και η σύνθεση του Μπάυρον «Η νύμφη της Αβύδου». Η αφετηρία των ποιημάτων εντοπίζεται στην ύστερη αρχαιότητα, τον 5ο με 6ο αιώνα μ.Χ, στο ομώνυμο επύλλιο του Μουσαίου «Τα καθ' Ηρώ και Λέανδρον»[9]. Ο Σολωμός στον "Κρητικό" όχι μόνο πλάθει τον αφηγηματικό του κορμό με κατακτημένο αισθητικά τρόπο που του δίνει μια νέα και πρωτότυπη διάσταση, συναιρώντας διαφορετικές παραδόσεις και οπτικές, αλλά και αλλάζει το περιεχόμενο, αφού στην περίπτωση του Κρητικού ο ήρωας δεν πνίγεται όπως στον Σίλλερ, αλλά είναι ένας ναυαγός που παλεύει με τα κύματα μαζί με την "καλή" του. Μετά το όραμα της Φεγγαροντυμένης ο Κρητικός επίσης φτάνει στην ακτή και την αποθέτει πεθαμένη. Τέλος, δεν ακολουθεί ο θάνατος του ήρωα, αλλά αντίθετα συνεχίζει στην Κέρκυρα ως πρόσφυγας πλέον όπου και αναβιώνει την εμπειρία αφηγούμενος την: "Πιστέψετε που ό,τι θα πω είναι ακριβή αλήθεια". Τέλος, η πρόλευση του μύθου ενώ στον Σίλλερ είναι φιλολογική, το ποίημα του Μουσαίου, στον Κρητικό έχει δειχθεί πως στηρίζεται σε μια αφόρμηση ιστορική[10].
Αλληγορική ερμηνεία
Μπορεί να θεωρηθεί ως μία γενικότερη αλληγορική παράσταση των δοκιμασιών της Κρήτης, των αγώνων των κατοίκων της να απελευθερωθούν και να ενωθούν με τη μικρή τότε ελεύθερη Ελλάδα. Επίσης αλληγορικά μπορεί να συσχετιστεί με τη λογοτεχνική παράδοση του νησιού. Η περιπέτεια του ήρωα παραλληλίζεται με την πορεία που ακολούθησαν τα χειρόγραφα των σπουδαίων έργων της κρητικής λογοτεχνίας, αφότου η νήσος κατελήφθη από τους Τούρκους (1669). Όπως ο ήρωας Κρητικός καταλήγει ζητιάνος στη νέα του πατρίδα, έτσι και τα έργα της κρητικής λογοτεχνία είχαν καταλήξει σε περιφρονημένα λαϊκά ακούσματα στα Επτάνησα[11].
Το ποίημα λειτουργεί επίσης και ως πρόδρομη αφήγηση της Έσχατης Κρίσης συνδυάζοντας ιδιότυπα την πλατωνική και τη χριστιανική παράδοση, γυρνώντας μας πίσω σ' έναν ιδιότυπο ορφισμό-πυθαγορισμό που απηχεί όμως και τον Φιτσίνο αλλά και τον Χέγκελ (Hegel)[12]: Αυτό το επίπεδο βρίσκεται στο απώτατο μέλλον και υπερβαίνοντας τον φυσικό χρόνο είναι υπερβατικό και μεταφυσικό, αφού αναφέρεται στην ανάσταση των νεκρών και στην Έσχατη Κρίση. Αφορά την οραματική συνάντηση του Κρητικού με τις ψυχές των νεκρών και την εμφάνιση της αγαπημένης του στις πύλες του Παραδείσου. Θέμα που τον απασχολεί ξανά έντονα στο τέλος της ζωής του, στα λεγόμενα «Ώριμα Ιταλικά ποιήματα» και συγκεκριμένα στη «Γυναίκα με το βελούδο» (κατά τη μετάφραση του Γ. Καλοσγούρου) "La Donna Velata".
Ο ποιητής μάλιστα φαίνεται να συναιρεί τις δύο προαναφερθείσες οπτικές, το ιστορικό με το ιδεαλιστικό, στον ενδεικτικό στίχο: "Κι εφώναζα: ω θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα!", όπου η πατρίδα λειτουργεί ως διπλός τόπος, τόσο δηλ. ως ο πραγματικός τρέχον ιστορικός τόπος, στον εθνικο-κρατικό του σχηματισμό, όσο και στο επέκεινα.
Ας ακούσουμε όμως καλύτερα τον ίδιο τον ποιητή που σημειώνει βιαστικά στο περιθώριο του χειρογράφου: "Il tuono fondamentale tenga fermo il centro profondo della Nazionalita e si sollevi perpendicolarmente [...][13]" δηλ. "Ο βασικός τόνος ας μένει σταθερά στο βαθύ κέντρο της Εθνικότητας και ας υψώνεται κατακόρυφα", σύμφωνα με την μετάφραση του Στυλιανού Αλεξίου[14]. Λέει μάλιστα σε γράμμα του προς τον Γέωργιο Τερτσέτη: "Κι όσο για την ποίηση, πρόσεξε καλά, Γιώργη μου, γιατί βέβαια καλό είναι να ρίχνει κανείς τις ρίζες του πάνω σ' αυτά τ' αχνάρια [τα δημοτικά, τα κλέφτικα τραγούδια], δεν είναι όμως καλό να σταματά εκεί ' πρέπει να υψώνεται κατακόρυφα ["perpendicolarmente"]. [...] Η κλέφτικη ποίηση είναι όμορφη και ενδιαφέρουσα καθώς μ' αυτήν παράστησαν ανεπιτήδευτα οι κλέφτες τη ζωή τους, τις ιδέες τους και τα αισθήματα τους. Δεν έχει το ίδιο ενδιαφέρον στο δικό μας στόμα ' το έθνος ζητά από μας το θησαυρό της δικής μας διάνοιας, της ατομικής, ντυμένον εθνικά"[15].
"Τα υψηλά, αν και κρυπτικά νοήματά του"[16], που σημειώνουν οι Γαραντούδης και Παραδείση, μας παραπέμπουν και στον πρώην υμνητή και οικογενειακό φίλο του Διονυσίου Σολωμού, Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο, ο οποίος μετατρέπεται σε μεταθανάτιο επικριτή του με το φυλλάδιο του Πόθεν η κοινή λέξις "τραγουδώ"; Σκέψεις περί της ελληνικής ποιήσεως (1859), όπου και κατηγορεί τον ποιητή πως αυτομόλησε στον γερμανικό μυστικισμό και, παιρνώντας μας και στο ζήτημα της αποσπασματικότητας, πως η κουρασμένη μούσα του ουδέν "άφισεν εις κληρονομίαν ολομελές και πλήρες επικόν δοκίμιον"[17].
Η Φεγγαροντυμενη είναι, όπως και Η Γυναίκα της Ζάκυθος και η Donna Velata (Η Γυναίκα με το μαγνάδι κατά τον Γ. Καλοσγούρο), η γυναικεία μορφή του σολωμικού έργου που προκάλεσε και προκαλεί διαφορετικές ερμηνείες και διαφωνίες ως προς την ταυτότητα της. Ενώ κατά την επικρατέστερη -σε πρώτο επίπεδο- εκδοχή, πρόκειται για την ίδια την αρραβωνιαστικιά του Κρητικού, την ψυχή δηλ. της μνηστής που φεύγει[18], η μορφή αυτή ανοίγεται σαφώς και σε άλλες λειτουργίες. Κατά τον Ερατοσθένη Καψωμένο πρόκειται για μια παγανιστική "επιφάνεια"[19]. Κατά τον Σάββα Μιχαήλ πρόκειται για μια Μητρική Μορφή, με τα κεφαλαία γράμματα να παραπέμπουν προφανώς σε μια πρωταρχική θεία μορφή. Συγκεκριμένα o Μιχαήλ σημειώνει: "Ο ναυαγός Κρητικός κι ο Σολωμός κι όλοι οι ναυαγισμένοι της Ιστορίας μπορούν να δουν να επανέρχεται ανοίκεια, φεγγαροντυμένη, πανέμορφη, η οικεία Μητρική Μορφή, όπως τότε [κατά τους στίχους του ποιήματος] "πολύν καιρό οπίσω", στα πρώτα όνειρα, [σ] τ' όνειρο, όταν με έθρεφε το γάλα της μητρός μου"[20]. Όπως και να έχει "η υποβολή μιας σκηνής με την ξαφνική εμφάνιση της "Φεγγαροντυμένης", που αναδύεται από τη θάλασσα και καθαγιάζει όλη τη φύση, είναι εντυπωσιακή"[21] κατά τον Mario Vitti (Μάριο Βίττι).
Διακειμενικότητα
Το ποίημα έχει δεχθεί επιρροές, συμπλέοντας αλλά και λειτουργώντας αυτοδύναμα, τόσο από την επτανησιακή σχολή και τα δημοτικά τραγούδια, όσο και από τηνκρητική λογοτεχνία και τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό κυρίως στην φιλοσοφική του εκδοχή.
Αποσπασματικότητα
Η αρίθμηση των ενοτήτων ξεκινά από τον αριθμό 18, γεγονός που προβληματίζε τους μελετητές του έργου αν είναι αποσπασματικό ή όχι. Ο Πολυλάς θεωρούσε το έργο αποσπασματικό (1859), εωσότου ο Λίνος Πολίτης, ήδη από το 1948, "έδειξε" ότι είναι ποίημα ολοκληρωμένο με αρχή, μέση και τέλος[22]. Κατά τη θεώρηση του λοιπόν είναι το «ποίημα απόλυτα ολοκληρωμένο, με εσωτερική ενότητα και συνοχή»[2]. Ο Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, το 1975, επίσης υπογραμμίζει πως "το ποίημα δεν είναι απόσπασμα αλλά σύνολος λόγος"[23]. Ο Στυλιανός Αλεξίου ισχυρίστηκε επίσης πως "το έργο είναι πλήρες. Λείπουν μονάχα τέσσερα ημιστίχια κι ένας στίχος"[24]. Ενώ βέβαια θα μπορούσε κανείς να συμφωνήσει εύκολα για τον αριθμό των τεσσάρων ημιστιχίων που λείπουν, δεν ισχύει το ίδιο για τον αριθμό των στίχων που λείπουν καθώς φαίνεται να λείπουν περισσότεροι, απόφανση που στηρίζεται τόσο στις ομοιοκαταληξίες όσο και στην αφηγηματική πλοκή του ποιήματος. Χωρίς βέβαια να μειώνει κάτι αυτό από την αξία του έργου. Ο Στέφανος Ροζάνης περνάει στο άλλο άκρο υποστηρίζοντας πως "είναι φανερό ότι για τον Σολωμό (όπως και για τους Coleridge και Holderlin) ο υπέρτατος σκοπός της τέχνης είναι το απόσπασμα"[25], θεώρηση τουλάχιστον υπερβολική αν όχι ανεδαφική, δεδομένης της ισόβιας αγωνίας του ποιητή να ολοκληρώσει τα έργα του. Ο ποιητής καταλήγει ο Γιώργος Βελουδής ότι "δεν είχε μόνο απόλυτη συνείδηση της αποσπασματικότητας του ώριμου έργου του, αλλά και ότι αυτή η αποσπασματικότητα αντικατοπτρίζει την καλλιτεχνική βούληση της ωριμότητας του"[26], θεώρηση επίσης με ψήγματα τουλάχιστον υπερβολής η οποία θα μπορούσε να γίνει κατανοητή στα πλαίσια της ακαδημαϊκής κόντρας, των λεγόμενων "αποσπασματικών", των οποίων ο Βελουδής υπήρξε και η προεξάρχουσα μορφή. Στο αντίπαλο στρατόπεδο θα μπορούσε κανείς να τοποθετήσει τον Στυλιανό Αλεξίου ο οποίος και στο κύκνειο άσμα του, λίγο πριν τον θάνατο του, κατηγορηματικά επέμεινε στο "πλήρες" του έργου[27]. Κανείς βέβαια δεν μπορεί να απαντήσει οριστικά και με βεβαιότητα, αν και η άποψη ότι το ποίημα αποτελεί ένα ολοκληρωμένο αυτοτελές επεισόδιο ενός μεγάλου επικολυρικού ποιήματος που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, φαίνεται να βρίσκεται πιο κοντά στην πραγματική τουλάχιστον βούληση του ποιητή, αφού φυσικά υποθέσουμε πως ο ποιητής έρρεπε προς μια ευρύτερη ή και συνολική σύνθεση του όλου έργου του. Γράφει ο Παλαμάς: "Το ότι ο Σολωμός δεν ηυτύχησε να συντελέση τους Ελεύθερους Πολιορκημένους και τα άλλα των κρίσιμων ωρών του δημιουργήματα, καθώς το εσχεδίαζεν, είναι εις το παθητικόν του, όσον και αν τα αποκόμματα αυτά μεγαλοφωνούν ότι εγεννήθησαν από τα σπλάχνα μεγάλου ποιητού"[28]. Η απάντηση φαίνεται πως θα μεταβάλλεται από εποχή σε εποχή αφήνοντας ανοιχτό αυτό το σολωμικό ζήτημα. Το πολύτιμο του όλου πράγματος είναι δεδομένο, ωστόσο το αν πρόκειται για συντρίμμια ή για ένα ολοκληρωμένο έργο φαίνεται πως θα παραμένει ένα ανοιχτό ζήτημα.
Ο Κρητικός του Διονυσίου Σολωμού
Νέα φιλολογική προσέγγιση του έργου
Στυλιανός Αλεξίου
Ο Σολωμός έγραψε τον Κρητικό στα 1833-1834, σε ομοιοκατάληκτα δίστιχα, κατά την παράδοση του Ερωτοκρίτου. Εδωσε τον τίτλο ο ίδιος, Il Cretense. Ο ποιητής είχε παρακολουθήσει την εξέλιξη της Επανάστασης του 1821 στη Μεγαλόνησο. Το καλοκαίρι του 1823 οι Τούρκοι, στην προσπάθειά τους να καταστείλουν την εξέγερση, προχώρησαν από την Αγία Βαρβάρα στη Μεσαρά και χτύπησαν ανεπιτυχώς το λεγόμενο «Σπήλαιο του Λαβυρίνθου», όπου είχε καταφύγει πλήθος Χριστιανών. Τον Μάρτιο του επομένου έτους εισέβαλαν και στα Σφακιά. Οι Κρητικοί, κυρίως άμαχοι, αλλά και αγωνιστές, άρχισαν να φεύγουν από τη δυτική Κρήτη με καΐκια και άλλα πλοία, προσπαθώντας να σωθούν στα αγγλοκρατούμενα Κύθηρα και στην Πελοπόννησο.
Ενας σύγχρονος των γεγονότων και παρών σ' αυτά, ο Σφακιανός οπλαρχηγός Στρατής Βουρδουμπάς, αφηγείται σε επιστολή του (του 1832) ότι τα κρητικά καΐκια ξεκίνησαν από το Λουτρό Σφακίων, αλλά συνάντησαν, στην Ελαφόνησο, τον τουρκικό στόλο και αναγκάσθηκαν να γυρίσουν στην ακτή της δυτικής Κρήτης. Εναντίον τους επετέθησαν από τη θάλασσα τα πλοία, και οι Τούρκοι στρατιώτες από την ξηρά. Γνωρίζομε ότι τα καΐκια, αν δεν βυθίζονταν από τα κανόνια των εχθρικών πλοίων, κινδύνευαν και από το Κρητικό Πέλαγος, ιδιαίτερα τρικυμιώδες την εποχή των γεγονότων, τον μήνα Μάρτη (1824). Ο Σολωμός ήταν άριστα πληροφορημένος για όλα: αναφέρει τη μάχη του Λαβυρίνθου και κάποιον Τούρκο Ισούφ που είχε λάβει μέρος σ' αυτήν. Ξέρει και τις σφαγές, τα ναυάγια. Αναπολεί την πατρίδα των προγόνων του, την Κρήτη, τον Ψηλορείτη.
Η υπόθεση είναι η ακόλουθη: ένας νέος Κρητικός και η αρραβωνιαστικιά του ναυαγούν λόγω τρικυμίας κοντά σε ακτές με ψηλά βουνά (της Πελοποννήσου), που αντιλαλούν από τους κεραυνούς. Τα γεγονότα τα αφφηγείται ο ίδιος ο νέος, ύστερα από χρόνια. Ορκίζεται ότι θα πει την αλήθεια, μα την ψυχή της κοπέλας του, κι αυτό τον κάνει να μεταφερθεί νοερά σ' ένα απώτατο μέλλον, στην ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας και της Ανάστασης των νεκρών, όταν θα ξανασυναντήσει τη νέα. Μετά την παρέκβαση αυτή συνεχίζει τη διήγηση. Κολυμπούσε προσπαθώντας να σώσει την αρραβωνιαστικιά του και να φτάσει μαζί της στην ακτή. Ξαφνικά, μια οραματική γυναικεία μορφή, περιβαλλόμενη από το φως του φεγγαριού, παρουσιάζεται πάνω στη θάλασσα που ησυχάζει. Ο νέος θυμάται τη δυστυχία του: οι Τούρκοι αιχμαλώτισαν τα αδέλφια του, βίασαν και έσφαξαν την αδελφή του, σκότωσαν τον πατέρα και τη μητέρα του. Το μόνο που θέλει τώρα είναι να σώσει την αγαπημένη του. Η άγνωστη μορφή δεν απαντά, δακρύζει, τον κοιτάζει, χαμογελά και εξαφανίζεται, ενώ ακούγεται μια υπερφυσική μουσική. Το δάκρυ της έχει πέσει στο χέρι του και από τότε η ζωή του θα αλλάξει: δεν θα είναι πια πολεμιστής, κάποτε θα ζητιανεύει. Τέλος, ξαναβρίσκει τις δυνάμεις του, συνεχίζει την προσπάθεια, κολυμπά και φτάνει στην ακτή, αλλά η νέα έχει πεθάνει.
[...]
Ο Κρητικός συνδυάζει τρία βασικά στοιχεία της ανθρώπινης ζωής: την αγάπη για τον γενέθλιο τόπο, τη θρησκευτική πίστη, τον έρωτα. Ο σημερινός αναγνώστης θα αισθανθεί φυσικά την πατριωτική πλευρά, τον αγώνα για την ελευθερία της Κρήτης, όπως και την προσπάθεια του νέου πολεμιστή να σώσει από τον θάνατο την αγαπημένη του. Δυσκολότερα στις μέρες μας θα κατανοηθεί το τρίτο στοιχείο, το μεταφυσικό, το χριστιανικό όραμα μιας μελλοντικής Ανάστασης των νεκρών (το ζεύγος του νέου και της αρραβωνιαστικιάς θα ξανασυναντηθεί τότε ευτυχισμένο). Η ελπίδα της Ανάστασης, όπως διατυπώνεται στην Καινή Διαθήκη από τον Απόστολο Παύλο, βασίζεται στο βαθύτατο ψυχολογικό ανθρώπινο αίτημα για ακύρωση της τρομερής αδικίας που βασιλεύει πάνω στη Γη. Ο Σολωμός μεταβάλλει το δόγμα σε υψηλή ποίηση.
Ως προς τη στιχουργία, στον Κρητικό ο Σολωμός έχει επιτύχει, με τους συνδυασμούς συμφώνων-φωνηέντων και τις συνιζήσεις, μια θαυμαστή μουσικότητα. Εύστοχα παρατήρησε ο Κ.Θ. Δημαράς ότι στον Κρητικό ο ποιητής «εξαϋλώνει» την κρητική στιχουργική παράδοση. Στα τραγούδια της Αναστημένης υπάρχει απήχηση από τον «Παράδεισο» της Θείας Κωμωδίαςτου Dante, όπου οι νεκροί ξαναβρίσκουν τη φωνή τους και ψάλλουν αλληλούια για τον Θεό.
Ο Κρητικός, βάσει της έκδοσης Πολυλά, είχε σημαντική απήχηση στη λογοτεχνία μας. Τον μιμήθηκε, στο περιεχόμενο και τη μορφή, ο Γεράσιμος Μαρκοράς στο αφηγηματικό ποίημά του Ο όρκος, εμπνευσμένο από την επανάσταση της Κρήτης των ετών 1866-1869. Το σολωμικό δίστιχο με ρίμα επηρέασε, ιδίως στο Μήτηρ Θεού, τον Αγγελο Σικελιανό, αλλά με πολύ διαφορετικά αποτελέσματα.
[...]
Σολωμός, Ο Κρητικός, επίμετρο-σημειώσεις: Στυλιανός Αλεξίου, σειρά Florilegium, Eκδόσεις Κίχλη, 2013
http://www.poema.gr/dokimio.php?id=356
Πιστέψετε π’ ό,τι θα πω είν’ ακριβή αλήθεια,
Μα τές πολλές λαβωματιές πού μόφαγαν τα στήθια,
Μα τους συντρόφους πόπεσαν στην Κρήτη πολεμώντας,
Μα την ψυχή πού μ' έκαψε τον κόσμο άπαρατώντας.
5 (Λάλησε, Σάλπιγγα! κι' εγώ το σάβανο τινάζω,
Και σχίζω δρόμο και τς αχνούς αναστημένους κράζω:
«Μην είδετε την ομορφιά που την Κοιλάδα αγιάζει;
Πέστε, να ιδήτε το καλό εσείς κι ο, τι σας μοιάζει.
Καπνός δε μένει από τη γή' νιος ουρανός εγίνη'
10 Σαν πρώτα εγώ την αγαπώ και θα κριθώ μ’ αυτήνη.
—Ψηλά την είδαμε πρωί· της τρέμαν τα λουλούδια
Στη θύρα της Παράδεισος που εβγήκε με τραγούδια
Έψαλλε την Ανάσταση χαροποιά η φωνή της,
Κι έδειχνεν ανυπομονιά για να ‘μπει στο κορμί της·
Ο Ουρανός ολόκληρος αγρίκαε σαστισμένος,
Το κάψιμο αργοπορούνε ο κόσμος ο αναμμένος"
Και τώρα ομπρός την είδαμε· ογλήγορα σαλεύει·
Όμως κοιτάζει εδώ κι εκεί και κάποιονε γυρεύει»).
3. [20]
Ακόμη εβάστουνε ή βροντή ... ... ...
Κι ή θάλασσα, πού σκίρτησε σαν το χοχλό πού βράζει,
Ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα,
Σαν περιβόλι ευώδησε κι εδέχτηκε όλα τα’ αστρα·
Κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση
Κάθε ομορφιά να στολιστή και το θυμό ν’ αφήση.
Δεν ειν’ πνοή στον ουρανό, στη θάλασσα, φυσώντας
Ούτε όσο κάνει στον ανθό η μέλισσα περνώντας,
Όμως κοντά στην κορασιά, πού μ’ έσφιξε κι εχάρη,
Εσειότουν τ’ ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι·
Και ξετυλίξει ογλήγορα κάτι που εκείθε βγαίνει,
Κι ομπρός μου ιδού πού βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Ετρεμε το δροσάτο φως στη θεϊκιά θωριά της,
Στα μάτια της τα ολόμαυρα και στα χρυσά μαλλιά της.
4. [21]
Εκοίταξε τα’ αστέρια, κι εκείνα αναγάλλιασαν,
Και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν·
Κι από το πέλαο, που πατεί χωρίς να το σουφρώνει,
Κυπαρισσένιο ανάερα τα’ ανάστημα σηκώνει,
5 Κι ανεί τς αγκάλες μ’ έρωτα και με ταπεινοσύνη,
Κι έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη.
Τότε από φως μεσημερνό ή νύχτα πλημμυρίζει,
Κι η χτίσις έγινε ναός πού ολούθε λαμπυρίζει.
Τέλος σ’ εμέ πού βρίσκομουν ομπρός της μες στα ρείθρα,
10 Καταπώς στέκει στο Βοριά η πετροκαλαμήθρα,
Όχι στην κόρη, αλλά σ’ εμέ την κεφαλή της κλίνει·
Την κοίταζα ό βαριόμοιρος, μ’ έκοίταζε κι εκείνη.
Έλεγα πώς την είχα ιδεί πολύν καιρόν οπίσω,
Καν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο,
15 Κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου,
Καν τα’ όνειρο, όταν μ’ έθρεφε το γάλα της μητρός μου·
Ήτανε μνήμη παλαιή, γλυκιά κι αστοχισμένη,
Που ομπρός μου τώρα μ’ όλη της τη δύναμη προβαίνει·
Σαν το νερό που το θωρεί το μάτι ν’ αναβρύζη
20 Ξάφνου οχ τα βάθη του βουνού, κι ο ήλιος το στολίζει.
Βρύση έγινε το μάτι μου κι ομπρός του δεν εθώρα,
Κι έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,
Γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου,
Που ετρέμαν και δε μ’ άφηναν να βγάλω τη μιλιά μου·
25 Όμως αυτοί είναι θεοί, και κατοικούν απ’ όπου
Βλέπουνε μες στην άβυσσο και στην καρδιά τα’ ανθρώπου,
Κι ένιωθα πως μου διάβαζε καλύτερα το νου μου
Πάρεξ αν ήθελε της πω με θλίψη του χειλιού μου:
«Κοίτα με μες στα σωθικά, που φύτρωσαν οι πόνοι
………….
………………….
30 Όμως εξεχειλίσανε τα βάθη της καρδιάς μου·
Τ’ αδέλφια μου τα δυνατά οι Τούρκοι μού τα’ αδράξαν,
Την αδελφή μου ατίμησαν κι αμέσως την έσφαξαν,
Τον γέροντα τον κύρη μου εκάψανε το βράδυ,
Και την αυγή μου ρίξανε τη μάνα στο πηγάδι.
45 Στην Κρήτη ............
Μακριά ‘πο κειθ’ εγιόμισα τες φούχτες μου και εβγήκα.
Βόηθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να ‘χω·
Σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι αυτό βαστώ μονάχο».
5. [22]
Εχαμογέλασε γλυκά στον πόνο της ψυχής μου,
Κι εδάκρυσαν τα μάτια της, κι έμοιαζαν της καλής μου.
Εχάθη, αλιά μου! αλλ’ άκουσα του δακρύου της ραντίδα
Στο χέρι, πού ‘χα σηκωτό μόλις εγώ την είδα. —
5 Εγώ από κείνη τη στιγμή δεν έχω πλια το χέρι,
Π’ αγνάντευεν Αγαρηνό κι εγύρευε μαχαίρι·
Χαρά δεν του ‘ναι ο πόλεμος· τα’ απλώνω του διαβάτη
Ψωμοζητώντας, κι έρχεται με δακρυσμένο μάτι·
Κι όταν χορτάτα δυστυχιά τα μάτια μου ζαλεύουν
10 Αργά, κι ονείρατα σκληρά την ξαναζωντανεύουν,
Και μέσα στ’ άγριο πέλαγο τ' αστροπελέκι σκάει,
Κι η θάλασσα να καταπιή την κόρη αναζητάει,
Ξυπνώ φρενίτης, κάθομαι, κι ο νους μου κινδυνεύει,
Και βάνω την παλάμη μου, κι αμέσως γαληνεύει. -
Τα κύματα έσχιζα μ’ αυτό, τ’ άγρια και μυρωδάτα,
Με δύναμη πού δεν είχα μήτε στα πρώτα νιάτα,
Μήτε όταν εκροτούσαμε, πετώντας τα θηκάρια,
Μάχη στενή με τους πολλούς ολίγα παλληκάρια,
Μήτε όταν τον μπομπο - Ίσούφ και τς άλλους δύο βαρούσα.
20 Σύρριζα στη Λαβύρινθο π’ αλαίμαργα πατούσα.
Στο πλέξιμο το δυνατό ο χτύπος της καρδιάς μου
(Κι αυτό μου τ’ αυξαιν’) έκρουζε στην πλεύρα της κυράς μου.
…………..
………..
Αλλά το πλέξιμ’ άργουνε και μου τ’ αποκοιμούσε
Ηχός, γλυκύτατος ηχός, οπού με προβοδούσε.
Δεν είναι κορασιάς φωνή στα δάση που φουντώνουν,
Και βγαίνει τ’ άστρο του βραδιού και τα νερά θολώνουν,
Και τον κρυφό της έρωτα της φύσης τραγουδάει,
Του δέντρου και του λουλουδιού πού ανοίγει και λυγάει·
Δεν είν’ αηδόνι κρητικό, που παίρνει τη λαλιά του
Σε ψηλούς βράχους κι άγριους όπ’ έχει τη φωλιά του,
Κι αντιβουίζει ολονυχτίς από πολλή γλυκάδα
Η θάλασσα πολύ μακριά, πολύ μακριά η πεδιάδα,
Ώστε που πρόβαλε η αυγή και έλιωσαν τ’ αστέρια,
Κι ακούει κι αυτή και πέφτουν της τα ρόδα από τα χέρια
Δεν είν’ φιαμπόλι το γλυκό, οπού τα’ αγρίκαα μόνος
Στον Ψηλορείτη όπου συχνά μ’ ετράβουνεν ο πόνος
Κι έβλεπα τ’ άστρο τ’ ουρανού μεσουρανίς να λάμπει
Και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι οι κάμποι·
Κι ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθερίας ελπίδα
Κι' έφώναζα: «ώ θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα!»
Κι άπλωνα κλαίοντας κατ’ αυτή τα χέρια με καμάρι·
Καλή ‘ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι.
Λαλούμενο, πουλί, φωνή, δεν είναι να ταιριάζει,
Ίσως δε σώζεται στη γη ήχος που να του μοιάζει
Δεν είναι λόγια· ήχος λεπτός ... ...
Δεν ήθελε τον ξαναπεί ο αντίλαλος κοντά του.
Αν είν’ δεν ήξερα κοντά, αν έρχονται από πέρα·
Σαν του Μαϊού τες ευωδιές γιόμιζαν τον αέρα,
Γλυκύτατοι, ανεκδιήγητοι ... ...
Μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Χάρος.
Μ’ άδραχνεν όλη την ψυχή, και να ‘μπει δεν ημπόρει
Ο ουρανός, κι η θάλασσα, κι η ακρογιαλιά, κι η κόρη
Με άδραχνε, και μ’ έκανε συχνά ν’ αναζητήσω
Τη σάρκα μου να χωρισθώ για να τον ακλουθήσω.
Έπαψε τέλος, κι άδειασεν η φύσις κι η ψυχή μου·
Πού εστέναξε κι εγιόμισεν ευθύς οχ την καλή μου·
Και τέλος φθάνω στο γιαλό την αρραβωνιασμένη,
Την απιθώνω με χαρά, κι ήτανε πεθαμένη.
1833
Κρητικός, Εισαγωγικά (.pdf 143 kb) σημειώσεις Γιάννης Στούπας
Κρητικός, απόσπασμα 1 (.pdf 138 kb) σημειώσεις Γιάννης Στούπας
Κρητικός, απόσπασμα 2 (.pdf 160 kb) σημειώσεις Γιάννης Στούπας
Κρητικός, απόσπασμα 3 (.pdf 173 kb) σημειώσεις Γιάννης Στούπας
Κρητικός, απόσπασμα 4 (.pdf 155 kb) σημειώσεις Γιάννης Στούπας
Κρητικός, απόσπασμα 5 (.pdf 280 kb) σημειώσεις Γιάννης Στούπας
Πηγές : http://users.sch.gr/symfo/sholio/kimena/solomos_kritikos.htm
https://el.wikisource.org/wiki/
Ο Κρητικός
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ο Κρητικός είναι αφηγηματικό ποίημα σε πέντε μέρη του Διονυσίου Σολωμού και γράφτηκε την περίοδο 1833-1834. Ποίημα της ωριμότητας του ποιητή με το οποίο "η ελληνική ποίηση μπαίνει θριαμβευτικά στον πνευματικό χώρο της Ευρώπης και παίρνει τη θέση της πλάι στα υψηλότερα υποδείγματα της ευρωπαϊκής ποίησης"[1].Συνδυάζει το επικό, το δραματικό και το λυρικό στοιχείο. Θεωρείται, σύμφωνα και με τον Λίνο Πολίτη[2], «σταθμός στην ποιητική πορεία του Σολωμού, το πρώτο από τα μεγάλα έργα της εντελώς ώριμης περιόδου του» και «ποίημα-κλειδί, που ανοίγει και μας οδηγεί προς τα ώριμα πνευματικά πεδία του, αλλά πριν από όλα μας εισάγει στη δική του αυτοδύναμη περιοχή» κατά τον Γιάννη Δάλλα[3]. "Η αξία του Κρητικού έγκειται στην απαράμιλλη λυρικότητα του και στην υποβολή που ασκούν μέχρι σήμερα στον αναγνώστη τα υψηλά, αν και κρυπτικά νοήματά του"[4]. Πρώτη φορά το ποιητικό αυτό έργο εκδόθηκε από τον Ιάκωβο Πολυλά το 1859 (έκδοση τωνΕυρισκομένων). Οι στίχοι είναι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, όπως ακριβώς οι στίχοι του Ερωτόκριτου, ενώ επίσης παρατηρείται τομή στην 8η συλλαβή κάθε στίχου, χωρίζοντας τους σε δύο ημιστίχια. Το ποίημα δεν είναι οργανωμένο σε στροφές. Αξίζει να γίνει αναφορά στις πολλές συνιζήσεις που δένουν ηχητικά τους στίχους και τελικά το ποίημα, αλλά και στο "φαινόμενο της συναισθησίας"[5]. Το ποίημα τέλος να σημειωθεί δεν τιτλοφορήθηκε από τον ίδιο τον ποιητή, όπως και Η Γυναίκα της Ζάκυθος[6].
Το περιεχόμενο της αφήγησης
Το ποίημα πραγματεύεται την περιπέτεια ενός ναυαγού (που δεν κατονομάζεται) από την Κρήτη, απ' όπου έχει αναγκασθεί να φύγει ύστερα από την καταστολή της επανάστασης και τις διώξεις των Τούρκων το 1823-1824. Το πλοίο βυθίζεται και ο Κρητικός βρίσκεται στη θάλασσα, προσπαθώντας μάλιστα να σώσει την αγαπημένη του από τα άγρια κύματα, την οποία και κρατά στο ένα του χέρι. Από εκείνο το σημείο ξεκινάει η αφήγηση με την τεχνική in medias res, απ' το μέσο δηλαδή της υπόθεσης.
Ο ήρωας-ναυαγός στην πορεία, σε ένα άνοιγμα του χωροχρόνου, βιώνει με ρεαλισμό δοσμένα φανταστικά επεισόδια. Ακούει την σάλπιγγα, τινάζει τα σάβανα και τρέχει για να συναντήσει την αγαπημένη του· συναντά άλλους νεκραναστημένους και τους ρωτά για εκείνην. Ομολογεί την αιώνια αγάπη και τη θέλησή του να κριθεί μαζί της. Πληροφορείται πως και εκείνη τον αναζητά, με ανυπομονησία μάλιστα, ενώ ο κόσμος καίγεται ολόγυρα τους. Τα επεισόδια αυτά, να σημειωθεί δεν δίνονται από τον ποιητή συνειδητά ως προϊόντα παραισθήσεων, ούτε ως παράγωγα παράκρουσης, έτσι ώστε η λογική τάξη και η συνοχή του κόσμου να διασαλεύται αλλά και να αμφισβητείται. Στην περίπτωση του Κρητικού, κατά τον Γιάννη Δάλλα, "τα οράματα υλοποιούνται, γίνονται προσλήψιμα λογικά συστατικά της περιπέτειας και της σχετικής πλοκής του μύθου. Τα φανταστικά επεισόδια αποδίδονται ως ισότιμα των άλλων και έτσι αντιμετωπίζονται: ως τμήματα αναπόσπαστα μιας και της αυτής πραγματικότητας.[7]" Δεν είναι δηλαδή εκδοχές του θαυμαστού και του παράδοξου αλλά αποκαλύψεις της "κρυφής ή άγνωστης πλευράς αυτού του κόσμου". Πρόκειται λοιπόν για ένα δραματικό κυρίως μονόλογο με λυρικά, αφηγηματικά αλλά πρωτίστως φανταστικά στοιχεία. Μια αυτοψία μάλιστα στα Αυτόγραφα του Κρητικού (ΑΕ 354-363 ως προς την ζύμωση και 363-380 ως προς τη συγκρότηση του) μαρτυρεί για τα πρωτεία του φανταστικού κάτι που φαίνεται και στη δομή και την ακολουθία των επεισοδίων του έργου.
Το ποίημα βέβαια δεν παύει να είναι εμπνευσμένο από τους αγώνες των Κρητικών για ανεξαρτησία κατά την περίοδο 1823-1824, τις κακουχίες των προσφύγων, καθώς και από την απώτερη καταγωγή του ίδιου αφού η οικογένεια του Σολωμού (Πέτρος και Νικόλαος Σολωμός) είχε καταφύγει στη Ζάκυνθο το 1669 προκειμένου να γλιτώσει από τις διώξεις των Τούρκων. Ειδικότερα, στο χρονικό επίπεδο της αφήγησης, οι Τούρκοι είχαν πετύχει την κατάληψη της Μεσαράς και των Σφακίων (23-24). Ως επακόλουθο πολλές χιλιάδες Χριστιανών από τη νότια και δυτική Κρήτη κατέφυγαν με πλοία προς τα Κύθηρα, τα Αντικύθηρα και την Δυτική Πελοπόννησο και τα Επτάνησα.
Να σημειωθεί πως το ίδιο θέμα πραγματεύεται και το ποίημα-μπαλάντα Hero und Leander («Ηρώ και Λέανδρος») του Γερμανού ποιητή Σίλλερ, όπως και η τραγωδία του Γκριλπάρτσερ «Τα κύματα της θάλασσας και του έρωτα», όπως και του Μονταίν:
Ένα βράδυ, από κύματα ισχυρά νικημένος,
και βλέποντας, ο γενναίος ερωτευμένος,
ότι, κυρίαρχο το πέλαγος, έπαιζε μαζί του,
μίλησε στα κύματα, και είπε η φωνή του:
Αφήστε με τώρα να σας διασχίσω
και φυλάξτε μου τον θάνατο, όταν γυρίσω.[8]
αλλά και η σύνθεση του Μπάυρον «Η νύμφη της Αβύδου». Η αφετηρία των ποιημάτων εντοπίζεται στην ύστερη αρχαιότητα, τον 5ο με 6ο αιώνα μ.Χ, στο ομώνυμο επύλλιο του Μουσαίου «Τα καθ' Ηρώ και Λέανδρον»[9]. Ο Σολωμός στον "Κρητικό" όχι μόνο πλάθει τον αφηγηματικό του κορμό με κατακτημένο αισθητικά τρόπο που του δίνει μια νέα και πρωτότυπη διάσταση, συναιρώντας διαφορετικές παραδόσεις και οπτικές, αλλά και αλλάζει το περιεχόμενο, αφού στην περίπτωση του Κρητικού ο ήρωας δεν πνίγεται όπως στον Σίλλερ, αλλά είναι ένας ναυαγός που παλεύει με τα κύματα μαζί με την "καλή" του. Μετά το όραμα της Φεγγαροντυμένης ο Κρητικός επίσης φτάνει στην ακτή και την αποθέτει πεθαμένη. Τέλος, δεν ακολουθεί ο θάνατος του ήρωα, αλλά αντίθετα συνεχίζει στην Κέρκυρα ως πρόσφυγας πλέον όπου και αναβιώνει την εμπειρία αφηγούμενος την: "Πιστέψετε που ό,τι θα πω είναι ακριβή αλήθεια". Τέλος, η πρόλευση του μύθου ενώ στον Σίλλερ είναι φιλολογική, το ποίημα του Μουσαίου, στον Κρητικό έχει δειχθεί πως στηρίζεται σε μια αφόρμηση ιστορική[10].
Αλληγορική ερμηνεία
Μπορεί να θεωρηθεί ως μία γενικότερη αλληγορική παράσταση των δοκιμασιών της Κρήτης, των αγώνων των κατοίκων της να απελευθερωθούν και να ενωθούν με τη μικρή τότε ελεύθερη Ελλάδα. Επίσης αλληγορικά μπορεί να συσχετιστεί με τη λογοτεχνική παράδοση του νησιού. Η περιπέτεια του ήρωα παραλληλίζεται με την πορεία που ακολούθησαν τα χειρόγραφα των σπουδαίων έργων της κρητικής λογοτεχνίας, αφότου η νήσος κατελήφθη από τους Τούρκους (1669). Όπως ο ήρωας Κρητικός καταλήγει ζητιάνος στη νέα του πατρίδα, έτσι και τα έργα της κρητικής λογοτεχνία είχαν καταλήξει σε περιφρονημένα λαϊκά ακούσματα στα Επτάνησα[11].
Το ποίημα λειτουργεί επίσης και ως πρόδρομη αφήγηση της Έσχατης Κρίσης συνδυάζοντας ιδιότυπα την πλατωνική και τη χριστιανική παράδοση, γυρνώντας μας πίσω σ' έναν ιδιότυπο ορφισμό-πυθαγορισμό που απηχεί όμως και τον Φιτσίνο αλλά και τον Χέγκελ (Hegel)[12]: Αυτό το επίπεδο βρίσκεται στο απώτατο μέλλον και υπερβαίνοντας τον φυσικό χρόνο είναι υπερβατικό και μεταφυσικό, αφού αναφέρεται στην ανάσταση των νεκρών και στην Έσχατη Κρίση. Αφορά την οραματική συνάντηση του Κρητικού με τις ψυχές των νεκρών και την εμφάνιση της αγαπημένης του στις πύλες του Παραδείσου. Θέμα που τον απασχολεί ξανά έντονα στο τέλος της ζωής του, στα λεγόμενα «Ώριμα Ιταλικά ποιήματα» και συγκεκριμένα στη «Γυναίκα με το βελούδο» (κατά τη μετάφραση του Γ. Καλοσγούρου) "La Donna Velata".
Ο ποιητής μάλιστα φαίνεται να συναιρεί τις δύο προαναφερθείσες οπτικές, το ιστορικό με το ιδεαλιστικό, στον ενδεικτικό στίχο: "Κι εφώναζα: ω θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα!", όπου η πατρίδα λειτουργεί ως διπλός τόπος, τόσο δηλ. ως ο πραγματικός τρέχον ιστορικός τόπος, στον εθνικο-κρατικό του σχηματισμό, όσο και στο επέκεινα.
Ας ακούσουμε όμως καλύτερα τον ίδιο τον ποιητή που σημειώνει βιαστικά στο περιθώριο του χειρογράφου: "Il tuono fondamentale tenga fermo il centro profondo della Nazionalita e si sollevi perpendicolarmente [...][13]" δηλ. "Ο βασικός τόνος ας μένει σταθερά στο βαθύ κέντρο της Εθνικότητας και ας υψώνεται κατακόρυφα", σύμφωνα με την μετάφραση του Στυλιανού Αλεξίου[14]. Λέει μάλιστα σε γράμμα του προς τον Γέωργιο Τερτσέτη: "Κι όσο για την ποίηση, πρόσεξε καλά, Γιώργη μου, γιατί βέβαια καλό είναι να ρίχνει κανείς τις ρίζες του πάνω σ' αυτά τ' αχνάρια [τα δημοτικά, τα κλέφτικα τραγούδια], δεν είναι όμως καλό να σταματά εκεί ' πρέπει να υψώνεται κατακόρυφα ["perpendicolarmente"]. [...] Η κλέφτικη ποίηση είναι όμορφη και ενδιαφέρουσα καθώς μ' αυτήν παράστησαν ανεπιτήδευτα οι κλέφτες τη ζωή τους, τις ιδέες τους και τα αισθήματα τους. Δεν έχει το ίδιο ενδιαφέρον στο δικό μας στόμα ' το έθνος ζητά από μας το θησαυρό της δικής μας διάνοιας, της ατομικής, ντυμένον εθνικά"[15].
"Τα υψηλά, αν και κρυπτικά νοήματά του"[16], που σημειώνουν οι Γαραντούδης και Παραδείση, μας παραπέμπουν και στον πρώην υμνητή και οικογενειακό φίλο του Διονυσίου Σολωμού, Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο, ο οποίος μετατρέπεται σε μεταθανάτιο επικριτή του με το φυλλάδιο του Πόθεν η κοινή λέξις "τραγουδώ"; Σκέψεις περί της ελληνικής ποιήσεως (1859), όπου και κατηγορεί τον ποιητή πως αυτομόλησε στον γερμανικό μυστικισμό και, παιρνώντας μας και στο ζήτημα της αποσπασματικότητας, πως η κουρασμένη μούσα του ουδέν "άφισεν εις κληρονομίαν ολομελές και πλήρες επικόν δοκίμιον"[17].
Η Φεγγαροντυμενη είναι, όπως και Η Γυναίκα της Ζάκυθος και η Donna Velata (Η Γυναίκα με το μαγνάδι κατά τον Γ. Καλοσγούρο), η γυναικεία μορφή του σολωμικού έργου που προκάλεσε και προκαλεί διαφορετικές ερμηνείες και διαφωνίες ως προς την ταυτότητα της. Ενώ κατά την επικρατέστερη -σε πρώτο επίπεδο- εκδοχή, πρόκειται για την ίδια την αρραβωνιαστικιά του Κρητικού, την ψυχή δηλ. της μνηστής που φεύγει[18], η μορφή αυτή ανοίγεται σαφώς και σε άλλες λειτουργίες. Κατά τον Ερατοσθένη Καψωμένο πρόκειται για μια παγανιστική "επιφάνεια"[19]. Κατά τον Σάββα Μιχαήλ πρόκειται για μια Μητρική Μορφή, με τα κεφαλαία γράμματα να παραπέμπουν προφανώς σε μια πρωταρχική θεία μορφή. Συγκεκριμένα o Μιχαήλ σημειώνει: "Ο ναυαγός Κρητικός κι ο Σολωμός κι όλοι οι ναυαγισμένοι της Ιστορίας μπορούν να δουν να επανέρχεται ανοίκεια, φεγγαροντυμένη, πανέμορφη, η οικεία Μητρική Μορφή, όπως τότε [κατά τους στίχους του ποιήματος] "πολύν καιρό οπίσω", στα πρώτα όνειρα, [σ] τ' όνειρο, όταν με έθρεφε το γάλα της μητρός μου"[20]. Όπως και να έχει "η υποβολή μιας σκηνής με την ξαφνική εμφάνιση της "Φεγγαροντυμένης", που αναδύεται από τη θάλασσα και καθαγιάζει όλη τη φύση, είναι εντυπωσιακή"[21] κατά τον Mario Vitti (Μάριο Βίττι).
Διακειμενικότητα
Το ποίημα έχει δεχθεί επιρροές, συμπλέοντας αλλά και λειτουργώντας αυτοδύναμα, τόσο από την επτανησιακή σχολή και τα δημοτικά τραγούδια, όσο και από τηνκρητική λογοτεχνία και τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό κυρίως στην φιλοσοφική του εκδοχή.
Αποσπασματικότητα
Η αρίθμηση των ενοτήτων ξεκινά από τον αριθμό 18, γεγονός που προβληματίζε τους μελετητές του έργου αν είναι αποσπασματικό ή όχι. Ο Πολυλάς θεωρούσε το έργο αποσπασματικό (1859), εωσότου ο Λίνος Πολίτης, ήδη από το 1948, "έδειξε" ότι είναι ποίημα ολοκληρωμένο με αρχή, μέση και τέλος[22]. Κατά τη θεώρηση του λοιπόν είναι το «ποίημα απόλυτα ολοκληρωμένο, με εσωτερική ενότητα και συνοχή»[2]. Ο Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, το 1975, επίσης υπογραμμίζει πως "το ποίημα δεν είναι απόσπασμα αλλά σύνολος λόγος"[23]. Ο Στυλιανός Αλεξίου ισχυρίστηκε επίσης πως "το έργο είναι πλήρες. Λείπουν μονάχα τέσσερα ημιστίχια κι ένας στίχος"[24]. Ενώ βέβαια θα μπορούσε κανείς να συμφωνήσει εύκολα για τον αριθμό των τεσσάρων ημιστιχίων που λείπουν, δεν ισχύει το ίδιο για τον αριθμό των στίχων που λείπουν καθώς φαίνεται να λείπουν περισσότεροι, απόφανση που στηρίζεται τόσο στις ομοιοκαταληξίες όσο και στην αφηγηματική πλοκή του ποιήματος. Χωρίς βέβαια να μειώνει κάτι αυτό από την αξία του έργου. Ο Στέφανος Ροζάνης περνάει στο άλλο άκρο υποστηρίζοντας πως "είναι φανερό ότι για τον Σολωμό (όπως και για τους Coleridge και Holderlin) ο υπέρτατος σκοπός της τέχνης είναι το απόσπασμα"[25], θεώρηση τουλάχιστον υπερβολική αν όχι ανεδαφική, δεδομένης της ισόβιας αγωνίας του ποιητή να ολοκληρώσει τα έργα του. Ο ποιητής καταλήγει ο Γιώργος Βελουδής ότι "δεν είχε μόνο απόλυτη συνείδηση της αποσπασματικότητας του ώριμου έργου του, αλλά και ότι αυτή η αποσπασματικότητα αντικατοπτρίζει την καλλιτεχνική βούληση της ωριμότητας του"[26], θεώρηση επίσης με ψήγματα τουλάχιστον υπερβολής η οποία θα μπορούσε να γίνει κατανοητή στα πλαίσια της ακαδημαϊκής κόντρας, των λεγόμενων "αποσπασματικών", των οποίων ο Βελουδής υπήρξε και η προεξάρχουσα μορφή. Στο αντίπαλο στρατόπεδο θα μπορούσε κανείς να τοποθετήσει τον Στυλιανό Αλεξίου ο οποίος και στο κύκνειο άσμα του, λίγο πριν τον θάνατο του, κατηγορηματικά επέμεινε στο "πλήρες" του έργου[27]. Κανείς βέβαια δεν μπορεί να απαντήσει οριστικά και με βεβαιότητα, αν και η άποψη ότι το ποίημα αποτελεί ένα ολοκληρωμένο αυτοτελές επεισόδιο ενός μεγάλου επικολυρικού ποιήματος που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, φαίνεται να βρίσκεται πιο κοντά στην πραγματική τουλάχιστον βούληση του ποιητή, αφού φυσικά υποθέσουμε πως ο ποιητής έρρεπε προς μια ευρύτερη ή και συνολική σύνθεση του όλου έργου του. Γράφει ο Παλαμάς: "Το ότι ο Σολωμός δεν ηυτύχησε να συντελέση τους Ελεύθερους Πολιορκημένους και τα άλλα των κρίσιμων ωρών του δημιουργήματα, καθώς το εσχεδίαζεν, είναι εις το παθητικόν του, όσον και αν τα αποκόμματα αυτά μεγαλοφωνούν ότι εγεννήθησαν από τα σπλάχνα μεγάλου ποιητού"[28]. Η απάντηση φαίνεται πως θα μεταβάλλεται από εποχή σε εποχή αφήνοντας ανοιχτό αυτό το σολωμικό ζήτημα. Το πολύτιμο του όλου πράγματος είναι δεδομένο, ωστόσο το αν πρόκειται για συντρίμμια ή για ένα ολοκληρωμένο έργο φαίνεται πως θα παραμένει ένα ανοιχτό ζήτημα.
Νέα φιλολογική προσέγγιση του έργου
Στυλιανός Αλεξίου
Ο Σολωμός έγραψε τον Κρητικό στα 1833-1834, σε ομοιοκατάληκτα δίστιχα, κατά την παράδοση του Ερωτοκρίτου. Εδωσε τον τίτλο ο ίδιος, Il Cretense. Ο ποιητής είχε παρακολουθήσει την εξέλιξη της Επανάστασης του 1821 στη Μεγαλόνησο. Το καλοκαίρι του 1823 οι Τούρκοι, στην προσπάθειά τους να καταστείλουν την εξέγερση, προχώρησαν από την Αγία Βαρβάρα στη Μεσαρά και χτύπησαν ανεπιτυχώς το λεγόμενο «Σπήλαιο του Λαβυρίνθου», όπου είχε καταφύγει πλήθος Χριστιανών. Τον Μάρτιο του επομένου έτους εισέβαλαν και στα Σφακιά. Οι Κρητικοί, κυρίως άμαχοι, αλλά και αγωνιστές, άρχισαν να φεύγουν από τη δυτική Κρήτη με καΐκια και άλλα πλοία, προσπαθώντας να σωθούν στα αγγλοκρατούμενα Κύθηρα και στην Πελοπόννησο.
Ενας σύγχρονος των γεγονότων και παρών σ' αυτά, ο Σφακιανός οπλαρχηγός Στρατής Βουρδουμπάς, αφηγείται σε επιστολή του (του 1832) ότι τα κρητικά καΐκια ξεκίνησαν από το Λουτρό Σφακίων, αλλά συνάντησαν, στην Ελαφόνησο, τον τουρκικό στόλο και αναγκάσθηκαν να γυρίσουν στην ακτή της δυτικής Κρήτης. Εναντίον τους επετέθησαν από τη θάλασσα τα πλοία, και οι Τούρκοι στρατιώτες από την ξηρά. Γνωρίζομε ότι τα καΐκια, αν δεν βυθίζονταν από τα κανόνια των εχθρικών πλοίων, κινδύνευαν και από το Κρητικό Πέλαγος, ιδιαίτερα τρικυμιώδες την εποχή των γεγονότων, τον μήνα Μάρτη (1824). Ο Σολωμός ήταν άριστα πληροφορημένος για όλα: αναφέρει τη μάχη του Λαβυρίνθου και κάποιον Τούρκο Ισούφ που είχε λάβει μέρος σ' αυτήν. Ξέρει και τις σφαγές, τα ναυάγια. Αναπολεί την πατρίδα των προγόνων του, την Κρήτη, τον Ψηλορείτη.
Η υπόθεση είναι η ακόλουθη: ένας νέος Κρητικός και η αρραβωνιαστικιά του ναυαγούν λόγω τρικυμίας κοντά σε ακτές με ψηλά βουνά (της Πελοποννήσου), που αντιλαλούν από τους κεραυνούς. Τα γεγονότα τα αφφηγείται ο ίδιος ο νέος, ύστερα από χρόνια. Ορκίζεται ότι θα πει την αλήθεια, μα την ψυχή της κοπέλας του, κι αυτό τον κάνει να μεταφερθεί νοερά σ' ένα απώτατο μέλλον, στην ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας και της Ανάστασης των νεκρών, όταν θα ξανασυναντήσει τη νέα. Μετά την παρέκβαση αυτή συνεχίζει τη διήγηση. Κολυμπούσε προσπαθώντας να σώσει την αρραβωνιαστικιά του και να φτάσει μαζί της στην ακτή. Ξαφνικά, μια οραματική γυναικεία μορφή, περιβαλλόμενη από το φως του φεγγαριού, παρουσιάζεται πάνω στη θάλασσα που ησυχάζει. Ο νέος θυμάται τη δυστυχία του: οι Τούρκοι αιχμαλώτισαν τα αδέλφια του, βίασαν και έσφαξαν την αδελφή του, σκότωσαν τον πατέρα και τη μητέρα του. Το μόνο που θέλει τώρα είναι να σώσει την αγαπημένη του. Η άγνωστη μορφή δεν απαντά, δακρύζει, τον κοιτάζει, χαμογελά και εξαφανίζεται, ενώ ακούγεται μια υπερφυσική μουσική. Το δάκρυ της έχει πέσει στο χέρι του και από τότε η ζωή του θα αλλάξει: δεν θα είναι πια πολεμιστής, κάποτε θα ζητιανεύει. Τέλος, ξαναβρίσκει τις δυνάμεις του, συνεχίζει την προσπάθεια, κολυμπά και φτάνει στην ακτή, αλλά η νέα έχει πεθάνει.
[...]
Ο Κρητικός συνδυάζει τρία βασικά στοιχεία της ανθρώπινης ζωής: την αγάπη για τον γενέθλιο τόπο, τη θρησκευτική πίστη, τον έρωτα. Ο σημερινός αναγνώστης θα αισθανθεί φυσικά την πατριωτική πλευρά, τον αγώνα για την ελευθερία της Κρήτης, όπως και την προσπάθεια του νέου πολεμιστή να σώσει από τον θάνατο την αγαπημένη του. Δυσκολότερα στις μέρες μας θα κατανοηθεί το τρίτο στοιχείο, το μεταφυσικό, το χριστιανικό όραμα μιας μελλοντικής Ανάστασης των νεκρών (το ζεύγος του νέου και της αρραβωνιαστικιάς θα ξανασυναντηθεί τότε ευτυχισμένο). Η ελπίδα της Ανάστασης, όπως διατυπώνεται στην Καινή Διαθήκη από τον Απόστολο Παύλο, βασίζεται στο βαθύτατο ψυχολογικό ανθρώπινο αίτημα για ακύρωση της τρομερής αδικίας που βασιλεύει πάνω στη Γη. Ο Σολωμός μεταβάλλει το δόγμα σε υψηλή ποίηση.
Ως προς τη στιχουργία, στον Κρητικό ο Σολωμός έχει επιτύχει, με τους συνδυασμούς συμφώνων-φωνηέντων και τις συνιζήσεις, μια θαυμαστή μουσικότητα. Εύστοχα παρατήρησε ο Κ.Θ. Δημαράς ότι στον Κρητικό ο ποιητής «εξαϋλώνει» την κρητική στιχουργική παράδοση. Στα τραγούδια της Αναστημένης υπάρχει απήχηση από τον «Παράδεισο» της Θείας Κωμωδίαςτου Dante, όπου οι νεκροί ξαναβρίσκουν τη φωνή τους και ψάλλουν αλληλούια για τον Θεό.
Ο Κρητικός, βάσει της έκδοσης Πολυλά, είχε σημαντική απήχηση στη λογοτεχνία μας. Τον μιμήθηκε, στο περιεχόμενο και τη μορφή, ο Γεράσιμος Μαρκοράς στο αφηγηματικό ποίημά του Ο όρκος, εμπνευσμένο από την επανάσταση της Κρήτης των ετών 1866-1869. Το σολωμικό δίστιχο με ρίμα επηρέασε, ιδίως στο Μήτηρ Θεού, τον Αγγελο Σικελιανό, αλλά με πολύ διαφορετικά αποτελέσματα.
[...]
Σολωμός, Ο Κρητικός, επίμετρο-σημειώσεις: Στυλιανός Αλεξίου, σειρά Florilegium, Eκδόσεις Κίχλη, 2013
http://www.poema.gr/dokimio.php?id=356
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου