Σάββατο 17 Μαΐου 2014

Πάνος Σταθόγιαννης ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΑ ΑΚΑΤΑΝΟΗΤΟΣ



/ Από το ημερολόγιο του Πέτρου Πάροικου, αγγειοπλάστη /


ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΑ ΑΚΑΤΑΝΟΗΤΟΣ
… Γεννήθηκα κλαίγοντας σπαρακτικά.
Τώρα ξέρω πως ήταν από απελπισία, επειδή ξεβράστηκα σε έναν κόσμο ξένο κι εχθρικό για το πνεύμα και την ψυχή μου. Έζησα μέχρι σήμερα γνωρίζοντας βαθιά ότι βρίσκομαι στην ξενιτιά και την εξορία. Υποκρίθηκα ότι συμμετέχω. Υποκρίθηκα ότι είμαι εδώ. Αυτός ο κόσμος δεν είναι χώρος πραγμάτωσης του ανθρώπου, είναι η σκηνή όπου ξεδιπλώνονται οι τραγωδίες του.
… Δεν ξέρω ποια είναι η πραγματική μου πατρίδα, ούτε πώς τη λένε. Γνωρίζω μόνο ότι υπάρχει. Την φέρω μέσα μου. Μου φανέρωνε όψεις της όταν έβγαινα από τα όρια αυτού του κόσμου. Σε στιγμές έκστασης. Καθώς γύριζα με το πόδι τον τροχό, κι ο πηλός έπαιρνε μορφή και σχήμα στις παλάμες μου. Σπανιότερα, και σε στιγμές έρωτα, ελέους, θλίψης και οργής.
… Όσο κι αν το προσπάθησα, δεν κατάφερα ποτέ να πιστέψω είτε σε νίκες είτε σε αποτυχίες. Με τον καιρό, κατάλαβα τον λόγο. Θα ήταν σαν να αποδεχόμουν ή, έστω, να συνθηκολογούσα με τις αρχές και τις απαιτήσεις αυτού του ξένου κόσμου, που ποτέ δεν έγινε δικός μου.
… Με συνέθλιβε το φευγαλέο των λεπτών, των ωρών, των ημερών. Για να τις αντέξω, κόπιαζα να τις μετατρέψω από σπαράγματα χρόνου σε εκδηλώσεις αιωνιότητας. Μονάχα η αιωνιότητα με συγκινούσε. Κι ας είναι εύθραυστα όλα έργα μου. Η φωτιά που αιχμαλώτισαν εντός τους είναι αιώνια.
… Απογοητεύτηκα σπάνια, διότι σπάνια γοητεύτηκα από ανθρώπους και καταστάσεις αυτού του ξένου τόπου. Η απογοήτευση όμως με συνέτριβε. Διότι δεν συντελούταν εδώ. Όταν με συνέπαιρνε κάτι, εξακτινιζόμουν μαζί του στη χώρα της αληθινής καταγωγής μου, όπου τα πάντα είναι άφθαρτα. «Υπάρχει», έλεγα από μέσα μου και θαύμαζα ακίνητος. «Υπάρχει αυτούσιο κι αυτάρκες το θαύμα. Δεν θα το φθείρει η πραγματικότητα». Κι όταν φανερωνόταν η αυταπάτη, ένιωθα σαν να είχε βυθιστεί για πάντα ένα νησί της κρυφής μου πατρίδας, σαν να είχε βιαστεί η γεωγραφία της.
… Φορούσα μια πήλινη μάσκα κάθε που έβγαινα έξω στον κόσμο. Όταν ράγιζε, μαστόρευα μια άλλη. Δεν το έκανα επειδή είμαι υποκριτής. Το αληθινό μου πρόσωπο ήθελα να προστατέψω απ’ όλους αυτούς τους ξένους γύρω μου. Το αληθινό μου πρόσωπο, όχι το «εγώ» μου. Αυτό το τελευταίο δεν το αγάπησα ποτέ, έχει ελάχιστα πράγματα στ’ αλήθεια δικά μου. Γι’ αυτό και –από μια αίσθηση υπερηφάνειας– το άφηνα έκθετο. Είναι η πήλινη μάσκα που σας έλεγα.
… Πέρασα όλη τη ζωή μου κινούμενος ανάμεσα στη φρίκη της ανίας και την παρηγοριά του τροχού μου, που, έτσι όπως περιστρεφόταν, ήταν σαν να ζωγράφιζε διαρκώς το μηδέν. Πάνω σε ένα επαναλαμβανόμενο μηδενικό έφτιαξα όλα ετούτα τα αγγεία, όλα ετούτα τα σταμνιά, όλες ετούτες τις μάσκες.
… Κανείς δεν αγαπάει κανέναν εδώ. Τη δίψα του σαρκίου τους μονάχα και τις απαιτητικές οιμωγές της πουτάνας ψυχής τους. Που έχει πάψει να είναι ψυχή κι έχει γίνει καθρέφτης του κόσμου που ζούνε. Παντρεύονται όμως, χτίζουν σπίτια, κάνουν παιδιά. Τα καλοκαίρια βρίσκουν ίσκιο πλάι στη θάλασσα. Κόβουνε ξύλα για το τζάκι το χειμώνα. Βολεύονται, χαμογελούν, ανοίγουν δρόμους. Δεν τους κατηγορώ. Δικός τους είναι αυτός ο κόσμος – εγώ είμαι ο ξένος κι ο ασυσχέτιστος. Μα είναι φορές που σκέφτομαι ότι μπορεί κι αυτοί να είναι ξένοι και εξόριστοι εδώ. Μόνο που καταφέραν και το ξέχασαν. Ίσως όμως και να το θυμούνται. Μπορεί γι’ αυτό να είχαν τόση ζήτηση οι μάσκες μου στην αγορά.
… Έχω πάψει εδώ και καιρό να ασκώ την τέχνη μου. Κουράστηκα. Κι αν χρειαστεί να κάνω έναν απολογισμό, αυτό θα πω: δεν πέτυχα ούτε τη φώτιση ούτε τη σοφία – μονάχα τη ζωή μου εδώ κατάφερα να αντέξω.
… Έρχομαι τα απογεύματα στο παλιό μου εργαστήρι. Ξεκλειδώνω. Σκόνη, αράχνες κι ακίνητα σπασμένα κεραμικά. Έχει αρχίσει να σαπίζει ο τροχός. Φτιάνω δυο καφέδες στο μπρίκι – ένα για μένα κι ένα για τον Θεό.
Τα λέμε με τις ώρες, μιλώντας ο ένας στον άλλον στον ενικό…



Πάνος Σταθόγιαννης
16/5/2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου