Έρωτας στα χρόνια της απελπισίας ....
Την αγαπάω. Αυτό δεν είναι πρόβλημα, έτσι; Με αγαπάει κι αυτή, είναι το πλέον σίγουρο… Είμαστε μαζί και περνάμε πολύ ωραίες ώρες και στιγμές. Έτσι που τα γράφω, σαν να μένει κάποιος χρόνος μας χωρίς περιγραφή… Δε συμβαίνει κάτι, μη φοβάστε! Απλά, μιλάω για τα πιο σημαντικά μας. Ειδικά όταν ξεκουραζόμαστε στο κρεβάτι, η κατάσταση είναι τέλεια. Εσείς, ίσως να θέλετε και άλλες λεπτομέρειες επ’ αυτού, αλλά εγώ δεν είμαι Χένρυ Μίλερ να τα λέω όλα απλά και ξεκάθαρα… Ναι, την αγαπάω πολύ αυτή τη γωνίτσα του σπιτιού μου και για τους λόγους που φαντάζεται κάθε άντρας… Αλλά και κάθε γυναίκα, μια κι εκεί γίνονται κι αυτές ευτυχισμένες. Μπορεί να μη με πιστέψετε, να θεωρείτε ότι είμαι ένας φαφλατάς, όπως οι περισσότεροι που …δεν…. Δεν πειράζει, εγώ σας λέω τα δικά μου· όταν έρθει η σειρά σας, εσείς πείτε μου ψέματα! Λοιπόν, τις πιο πολλές ώρες τις περνάμε εκεί, στο κρεβατάκι μας, και είμαστε ευτυχισμένοι. Όχι για να είμαστε ευτυχισμένοι, αλλά επειδή είμαστε και γινόμαστε. Όταν είμαι στο κρεβάτι μαζί της, ξεχνάω ποιος είμαι, τι είμαι. Τότε μπορώ να ονειρευτώ τα πάντα…, την ώρα που σημαίνουν οι άγγελοι λατρευτικές καμπάνες. Να γιατί μένουμε με τις ώρες αγκαλιασμένοι, επειδή τώρα τελευταία χρειάζεται να ονειρεύομαι περισσότερο…
Η κατάσταση είναι γνωστή. Κάθε μέρα που ξημερώνει, είναι χειρότερη από αυτή που έφυγε… Υπήρχαν κάποια λεφτά στο βιβλιάριο και τα φάγαμε μαζί. Όλα και μετά χαράς. Όχι πως με ήθελε για τα χρήματά μου, που ήξερε πως ήταν λίγα και κάποτε τελείωσαν. Τα πράγματα, όπως γνωρίζετε, χειροτέρεψαν τραγικά και όλα ακρίβυναν την ώρα που μηδενιζόταν το βιβλιάριο. Δεν είχε, ούτε έχει απαιτήσεις, δε με κατηγορεί που είμαι άφραγκος, γιατί δεν ήταν μεγαλομανής ή μεγαλοπιασμένη. Και μην αρχίσουμε καμιά συζήτηση περί ισότητας, γιατί είμαι παλαιών αρχών: ο άντρας οφείλει να συντηρεί τη γυναίκα του, πάει και τελείωσε… Εγώ έχω το πρόβλημα. Ποτέ δε δυστύχησε γυναίκα δίπλα μου, επειδή της στέρησα στοιχειώδεις ανέσεις. Μα τώρα, να μη μπορώ να την κεράσω μια υπέροχη σοκολάτα, επειδή κάνει 5 Ευρώ; Πιστέψτε με, είναι αλήθεια πως δεν παραπονιέται για τη φτώχεια που γέμισε τις τσέπες μου. Εγώ είχα μάθει αλλιώς… Με αγκάλιαζε από την αρχή της κρίσης τρυφερά, με φίλαγε και μου έλεγε πως δεν τη νοιάζει. Μετά, με παρηγορούσε στο κρεβάτι, και τότε τα ξεχνούσα όλα. (Και τώρα έτσι γίνεται, αλλά τελευταία πάω να χάσω τον ύπνο μου…)
Ύστερα, έγινε και το φαγητό δύσκολο. Εντάξει, δεν πεινάσαμε, αλλά λίγο κρέας; Λίγα μπριζολάκια πού και πού; Αυτή φτιάχνει ωραία φακή, εγώ μια απίθανη στρατιωτική φασολάδα με λειωμένα, όμως, τα καρότα και μπόλικο κρεμμύδι. Τα λειώνω μαζί στο μπλέντερ-με ντομάτα-, και γίνονται ένας πεντανόστιμος χυλός. Με ένα λουκανικάκι μέσα, δε θα ήταν πιο νόστιμη; Φυσικά και θα ήταν… Πάω στη λαϊκή στις 3 το μεσημέρι για να ψωνίσω φτηνά. Στην αρχή ήμουν ένας άσπρος μες στους μαύρους, αλλά τώρα τους φάγαμε! Έγιναν αυτοί μύγες μες στους άσπρους… Δε ντρέπομαι, το λοιπόν. Ντομάτες και πιπεριές κοψοχρονιά, μαϊντανός θλιμμένος, πατάτες φτηνές με μικρές μαύρες τρύπες, ρυζάκι που θέλει λίγο καθάρισμα, και νάσου τα ωραία γεμιστά μας! Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο νόστιμες κάνει τις πατάτες στα γεμιστά!!! Αυτή τρώει το ρύζι με τα μυρωδικά, κι εγώ τη φλούδα απέξω και τις πατάτες, επειδή μου αρέσουν πολύ. Ένα φαγητό πολλών αστέρων… Καμιά φορά πάω στη Βαρβάκειο, όπου βρίσκεις πάμφθηνο κιμά. Μισό κιλό χοιρινός, μισό βοδινός, ζυγίζει παραπάνω από κιλό αλλά λιγότερα από 4 Ευρώ!, και ιδού έχουμε κιμά για 4 μέρες. Μακαρόνια με κιμά, λοιπόν, και βγήκε άλλο ένα αγαπημένο φαγητό. Σκεφτόμαστε, φυσικά, να μειώσουμε τις μερίδες του κιμά για να μας φτάνει για μια εβδομάδα… Θα δούμε.
Οι δρόμοι έγιναν οι καλύτεροι φίλοι μου, μια και δεν μπορώ ν‘ αντέξω την επιβάρυνση του πανάκριβου, πλέον, καφέ. Βρήκα κάνα-δυο φτηνά στέκια, αλλά ντρέπομαι να πηγαίνω συνέχεια. Και ντρέπομαι και λυπάμαι για τα χάλια μου. Όταν την έχω μαζί μου, δηλαδή μέρα παρά μέρα που λένε, τότε με πιάνει πάλι η απελπισία… Κάπου-κάπου την πηγαίνω για καφέ, όσο αντέχει η τσέπη… Φροντίζω να καπνίζω ελάχιστα, για να έχω καπνό για κείνη. Της είπα ότι μου κάνει κακό στην υγεία μου, και περιορίζομαι σε μια-δυο τζούρες από το τσιγάρο της. Αυτή λάμπει από ευτυχία δίπλα μου. Μπορώ να σας πω ότι τώρα είναι πιο ερωτευμένη απ’ ό,τι παλιά. Κάθε πρωί με εκλιπαρεί να μην την αφήσω, να μη τη διώξω. Τότε γίνομαι πάλι χαρούμενος, γιατί βλέπω πως η αγάπη της είναι ανιδιοτελής. Αλλά ο καημός, καημός που δε μπορώ να της δώσω κάτι παραπάνω. Γιατί, είναι και το άλλο! Μόνο εμένα χτύπησε η κρίση; Πώς, στο διάβολο, καφετέριες, μπαράκια, ταβέρνες είναι όλα γεμάτα; Εμείς, καμιά πίτα με γύρο, και οι άλλοι κατεβάζουν τον αγλέορα… Μυστήριο… Όσο, όμως, εγώ απελπίζομαι, τόσο αυτή με αγαπάει περισσότερο.
«Θα με πας στο Παρίσι;», μου λέει μια μέρα γελώντας πονηρά. Ω, ανόητοι που είμαστε οι άντρες… Όταν μου είχε εκμυστηρευθεί το όποιο παρελθόν της, ύστερα ζήτησε το δικό μου. Εννοείται ότι ήμασταν ειλικρινείς. Μεταξύ των άλλων, της είχα πει πως υποσχέθηκα κάποτε σε μια μικρούλα να την πάω στο Παρίσι διακοπές. Αλλά τότε είχα χρήματα, και μ’ αυτά τα χρήματα εμείς καλοπεράσαμε στην αρχή της κρίσης… «Το ξέρεις ότι τώρα δεν μπορώ…», απάντησα θλιμμένος. Αυτή με αγκάλιασε και γελώντας παιχνιδιάρικα, είπε ανάμεσα σε φιλιά:«Το ξέρω, αγάπη μου! Ένα πειραγματάκι ήταν…», και δώστου φιλιά αυτή και απελπισία εγώ... Μη βγάζετε συμπεράσματα, σύντροφοι! Οι γυναίκες δε γνωρίζουν πόση απελπισία μπορούν να φυτέψουν στην καρδιά ενός άντρα. Αν το ήξεραν, θα μας είχαν ολωσδιόλου του χεριού τους! «Ένα πείραγμα ήταν», ξαναείπε και με τράβηξε πάνω της. Ήταν η ώρα για όνειρα, να ξεχάσω τα πάντα και να ζω μόνο γι’ αυτήν.
Με ρωτάτε αν έφυγε; Αφού σας είπα ότι με αγαπάει και δεν έχει πρόβλημα, γιατί να φύγει; Αν ήμουν συγγραφέας, θα σας έπειθα γιατί με αγαπάει, αλλά είμαι ένας φτωχοδιάβολος ερωτευμένος, που δεν έχω να της προσφέρω τίποτε πέραν από ένα διπλό κρεβάτι. Σκεφτείτε, δεν την πειράζει ούτε το σεντόνι που έλειωσε και σκίστηκε στο ύψος των ποδιών μου. Αυτή, το πλένει και το στρώνει ανάποδα, να πάει το σκίσιμο στα πόδια της… Για τέτοια αγάπη σάς μιλάω…
Άκουγα ή διάβαζα, τι σημασία έχει;…, πως όταν είσαι άνετος κι ευτυχισμένος γράφεις ό,τι μπούρδες θέλεις… Διάβαζα, λοιπόν, για την απελπισία που ενυπάρχει στον γνήσιο έρωτα, για τη θλίψη που μπερδεύεται με τα αισθήματα των ερωτευμένων, για τη ζήλεια, για την αγωνία μήπως χάσεις… Πάω πάσο, μια χαρά είναι αυτά, δεν είναι μπούρδες για όσους μπορούν να ερωτευτούν με την προσωπική τους μυθολογία και δυνατότητα. Όχι μόνο τα άκουγα, αλλά και υπερθεμάτιζα για την ποιητική του πόνου στον έρωτα. Τότε, που το μόνο πρόβλημα ήταν πώς, στο καλό, γίνεται και τελειώνει μια τόσο όμορφη ιστορία!...
Τώρα δεν υπάρχουν τέτοια. Υπάρχει μια άλλου είδους απελπισία… Όχι αν μπορούν να ερωτευτούν οι φτωχοί. Αυτοί μπορούν να βρουν κάποια όμοιά τους και να ενώσουν την πείνα τους, ή να ονειρεύονται σαν τις παλιές, καλές Ελληνικές ταινίες. Εδώ υπάρχει μια πρωτοφανής κατάσταση. Αλλιώς κουμαντάραμε τη σχέση μας, και αλλιώς ξεφτιλιζόμαστε με τα νέα μέτρα…
Υποψιάζομαι ότι πολλοί από σας θα με εμψυχώνατε με ωραίες φιλοσοφικές και ηθικές σκέψεις. Άρα, σας έχω ακούσει και ευχαριστώ για την κατανόηση και τη βοήθειά σας. Το ζήτημα δεν αφορά την ποιότητα της σχέσης μου, με αγαπάει ακόμα και τώρα που έγινα φτωχός. Μου συμπαραστέκεται περισσότερο από όσο θα περίμενε ένας άντρας. Το πρόβλημα το έχω εγώ, και δεν αφορά την αγάπη μας που επιμένει και αντιστέκεται σε όλες τις Τροϊκανικές μεθοδεύσεις.
Ζω μια εσωτερική ξεφτίλα. Δεν μπορώ να της προσφέρω ούτε τα στοιχειώδη, ούτε καν μια βόλτα με αυτοκίνητο. Δεν σας το είπα; Το αυτοκίνητο το παράτησα και το πήρε ο γερανός του δήμου… Α, η αγάπη γιγαντώνεται στις δυσκολίες, μου λέτε εσείς. Έτσι είναι, και να με συμπαθάτε που συμφωνώ μαζί σας…. Και το βράδυ που έχω εφιάλτες, και την τρομάζω με τις φωνάρες μου; Το στομάχι μου, που του λείπουν βασικές τροφές και βιταμίνες; Άσε που τελευταία, νιώθω να μετατοπίζονται οι επιθυμίες στο γουργουρητό της κοιλίας…
Μερικές φορές σκέφτομαι, αν ήμουν πλούσιος…, θα έκανα ό,τι ήθελα, θα είχα όποια γυναίκα ήθελα… Άλλη ζωή αυτή, και δε μιλάμε για έρωτα, βέβαια. Αλλά εγώ δε θα μπορούσα να ζήσω έτσι. Θα ήθελα να είμαι με μία και να την αγαπάω. Να μου πίνει τον ιδρώτα, αλλά και να μου τον σκουπίζει. Δεν ήμουν όμως πλούσιος, αλλά ένας αξιοπρεπής υπάλληλος. Δεν έκλεψα ποτέ, και δεν έκανα μπάζα για το μέλλον μου. Τώρα είμαι κάτω από το όριο της φτώχειας, και κοντεύω να τρελαθώ. Δεν υπάρχει φως πουθενά… Υπάρχει εκείνη που με αγαπάει και δεν με κατηγορεί για ανίκανο. Είναι αλήθεια πως από τότε που φτώχυνα, αυτή έγινε πιο τρυφερή και γλυκιά. Κάποιες στιγμές νομίζω ότι με λυπάται, και τότε θυμώνω. Δεν ξέρει πώς να μου φερθεί η καημένη…, κι ευτυχώς που δε θυμώνει κι αυτή. Να, αυτά που σας γράφω τώρα, τα γράφω κρυφά από εκείνη. «Μόνο θετικές σκέψεις», μου λέει. Μα πώς να κάνεις μόνο θετικές σκέψεις, όταν η ζωή σου είναι πλέον στο μείον;
Πιθανόν εσείς να τα καταφέρνατε καλύτερα… Μήπως είχα μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου; Ίσως… Μα, τι ζήτησα, γαμώτο… Ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης μόνο…, να μπορώ να κεράσω το κορίτσι μου μια γλυκιά σοκολάτα. Να πάμε βόλτα στο Σύνταγμα, κι αυτή να γλύφει παγωτό χωνάκι και να χαμογελάει μακάρια… Λέτε να είμαι υπερβολικός;
Μπήκαμε και στο φθινόπωρο με τις βροχές. Δε φτάνουν όλα τ’ άλλα, έχουμε και τη μελαγχολία του καιρού που σε κάνει να νιώθεις δυστυχής… Τι λέτε, παλεύεται η κατάσταση; Δεν ξέρω αν πρέπει να βγαίνουμε έξω ή να καθόμαστε πιο πολύ μέσα. Να διαβάζουμε κάνα βιβλίο, να βλέπουμε τις ωραίες μας ταινίες, να κοιταζόμαστε περισσότερο στα μάτια… Φυσικά, πάντα με την αγαπημένη μουσική της! Τώρα την έχω ανάγκη πιο πολύ. Να μου χαμογελάει, να με εμψυχώνει, κι εγώ να μη χρειάζεται να βάζω το χέρι στην τσέπη…
Δηλαδή, το χειμώνα πώς θα είναι στην Αθήνα; Που το καλοριφέρ θα ανάβει ελάχιστα λόγω ακρίβειας… Να είχα ένα σπίτι με τζάκι… Κι αν δεν είχαμε ξύλα για φωτιά, θα έκαιγα τα βιβλία, φτάνει να ζεσταινόταν η αγάπη μου… Όταν έξω οι νύχτες θα γίνουν ύπουλες και θα σκοτώνουν κάθε ελπίδα όσων κυκλοφορούν στους δρόμους, εμείς θα είμαστε μέσα. Θα προσπαθούμε να μην αφήνουμε το κρύο να διαπερνάει τις καρδιές μας. Θα κυκλοφορούμε καθένας μας με κουβερτούλες για ζέστη, και ύστερα, τσουπ!, στο κρεβατάκι μας. Έτσι λέω. Να μην αφήσω τη μελαγχολία να γίνει υγρασία και ζόφος στην ψυχή μου… Θ’ ανάβουμε και κάνα κεράκι για ατμόσφαιρα. Είπαμε, οικονομία στο ρεύμα, όχι τσιγκουνιές στα αισθήματα!!!
«Αναρωτιέμαι, τι θα συνέβαινε στον κόσμο όταν απαλλαχτούμε από τον χρυσό κανόνα της αγάπης». Λατρεμένε μου Χ. Μίλερ, μη στερείς από τον κόσμο τη μόνη ψευδαίσθηση που του έμεινε… εγώ, πάντως, ούτε σκοπεύω, ούτε το θέλω. Δεν είναι η ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας, είναι η ίδια η ζωή μου. Γιατί η αγάπη μου προς αυτήν είναι ο λόγος που ζω και μπορώ να απελπίζομαι. Αλλιώς, γιατί, γιατί…
Κλείνω, κλείνω!!! Να τη, έρχεται χαμογελώντας, δεν την ακούτε; Δε θέλω να τη στενοχωρήσω με τη μαυρίλα και την κατήφεια μου…
«Αγάπη μου, θέλω αγκαλίτσα!!! Πού είσαι;»
«Εδώ είμαι, μωρό μου… Έρχομαι!!!» Έρχομαι….
22/9/11
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου