Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Στέλλα Δούμου, Μονόλογοι της Ερμίνας Ντ’ Eπέστροφα


Στέλλα Δούμου , Μονόλογοι της Ερμίνας Ντ’ Eπέστροφα
Oct29 by stelladou
Photo: Alexandra Nedzvetckaya
Το ‘χεις άραγε συλλογιστεί μικρό αγριοπερίστερο
πώς ξοδεύεται τόσος ουρανός στο πέταγμά σου;

Το ‘χεις άραγε συλλογιστεί μύρτιλο σύννεφο,
πως το ανυπεράσπιστο κλαδάκι της γαζίας,
τρέμει όταν δακρύζεις;

Το ‘χεις άραγε συλλογιστεί ενδόμυχη γύρη λιακάδας,
πως στις μικρές αγκαλιές των λουλουδιών,
σου κρύψανε το σώμα;

Το ‘χεις άραγε συλλογιστεί εκμαγείε Ενεστώτα,
πως υπέροχα, κόβεσαι μες στην λεπίδα των εξαφανίσεων;

Μελάνια τρέχουν.

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο πέμπτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο πέμπτο)
1 Νοεμβρίου 2013 στις 7:34 μ.μ.


Ο έρωτας άραγε από τα μάτια πιάνεται στα χείλη κατεβαίνει κι από την έρμη την καρδιά σα ριζωθεί δε βγαίνει, ή μήπως να περνάει απ΄το στομάχι; Η ιστορία των ερώτων που πρόκειται ως παρευθής να τακιμιάσουν - θα αποδείχνει πέρα από την παραμικρή αμφιβολία, πως και το ένα έχει την αλήθεια του, μα και το άλλο ψέμα πως δεν είναι. Λοιπόν, σε ποιόν να πέσει το λαχείο να είναι ερωτιάρης της ματιάς, και σε ποιόνα να πέσει ο μαυροκλήρος να έχει το τρικάβαλο της γεύσης; Ήδη, αγαπητοί μου συμπολίτες, ο κύβος φαίνεται πως και ερίφθει - μάλιστα ήρθε και δεόντως πλέον έκατσε: Πάρε εσύ, να πούμε, την κοπέλα - πάρε και συ ένα πινάκιο φακής κι αμέτε πώς να κάμετε κατάστασην. Όπου, ξέρουμε ποιόνε εβασάνιζαν κατάρες - και τα θυμάστε τα περί τριπλοκλειδώματος και τα λοιπά όπως σας είχα ορμηνέψει; Μια επανάληψη κι ένα μικρό ξεσκόνισμα θα μας βοηθήσει να υπενθυμηθούμε και να προεδικάσουμε μελλούμενα: ο που ήταν τετράκις πολλαπλώς κατηραμένος, εστέκονταν σαν την κοιμήσω πάπια κι επιάστηκε στο ξώβεργο ερήμην. Διότι, τα γλυκά που του εσέρβιραν σα να ΄τανε ανφάν γκατέ αλλά τόσο καλότροπο, ούτε να τρώγει λαίμαργα σαν τον παρακαθήμενο, παρά σαν την καλή χανούμ και τη Σεράχ, να τρώει μια βουκουνίτσα και πως να λέει το βαχ το αλλοίμονον, και που να πλαταγιέται κάθε καημός σωσμένος και ξοδεμένος σε ένα εβδομαδιαίο τιποτάκι, αυτός λοιπόν τον βρήκε του έρωτα το βόλι στο στομάχι, τον εξέκανε. Όπως ειπείν, είχε γίνει ο άνθρωπος αγνώριστος από τη μέρα τη ρουφιάνα που πάτησε το πόδι της αυτή η Εβραία μες στο Ιμπεριάλ, αυτός βεβαίως τίποτα δεν ήξευρε περί της νέας πρόσληψης, ούτε και πως αλλιέψανε τα πράγματα και άλλη εκανόνιζε το ότι, το γιατί και το με ποιόνα τρόπο θα σοροπιάζανε τα όμορφα πουγκάκια με τα καλόσυκα και τα καλοκαρύδια, το κρασί - εμ, τα ΄θελε για η μάνα σου, δεν τα ΄θελες κι εσύ;

Και είχανε βρεθεί σε θέσεις δύσκολες οι δυο μας φίλοι, γιατί ο ένας Ιμπεριάλ-Ιμπεριάλ, ο άλλος είχε κι ενδεχομένως πια αρχίσει να βαριέται αυτό πια σαν το τάμα, λες και δεν είχανε κι αλλού πορτοκαλιές να κάμουν πορτοκάλια, Βρε τζιγιεροσαρμά μου, άνθρωπε, να μην το ξαλλεγράρουμε και να χαρείς αλλιώς, λες ότι πάμε να ελέγχουμε την παρθενιά της αδερφής μας, βρέξει χιονίσει εκεί μέσα, μανούλα μου με μπάφιασες, άσε να τραβηχτούμε σαν τα σκυλιά και πουθενά αλλού, μα μάγια σου 'χουν κάνει καμωμένα, σε ταΐσανε; (Και μη με βάλτε τώρα να σας πω τί άραγε να εννοεί ο μπατζανάκης, ό έχων ώτα να ακούει ακουέτω, το μύστη-τι-μου Κύριε). Ε ρε, κι αν ήξερε πόσο το δίκο είχε! Διότι, η Εσθήρ (άντε να μην την ανεβάζουμε Εβραία, την κατεβάζουμε αλάδωτη - γιατί τί πια σκατά ψυχή θα παραδώσουμε, λες και δεν είχε όνομα και η καλή κοπέλα, εντάξει, ότι θες να ήταν μάγισσα - θα ήτανε, αλλά ποιοί είμαστε να ξέρουμε και ποιός ο αναμάρτητος το λίθο να βαλέσει;). Αλλά, ότι και ο ΧατζηΡεΐσης τον είχε πάθει ένα ντουβρουτζά, ήτανε σίγουρο. Πως έρεβε και ότι τον έπιανε ένας κρύος ιδρώς, μα μάνα μου αυτά ήταν μπουκίτσα και συχώριο, που στο καλό τα βρίσκανε και τέτοια τσαγαλότριχτα βουτήρατα; Αυτός, που και αν είχε ταξιδέψει - κοτζάμ αρμάδα είχε καβαλήσει, και τέτοιες μυρωδιές δεν επαντρεύτει στον ουρανίσκο του, πού διάτανο τα βρίσκανε, ποιός μύλος να τα άλεθε τα ξανθοσυμιγδάλια; Θέλω να πω, άντε να βρεις την άκρια που μπλέξεις με τον παλαβωμένο, είδε κι απόειδε και ο ΝτημίτΕφέντης κι επαρέδωσε, πέρνανε δρόμο το στρατί, στρατί το μονοπάτι, και πού τους έχανε κανείς και πού τους έβρισκε, στο Ιμπεριάλ να καταθνήσκουνε τις ώρες τους. Μα, ήρθε και μια ώρα - και πώς ίσα και δεν αλλάξανε τα πράματα! Είχε κατέβει ο Ντημίτ μίαν καλήν ημέραν, να πάει στου χρυσικού του Γιακουμή, για να διορθώσει μια κατένα (ντροπής και αγαλλίασης το ζήτημα, του την είχε σπασμένη επί κλίνης μία ανώνυμη λεγάμενη, απ΄τα ωραία σπίτια που τις πληρώνεις και σ' αντέχουνε να κάμεις ό,τι θέλεις, και του Ντημίτ αυτό σα να του καλοάρεσε, να δίνει καρτ βιζίτ για μια καρτούλα μπλάνς). Και άμα του εσπάγανε και μια παλιοκατένα, χαλάλι στα κορίτσια, τις εχαιρότανε γούστο διπλό - έχουμε μάτια μου λεφτά και να τη φτιάξουμε, να΄ρθω μετά να σου την κάμω δώρο, και που να δείχνει το λαιμάκι σου, μανίτσα μου. Ε, είχε πάει πως να την παραλάβει, να τηνε πήγαινε κατόπι στο κορίτσι, την είχε αξίσει για τον κόπο της και την υπακοή της, και όπου ήξερε να κάμει αντοχές.

Αχ, και αν ήξερε κανείς πώς θα του ΄ρθει το βόλι (στο φτερό, όταν θα σκύβει για νερό;), θα έπαιρνε τον άλλο άρα δρόμο, θα έστριβε να πάει από την άλλη τη γωνιά, ή μπα και θα 'τρεχε να πάει καταπάνω του και μ' ανοιχτές αγκάλες; Και ποιός να ξέρει... Πάντως, ετούτος δω - την έφαγε εις το Δοξαπατρί, ανάμεσα στα φρύδια, στο τρίτο του το μάτι του σφηνώθηκε μια Ομορφιά, και δεν ημπόραε μετά όπως τη βγάλει, τον κυνηγούσε στα ξυπνά και μες στον ύπνο και του ΄γιναν οι μέρες του σαν κόλαση. Μα, ας το πάρουμε το πράγμα να ΄ναι κομμάτι πιο βατό, και μπερδευτήκαμε: Στρίβει ο εφεντάκος και επήγαινε κατά τη χογιερία του χρυσικού, σκεφτότανε πόσο κει μέσα εύρισκε τη γεια του, πόσο ο Γιακουμής ήταν ο ίδιος τεφαρίκι! Γιατί ήξευρε και να φκιάνει, και να χαλνά, να ματακομματιάζει και να εμπαίζεται με κάθε είδους φλόγα, κι αμέ τα μέταλα τα ήξερε ως και με το μικρό τους, και τα πετράδια (μα διαμάντια, μα μπριλλάντια, μα τα ζαφείρια τα αγέρωχα και μα την Παναγία ό,τι άλλο, είχε παιδί μου ο χρυσικός σα φαίνεται το κοκκαλί της νυχτερίδος και του εκάμανε τ' άψυχα τα χατήρια, έτσι τους γλυκομίλαγε και του στεκόντανε κλαρίνο κι όλα σούζα, τα κοίμιζε και σε σοκολατένια μαξιλαράκια βελβελούδινα), αυτό, ψυχάρι μου, θέλει να είσαι ψυχωμένος - μονολογούσε ο Ντημίτ - κι εκεί, σαν έτσι σήκωσε το βλέμμα και του δραπέτεψ΄η ψυχή. Διότι, από την άλλη τη μεριά απ' το σοκκάκι - κατέβαινε μια σουρλουλού, μια κότα μπάνικη, ένας σεισμός τρεχούμενος - κι έπεσε καταπάνω του σαν το στρατό που παρατάχτηκε στον πόλεμο: κι πάει το καλαθάκι της, χυθήκανε τα μήλα από τη μια, και τα κυδώνια απ΄ την άλλη σαν κατατρέξανε, πήγε μέσα στον κουρνιαχτό να τη βοηθήσει να τα μαζέψει και τα οπωρικά και τις οπώρες, κι αυτή ίσα και τον κεραυνοβόλησε. Περικαλώ, του λέει, σα και για να σταθείτε, και δεν τα πιάκουν έτσι, αλλά σα να 'ναι ζωντανά και να δαγκώνουνε, άσε τα κάτου που σε λέγω μη μου τα μαραγγιάσεις και τα χάλνασες, άσε με λέου, θα τα πιάκω μόνη μου. Και ο ΝτημίτΕφέντης, πώς και δεν απόμεινε εκιαμεσής του τόπου, παρ' άρχισε να ακούει κάτι βουή ΄πο μες απ΄το κεφάλι του, και πήγε να εψέλισε σα μια γλωσσολαλία, απόστρεψον τους οφθαλμούς απ' εναντίον μου, ότι αυτοί σε λέγω ανεπτέρωσάν με. Αλλά αυτή, βεβαίως, δεν τον άκουσε, γιατί μιλούσε ενδοσκοπίως και η καρδιά του μοναχά τον αντηχούσε. Και τίναξε τις βράκες η πουλακίδα, πήγε ως προς θεού κι αυτός κατέληξε σε μια ζεματισιά στο Γιακουμή, που είχε δει πολλά και γνώριζε και το αστροπελέκι, είχε και θάρρητα με το Ντημίτ, τόσες κατένες πια δεν του ΄χε ματσακώσει, του λέγει, μήπως πάσχεις απ΄τον έρωτα, και να σου φτιάκω εγώ ένα ομοίωμα χρυσίο και να του ψεκαλλίσω τίποτις στίγμα ασημάργυρο - και της το κάμεις σα ρεγάλο βασιλικό, και τηνε φέρνεις στα νερά σου και όπως σου σταθεί! Ποιός είδε το Θεό και δε φοβήθηκε, ακού εδώ, ρε μασκαρά, του λέει ο Ντημιτ, αυτήνε δεν τη θέλω για τις χάρες, σ΄αυτήν θα φτιάκεις βέργα, κερατένιε, να μου φοράει τ΄όνομα. Και βγήκε σαν τον κυνηγούσανε τα τζίνια, πώς και δε χάλασε κι όλο το μαγαζί, να το πληρώνει έτσι για το γούστο, που του εγύρισε το μάτι του.




(συνεχίζεται)




© Ολβία Παπαηλίου, 2013





Φωτογραφία επιχρωματισμένη από ρεκλάμα της Χογιερίας του Γιακουμή, Σμύρνη αρχές του 20 αιώνος. Βρέθηκε σε μπαούλο που κατά πάσα πιθανότητα είχε επιστραφεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες - η φόδρα του επιγραφόταν "....&Co,State of Michigan, U.P.)

Γιάννης Τόλιας

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Κική Δημουλά, Ποιήματα


Κικὴ Δημουλᾶ - Ποιήματα


Κικὴ Δημουλᾶ (1931-): ποιήτρια ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, ἀκαδημαϊκός.

Πὼς ἤσουνα ἐχθρός μου, δὲν τὸ ἤξερες
οἱ λέξεις σου τὸ εἶπαν.
Σ᾿ ἐκεῖνες πούλησε ὁ ἔρωτας τὸ σεισμό του
κι ἦρθε στὴ ἐπιφάνεια ὅτι δὲ μ᾿ ἀγαποῦσες...


ΑΓΓΕΛΙΕΣ

Διατίθεται ἀπόγνωσις
εἰς ἀρίστην κατάστασιν,
καὶ εὐρύχωρον ἀδιέξοδον.
Σὲ τιμὲς εὐκαιρίας.

Ἀνεκμετάλλευτον καὶ εὔκαρπον
ἔδαφος πωλεῖται
ἐλλείψει τύχης καὶ διαθέσεως.

Καὶ χρόνος
ἀμεταχείριστος ἐντελῶς.

Πληροφορίαι: Ἀδιέξοδον
Ὥρα: Πᾶσα.



ΑΝΑΕΡΕΙΠΩΣΗ

ΙΙ

Καὶ
φοβᾶμαι ἀκόμη τῶν χεριῶν μου
τὸ ἄγγιγμα στὶς πέτρες τοῦτες
μὴν ἐπιτείνει τὴ φθορά, μὴν ἐπισπεύδει
τῶν ἐρειπίων τὴν ἐρείπωση.
ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

Πότε μὲ εἶχες φέρει ἐδῶ 
νὰ μὲ ξεναγήσεις στοὺς χρησμούς; 
Νὰ ρωτήσω τὴ μάντιδα Μνήμη.
Ἢ ἄλλη, ἡ διπλανὴ ἱέρεια Λήθη,
ἔχει πολὺ κόσμο πνίγεται στὴ δουλειὰ
ἀμάσητα καταπίνει τὰ καπνώδη φύλλα
τῶν λησμονητέων.

Βρέχει ἀπὸ χτές.
Ὅ,τι βλέπω ἀπ᾿ τὸ παράθυρο τοῦ ἑστιατορίου
θέλει νὰ χαθεῖ. Μὲ τὸ ζόρι συγκρατῶ ἀντίκρυ
τοὺς κίονες μὴν πέσουν τῆς Ἀθηνᾶς Προναίας
-νὰ προσέξω ὅταν θὰ καθαρογράφω αὐτὴ τὴ θέα
μὴ μὲ παρασύρει ὁ δαίμων τῆς συνήχησης
καὶ γράψω Προνέας. Θὰ ποῦν πὼς ξεναγῶ 
στὰ ἐρείπια καθρέφτη.

Βρέχει. Καταφεύγουν στὸ ἑστιατόριο
μεγάλες παρέες θορύβων.
Συντοπῖτες, ἐραστὲς τῆς ἱστορίας, ζευγάρια
Ἐρωτευμένα –σπουδαστὲς τοῦ μέλλοντός τους
περιηγητικοὶ συνταξιοῦχοι,
ἀναπαλαιωτὲς τῆς ἀνίας οἰκογένειες
σωματεῖα πρόεδροι ὁμιλήτριες ἀνθοδέσμες.

Ρέουν ξένες γλῶσσες σὲ ποτηράκια τῆς δικῆς μας
ξιφομαχεῖ μὲ τὰ μαχαιροπήρουνα ἡ βροχὴ
καταβροχθίζοντας μερίδες συζητήσεων, μπουκάλια
κρασιοῦ ξελαιμιάζονται νὰ διηγοῦνται
ἀνέκδοτα ἀστεῖα σπᾶνε γέλια.
Οἱ σερβιτόρες ἐντυπώσεις πηδοῦν ἐκστασιασμένες
ἀπὸ τραπέζι σὲ τραπέζι
κραυγαλέα ἐπιδόρπια παραγγέλνει ἡ συντροφικότης.

Ἐνῷ ἐγὼ σέβομαι – συντρώγω χαμηλόφωνα
μὲ τὸ ἕνα ἀπολλώνειο κουβέρ μου.



ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΑ

Ὅλα τὰ ποιήματά μου γιὰ τὴν ἄνοιξη
ἀτέλειωτα μένουν.

Φταίει ποὺ πάντα βιάζεται ἡ ἄνοιξη,
φταίει ποὺ πάντα ἀργεῖ ἡ διάθεσή μου.

Γι᾿ αὐτὸ ἀναγκάζομαι
κάθε σχεδὸν ποίημά μου γιὰ τὴν ἄνοιξη
μὲ μιὰ ἐποχὴ φθινοπώρου
ν᾿ ἀποτελειώνω.



ΑΥΤΟΣΥΝΤΗΡΗΣΗ

Θὰ πρέπει νὰ ἦταν ἄνοιξη
γιατὶ ἡ μνήμη αὐτὴ
ὑπερπηδώντας παπαροῦνες ἔρχεται.
Ἐκτὸς ἐὰν ἡ νοσταλγία
ἀπὸ πολὺ βιασύνη,
παραγνώρισ᾿ ἐνθυμούμενο.
Μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους ὅλα
ὅταν τὰ πάρει ὁ χαμός.
Ἀλλὰ μπορεῖ νά ῾ναι ξένο αὐτὸ τὸ φόντο,
νά ῾ναι παπαροῦνες δανεισμένες
ἀπὸ μιὰν ἄλλην ἱστορία,
δική μου ἢ ξένη.
Τὰ κάνει κάτι τέτοια ἡ ἀναπόληση.
Ἀπὸ φιλοκαλία κι ἔπαρση.

Ὅμως θὰ πρέπει νά ῾ταν ἄνοιξη
γιατὶ καὶ μέλισσες βλέπω
νὰ πετοῦν γύρω ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ μνήμη,
μὲ περιπάθεια καὶ πίστη
νὰ συνωστίζονται στὸν καλύκά της.
Ἐκτὸς ἂν εἶναι ὁ ὀργασμὸς
νόμος τοῦ παρελθόντος,
μηχανισμὸς τοῦ ἀνεπανάληπτου.
Ἂν μένει πάντα κάποια γῦρις
στὰ τελειωμένα πράγματα
γιὰ τὴν ἐπικονίαση
τῆς ἐμπειρίας, τῆς λύπης
καὶ τῆς ποίησης.



ΓΑΣ ΟΜΦΑΛΟΣ

ΙΙΙ

Ἀναστηλώνεται Νοέμβρης τῶν Δελφῶν.
Ἀπόβροχο στὶς μετῶπες τῆς ἀπορρόφησής του.
Σύννεφα ποὺ δὲν θὰ φύγουν μοιράζονται θρόνους.
Ζωφόροι φύλλων κίτρινων κοσμοῦν
Ἀντισεισμικὰ ἀνάκτορα ἀνέμων.

Πομπὴ σκαλοπατιῶν.
Προπορεύονται οἱ ἀρχὲς τοῦ τόπου, σαρκοφάγοι.
Ἀκολουθοῦν βασιλεῖς, προσκυνητὲς τῆς προφητείας
ἀρχηγοὶ πολέμων μὲ δῶρα ποὺ στέλνει ἡ φιλοδοξία
στοὺς μάντεις της, αἰῶνες κοιλαράδες βραδυκίνητοι
μὲ τὶς ἐπαναλήψεις παλλακίδες τους.
Φρουρὰ τῆς ροῆς σωματοφύλακες ἑκατέρωθεν, 
σαρκοφάγοι πάλι μὲ τὶς περικνημίδες τους
-τσουκνίδες καὶ ξερόχορτα.

Καθ᾿ ὁδόν, στέψη σκέψης
ποὺ ἔκανα γιὰ σένα, ἐπ᾿ ἀνδραγαθία:
μὲ τὴν ἀπουσία σου μεγάλωσες
ἐξάπλωσες τῶν ἀφανῶν τὶς κτήσεις.
Ταξιθέτριες πέτρες στὸ θέατρο.
Στὴ σειρὰ τῶν ἐπισήμων κάθονται θυμάρια.
Τζαμπατζῆδες θεατρόφιλοι βράχοι τριγύρω
κρέμονται σκαρφαλωμένοι στὸν ἀπόηχο.
Στὸν κορυφαῖο ρόλο της ἡ τραγῳδὸς αὐλαία.
Ἐνθουσιώδους παρακμῆς χειροκροτήματα,
μπιζάρουν μέλισσες κι ἄλλα βομβώδη
μελιστάλακτα κεντριά, αἰώρησης κάνιστρα
μὲ φρεσκοκομμένες πεταλοῦδες
ραίνουν τὴν πρωταγωνίστρια ἑρμηνεία μας.

Ψηλά, ἀπὸ τὸ στάδιο, ἐξακοντίζονται ἰαχὲς
κύκλοι δρομεῖς ἐπευφημοῦνται
νικητὴς ἀνακηρύσσεται
ἕνας ἕνας ποὺ κλείνει.

Ἐπακολουθῶ. Στέρνες βωμοὶ ἄδυτα θυσιῶν
ὑδραγωγεῖα κινήτρων, ἡ ἀρχαιότερη Πυθία:
ἡ σαρκοφάγος πάλι. Ἀλλὰ ἡ ζωὴ
τὸν ἀποφεύγει τὸν χρησμό της.

Στάση σκέψης ποὺ κάνω γιὰ ὅλες 
τὶς σπασμένες ἀρτιότητες: «στὸ κάτω μέρος
μαρμάρινης τρεχούσης γυναικός»,
βῆμα ἀβοήθητο ποδιοῦ πρὸς χαμένο σῶμα,
μόνο ἡ κουλουριασμένη κίνηση
ἀνώνυμου νεκροῦ πολεμιστῆ
δίπλα σὲ ἀπόστρατη ἀσπίδα
καὶ «δούλης νεαρᾶς τὸ σπασμένο κάτοπτρο»
-τώρα πῶς θὰ καλλωπίζεται ἡ ὑποδούλωση.
Σφὶγξ καθρεφτίζει τὸ ἀναπάντητο.

Καντίνες. Κάτι γιὰ τὸ δρόμο. Σάντουιτς, 
ἀναψυκτικά, ἐμφιαλωμένο λάλον ὕδωρ.

Μάρμαρα πάλι, ἀφιερώματα σὲ πέτρες
χαραγμένες. Δύσκολα διαβάζω.
Τὸ σκληρὸ ἔμαθα πὼς χαράζει
ἀλλὰ ὄχι πῶς χαράζεται.
Ἀργὰ συλλαβίζοντας ἀναστηλώνω
μόνον τὴ λέξη ΕΠΤΟΗΘΗ. Μόνο; Ὄχι καὶ μόνο.
Ἀκουστὸ ἀνὰ τὸν κόσμο τὸ Ἐπτοήθη.
Μαντεῖο.
Γᾶς ὀμφαλός.

Δελφοί



ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Μόνη, ἐντελῶς μόνη,
περπατῶ στὸ δρόμο
καὶ πέφτω πάνω σὲ μεγάλα γεγονότα:
Ὁ ἥλιος σὰν ἐπειγόντως νὰ ἐκλήθη ἀπὸ τὴ Δύση
ἀφήνοντας ἡμιτελὲς τὸ δειλινό...

Σὲ λίγο ἡ νύχτα,
κρατώντας τοὺς ἀμφορεῖς τοῦ μυστηρίου,
τῶν ἰδιοτήτων της ἐπαίρετο,
ὅταν τὸ ρεμβῶδες μάτι της, τὸ φεγγάρι,
ἕνα ἀπρόδεκτο, λαθραῖο σύννεφο, πάτησε
καὶ τὴν τύφλωσε.

Τοῦ ἀτυχήματος τούτου
ἐπωφελήθηκε
κάποιος παράξενος κατάσκοπος
-τὸ μεσονύχτιο ὑποπτεύονται-
τὸ σύμπαν πυροβόλησε
καὶ τὸ ἄφησε ἀκίνητο...

Μετὰ ἀπὸ τέτοια γεγονότα,
τὸ γεγονὸς πὼς εἶμαι πάλι μόνη
παρελείφθη.



ΓΗ ΤΩΝ ΑΠΟΥΣΙΩΝ

Τώρα θὰ κοιτάζεις μία θάλασσα.

Ἡ διάθεση νὰ σὲ ἐντοπίσω
στὴ συστρεφόμενη ἐντός μου γῆ τῶν ἀπουσιῶν
ἔτσι σὲ βρίσκει:
πικρὴ παραθαλάσσια ἀοριστία.

Ἐκεῖ δὲν ἔχει ἀκόμα νυχτώσει
κι ἂς νύχτωσε τόσο ἐδῶ
τῶν τόπων οἱ κρίσιμες ὧρες
σπάνια συμπίπτουν.
Κάτι σὰν φῶς καὶ οὔτε φῶς,
ἡ ὥρα τοῦ ἑαυτοῦ σου ἔχει πέσει.

Χορεύουν φύκια
κάτω ἀπ᾿ τὸ τζάμι τοῦ νεροῦ.
Τὰ ρηχά, ἔχουν κι αὐτὰ
τὰ βάσανά τους καὶ τὰ γλέντια τους.

Τώρα θὰ ἔχουν λύσει τὰ μαλλιά τους
οἱ ἁγνὲς ἡσυχίες τριγύρω
μὲ τὴ σιωπή σου θὰ τὶς κάνεις
γυναῖκες σου ἐκπληρωμένες.
Ξαπλώνουν δίπλα σου.
Ἡ σκέψη σου στερεώνει σκαλοπάτια στὸν ἀέρα
κι ἀνεβαίνει. Σὲ κρατάει στὸ ράμφος της.
Ποῦ ξέρω ἐγὼ τὰ εὐαίσθητα σημεῖα τοῦ πελάγους
γιὰ νὰ σὲ καταλάβω;

Θὰ κοιτάζεις μία ἔρημη θάλασσα.
Τὸ βλέμμα σου δὲν παραλλάζει
ἀπὸ πλαγιὰ ποὺ γλυκὰ
καὶ μ᾿ ἀνακούφιση σκουραίνει
κατρακυλώντας μὲς στὴν ἀπομάκρυνση.
Ἀναπνέεις μὲ τὸ στέρνο τῶν μακρινῶν ἠρεμιῶν,
ποὺ ἔχω γι᾿ αὐτὲς διαβάσει
στοὺς πολύτομους κόπους ποὺ ἔδεσα.
Σ᾿ ἕνα ἀβαθῆ σου στεναγμὸ βούλιαξε ἕνα βαπόρι.
Δὲν θὰ ἤτανε βαπόρι. Θὰ ἤτανε σκιάχτρο
στὰ ὑγρὰ περβόλια τῆς φυγῆς
νὰ μὴν πηγαίνουν οἱ διαθέσεις
νὰ τὴν τσιμπολογᾶνε.

Ἡ τερατώδης τοῦ πελάγους δυνατότητα,
ἡ κίνηση τοῦ πλάτους,
φθάνει στὰ πόδια σου ἀφρός,
ψευτοεραστὴς στὰ πρῶτα βότσαλα.
Τοὺς σκάει ἕνα φιλὶ καὶ ξεμεθάει.

Τώρα, θὰ σοῦ ἔχουν πεῖ ὅ,τι εἶχαν νὰ σοῦ ποῦν
Οἱ ἀναδιπλώσεις τῶν κυμάτων
καὶ θὰ ἐπιστρέφεις κάπου.
Θὰ παίρνεις κάποιο χωματόδρομο,
μιὰ ἄλλη ἅπλα,
ἀλλοῦ γυμνὴ κι ἀλλοῦ ντυμένη μὲ βλάστηση.

Ἡ σκέψη σου, μετὰ ἀπὸ τόση θάλασσα,
κατέβηκε ἀπὸ γλάρος,
βάζει τὸ δέρμα τῆς προσαρμογῆς καὶ χάνεται.
Ὅπου εἶναι θάμνος, πράσινη
ὅπου σκοτεινό, σκοτεινή.
Ἐκεῖ ποὺ οἱ καλαμιὲς σπέρνουν ψιθύρους,
ψιθυριστή,
ὅπου περνάει ρίζα, ριζωμένη
ὅπου κυλάει ρυάκι, ρέουσα
κι ὅπου δαγκώνει ἡ πέτρα, πέτρινη.

Στὴν ψυχή σου δὲν φθάνει κανεὶς
οὔτε διὰ ξηρᾶς οὔτε διὰ θαλάσσης.

Αὐτὸ τὸ δισκίο,
τὸ ἀκουμπισμένο στὸ μαῦρο ἀτμοσφαιρικὸ τραπέζι,
ποὺ τὸ περνᾷς κι ἐσύ, ὅπως κι οἱ ἄλλοι, γιὰ φεγγάρι,
ἄσ᾿ το, δὲν εἶναι φεγγάρι.
Εἶναι τὸ βραδινό μου χάπι
τὸ ψυχοτρόπο.



ΓΡΑΜΜΑ

Ὁ ταχυδρόμος,
σέρνοντας στὰ βήματά του τὴν ἐλπίδα μου
μοῦ ῾φερε καὶ σήμερα ἕνα φάκελο
μὲ τὴ σιωπή σου.
Τὸ ὄνομά μου γραμμένο ἀπ᾿ ἔξω μὲ λήθη.
Ἡ διεύθυνσή μου ἕνας ἀνύπαρκτος δρόμος.
Ὅμως ὁ ταχυδρόμος
τὸν βρῆκε ἀποσυρμένο στὴ μορφή μου,
κοιτώντας τὰ παράθυρα ποὺ ἔσκυβαν μαζί μου,
διαβάζοντας τὰ χέρια μου
ποὺ ἔπλαθαν κιόλας μιὰ ἀπάντηση.
Θὰ τὸν ἀνοίξω μὲ τὴν καρτερία μου
καὶ θὰ ξεσηκώσω μὲ τὴ μελαγχολία μου
τ᾿ ἄγραφά σου.
Κι αὔριο θὰ σοῦ ἀπαντήσω
στέλνοντάς σου μιὰ φωτογραφία μου.
Στὸ πέτο θὰ ἔχω σπασμένα τριφύλλια,
στὸ στῆθος σκαμμένο
τὸ μενταγιὸν τῆς συντριβῆς.
Καὶ στ᾿ αὐτιά μου θὰ κρεμάσω-συλλογίσου-
τὴ σιωπή σου.



ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΤΙ ΝΑ ΧΑΣΕΙΣ

Καλὰ τὰ βγάζει πέρα ἡ μοναξιὰ
φτωχικὰ ἀλλὰ τίμια.
Ἀλλοῦ κοιμᾶται αὐτὴ
κι ἀλλοῦ τὸ ἐγκρατὲς σκεπτικὸ ἐάν.

Μόνο καμιὰ φορὰ
σὲ πειραματισμοὺς τὴν παρασύρει
ἡ περιέργεια
- ὄφις προγενέστερος
καὶ πιὸ φανατικὸς
ἀπ᾿ τὸν νερόβραστον ἐκεῖνον τῆς μηλέας.

Δοκίμασε τῆς λέει, μὴ φοβᾶσαι
δὲν ἔχεις τί νὰ χάσεις
καὶ τὴν πείθει
νὰ κουλουριάζεται πνιχτὰ
νὰ τρίβεται σὰ γάτα ἀνεπαίσθητη
πάνω στὸν διαθέσιμο ἀέρα
ποῦ ἀφήνεις προσπερνώντας.

Ἀπόλαυση πολὺ μοναχικότερη 
ἀπὸ τὴ στέρησή της.



ΔΙΑΛΟΓΟΣ
ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΜΕΝΑ ΚΑΙ ΣΕ ΜΕΝΑ

Σοῦ εἶπα:
- Λύγισα.
Καὶ εἶπες:
- Μὴ θλίβεσαι.
Ἀπογοητεύσου ἥσυχα.
Ἤρεμα δέξου νὰ κοιτᾷς
σταματημένο τὸ ρολόι.
Λογικὰ ἀπελπίσου
πῶς δὲν εἶναι ξεκούρδιστο,
ὅτι ἔτσι δουλεύει ὁ δικός σου χρόνος.
Κι ἂν αἴφνης τύχει
νὰ σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μὴ ριψοκινδυνέψεις νὰ χαρεῖς.
Ἡ κίνηση αὐτὴ δὲν θά ῾ναι χρόνος.
Θά ῾ναι κάποιων ἐλπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή,
νηφάλια αὐτοεκθρονίσου
ἀπὸ τὰ χίλια σου παράθυρα..
Γιὰ ἕνα μήπως τ᾿ ἄνοιξες.
Κι αὐτοξεχάσου εὔχαρις.
Ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς,
γιὰ τὰ φθινόπωρα, τὰ κύκνεια,
τὶς μνῆμες, ὑδροροὲς τῶν ἐρώτων,
τὴν ἀλληλοκτονία τῶν ὠρῶν,
τῶν ἀγαλμάτων τὴν φερεγγυότητα,
ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς
γι᾿ ἀνθώπους ποὺ σιγὰ-σιγὰ λυγίζουν,
τὸ εἶπες.



ΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ

Ἐκκλησάκι ἔρημο ἐγκαταλειμμένο πιστευτό.
Θαρρεῖς ὅτι τὸ ἔχτισε ἐρείπωση.
Τὰ κεραμίδια στὸν τροῦλο
τρύπιο σάλι ριγμένο
στὴ γηραιὰ καμπούρα τῆς ἀνάτασης.

Τὰ μικρὰ παράθυρα κρέμονται
κάπως στραβὰ στὸν τοῖχο
σὰν εἰκονίτσες ποὺ σεισμὸς τὶς μετακίνησε
ἀπὸ τῆς πίστης τὸ ἴσιο.
Βιτρὸ στὰ τζάμια συνθεμένα
μὲ πολυκαιρινῆς βροχῆς σταγόνες ραγισμένες.

Ἄραγε νὰ ζεῖ μέσα ἡ ἁγιότης 
τρεφόμενη μὲ σβηστὰ κεράκια μόνο;

Κλειδωμένη ἡ ἀμφίβια πόρτα
- καὶ στὸ μέσα σκότος βυθισμένη ζεῖ
καὶ στὸ φῶς ἔξω κολυμπάει.
Ἐπάνω της τὴν πλάτη του ἀκουμπώντας
ἕνα σκαλοπατάκι
ζητιανεύει λίγην ἐπισκευή. Ἔχει σπάσει.

Καὶ ἡ φύση ποὺ ὅλα τὰ καλοπιάνει
καὶ τὴν ἀκμὴ λατρεύει
καὶ στὴ φθορὰ χατίρι δὲ χαλάει

ἐπισκευάζει τὴ ρωγμὴ στὸ σκαλοπάτι 
πολύχρωμα γεμίζοντάς την μὲ τσουκνίδες, 
γαϊδουράγκαθα, μολόχες, δαφνόφυλλα 
καὶ πικροπαπαροῦνες.

Καὶ γίνεται αἴφνης ἀνοιξιάτικος εὐδιάθετος 
γραφικὸς αἰσιόδοξος ὁ τρόμος 
γιὰ τὴν ἐρείπωση τῆς ἐγκατάλειψής μας.



EΡΕΒΟΣ

Σκύβοντας πάνω
ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς μου τὴ συσκότιση
στίχους ἰσχνοὺς θὰ ἐπιδείξω
ἀποκλεισμένους ἀπὸ ἀπρόσμενη κακοκαιρία
ποῦ πλήγωσε θανάσιμα
κάποιο δειλό μου λυκαυγές.

Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,
θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.
Ὁ τελευταῖος μόνο στίχος
τίποτε δὲν θὰ λέει.
Κοιτώντας θλιβερὰ τοὺς προηγούμενους
θὰ κλαίει.



ΕΥΦΛΕΚΤΗ Η ΑΠΟΣΤΑΣΗ

Ἀσυγχώρητη ἀπροσεξία 
νὰ μοῦ στείλεις ἐπὶ χάρτου ἐφημερίδας
ὁλοσέλιδή τη φωτογραφία σου
μὲ ἀναμμένο τὸ τσιγάρο της.

Ἂν ἔπιανε φωτιὰ ἡ παραλαβή; 
Ποιὰ πυροσβεστικὴ
ψυχραιμία εἰς μάτην θὰ καλοῦσα
σὲ ποιὸ διανυκτερεῦον ἔγκαυμα
θὰ ἔτρεχα ἀνήμπορο ἐγὼ χαρτὶ καμένο
σὲ ποιὰν ἐξαντλημένη θεραπεία

σὲ ποιὰν ἀποζημίωση μετά.
Ἀσφάλεια ἀναθρώσκοντος καπνοῦ
δὲν ἔχω κάνει.



Η ΓΛYKΥΤΑΤΗ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΣ

Τρισάγια κάθε τόσο
γιὰ νὰ δοθεῖ ἡ ὑπηκοότητα νεκροῦ
στὸν κεκοιμημένον δοῦλόν σου.

Ὕψιστε, τί ἐννοεῖς
ἄλλο νεκρὸς καὶ ἄλλο δοῦλος.
Κι ἀπὸ πότε ἐπιτρέπεται
νὰ κοιμοῦνται ἔτσι βαθιὰ
ἀτιμώρητοι οἱ δοῦλοι.

Τὸν κεκοιμημένον δοῦλόν σου.
Θέ μου, ἂν ἀπελευθερώνει ὁ θάνατος
ὅπως μᾶς τὸ ὑπόσχεται παρήγορη
ἡ γλυκύτατη ἀβεβαιότης, ἐσὺ
γιατί τὸν θὲς ντὲ καὶ καλὰ δουλέμπορο;

Τὸν κεκοιμημένον.
Περὶ ὕπνου πρόκειται, Κύριε;
Μὰ τοῦ κολλάει ὕπνος τοῦ νεκροῦ
ἔτσι εὔκολα νυστάζει ἡ ἀπώλεια τῆς ζωῆς;
Ἐδῶ ἐμεῖς, δοῦλοι τοῦ ἀπάνω κόσμου ἀκόμα
κι ὅμως ποιὸς κλείνει μάτι
ἂν δὲν τὸν νανουρίσει ὅπως ξέρει
μόνο ἡ γιαγιά του ἡ ἀβεβαιότης
μὲ τὴ γλυκεῖα της ρόδινη ἀφύπνιση.

Κύριε, μήπως ὅταν ἐνέκρινες
αὐτοὺς τοὺς ἀνελέητους ἀνταγωνιστικοὺς ψαλμοὺς
ἤσουν ἀκόμη ἄνθρωπος;



Η ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΗ ΠΕΤΡΑ

Μίλα. 
Πὲς κάτι, ὁτιδήποτε.
Μόνο μὴ στέκεις σὰν ἀτσάλινη ἀπουσία.
Διάλεξε ἔστω κάποια λέξη,
ποὺ νὰ σὲ δένει πιὸ σφιχτὰ
μὲ τὴν ἀοριστία.
Πές:
«ἄδικα»,
«δέντρο»,
«γυμνό».
Πές:
«θὰ δοῦμε»,
«ἀστάθμητο»,
«βάρος».
Ὑπάρχουν τόσες λέξεις ποὺ ὀνειρεύονται
μιὰ σύντομη, ἄδετη, ζωὴ μὲ τὴ φωνή σου.

Μίλα.
Ἔχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Ἐκεῖ ποὺ τελειώνουμε ἐμεῖς 
ἀρχίζει ἡ θάλασσα.
Πὲς κάτι.
Πὲς «κῦμα», ποὺ δὲν στέκεται.
Πὲς «βάρκα», ποὺ βουλιάζει
ἂν τὴν παραφορτώσεις μὲ προθέσεις.

Πὲς «στιγμή»,
ποὺ φωνάζει βοήθεια ὅτι πνίγεται,
μὴν τὴ σῴζεις,
πὲς
«δὲν ἄκουσα».

Μίλα.
Οἱ λέξεις ἔχουν ἔχθρες μεταξύ τους,
ἔχουν τοὺς ἀνταγωνισμούς:
ἂν κάποια ἀπ᾿ αὐτὲς σὲ αἰχμαλωτίσει,
σ᾿ ἐλευθερώνει ἄλλη.
Τράβα μία λέξη ἀπ᾿ τὴ νύχτα
στὴν τύχη.
Ὁλόκληρη νύχτα στὴν τύχη.
Μὴ λὲς «ὁλόκληρη»,
πὲς «ἐλάχιστη»,
ποὺ σ᾿ ἀφήνει νὰ φύγεις.
Ἐλάχιστη
αἴσθηση,
λύπη
ὁλόκληρη
δική μου.
Ὁλόκληρη νύχτα.

Μίλα.
Πὲς «ἀστέρι», ποὺ σβήνει.
Δὲν λιγοστεύει ἡ σιωπὴ μὲ μιὰ λέξη.
Πὲς «πέτρα»,
ποὺ εἶναι ἄσπαστη λέξη.
Ἔτσι, ἴσα ἴσα,
νὰ βάλω ἕναν τίτλο
σ᾿ αὐτὴ τὴ βόλτα τὴν παραθαλάσσια.



ΚΟΝΙΑΚ ΜΗΔΕΝ ΑΣΤΕΡΩΝ

Χαμένα πᾶνε ἐντελῶς τὰ λόγια τῶν δακρύων.
Ὅταν μιλάει ἡ ἀταξία ἡ τάξη σωπαίνει
-ἔχει μεγάλη πεῖρα ὁ χαμός.
Τώρα πρέπει νὰ σταθοῦμε στὸ πλευρὸ 
τοῦ ἀνώφελου.
Σιγὰ σιγὰ νὰ ξαναβρεῖ τὸ λέγειν της ἡ μνήμη
νὰ δίνει ὡραῖες συμβουλὲς μακροζωϊας
σὲ ὅ,τι ἔχει πεθάνει.

Ἂς σταθοῦμε στὸ πλευρὸ ἐτούτης τῆς μικρῆς 
Φωτογραφίας
ποὺ εἶναι ἀκόμα στὸν ἀνθὸ τοῦ μέλλοντός της:
νέοι ἀνώφελα λιγάκι ἀγκαλιασμένοι
ἐνώπιον ἀνωνύμως εὐθυμούσης παραλίας.
Ναύπλιο Εὔβοια Σκόπελος;
Θὰ πεῖς
καὶ ποὺ δὲν ἦταν τότε θάλασσα.

(ἀπὸ τὰ Ποιήματα, Ἴκαρος 1998)



ΜΙΑ ΜΕΤΕΩΡΗ ΚΥΡΙΑ

Βρέχει...
Μία κυρία ἐξέχει στὴ βροχὴ
μόνη
πάνω σ᾿ ἕνα ἀκυβέρνητο μπαλκόνι.
Κι εἶναι ἡ βροχὴ σὰν οἶκτος
κι εἶναι ἡ κυρία αὐτὴ
σὰν ράγισμα στὴ γυάλινη βροχή.
Τὸ βλέμμα της βαδίζει στὴ βροχή,
βαριὲς πατημασιὲς καημοῦ
τὸν βρόχινό του δρόμο
γεμίζοντας. Κοιτάζει...
Κι ὅλο ἀλλάζει στάση,
σὰν κάτι πιὸ μεγάλο της,
ἕνα ἀνυπέρβλητο,
νά ῾χει σταθεῖ
μπροστὰ σ᾿ ἐκεῖνο ποὺ κοιτάζει.
Γέρνει λοξὰ τὸ σῶμα
παίρνει τὴν κλίση τῆς βροχῆς
―χοντρὴ σταγόνα μοιάζει―
ὅμως τὸ ἀνυπέρβλητο μπροστά τῆς πάντα.
Κι εἶναι ἡ βροχὴ σὰν τύψη.
Κοιτάζει...
Ρίχνει τὰ χέρια ἔξω ἀπ᾿ τὰ κάγκελα
τὰ δίνει στὴ βροχὴ
πιάνει σταγόνες
φαίνεται καθαρὰ ἡ ἀνάγκη
γιὰ πράγματα χειροπιαστά.
Κοιτάζει...
Καί, ξαφνικά,
σὰν κάποιος νὰ τῆς ἔγνεψε «ὄχι»,
κάνει νὰ πάει μέσα.
Ποῦ μέσα ―
μετέωρη ὡς ἐξεῖχε στὴ βροχὴ
καὶ μόνη
πάνω σ᾿ ἕνα ἀκυβέρνητο μπαλκόνι.

(ἀπὸ τὰ Ποιήματα, Ἴκαρος 1998)



ΟΙ ΑΠΟΔΗΜΗΤΙΚΕΣ ΚΑΛΗΜΕΡΕΣ

Ἄρχισε ψύχρα.
Τὸ γύρισε ὁ καιρὸς σὲ ἀναχώρηση.

Ἡ πρώτη μέρα τοῦ Σεπτέμβρη
ξοδεύτηκε σὲ κάποια ὑδρορροή.
Ὡς χθὲς ἀκόμα ὅλα ἔρχονταν.
Ζέστες, ἡ διάθεση γιὰ φῶς,
λόγια, πουλιά,
πλαστογραφία ζωῆς.
Γονιμοποιοῦνταν κάθε βράδυ τὰ φεγγάρια,
πολλοὶ διάττοντες ἔρωτες
ᾖρθαν στὸν κόσμο τὸν περασμένο μήνα.

Τώρα ἡ γνωστὴ ψύχρα
κι ὅλα νὰ φεύγουν.

Ζέστες, πουλιά, ἡ διάθεση γιὰ φῶς.

Φεύγουν τὰ πουλιά, ἀκολουθοῦν τὰ λόγια
ἡ μία ἐρήμωση τραβάει πίσω τῆς τὴν ἄλλη
μὲ λύπη αὐτοδίδακτη.
Ἤδη ἀποσυνδέθηκε τὸ φῶς ἀπὸ τὴν ἐπανάπαυση
κι ἀπὸ τὶς καλημέρες σου.
Τὰ παράθυρα ἐνδίδουν.
Τὸ χέρι τοῦ μεταβλητοῦ κλείνει τὰ τζάμια,
ἄλλοι λὲν ὡς τὴν ἄνοιξη,
ἄλλοι φοβοῦνται διὰ βίου.

Κι ἐσὺ τί κάθεσαι;
Καιρὸς νὰ μπεῖς κι ἐσὺ στὰ ἀλλαγμένα.
Νὰ γίνεις ὅτι ἀναρωτιόμουν πέρυσι:
«ποιὸς ξέρει τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο;».
Καιρὸς νὰ γίνεις «τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο».
Ἄρχισε ψύχρα.
Ρῖξε στὴν πλάτη σου ἕνα ροῦχο ἀποδημίας.



Ο ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

Ὁ ἔρωτας, 
ὄνομα οὐσιαστικόν, 
πολὺ οὐσιαστικόν, 
ἑνικοῦ ἀριθμοῦ, 
γένους οὔτε θηλυκοῦ, οὔτε ἀρσενικοῦ, 
γένους ἀνυπεράσπιστου.
Πληθυντικὸς ἀριθμὸς 
οἱ ἀνυπεράσπιστοι ἔρωτες.

Ὁ φόβος, 
ὄνομα οὐσιαστικὸν 
στὴν ἀρχὴ ἑνικὸς ἀριθμὸς 
καὶ μετὰ πληθυντικὸς 
οἱ φόβοι. 
Οἱ φόβοι 
γιὰ ὅλα ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.

Ἡ μνήμη, 
κύριο ὄνομα τῶν θλίψεων, 
ἑνικοῦ ἀριθμοῦ 
μόνον ἑνικοῦ ἀριθμοῦ 
καὶ ἄκλιτη. 
Ἡ μνήμη, ἡ μνήμη, ἡ μνήμη.

Ἡ νύχτα, 
Ὄνομα οὐσιαστικόν, 
Γένους θηλυκοῦ, 
Ἑνικὸς ἀριθμός. 
Πληθυντικὸς ἀριθμὸς 
Οἱ νύχτες. 
Οἱ νύχτες ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.

(ἀπὸ τὰ Ποιήματα, Ἴκαρος 1998)



ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ

Αὐτὴ τὴ μέρα
ἄφησε νὰ σοῦ ἐμπιστευτῶ τὴν ἱστορία μου:
Μελαγχολικός της ζωῆς ἄνεμος εἶμαι
ποὺ νυχτώθηκα καὶ ἀπόμεινα σ᾿ ἕνα χθὲς ἀνάλγητο.

Ἔλα λοιπόν, καὶ μὲ τὰ μάτια σου,
ποῦ ῾ναι καταχνιὰ κι ἐνάστρωση,
τὸ σύθαμπο καὶ τὸ πρωὶ
σὲ μιὰν ἀλλόκοτη σύγκλιση,
ἀνάστειλε τὴ νύχτα μου.

Ἔλα
Κι ἂς εἶναι μοιραῖο πὼς ἀργότερα,
ὅταν ἀνάμεσά μας θ᾿ ἀναδεύεται,
σὲ ἀνυπόφορη μεγέθυνση,
τὸ μυστικό μας τ᾿ ἀδυσώπητο,
-πὼς σημερινοὶ εἴμαστε καὶ ξένοι-
μὲ τὸν ὑποβολέα τῆς πίκρας μου
παμπάλαιο κατευόδιο θ᾿ ἀπαγγείλω πάλι
στὶς ὧρες τὶς ἀγέρωχες,
ποὺ ἀνεβασμένες στὶς σχεδίες τοῦ ἀνέκκλητου
πρὸς ἕνα ἀδηφάγο αὔριο θὰ λάμνουν.



ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ

Ἐπεκτείνομαι καὶ βιώνω
παράνομα
σὲ περιοχὲς ποὺ σὰν ὑπαρκτὲς
δὲν παραδέχονται οἱ ἄλλοι.
Ἐκεῖ σταματῶ καὶ ἐκθέτω
τὸν καταδιωγμένο κόσμο μου,
ἐκεῖ τὸν ἀναπαράγω
μὲ πικρὰ κι ἀπειθάρχητα μέσα,
ἐκεῖ τὸν ἀναθέτω
σ᾿ ἕναν ἥλιο
χωρὶς σχῆμα, χωρὶς φῶς,
ἀμετακίνητο,
προσωπικό μου.
Ἐκεῖ συμβαίνω.

Κάποτε, ὅμως,
παύει αὐτό.
Καὶ συστέλλομαι,
κι ἐπανέρχομαι βίαια
(πρὸς καθησυχασμόν)
στὴ νόμιμη καὶ παραδεκτὴ
περιοχὴ
στὴν ἐγκόσμια πίκρα.

Καὶ διαψεύδομαι.



ΠΕΡΑΣΑ

Περπατῶ καὶ νυχτώνει.
Ἀποφασίζω καὶ νυχτώνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ὑπῆρξα περίεργη καὶ μελετηρή.
Ξέρω ἀπ᾿ ὅλα. Λίγο ἀπ᾿ ὅλα.
Τὰ ὀνόματα τῶν λουλουδιῶν ὅταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οἱ λέξεις καὶ πότε κρυώνουμε.
Πόσο εὔκολα γυρίζει ἡ κλειδαριὰ τῶν αἰσθημάτων
μ᾿ ἕνα ὁποιοδήποτε κλειδὶ τῆς λησμονιᾶς.
Ὄχι δὲν εἶμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες μὲ βροχή,
ἐντάθηκα πίσω ἀπ᾿ αὐτὸ
τὸ συρματόπλεγμα τὸ ὑδάτινο
ὑπομονετικὰ κι ἀπαρατήρητα,
ὅπως ὁ πόνος τῶν δέντρων
ὅταν τὸ ὕστατο φύλλο τοὺς φεύγει
κι ὅπως ὁ φόβος τῶν γενναίων.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Πέρασα ἀπὸ κήπους, στάθηκα σὲ συντριβάνια 
καὶ εἶδα πολλὰ ἀγαλματίδια νὰ γελοῦν
σὲ ἀθέατα αἴτια χαρᾶς.
Καὶ μικροὺς ἐρωτιδεῖς, καυχησιάρηδες.
Τὰ τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σὲ νύχτες μου καὶ ρέμβασα.
Εἶδα πολλὰ καὶ ὡραῖα ὄνειρα
καὶ εἶδα νὰ ξεχνιέμαι.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολὺ στὰ αἰσθήματα,
τὰ δικά μου καὶ τῶν ἄλλων,
κι ἔμενε πάντα χῶρος ἀνάμεσά τους
νὰ περάσει ὁ πλατὺς χρόνος.
Πέρασα ἀπὸ ταχυδρομεῖα καὶ ξαναπέρασα.
Ἔγραψα γράμματα καὶ ξαναέγραψα
καὶ στὸ θεὸ τῆς ἀπαντήσεως προσευχήθηκα ἄκοπα.
Ἔλαβα κάρτες σύντομες:
ἐγκάρδιο ἀποχαιρετιστήριο ἀπὸ τὴν Πάτρα
καὶ κάτι χαιρετίσματα
ἀπὸ τὸν Πύργο τῆς Πίζας ποὺ γέρνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη ποὺ γέρνει ἡ μέρα.

Μίλησα πολύ. Στοὺς ἀνθρώπους,
στοὺς φανοστάτες, στὶς φωτογραφίες.
Καὶ πολὺ στὶς ἁλυσίδες.
Ἔμαθα νὰ διαβάζω χέρια
καὶ νὰ χάνω χέρια.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πῆγα κι ἀπὸ ἐδῶ, πῆγα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ...
Παντοῦ ἕτοιμος νὰ γεράσει ὁ κόσμος.
Ἔχασα κι ἀπὸ ἐδῶ, ἔχασα κι ἀπὸ κεῖ.
Κι ἀπὸ τὴν προσοχή μου μέσα ἔχασα
κι ἀπὸ τὴν ἀπροσεξία μου.
Πῆγα καὶ στὴ θάλασσα.
Μοῦ ὀφειλόταν ἕνα πλάτος. Πὲς πῶς τὸ πῆρα.
Φοβήθηκα τὴ μοναξιὰ
καὶ φαντάστηκα ἀνθρώπους.
Τοὺς εἶδα νὰ πέφτουν
ἀπὸ τὸ χέρι μιᾶς ἥσυχης σκόνης,
ποὺ διέτρεχε μιὰν ἡλιαχτίδα
κι ἄλλους ἀπὸ τὸν ἦχο μιᾶς καμπάνας ἐλάχιστης.
Καὶ ἠχήθηκα σὲ κωδωνοκρουσίες
ὀρθόδοξης ἐρημιᾶς.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ἔπιασα καὶ φωτιὰ καὶ σιγοκάηκα.
Καὶ δὲν μοῦ ἔλειψε οὔτε τῶν φεγγαριῶν ἡ πεῖρα.
Ἡ χάση τοὺς πάνω ἀπὸ θάλασσες κι ἀπὸ μάτια,
σκοτεινή, μὲ ἀκόνισε.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ὅσο μπόρεσα ἔφερ᾿ ἀντίσταση σ᾿ αὐτὸ τὸ ποτάμι
ὅταν εἶχε νερὸ πολύ, νὰ μὴ μὲ πάρει,
κι ὅσο ἦταν δυνατὸν φαντάστηκα νερὸ
στὰ ξεροπόταμα
καὶ παρασύρθηκα.

Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Σὲ σωστὴ ὥρα νυχτώνει.



ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ

Περιμένω. Σὲ φουαγιὲ θεάτρου.
Ὥσπου ν᾿ ἀρχίσει ἡ παράσταση
βλέπω τί παίζεται πλαγίως 
ἐντὸς ἐνυδρείου ποὺ διασκεδάζει 
τὴν ἀναμονή.

Τετράγωνο περίπου σὰν κουτὶ
παπουτσιῶν στὸ νούμερο τῆς ὑπερβολῆς.
Σὲ γωνία σφηνωμένο γιὰ νὰ γεύονται 
διπλὴ ἀσφυξία οἱ τοῖχοι.
Μικρὰ ψαράκια ὅσο τὸ χρυσαφὶ τοῦ ἥλιου 
ἐπάνω σὲ χρυσόμυγας ξεριζωμένο βόμβο
τρέχουν πανικόβλητα. Σκυλόψαρο τζάμι τὰ κυνηγᾷ. 
Νᾶνος βυθός. Τὸν γαργαλάει εὔκολα
μὲ τὰ κοντά της δαχτυλάκια ἡ ἐπιφάνεια.

Συνθλίβεται ἡ πλεύση συχνὰ
στὶς συμπληγάδες πέτρες-χαλίκι 
εὕρημα στεριανό. 
Κάθε τόσο ἀγωγὸς κρυμμένος στέλνει
βίαιο ἀέρα φουρτουνιάζει κάπως ἡ ἀνία
φύκια ξεμαλλιάζονται μὲ πλαστικὸν
ὀλοφυρμό. Γιὰ λίγο
καταποντίζεται ἡ ὁρατότης. Ὥσπου
μισοπνιγμένη τὴν τραβᾶνε κατὰ πάνω
κάτι φυσαλίδες ὀξυγόνου μικρὲς
σὰν καρφίτσας κεφαλάκι ποὺ βγαίνουν
ἀπὸ τῶν ματιῶν μου τὴ λιγοστὴ φιάλη.

Τί λυπᾶσαι, χρυσόψαρα εἶναι
οὔτε ποὺ γνώρισαν θάλασσα ποτέ τους.

Καὶ μεῖς πόσο τάχα γνωρίσαμε; 
Κι ὅμως τὸ νοσταλγοῦμε αὐτὸ τὸ διόλου.



ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΟ

Σκορπίζουν
τῶν δακρύων οἱ μεγάλες συγκεντρώσεις.
Μνήμη καὶ παρὸν ψάχνουν νὰ κρυφτοῦν
ἀπὸ τὴ διαύγειά τους.

Ἀραιὰ ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ τουφεκιὰ
πότε ἀπὸ κεῖνο τὸ εὐκρινὲς
χαράκωμα ἡ λύπη πότε ἀπὸ ἀμυδρότερο.
Στρατηγικὴ νὰ δείξει τάχα
ὅτι ἔρχονται ἐνισχύσεις.
Ἂς παραδοθεῖ.

Ἔχει σχεδὸν ἐπικρατήσει ἡ φωτογραφία σου.
Ἐξαπλώθηκε ὅπου βρῆκε ἄμαχη ἐπιφάνεια
ἀποδεκατισμένη αἴσθηση πρόθυμη γιὰ γαλήνη.
Ἀνεμίζει στῶν βλεμμάτων τὰ ὑψώματα
ὄχι σὰν ἔθιμο ἀδρανὲς μελαγχολικὸ
μὰ ὡς γενναῖος συκοφάντης τῆς ἀπώλειάς σου.
Μέρα τὴ μέρα πείθει πῶς τίποτα δὲν ἄλλαξε
ὅτι ἤσουν πάντα ἔτσι, ἀπὸ χαρτὶ
ἐκ γενετῆς φωτογραφία σὲ συνάντησα
ἀνέκαθεν πὼς ἔτσι σ᾿ ἀγαποῦσα γυρολόγα
ἀπὸ εἰκόνα σὲ ἀπεικόνιση
κι ἀπὸ ἀπεικόνιση σὲ εἰκόνα σου ἀρκέστηκα.

Μνήμη καὶ παρὸν πρέπει νὰ κρυφτοῦν
ἀπὸ τὴ διαύγειά τους.

Ἀραιὰ ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ τουφεκιὰ ἀμυδρὴ
Μαρτυρία ὑπέρ σου ἡ λύπη
ἂς παραδοθεῖ.
Ὁ μόνος ἀξιόπιστος μάρτυρας ὅτι ζήσαμε
εἶναι ἡ ἀπουσία μας.



ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΙΛΗ ΤΟΥ ΘΕΛΩ

Σοῦ ἔτεινα προσέγγιση
ἀλλὰ ἤδη χαιρετισμὸ μοῦ ἔστελνε τὸ χέρι σου
ἀπογειωμένο σὲ ὕψος ἀσφαλείας του
πάνω ἀπὸ δυὸ χιλιάδες πόδια ὑπολογίζω.

Ἄξιον ἀπορίας τὰ κατάφερα
τηλαισθαντικὸς ἀεροπειρατὴς νὰ μπῶ
στὸν ἐναέριο χῶρο του
καὶ σημαδεύοντας τὸ μὲ μακρύκανο
κυνηγετικὸν αἰφνιδιασμὸ
νὰ χάσει ὕψος τὸ ἀνάγκασα
καὶ μὲς στὸ χέρι μου νὰ προσγειωθεῖ.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 1948

Κρατῶ λουλοῦδι μᾶλλον.
Παράξενο.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασε κῆπος κάποτε.

Στὸ ἄλλο χέρι
κρατῶ πέτρα.
Μὲ χάρη καὶ ἔπαρση.
Ὑπόνοια καμιὰ
ὅτι προειδοποιοῦμαι γι᾿ ἀλλοιώσεις,
προγεύομαι ἄμυνες.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασε ἄγνοια κάποτε.

Χαμογελῶ.
Ἡ καμπύλη του χαμόγελου,
τὸ κοῖλο αὐτῆς τῆς διαθέσεως,
μοιάζει μὲ τόξο καλὰ τεντωμένο,
ἕτοιμο.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασε στόχος κάποτε.
Καὶ προδιάθεση νίκης.

Τὸ βλέμμα βυθισμένο
στὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα:
τὸν ἀπαγορευμένο καρπὸ
τῆς προσδοκίας γεύεται.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασε πίστη κάποτε.

Ἡ σκιά μου, παιχνίδι τοῦ ἥλιου μόνο.
Φοράει στολὴ δισταγμοῦ.
Δὲν ἔχει ἀκόμα προφθάσει νὰ εἶναι
σύντροφός μου ἢ καταδότης.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
πέρασ᾿ ἐπάρκεια κάποτε.

Σὺ δὲν φαίνεσαι.
Ὅμως γιὰ νὰ ὑπάρχει γκρεμὸς στὸ τοπίο,
γιὰ νά ῾χω σταθεῖ στὴν ἄκρη του
κρατώντας λουλούδι
καὶ χαμογελώντας,
θὰ πεῖ πὼς ὅπου νά ῾ναι ἔρχεσαι.
Φαίνετ᾿ ἀπ᾿ τὴ ζωή μου
ζωὴ πέρασες κάποτε.

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/kikh_dhmoyla/various.htm#ΣΑΣ_ΑΦΗΣΑ_ΜΗΝΥΜΑ


Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο τέταρτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο τέταρτο)
30 Οκτωβρίου 2013 στις 6:03 μ.μ.


Η Εσθήρ, ήτανε το κρυφό αστέρι του τεμπελοχανείου Ιμπεριάλ, ακριβώς όπως της είχε ορισμένο το όνομά της (και θέλω να τονίσω εδώ για τις μελλοντικές γενιές, τη σημασία και τη δύναμη του ονόματος - πως όταν, δηλαδή, βαφτίζεται ένα πλάσμα ανθρώπινο - αυτό είναι το πρώτο και πιο βασικό και το μοναδικό προικιό του να είναι κατοχή μέχρι θανάτου, άλλοτε προίκα κι άλλοτε πικρία - και διαυτό, όταν βαφτίζετε, είτε ωσάν γονείς είτε ως βαπτιστές: να ενθυμείστε τη βαρύτητα του έργου κι ότι το όνομα είναι το πρώτο λιθαράκι κάθε μοίρας, ίσως κι ο λίθος της ο ακρογωνιαίος). Λοιπόν, Εσθήρ - που σήμαινε σε μία γλώσσα την Κρυμμένη, σε άλλη γλώσσα μιαν αστερόεσσα απόκοσμης της λάμψης. Και με την πλώρη της ως έτσι και τη δε πρύμνη ως αλλιώς - πήγαινε και αυτή από φυλή κατατρεγμένη και σα βαρκούλα καταιγίδος άλλοτε να αστράφτει και άλλοτε να κρύβεται. Και πιο συχνά, να κρύβετ' απαστράπτουσα και να λαμποκοπά όταν κρυμμένη. Τώρα, έχουμε μπερδευτεί ενδεχομένως ίσως κι επακριβώς όσο μας πρέπει - για να δυεισδήσουμε στα Άγια των Αγίων του μαγερείου στο Ιμπεριάλ, και να κρυφοκοιτάξουμε τι παίζεται εκεί μέσα. Η Εσθήρ, με τις τρεσούλες αρμονικών μαλλιών σφιχτοπλεγμένες και καλυμμένες κάτω από μια σοβαρή μαντίλα - μισή αρχοντιά καθαριότητας: πολτοποιεί τα νεκταρίνια που είναι διαλεγμένα για την ώρα τους, ούτε ακόμα άγουρα ούτε μια μέρα παραπάνω από ώριμα (αυτό, λέει, είναι το μυστικό - όπως με τα κορίτσια, πρέπει να τα 'βρεις του φιλιού - αυτή εδώ, είναι τελείως φρόνιμη - αλλά μαγείρισσα και ζαχαροπλαστίνα του αμείλικτου - όσοι την έχουν δει στην αγορά έχουνε νοιώσει ένα πάγωμα στο μέσα τους, ο τρόπος της ούτε ταιριάζει με τα χρόνια της, ούτε και με το κοριτσίστικο παρουσιαστικό της, είναι σα στρατηγός με τα φουσάτα). Τα νεκταρίνια, που θα παντρευτούνε το Αϊράνι και θα ευλογηθούν με μυγδαλάκια που έχουνε μουσκέψει στα λικέρια για δυο-τρεις ώρες, μέρες - τα μυστικά της έχει μάθει να μην τα λέει - είναι στα σίγουρα και εντελώς μελετημένα - αλλά ο διάτανος να πάρει να σηκώσει, σιγά και δε μπορεί κανένας να την ξεγελάσει, να της σηκώσει τα καπρίτσια, να πάρει ένα σχέδιο; Μόνο πετάει από ΄δω και από ΄κει και όλα πώς τα κάνει και να φαίνονται φτιαγμένα στο περίπου, κι οι γεύσεις της χτυπάνε πάντα κέντρο; Όσες φορές και να ερθεί κανείς, είναι σαν που να γεύεται το ίδιο το πιατάκι, ή το κομμάτι που ακόμα πριν πόσους μήνες το είχε πρωτοπαραγγελμένο - μια πιστότητα που να σου φέρνει δάκρυα στα μάτια, από του άλλου κόσμου και ουχί του κόσμου τούτου. Αμ' οι Χαλβάδες - κι άντε, πες ότι ετούτο είναι εύκολο - αμ' η Ταϊγκλά της; ελαφριά όπως το δίχτυ της μικρότερης αράχνης από το παραμύθι που ξεχάστηκε μα άφησε το ρίγος του, τη φρίκη! Αμέ το άλλο το απίστευτο το πράμα που βάζει στην κομπόστα με τ' αχλάδια (ξέραμε τις κανέλλες, βεβαίως τα γαρύφαλλα, τις πρέζες του λιμόντουζου, άντε και τις μυτιές της αμπερόζας - κι άμα σ' απέλειπε, ένα κλωνάρι γεράνι κόκκινο αλλά χωρίς το άνθος, μα αυτό το αστεράτο, το διαβόλικο - που μύριζε σαν το γλυκάνισο και σαν το δάκρυ ούζου), το ξύλινο τ΄αστράκι - και να μη λέει η κακούργα και πού το 'βρισκε; Και να μην πούμε για τα γλυκά της τα βραστά, του κουταλιού - τα κερασάκια με τα χρώματα μιας χήρας που κλαίει το φιλί, εκείνες τις ελίτσες που ήτανε πικρές της γλύκας και πίκρες της ηδύτητας. Και πάει λέγοντας, όλο από τη μία την κρυφοσυνταγή πέρα στην άλλη - πέρα στους πέρα κάμπους που είναι οι ελιές, εκεί μας πήγαινε και ως το όρος Κάρμελο με τους ωραίους κήπους, τους αμπελώνες του ηφαίστειου - και λέω, αμπελώνες - και για να τελειώνουμε λοιπον, να πιούμε στην υγειά της, όση της μένει - και να μας κόβει χρονάκια ο Θεός να της χαρίζει μέρες: το σερμπετί τριαντάφυλλο (που το 'χαμε στο Ιμπεριάλ λανσαρισμένο και ρεκλαμαρισμένο με το όνομα Ρόδο της Κεκαρμένης - και τι να σήμαινε αυτό, ποιά ήταν δηλαδή η Κεκαρμένη, κανένα τέτοιο όνομα δεν ξέραμε, μην ήτανε καμμιά αρχαία πριγκίπισσα;) - με οίνον καμπανίτη, να το βάνεις στο στόμα σου να σε φιλάει τη γλώσσα και να σου μερμηγκιάζει ως και ο νους, ως και τα πόδια κάτω κι απ΄τις πατούσες και ως τα δάχτυλα - αυτή μας είχε κάνει δώρο να μας την πει τη συνταγή, και μα ποτέ δεν έπιασε, όσο και να την προσπαθήσαμε, σας την εδίνουμε και για εσάς εδώ άμα τη δοκιμάσετε - μα είναι θέμα τελειωμένο πως ούτε και εσείς θα την πετύχετε όπως την έκανε εκείνη - δε λέμε όπως θα της έβγαινε, παρακαλώ παρατηρήσατε, δώσετε βάση στην πενία... Λοιπόν, τα υλικά της μας είχε πει: δυο κούπες του μετρήματος ανάρια γεμισμένες (μην τύχει τις στουμπώσετε γιατί θα βγει πικρό) πέταλα τριαντάφυλλο - κυρίως από εκατόφυλλο, μα ότι κι άμα βρείτε - μόνο να έχουν είτε το χρώμα κόκκινο απλό, όχι το βελουδένιο που κάπως σα μαυρίζει, αλλιώς το ροδαλό - ποτέ και σε καμμιά περίπτωση τα κίτρινα ή τα πορτοκαλένια είτε τ' άσπρα, γιατί δεν ξέρουν να ηδίνουν γλύκα, ξινογίνονται. Να κόψετε και τα ασπράκια στου πέταλου τη βάση, τώρα που το θυμήθηκα, αυτό το τόνιζε ιδιαίτερα, ήτανε και Χριστούγεννα όταν μας είχε σα δώρο κάνει την ετουτη συνταγή - παρότι δεν επίστευε στη χάρη του, είχε μια ώρα να προσφέρει ανοιχτόκαρδα, μας καταλάβαινε κι εμάς κατατρεγμένες και μας ηγάπησε. Προσθέτουμε, μια κούπα φινοζάχαρη κι ακόμα δυο κουταλιές της σούπας - προσέχτε, όχι του καφέ! Τρεις κούπες δροσερό νερό - τρεις κουταλιές λεμόνι φρέσκα στιμμένο, να μη βάλετε λιμόντουζου - για θα σας πήξει, και δεν το θέλετε. Μια κούπα καμπανίτη έξτρα στυφό, προτιμητέο να είναι από σταφύλια μπρούσκα, κι απέ τέλους μια κουταλιά της σούπας με ροδόνερο για να σταθεί η γεύση, ξέρετε, όπως το βάνουμε και για τη ζύμη του κουραμπιέ, τις άγιες ημέρες. Η προετοιμασία που θα γίνει, έχει ως έτσι: χτυπήσατε και λοιώσατε τα πέταλα να σμίξουν με τη ζάχαρη μέχρι να γίνουνε μια φίνα πάστα και κρεμώδης, να μη σβολιάζει. Προσθέσατε μισή κούπα δροσόνερο, και στο κατόπι το υπόλοιπο νερό, το λεμονάκι, τον καμπανίτη και το ρόδο το ροδόνερο - αργά και σταθερά ανακατεύοντας με κίνηση στο χέρι της αγάπης, απ΄τον καρπό κι ελεύθερα, ούτε με πολύ νεύρο, ούτε κι άνευρα, όπως τις ώρες που 'ναι της νυχτός, σαν όμοιο πράμα. Μετά περνάτε από σίβα με τουλπάνι, ό, τι πιο φίνο έχετε και πρόχειρο - κι ύστερα - να πηγαίνουν κάτω τα φαρμάκια και εις υγείαν των! Πάντως, ποτέ δε βγήκε καμμιανής ως της Αστέρως, της Αστρινιώς! Και άμα με ρωτήσετε, εγώ νομίζω ότι το παρακράτησε το μυστικό - και δε μας το εδώρισε καθόλου, παρά το έκανε για να μας βασκανίσει. Μα πρέπει να' τανε καλή η βασκανία, όλες μας πήραμε για άντρες μας ασίκηδες ωραίους και γνωρίζανε τα χάδια - να ήταν από τύχη, ή μπα και να είχε βοηθήσει το σερμπέτι της; Κι ακόμα, πως τραγούδαγε κάτι ωραία πένθιμα, κάτι παραπονιάρικα σαν του Χριστού το κλάμα - κι ερχόντουσαν οι διάφοροι, και είχε γίνει το Ιμπεριάλ πια ένα μεγαλείο: αυτό εμένα δε μου το 'βγαζε κανείς από το νου, ας όψονται τα χέρια της Εσθήρ και τα χειλάκια της. Όλο να μαγειρεύει με τους ψαλμούς, τους τρέλανε καμπόσους, ερχόνταν και στριμώχνονταν και σιμαδιά με το καφασωτό, τόσους οντάδες είχαμε και θέα προς τα κύματα, αυτοί εκεί, δίπλα 'πο την κουζίνα να την ακούνε όπως αμανέδιζε. Και ήτανε και δύο που μοιάζανε ξαδέρφια - αυτοί εκεί σα μπάστακες, μάλιστα Αϊβαλιώτικοι! Έλεγα πως να δώσει κι ο Θεός, η Παναγία να μας τους λυπηθεί μην πιάκονταν στα χέρια - και ποιός θα τους εχώριζε κι αν τύχει: ήτανε και οι δυο ευχάριστοι στο μάτι, ποιόν να διάλεγες;




(συνεχίζεται)




© Ολβία Παπαηλίου, 2013





Ομοιότητα της Εσθήρ όπως είχε φανεί στην τελετή του γάμου της (από το χέρι άγνωστου ζωγράφου, βρέθηκε σε ένα μπαούλο σε σπίτι επί της οδού Μαντζάκου στη Νεάπολη Εξαρχείων, περί το - ημερομηνία δυσανάγνωστη).

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο τρίτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο τρίτο)
30 Οκτωβρίου 2013 στις 1:04 π.μ.


Ετούτος τώρα ο ΧατζηΡεΐς, ήτανε ένας άνθρωπος παράξενος, βίος και πολιτεία: Τα ιδικά του χούγια και των λογιών τερτίπια κι η ιστορία του σογιού του είχε - εξ απαλών ονύχων - απαθανατιστεί στους στίχους μίας σούρας; ενός καρσιλαμά; ή μήπως ήτανε εις τα τραγούδια κάποιου σούφικου ανεμοζάλη ποιητή, τρέχα και γύρευγε. Πάντως, ήτο ο άνθρωπος αυτός ένας μπαξές, αλλά με πύλες διπλοτριπλοκλείδωτες. Χωράτευε με χριστιανούς, αγαρηνούς και κάθε καμιανού που ούτε γνώριζε κανείς πούθε κρατούσε η σκούφιαν των, δεν είχε ούτε και θεό, ουδέ προφήτη, μηδέ όσιο. Όμως, αρκούσε να κοιτάξει ως μες στα μάτια σου - και σ' είχε κάμει φίλο. Και τα εν λόγω ομμάτια χρυσο-και-μελοκίτρινα, σταφυλοκεχριμπάρικα - σε κόβανε ωσάν ήσουν πεπόνι, μάλιστα του γινώματος. Λέγανε, ότι είχε ο προπάππος του (ενδεχομένως ή ο πάππος) εναμαρτήσει να παρατήσει μια γυναίκα με τα ανήλικα παιδιά γιατί τον κάλεσε καλέ μου τ' άγιο πνεύμα να πα να γίνει μοναχός του -και αμαρτία ή ξεναμαρτία- έφτασε και να πάει σε ύψη ψηλωμένα και που εγίνηκε χατζής. Και το κρατούσε πια και κείνος ως εγγονός μες στο ονόμι του, κόντεψε του πατέρα του να του 'ρθει ο ταμπλάς, ότι το σπλάχνο του εφύλαξε του άχρηστου τη μνήμη: παραιτημένος δα από γονιό που κοίταζε κατάματα τον εαυτούλη του και τους επίκωσε στο αμανάτι σε μια μάνα και σκύλα, όπου ξενόπλενε και έστελνε τον ίδιο του τον παπάκο του Ρεΐση για νερό, τον αδερφό αυτού (στο μέλλον θείο του μπαγάσα) για να φέρνει τα ξυλαράκια - κι αυτός, αυτή η φάρα η απίστευτη - δε φτάνει που ποτέ του δεν απασχολήθηκε με τα εμπορικά, παρά να πήγε και να κατετάγει στις αρμάδες - κι απέ, να έχει να συστήνεται και ως ΧατζηΡεΐς - ε, πήγαινε πια αυτό πολύ, κι ο κόσμος είχε καταληχτεί κάθε διαβόλου! Και ίσα και σχεδόν του έκοψε την καλημέρα και θα τον είχε και πεταγμένο απ΄τη διαθήκη, έλα που όμως ήτανε εκείνα του τα μάτια σαν της μεγάλης γάτας, της κουκουβάγιας - και σε υπνώτιζε, είχε και τη φωνή σα μέλι, τέτοιο καρατσογλάνι - ε, μα! Στους λίγους μήνες πάνω από εκειόνε τον καυγά που του ΄χε ρίξει τις τρεις κουβέρτες τα μπινελίκια, λύγισε ο πατήρ κι έκαμε πίσω, κι εδώσανε τα χέρια, με τούμπαρε το ιτς ογλάν (έλεγε πως μετά πολλά ο στοργικός πατέρας), και τον συγχώρεσα. Μα αυτό που δεν εστέργετο καθόλου όπως παραδεχτεί, και ίσως το είχε άλλωστε καλά λησμονημένο (για να μη χάσει και κάθε μπούσουλα τελείως, τα κάνει κάτι τέτοια τοτσερβελάκι, μια γίνονται - και μια που τα ξεχάσαμε!), ο έρμος του ο γιός - Χατζηρεΐσης, ή Χατζής, είτε Ρεΐσης - δεν είχε πάρει μέρος εις τη μάνητα, ούτε καυγά μηδέ φιλονικία, ουδέ και την παραμικρήν αυθάδεια δεν είχε καταδείξει, είχε καθήσει σαν το ήσυχο σκυλί να βρέχεται λασπόνερα και τις αλλόφρονες κατάρες ενός γονιού που είχε φτάσει σε κάποιον ορισμένως εκκεντρισμό, ήτανε ο μισός εντός του εαυτού του κι ο έτερος και έξω απ΄τα ρούχα του ως τον εξέχεζε πατόκορφον και τον εκαταριόταν - κι ακούστε περί τις ποιές κατάρες του επρόκειτο:"Που να μη γλυκαθείς παρά τη μέρα Σάββατο, κι εκείνη μόνο λίγο" (γράφε εσύ Τζουμάρτεσι, αυτό κράτα και φύλαχ' το)."Ω, που να σκάσει το κακό σου για παιδί, εγώ δεν έσπειρα αγόρι - έχω σπαρμένο ένα Γενιτσαριό." "Που να σου δώνουνε λεφτά και να στα τρώνε οι φίλοι", αυτό συνέβαινε, αλλά όλο είχε λεφτά για κάψιμο, φίλους να του τα καίνε - δε ζημιώθηκε, ήτανε σαν ετούτη η κατάρα να είχε μέσα και το πρέπον γιατρικό, ερχότανε μαθές μία ή άλλη. Και η χειρότερη, η πιο βαριά, η τέταρτη:

"Που να σε δέσει στην ποδιά της μια Εβραία, και να μη σώσεις να την πάρεις, να σκυλεύεσαι." Αυτή η τελευταία, ήτανε μά για να γελάς, μά για να κλαίγεις - και ο ΧατζηΡεΐς δεν το ημπόρα να την κρατήσει με τοις μετρητοίς, δή αφ' ενός ίδιο του έκανε του πάσα ένα και της μιας η μυστική θρησκεία, και άμα του γούσταρε γυναίκα, μωρ' θα την έπαιρνε κι ας ήτο και χανούμισσα - αλλά για παντρειές και άλλα τέτοια θέματασαν αρραβώνες, προξενιά και τίποτα λογοδοσίματα, αυτά τα έτρεμε ως διάολος το λιβάνι. Είχε από νωρίς του φοβηθεί και του ΄χε εντυπωθεί πως κράταγε απ΄τη γενιά του αρνηστή, του κλέφτη της αγάπης - και για θεό ή όχι, και για ποίηση είτε για στριφογύρισμα - είχε ο ίδιος ο παππούλης του αφήσει γυναίκα σαν τα γάργαρα νερά (και με τα δυο παιδάκια), τότε σημαίνει πως κι οι γάμοι και οι έρωτες και όλα τα καλά τους κανένανε δε σώζουνε, άμα θα έρθει ο άγγελός σου να σου πει άρον τον κρέβατόν σου κι αρχίνα περιπάτει. Και όντας τίμιος και αυστηρός μεθ' εαυτού, δε θα επέτρεπε να ξαναγίνουνε τέτοια τα ρεζιλίκια - μάλιστα να τα πράξει και επαυτός του. Ώστε, σιγά και την Εβραία! Πιότερο θα τον ένοιαζε να έχει μόνο ημέρα μια της γλύκας βδομαδιάτικη, να βγει αληθινή η πρώτη η κατάρα.


Τώρα, εσύ κι εσύ κι εσύ, ίσως να πείτε - σιγά, και άμα ήτο γλυκατζής λιχουδιασμένος, δεν έφταναν τα δόντια του ν' αλέσουνε γλυκά τις άλλες μέρες, μόνο να περιμένει το Τζουμάρτεσι, ημέρα Σαββατιάτικη; Έμ, γιά! Είναι που μάλλον δεν κατέχετε να εννοείστε τις κατάρες, και τη δική τους λειτουργία, το ωραίο χτίσιμο κατά αυθαιρεσίας. έ, να καθέτε εδώ να το ξομπλιάσουμε να δείτε πώς το σχέδιο εδούλεψε. Η δεύτερη κατάρα ήτανε που κλείδωνε την πρώτη:να σκασει το κακό σου για παιδί, σημαίνει να γίνεις ακριβώς όπως εγώ σε ήθελα, αλλιώς ν' αποδεχτείς την τιμωρία και θέλεις περιοριστείς ως αυτοβούλως. Και άμα λέω πως να γλυκαίνεσαι μονάχα το Σαββάτο και ειδεμή λιγάκι - κάνε κουμάντο, και με το κακό σκασμένο πια να υπακούς, σκυλόμορφέ μου σκύλε - και παψε να μου κάνεις και τον ομορφονιό, ένα γλυκάκι κι έξω από την πόρτα - και να ευχαριστείς που και αυτό στο δίνω, τις πίκρες που με πότισες της ανυπακοής.

Επήγαινε λοιπόν ο αγαπιάρης μας ο ΧατζηΡεΐς, έκαμε φίλους, έπιανε λεφτά κι όλα του φεύγανε στα τραπεζώματα και στις χαρτοπαιξίες, να καθαρίζει από τις συντροφιές τα άνομά τους χρέη, αλλά σεβαστικός ίδιος Σεβάς -χανούμ: ένα γλυκάκι τη βδομάδα - μα το ΄χε μυγδαλάκι του και καλοτσακισμένο. Τώρα, πώς κι εγνωρίστηκε με το ΝτημίτΕφέντη, καινούριο σχέδιο: Του ενός, λίγο τον ένοιαζε η πίστη του καθενός, είχε και την παράδοση τη μυστικιστική να λαβαρεύεται, τζάμπα το πήρε το χατζής και το εφόρα πρόθεμα; Είχε μεγάλη την αποστολή να έφερνε εις πέρας, να αποδέχεται τον κόσμο σαν που μισή αλήθεια και μισό ψεύτικη. Ο έτερος, να πούμε, ο Ντημίτ - δεν είχε πίστη ουδεμιά, ή που τις είχε όλες - γιατί καμμια δεν του ελόγιαζε καλύτερη, και του εγούσταρε να αερολογεί, να μη μιλάει πολυδικά του. Κανείς δεν ένοιωθε τον άλλον για ανάγκη του, ο ένας ήτανε του ύψους κι ο άλλος ήτανε του βάθους, οι ίδιες οι γυναίκες δεν τους άρεζαν - κύλησε δηλαδή ο μαυροτέτζερης κι αντάμωσε το άσπρο του καπάκι, είχανε βρει τη βάση μιας φιλίας που τηνε τσιμεντώνανε το Τζουμάρτεσι, τη μέρα της αργίας της κακίας. Πήγαινε, φερ΄ειπείν, και χτύπαε τη θύρα ο φίλος ο ΧατζηΡεΐς απ΄του ΝτημίτΕφέντη το κονάκι - έβγαινε ο ένας έμπαινε ο άλλος, είχε μονίμως η συζήτηση έναν ωραίο τόνο καρδιακότητας. "Τζιγιέρι μου, να πάγωμε να κεραστούμε το τρατάρισμα, να δούμε πουλακίδες, θελ΄η ζωή εν αλλεγράρισμα, που θα σε φάουσι οι τοίχοι απ΄εδώ." Το άλλο τέρμηνο, πήγαινε ο Ντημιτ άντε και τσάκα-τσούκα, χτύπαγε εις το γιαλί του αλλουνού την ξώθυρα. "Μαθές, καρντάση μου λεβέντη, μαύρα τα μάτια έκαμα πουλί μου να σε είδα, να σε ζητώ κι όπου να μη σε βρίσκω - βάνε σου τα ωραία να πάμε και να σε περιπατήσω εις το Κέ, που αρωτιούνται όλοι και πού να βρίσκεσαι χαμένος", και κατεβαίνανε μες στα καλά τα χωρατά ωσάν να γαργαλεύοντο. Κι απέ, τις άλλες τις βδομάδες - σαν όλο κατα τύχη κι από την άλλη σύμπτωση (άκου και να μαθαίνεις, τι λέει - σύμπτωση), αυτοί κοντεύγανε να γίνουν σα Φίλιππος με το Ναθαναήλ και μη χειρότερα, τους τράβαγε κοντά-κοντά το αίμα τους, ηξεύρανε οι φλέβες τους μαζί να τραγουδεύουν.

Πηγαίνανε, αράζαν στ΄ονταδάκι του τεμπελοχανείου που το λέγαν Ιμπεριάλ: με πρόσοψη στη θάλασσα και με καθρέφτες με την παλιά κοπή στο γύρω-γύρω, να καθρεφτίζονται οι μοναξιές να κάμουνε παρέα. Κι εκεί, ωραίο ζευγάρι, με τα ανεμορούχα τους ριγμένα και το φεσάκι τους στραβά, (κάποτε ο Ρεΐς φορούσε κι ένα τουρμπανι με λοφίο, κάτι φτερά στο χρώμα της αρμάδας, και τα καφτάνια τους σα μπόσικα δεμένα, οκλαδωμένοι ανεκλαδίζοντο), κάμανε τις αγάπες να έχουνε το ναργιλέ τους σα μισιακό. Όχι από καμμιά εξηνταριά βελόνες εις την τζέπη, αλλά σα να 'τανε καλύτερο κι απ΄αδερφούς, ήτανε και οι δυο αναγκεμένοι απο τη μια φιλία. Κι εκεί, με το ναργιλεδάκι, ερχότανε και το παιδί με κάθε δίσκο, και νά ένα απ΄όλα για τον ένανε, νά κι εν' ακόμα από τα ίδια και για τον άλλονε, και ο Ντημίτ να τρώει στα πεταχτουδικα απ΄το εδώ στο εκεί στο παραπέρα, με τα γλαρά ματάκια του της όλης της ευχαρίστησης, αμέ ο άλλος σαν τον τσαούση κι αργά-αργά, πάντα μονάχα ένα - και το μασούλιζε της ώρας, συνηθισμένος της κατάρας το γευότανε. Κι όλα εβαίνανε καλώς, ως ήρθε και εφάνει - η Εβραία.




(συνεχίζεται)




© Ολβία Παπαηλίου, 2013





Πορτραίτο του ΧατζηΡεΐς, στο άνθος της καλής του ηλικίας.