Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο ενδέκατο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο ενδέκατο)
8 Νοεμβρίου 2013 στις 2:05 π.μ.


Η Εσθήρ ξεκίνησε με τον αυγερινό, άστρο της Αφροδίτης και της Ιστάρ - που ήτανε το αδελφό της άστρο το πρωινό, όπως και πάντα ήξερε εκείνη την εαυτήν της, παρ' όλο που δεν ήξερε προς ποιά μεριά να πάει: αλλά ήταν από καταγωγή της μαθημένη πως να περιπλανείται. Εκτός της Ιουδαίας, μιας πατρίδας που κατοικοέδρευε στα πλαίσια του μύθου - και τριγυρνούσε με το χάρτινό της βαλιτζάκι, την αργυρή της μενορά: το πράγμα το μοναδικό κάποιας αξίας που είχε περιέλθει εις κατοχήν της, με τους πρώτους παράδες (ή μη να ήτανε ασπριδεροί ακτσέδες;) που την πλήρωσαν απ΄τον τεμπελχανέ. Από εκεί λοιπόν σαν εξεκίνησε, από τον Πάνω Μαχαλά, βρέθηκε να σταθεί έξω από το Ιμπεριάλ - και κει, δεν ένοιωθε από τα πού να στρίψει. Άρχισε να περιδιαβαίνει εις το Κε, κατά τις συνοικίες που οδηγούσαν προς τα βορειοανατολικά, μάλλον κατά μεριά Βουρνόβα, κατά την άκρη της πεδιάδας. Ήξερε ότι κατά εκεί είχανε σπίτια πλούσια, και όλα τα λουλούδια - και είχε σα σκοπό να ρώταγε για τον υγιό του Μπέη, έναν ΝτημίτΕφέντη ότι έψαχνε. Ήξερε να μιλά καλά τα ελληνικά, και δε φαινόταν άσχημη. Μπορούσε άνετα να την περάσουν για καμμιά απ΄τα νησιά που έψαχνε το σπίτι του να μπει υπηρεσία, θα τον έβρισκε. Μ' ακόμα και αυτή, δεν είχε συνηθίσει να περπατάει μέσα στον καμμένο ήλιο, κι ότι βλαστήμησε την ώρα που τον γνώρισε, πρέπει να το παραδεχτεί. Και έβριζε τη μοίρα της, τι μήλα και τι ρόδα, έριξε κάτι μπινελίκια της ουρανοκατεβασιάς, κι όλο να λέει, μόνο να με αξίζεις κακομοίρη μου, γιατ΄ειδαλλιώς μαύρο το φίδι που σε έφαγε, και να με φάει κι εμένα. Και γύρναγε ως άδικη κατάρα, σαν την Ιστάρ-Ινάννα και βρυχιότανε από τα μέσα της, φοβόταν ότι θα έχανε ή που θα τον σκότωνε στα ίδια της τα χέρια τον άντρα της το μελλούμενο, ωσάν λιοντάρι τρέμιζε με την οργή της και ουρανό και γη - και τί να τον ελέγανε Ντημίτ και τί Ντουμούζι, τον άθλιο πορνοβοσκό και πού στο δαίμονα ήτανε πια εκειό του το κονάκι; Ρώταγε ολημέρα, και περπάταγε. Και όταν με καλό φάνηκε ο αποσπερίτης, έκρουσε μία θύρα, τη γαυγίσαν τα σκυλιά - κι εκεί της άνοιξε την πόρτα μια γυναίκα και όταν η Εσθήρ κάπως τη ρώτησε αν έφτανε κοντά στο μέρος που κατοικούσε ο ΝτημίτΕφέντης με το όνομα, άπλωσε η γυναίκα τα δυο χέρια της, την πήρε αγκαλιά (κι εκείνη έτοιμη όπως λιγοθυμίσει από εξάντληση), και την ονόμασε Αδερφή Αγαπημένη της. Ήτανε θέλημα θεού, η Αειπάρθενος να την περάσει απ΄το κατώφλι, σα να 'ταν νύφη. Οι άλλοι, οι λεγάμενοι, είχανε δει κι απόειδανε - είχανε ξεμεθύσει και έιχανε αρχίσει να την ψάχνουν - κάποτε πιο αργά τη νύχτα θα γυρίζανε, α δεν πηγαίνανε να ξημερώσουνε εις του ΧατζηΡεΐση το γυαλί, και ποιός να ξέρει, σάματις δίνανε μαθές λογαριασμό; Έτσι, μισολυπόθυμη η Εσθήρ και με την Αειπάρθενο να τη βαστά στα χέρια, να βάζει τις μικρές φωνές να έρθουν να βοηθήσουνε τα δουλικά, να τηνε πάμε πάνω, να την ξαπλώσουμε, να της ζεστάνωμε νερό και να την πλύνωμε. Κι εδώ έπρεπε να το πει αυτό ας ήταν κι από μέσα της, η Αειπάρθενος δεν είχε ξαναδεί τέτοιο αστρί να λάμπει, έτσι όπως την είχε σαν το μωρό και την εβύθιζε στα μυρωμένα ύδατα με τα καλά αλάτια: και χαλάλι του, του αδερφού της, τέτοιο βρετίκι. Δε θα μπορούσε είπει το τί ησθάνετο, παρά σα να είχε γυρίσει πάλι στο σπίτι της, σε μια ευταξία, στην Ευταξία που δε γνώριζε πως ήτο - κι αυτό, από μονάχα πως η άλλη, και της οποίας δεν εγνώριζε το όνομα ακόμα - το χιλιοάστρο. Όποιος έχει τα άσπρα, έχει τα άστρα - πήρε και μονολόγαγε. Και ησκεφτότανε πως ήτανε και λόγου της ως τυχερή, εν μέσω ατυχίας, όπου θα έμενε σ' αυτό το σπίτι μέσα, να την ανάβει από μέσα μία χάρη - και ας μην ήξερε ούτε και πώς να ένοιωθε, ούτε και τι να ήτανε μια τέτοια αναστάτωση: σκέφτηκε, μια κι η άλλη ούτε έμοιαζε γυναίκα, γιατί μαθές ήτανε σα ξωθιά και σαν ελίτσα, ένα παιδάκι που της έστειλε ο άγγελος να την παρηγορήσει, για να ΄χει στη ζωή να ταλανίζεται πώς να το κάνει της χαράς αξιωμένο. Και όταν το σκέπασε με τα καλά σεντόνια (να κοιμηθεί, να ξαναβρεί δυνάμεις, να καρδαμώσει που θα ήταν καρδερίνα), άρχισε να το σχεδιάζει και να το ονειρεύεται, πώς θα κανόνιζε του γάμου τα τσουμπλέκια, πώς θα τη φρόντιζε μέχρι να γίνει η τελετή, και ποιόν παππά ακόμα να φωνάζανε. την έπιασε μια φούρια, ένα πολύ κακό να τα ΄χε όλα έτοιμα, να κλείσει το πορτάκι στο κλουβάκι, να μη φοβόμαστε τους ξένους γάτους μην κι αντραλίζονται, παρά να είναι σιγουριά ότι θα πέφτουν, και θα τσακίζονται. Τώρα, πώς να μη δίνει δίκιο στον αδρεφό της, αμέ κι αυτός ο άλλος ο Χατζήκος - πώς και την είδανε κι οι δυο και δε σφαγήκανε, εμ - είχανε βαθιά φιλιά και δεν το λέγω, αλλά παιδί μου, αυτή είναι πειρασμός κι αλάργο τζίνι - και καταλάβαινε η Αειπάρθενος πως τί και που εκέντα, και τί που ήτο και καλοεργού - δεν ήτανε στο αίμα της να είναι τέτοια ανάφτρα, ήτανε άλλο πλάσμα. Κατάλαβε τον εαυτό της σαν το διάφορο, και γέλασε τ' αχείλι της. Και άρχισε, αφού την είχε τη μικρή της τσαπερδόνα σιγουρεμένη εις τα επάνω δώματα και όχι και να πεις της παντρειάς, αυτό ήταν ακόμα κοριτσάκι, θα το μεγάλωνε ωσάν να ήτο κόρη και αδερφή της, πήρε κι αυτή λοιπόν να χασμουριότανε - έτσι όπως στο νου της έφκιανε τί σχέδια να κάμει με το ζυμάρι στα ψωμιά του γάμου, και τι πουλάκια νσ φιλιώνται, και τί τριαντάφυλλα να ανεβαίνουνε θεριεμένα στις τρέλλιες και στα καφασωτά να φτάνουν στο ψωμάκι - μετά πολλά τα σκέδια και κάθε γύρισμα κι ευκή και απ΄άλλο φκιάξιμο - την πήρε την Αειπάρθενο ο ύπνος στο χαγιάτι, να περιμένει που 'ταν και η νύχτα ζεσταμένη και μοσχομύριζε πες γιασεμιά πες πόθους - όταν ερχόταν ο Ντημίτ να του προφτάκει καλά μαντάτα, πως ήρθε το πουλάκι στο κλουβί κι από μονάχο του. Και μες στη νύχτα μυρωμένη από μια ξένη κι ακατανόητη εντέλει αναστάτωση - που ήτανε η Εσθήρ ωσαν τις μάγισσες, ούτε και κανενός να του περάσει απ΄το μυαλό, καλό και τούτο! - πάντως είδε η άλλη ένα όνειρο - θα έφταιγε που είχανε βραχεί κι όλα τα ρούχα της και ούτε είχε πάει να τ' αλλαχτεί, κι είχε νοτιάσει: το ονειρεύτηκε λοιπόν πως ήταν κι έκοβε όλα της τα προικιά, τα έφτιαχνε ρούχα σα νάτανε μωρουδιακά, αλλιώς του τάφου - και η λαμπρή αστέρω ξαπλωμένη και άσπρη και λευκή ωσάν ασήμι, να παίζει με οικόσιτο πουλί, παπαγαλάκι. Και μες στον ύπνο, να μην ξέρει η ονειρευομένη είτε οπώς ξυπνήσει, ή μήπως να ΄χει μεινει, να βλέπει σαν απ΄την κλειδαρότρυπα ωσπού να 'ρθει η μέρα. Και έτσι, μετά του πρωινού του ήλιου, ξύπνησε παρευθύς παρευρισκόμενη σε έναν κόσμο ξένο, τον έβλεπε με άλλο χρώμα μάτια, ήθελε μείνει πλέον σαν Αειπάρθενος.

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013





Η Εσθήρ, όπως θα πρωταγωνιστούσε στο όνειρο της Αειπάρθενου.

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο ενδέκατο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο ενδέκατο)
8 Νοεμβρίου 2013 στις 2:05 π.μ.


Η Εσθήρ ξεκίνησε με τον αυγερινό, άστρο της Αφροδίτης και της Ιστάρ - που ήτανε το αδελφό της άστρο το πρωινό, όπως και πάντα ήξερε εκείνη την εαυτήν της, παρ' όλο που δεν ήξερε προς ποιά μεριά να πάει: αλλά ήταν από καταγωγή της μαθημένη πως να περιπλανείται. Εκτός της Ιουδαίας, μιας πατρίδας που κατοικοέδρευε στα πλαίσια του μύθου - και τριγυρνούσε με το χάρτινό της βαλιτζάκι, την αργυρή της μενορά: το πράγμα το μοναδικό κάποιας αξίας που είχε περιέλθει εις κατοχήν της, με τους πρώτους παράδες (ή μη να ήτανε ασπριδεροί ακτσέδες;) που την πλήρωσαν απ΄τον τεμπελχανέ. Από εκεί λοιπόν σαν εξεκίνησε, από τον Πάνω Μαχαλά, βρέθηκε να σταθεί έξω από το Ιμπεριάλ - και κει, δεν ένοιωθε από τα πού να στρίψει. Άρχισε να περιδιαβαίνει εις το Κε, κατά τις συνοικίες που οδηγούσαν προς τα βορειοανατολικά, μάλλον κατά μεριά Βουρνόβα, κατά την άκρη της πεδιάδας. Ήξερε ότι κατά εκεί είχανε σπίτια πλούσια, και όλα τα λουλούδια - και είχε σα σκοπό να ρώταγε για τον υγιό του Μπέη, έναν ΝτημίτΕφέντη ότι έψαχνε. Ήξερε να μιλά καλά τα ελληνικά, και δε φαινόταν άσχημη. Μπορούσε άνετα να την περάσουν για καμμιά απ΄τα νησιά που έψαχνε το σπίτι του να μπει υπηρεσία, θα τον έβρισκε. Μ' ακόμα και αυτή, δεν είχε συνηθίσει να περπατάει μέσα στον καμμένο ήλιο, κι ότι βλαστήμησε την ώρα που τον γνώρισε, πρέπει να το παραδεχτεί. Και έβριζε τη μοίρα της, τι μήλα και τι ρόδα, έριξε κάτι μπινελίκια της ουρανοκατεβασιάς, κι όλο να λέει, μόνο να με αξίζεις κακομοίρη μου, γιατ΄ειδαλλιώς μαύρο το φίδι που σε έφαγε, και να με φάει κι εμένα. Και γύρναγε ως άδικη κατάρα, σαν την Ιστάρ-Ινάννα και βρυχιότανε από τα μέσα της, φοβόταν ότι θα έχανε ή που θα τον σκότωνε στα ίδια της τα χέρια τον άντρα της το μελλούμενο, ωσάν λιοντάρι τρέμιζε με την οργή της και ουρανό και γη - και τί να τον ελέγανε Ντημίτ και τί Ντουμούζι, τον άθλιο πορνοβοσκό και πού στο δαίμονα ήτανε πια εκειό του το κονάκι; Ρώταγε ολημέρα, και περπάταγε. Και όταν με καλό φάνηκε ο αποσπερίτης, έκρουσε μία θύρα, τη γαυγίσαν τα σκυλιά - κι εκεί της άνοιξε την πόρτα μια γυναίκα και όταν η Εσθήρ κάπως τη ρώτησε αν έφτανε κοντά στο μέρος που κατοικούσε ο ΝτημίτΕφέντης με το όνομα, άπλωσε η γυναίκα τα δυο χέρια της, την πήρε αγκαλιά (κι εκείνη έτοιμη όπως λιγοθυμίσει από εξάντληση), και την ονόμασε Αδερφή Αγαπημένη της. Ήτανε θέλημα θεού, η Αειπάρθενος να την περάσει απ΄το κατώφλι, σα να 'ταν νύφη. Οι άλλοι, οι λεγάμενοι, είχανε δει κι απόειδανε - είχανε ξεμεθύσει και έιχανε αρχίσει να την ψάχνουν - κάποτε πιο αργά τη νύχτα θα γυρίζανε, α δεν πηγαίνανε να ξημερώσουνε εις του ΧατζηΡεΐση το γυαλί, και ποιός να ξέρει, σάματις δίνανε μαθές λογαριασμό; Έτσι, μισολυπόθυμη η Εσθήρ και με την Αειπάρθενο να τη βαστά στα χέρια, να βάζει τις μικρές φωνές να έρθουν να βοηθήσουνε τα δουλικά, να τηνε πάμε πάνω, να την ξαπλώσουμε, να της ζεστάνωμε νερό και να την πλύνωμε. Κι εδώ έπρεπε να το πει αυτό ας ήταν κι από μέσα της, η Αειπάρθενος δεν είχε ξαναδεί τέτοιο αστρί να λάμπει, έτσι όπως την είχε σαν το μωρό και την εβύθιζε στα μυρωμένα ύδατα με τα καλά αλάτια: και χαλάλι του, του αδερφού της, τέτοιο βρετίκι. Δε θα μπορούσε είπει το τί ησθάνετο, παρά σα να είχε γυρίσει πάλι στο σπίτι της, σε μια ευταξία, στην Ευταξία που δε γνώριζε πως ήτο - κι αυτό, από μονάχα πως η άλλη, και της οποίας δεν εγνώριζε το όνομα ακόμα - το χιλιοάστρο. Όποιος έχει τα άσπρα, έχει τα άστρα - πήρε και μονολόγαγε. Και ησκεφτότανε πως ήτανε και λόγου της ως τυχερή, εν μέσω ατυχίας, όπου θα έμενε σ' αυτό το σπίτι μέσα, να την ανάβει από μέσα μία χάρη - και ας μην ήξερε ούτε και πώς να ένοιωθε, ούτε και τι να ήτανε μια τέτοια αναστάτωση: σκέφτηκε, μια κι η άλλη ούτε έμοιαζε γυναίκα, γιατί μαθές ήτανε σα ξωθιά και σαν ελίτσα, ένα παιδάκι που της έστειλε ο άγγελος να την παρηγορήσει, για να ΄χει στη ζωή να ταλανίζεται πώς να το κάνει της χαράς αξιωμένο. Και όταν το σκέπασε με τα καλά σεντόνια (να κοιμηθεί, να ξαναβρεί δυνάμεις, να καρδαμώσει που θα ήταν καρδερίνα), άρχισε να το σχεδιάζει και να το ονειρεύεται, πώς θα κανόνιζε του γάμου τα τσουμπλέκια, πώς θα τη φρόντιζε μέχρι να γίνει η τελετή, και ποιόν παππά ακόμα να φωνάζανε. την έπιασε μια φούρια, ένα πολύ κακό να τα ΄χε όλα έτοιμα, να κλείσει το πορτάκι στο κλουβάκι, να μη φοβόμαστε τους ξένους γάτους μην κι αντραλίζονται, παρά να είναι σιγουριά ότι θα πέφτουν, και θα τσακίζονται. Τώρα, πώς να μη δίνει δίκιο στον αδρεφό της, αμέ κι αυτός ο άλλος ο Χατζήκος - πώς και την είδανε κι οι δυο και δε σφαγήκανε, εμ - είχανε βαθιά φιλιά και δεν το λέγω, αλλά παιδί μου, αυτή είναι πειρασμός κι αλάργο τζίνι - και καταλάβαινε η Αειπάρθενος πως τί και που εκέντα, και τί που ήτο και καλοεργού - δεν ήτανε στο αίμα της να είναι τέτοια ανάφτρα, ήτανε άλλο πλάσμα. Κατάλαβε τον εαυτό της σαν το διάφορο, και γέλασε τ' αχείλι της. Και άρχισε, αφού την είχε τη μικρή της τσαπερδόνα σιγουρεμένη εις τα επάνω δώματα και όχι και να πεις της παντρειάς, αυτό ήταν ακόμα κοριτσάκι, θα το μεγάλωνε ωσάν να ήτο κόρη και αδερφή της, πήρε κι αυτή λοιπόν να χασμουριότανε - έτσι όπως στο νου της έφκιανε τί σχέδια να κάμει με το ζυμάρι στα ψωμιά του γάμου, και τι πουλάκια νσ φιλιώνται, και τί τριαντάφυλλα να ανεβαίνουνε θεριεμένα στις τρέλλιες και στα καφασωτά να φτάνουν στο ψωμάκι - μετά πολλά τα σκέδια και κάθε γύρισμα κι ευκή και απ΄άλλο φκιάξιμο - την πήρε την Αειπάρθενο ο ύπνος στο χαγιάτι, να περιμένει που 'ταν και η νύχτα ζεσταμένη και μοσχομύριζε πες γιασεμιά πες πόθους - όταν ερχόταν ο Ντημίτ να του προφτάκει καλά μαντάτα, πως ήρθε το πουλάκι στο κλουβί κι από μονάχο του. Και μες στη νύχτα μυρωμένη από μια ξένη κι ακατανόητη εντέλει αναστάτωση - που ήτανε η Εσθήρ ωσαν τις μάγισσες, ούτε και κανενός να του περάσει απ΄το μυαλό, καλό και τούτο! - πάντως είδε η άλλη ένα όνειρο - θα έφταιγε που είχανε βραχεί κι όλα τα ρούχα της και ούτε είχε πάει να τ' αλλαχτεί, κι είχε νοτιάσει: το ονειρεύτηκε λοιπόν πως ήταν κι έκοβε όλα της τα προικιά, τα έφτιαχνε ρούχα σα νάτανε μωρουδιακά, αλλιώς του τάφου - και η λαμπρή αστέρω ξαπλωμένη και άσπρη και λευκή ωσάν ασήμι, να παίζει με οικόσιτο πουλί, παπαγαλάκι. Και μες στον ύπνο, να μην ξέρει η ονειρευομένη είτε οπώς ξυπνήσει, ή μήπως να ΄χει μεινει, να βλέπει σαν απ΄την κλειδαρότρυπα ωσπού να 'ρθει η μέρα. Και έτσι, μετά του πρωινού του ήλιου, ξύπνησε παρευθύς παρευρισκόμενη σε έναν κόσμο ξένο, τον έβλεπε με άλλο χρώμα μάτια, ήθελε μείνει πλέον σαν Αειπάρθενος.

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013





Η Εσθήρ, όπως θα πρωταγωνιστούσε στο όνειρο της Αειπάρθενου.

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο)
7 Νοεμβρίου 2013 στις 1:24 π.μ.


Και λοιπόν, αφού το διπροτασικό της έγινε της Εστερίτσας μέσα στα γλυκά τριανταφυλλολούκουμα και χόρευαν τα ροζ μεταξωτά τα μαντηλάκια - και είχε γίνει ήδη ένα θέαμα προτού να γίνει γάμος, έβαλε μια φωνή ο νεαρόκαρδος ΝτημίτΕφέντης πώς όλους τους προσκάλεγε στην παντρειά, και τις κοπέλες από πίσω απ΄το καφασωτό το χώρισμα, να έρθουνε και κείνες - που ήταν και την ξέραν την Αστέρω του (ακόμα δεν την είχε νυμφευτεί, της άλλαξε το όνομα πάντοτε βιαστικός και τρεχατρέχας, σκέφτηκε ο Ρεΐσης - και μετά σκυλομετάνοιωσε και έβαλε τα τέτοια πόστα επί του εαυτού του - και σαν τι φίλος ήτανε κι ελόγου του, αμέσως να συλλογιστεί τέτοια φιδιά!). Λοιπόν, ελάτε και εσύ κι εσύ και φέρε και τη μάνα σου γιατί δεν έχουμε γονιούς να τους χαιρόμαστε - ας κάνουμε μια κοινοχτημοσύνη - εγώ βάζω τα κρέατα και τα αναίμακτα σφαχτάρια, φέρε εσύ τον απευτό σου και το σόγι σου, χίλιοι καλοί χωράμε. Και να ερθεί και ο αφρός της κρέμας από Εγγλέζικες κι Ιρλαντικές πρεσβείες, αφού η πρέσβειρά τους, εμ - είναι μερακλού και ξέρει απο λουκούμραχατ, και πώς μας έφτιαξε και τέτοιο σένιο σκηνικό να την ευχαριστήσουμε. Και η Εσθήρ, σκεφτόταν πώς να το' λεγε, να πάει στη μαμά της και να της πει - παντρεύομαι ένα Γραικό, έτσι, γιατί με ζήτησε και δεν τον είχα αφήσει να έρθει να μου μάζευε τα μήλα, τώρα εδέχτηκα να με κορφολογήσει; Αλλά, ένα καλό και ένα το κρατούμενο - αυτός ο αλήτης ο πατέρας της είχε κακοπεθάνει (εκείνος φταίει, και εξ' αιτίας του δεν ήθελε να παντρευτεί εντός φυλής - κι η άλλη, η μανούλα της - που ούτε και την πίστεψε - λες και θα έλεγε τέτοια κουβέντα άδικα... Κι αντί να τονε διώξει να πάει να τραβηχτεί κακά τσακίδια, της είπε της Εσθήρ - κι άντε αυτό να το ξεχάσει, δεν ξεχνιέται: πως ήθελε τον άντρα να της πάρει κι έβαλε για να σπείρει τις σπιουνιές, ότι, και ότι...). Και αναγκάστηκε να πάει να ζήσει η Εσθέρ σε όποια γειτονιά γνωρίζανε λαντίν, κι εκεί να πλένει σκάλες. Μέχρι που την εμάζεψε μια γραία, την αγάπησε σαν κόρη της, την έμαθε τις μαγεριές και κει ευρέθηκε να έχει απαγγιάσει. Μέχρι που πέθανε με χρόνια η γριούλα, και είχε η Εσθέρα μείνει με μια καψοκαλύβα να κρύβει το κεφάλι της. Κι εκεί ήταν που έμαθε ότι η μάνα της είχε τον άχρηστο εκείνον τον αχρείο πλέον νεκροφιλήσει, και τώρα ήτανε σαν το φτερό του ανέμου, και άκληρη και χήρα - και τη λυπήθηκε τη μαύρη τη βαριόμοιρη - πώς είχανε αλλάξει οι καιροί! Διότι, εκείνη είχε τότε ένα καλύβι κληροδότημα, και είχε και την εργασία της εις το Ιμπεριάλ, κι η μάνα που της έδωκε ζωή να ήτανε μονάχη και να μην έχει ούτε την κεφαλή και πού να πλύνε. Να θυμηθούμε, είπε στον καθρέφτη της σιμά, τις εντολές. Σεβάσου τη μητέρα σου, μην ψευδομαρτυρήσεις. Και ψέματα εφόσον ούτε έλεγε, έπρεπε να υπάγει και να την πάρει, να της δείξει σεβασμό - να προσπαθήσει να ανατρέψει το κακό όπου της έκανε, τότε όπου της είχε πει πάσα αλήθεια. Κι έτσι, την έφερε στο ξένο το πορτάκι, της άνοιξε και την καρδιά και την ξανάπε μάνα. Μα τώρα - αλλά τώρα; Και θα εκαταλάβαινε ή θα εσκέπαζε με τα μαύρα μαντήλια τον καθρέφτη, και απέ να κλαίγεται πώς είχε μία κόρη κι ότι της πέθανε; Και τί να έλεγε κι εκείνο το κορίτσι, ξανά μανά τα ίδια, το πώς και το γιατί - πού άμα έπιανε εκείνα και θυμότανε - έτσι της είχε πιάσει μία αναγούλα και θα επήγαινε κι ο σεβασμός κατά διαόλου: να μην τον είχε σώσει πατέρα τέτοιο, να τη λέγαν ορφανή από τα γεννοφάσκια κι ας μεγάλωνε μέσα στο μαύρο οίκτο - παρά τώρα που ήτανε να παντρευτεί, και να φοβάται πόσο θα την αγγίξει κι από πώς; Και έτσι είχε πάρει φόρα και το κεφάλι της από το ζήτημα της μάνας πάλι και είχε ξεστρατίσει, για να θυμάται τον απαίσιο, που πάτερα στα μάτια του, κι ας ήτο πεθαμένος κι ολολοιωμένος, φαγωτός απ΄τα σκουλήκια. Λοιπόν, νά και της δόθηκε η λύση - δε θα του έκανε τέτοιου λεχρίτη το χατήρι, δε θα τον άφηνε ουδέ στιγμή ακόμα να τηνε βασανίζει και πέρ' από τον τάφο - έχει και η υπομονή τα όριά της, ξεσπάθωσε η Εσθήρ και ώρα της που ήτανε. Από εδώ και στο εξής, ανήκω και εις άλλον - δεν είμαι του εαυτού μου, πολύ λιγότερο της μάνας μου - και αυτού του αιμομίχτη δεν του είμαι ούτε ο ίσκιος απ΄την κόρη του, απεταξάμην. Αυτά σκεφτότανε όπως τη γύρναγαν με σκεπαστή καρότσα σε κείνα τα στενά που βγάζανε στο σπίτι της στον Πάνω Μαχαλά, μέσα εις τα Λαντίνικα - που μένανε κυρίως οι Σεφαρδίτες και μερικοί (κακήν-κακώς) από τους Μιζραχείμ. Και κει που ίσως και να την έπαιρνε ο ύπνος μες την καρότσα και στο κούνα-κούνα - και κόντευε να πέσει και το κεφάλι της κάπως στα δεξιά και επί ώμου του Ντημίτ (την είχαν καθισμένη μεσιακή τους, και ο Χατζάκος ήτο απ' τα αριστερά - μη στάξει και μη βρέξει την φυλάγανε, μπας και δεν το πιστεύανε ακόμη ότι την είχαν σιγουρέψει), σηκώνεται από το μισοΰπνι - μπάστα και σταματάτε σεις εδώ - κι εδώ πηγαίνω μόνη μου, τους την αμόλησε. Και δρασκελά από το πάνω το Ντημίτ, και τους ελέει: Θα έρθω να σε βρω αύριο με τα ρούχα μου, τη βράκα που φοράω, τώρα είμαι δική σου - και τα ελαφομάτια της κοιτάγανε τη νύχτα. Και ούτε μα - ούτε ξεμά, έπεται μην την είδατε, είπαν στον καροτσέρη να γύρνα την καρότσα. Και μάθανε να περιμένουν, όπως φιρί-φιρί γυρεύανε να βρούνε το μπελά τους, εκείνη τη βραδυά το καταλάβανε πως ήτανε δεμένοι για τα πάντα στην αγάπη της - και να της δίνουνε την πίστη πως έπρεπε να μάθουνε. Κι ο Εφεντάκος τα εβρήκε σκούρικα, αλλ' ο ΧατζηΡεΐς του βάσταγε τα μπόσικα, τον έλεγε πως να μην τη φοβάται, και ότι θα γυρνούσε με την αυγή, θα πήγαινε και θα του έκρουε τη θύρα, και κει θα της ανοίγανε μαζί - και θα μυρίζανε κι οι δυο τους τη μαστίχα που άντε τώρα, να πάμε να την πιούμε. Γιατί έπρεπε και να βιαστούν για να προκάμουν να μεθύσουνε να ξεμεθύσουνε, να έρθει να τους βρει να περιμένουν να την περάσουν απ΄το κατώφλι και στο κονάκι μέσα, να γενεί Κυρά κι Αφέντρα. Και πήγανε και τραβηχτήκαν καταλλήλως, και θα ΄χε και η Αειπάρθενος την έννοια τους να τους ποτίζει σέρτικα χαμέμηλα, που είχαν γίνει - Θέ μου συχώρα με - της μαστιχίτσας σύχριστοι. Αυτά όμως, την αύριον, και μεις είμαστ' ακόμα εις τη σήμερον, για μερικές τις ώρες. Όπου, η Εσθεράστρη μπήκε ωσάν το άστρο του βραδιού μέσα στο σπίτι της, και θα 'φευγε ως άστρο της πρωίας, με μία ούτε χάρτινη βαλίτζα, με την εφτάφωτη τη μενορά, να 'χει στο νέο σπίτι της μια θέση για τη Σεκινά Σοφία, τη χήρα του Θεού. Και μόνο είπε στη μάνα της πως της αφήνει γειά, και πως της δώνει ό,τι και κομπόδεμα κι αν είχε μαζεμένο, και πάει και παντρεύεται - γιατί τη ζήτησ' ένας άντρας όμορφος με τα καλά του όλα. Και λέξη ούτε είπε για την παλιά αδικία, και για τους λόγους της αν είχε κι αν δεν είχε. Και η μητέρα της ούτε άλλο δε ρώτησε, γιατί την είδε όπου ήταν σαν αποφασισμένη. Αλλά μονάχα έπιασε να τραγουδάει ένα τραγούδι κοροϊδευτικό, σα μοιρολόι: Εστουρλού νο κόμε κάρνε πόρκε κιέρε κάζα απάρτε, Εστουρλού 'στουρλού 'στουρλού, Εστουρλού ντε λα μαμά, νο με τένγκας ντίγκουν μαλ. Εστουρλού σε φουέ αλ πόζο, πάρα βερ σου μπελ ερμόζο - Εστουρλού 'στουρλού 'στουρλού, εστουρλού ντε λα μαμά, νο με τένγκας ντίγκουν μαλ. Και η Εστουρλού, η Εσθερούλα, θυμήθηκε μια φορά, το κάποτε - που η μάνα της την αγαπούσε. Κι αν ίσως τώρα την κορόιδευε και τη μοιρολογούσε σα να είχε χαθεί κι είχε πεθάνει - η Εστέρ θα έβρισκε τον έρωτα, και θα την πήγαινε με μια καινούρια κάπα ο άντρας της στα θέατρα - και έτσι, άνοιξε το πορτάκι, ύστερα πίσω της το έκλεισε. Μαζί και κείνο το κεφάλαιο της νεαρής ζωής της, κι όλα τα προηγούμενα.

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013








Φυλαχτό με προσευχές για το ξεμάτιασμα και κατά βασκανίας, όπως επίσης και η προσευχή της μενορά όπως την είχε ζωγραφίσει η Εσθήρ δασκαλεμένη από τη γριά της ευεργέτιδα. Βρέθηκε σε μπαούλο σ' ένα πατάρι στην περιοχή Νεαπόλεως Εξαρχείων. Το οίκημα είχε εγκαταληφθεί εν όψει κατεδάφισης περί τα μέσα της δεκαετίας του 1990.

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Μάριον Μίντση ΑΘΩΟΣ ή ΕΝΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΠΙΣΤΙΑΣ;




Μάριον Μίντση
6 Νοεμβρίου 2013
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΛΟΝΙ

ΑΘΩΟΣ ή ΕΝΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΠΙΣΤΙΑΣ; Της ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ

Για την αντρική απιστία λοιπόν, μίλησαν πολλοί.
Για την απρέπεια της οφθαλμοπορνείας τους, μπροστά στα μάτια της συντρόφου, λάλησαν ακόμα περισσότεροι.
Για την αιτία όμως που οι άντρες ξελογιάζονται, απολογήθηκαν οι ίδιοι.
Τώρα θα μου πεις, πως η αιτία είναι, ότι το΄χει η κούτρα τους να κατεβάζει ψείρες.
Λάθος. Οι ‘’ψείρες’’ δεν εξετάζουν φύλο. Αυτές τρυπώνουν εκεί που βρίσκουν μιαν ευάλωτη στην απιστία συνείδηση.
Γιατί σου λέει ο άλλος:
Εμείς και να θέλουμε να αγιάσουμε δεν μας αφήνουν τα διαβόλια.
Πας ας πούμε, σε μια γιορτή. Έτσι κι εμφανιστείς μπακούρης, χωρίς να είσαι και χλιδάτος, γυναικείο βλέφαρο δεν θα αλληθωρίσει για την δική σου χάρη.
Έτσι όμως και κάνεις ντου, με ομορφονιά στο πλάι, τότε αρχίζει ο προκλητικός χαμός από θηλυκά ανέραστα κι ανασφαλή.
Ματιές φιλήδονες, λικνισμοί που στάζουν υποσχέσεις, σε ένα ερωτικό παιχνίδι επιβολής, ώστε να συντρίψουν με τη νίκη τους, αυτήν που συνοδεύεις.
Όταν δέχομαι λοιπόν εγώ, απροκάλυπτα αυτό το φλερτ, πώς θέλεις να αγιάσω, με κεραυνοβόλησε ετσιθελικά, με τον αντίλογο του ο συνομιλητής μου. 
Γιατί να σεβαστώ εγώ τις γυναίκες, όταν εσείς δεν σέβεστε η μια την άλλη? 
Στο κάτω- κάτω, εμείς άντρες είμαστε. Με τόσους πειρασμούς ολόγυρα, πώς είναι δυνατόν να κρατηθούμε; Όχι πες μου πώς?
Για να μην σου πω, τι γίνεται και μέσα στο INBOX! Έτσι και δηλώσεις ‘’παντρεμένος’’ θαρρείς και πιάνει κάποιες ευάερες κι ευήλιες, ερωτικό αμόκ…

Για ώρα με είχε αφήσει άφωνη, αυτός ο αφηνιασμένος για επιβεβαίωση αρσενικός, γιατί δεν ήξερα από πούθε να πιάσω αυτόν τον φιλάρεσκο κορτάκια , ως τη στιγμή που πήρα τον λόγο εγώ.
-Μα δεν μου λες βρε φίλε, μόνο για σας τα αρσενικά υπάρχουν πειρασμοί?
Για ρίξε μια ματιά εκεί. Κοίτα τους ομορφονιούς, πως ξερογλείφονται με την δική σου καλλονή!
Αυτή όμως, βλέπεις? Τα μάτια της τα ανοιγοκλείνει μοναχά για σένα.
Ούτε για τον Αυτοσεβασμό της δεν τα ανοίγει, μπας και χάσει η Βενετιά κανάλι και δεν θα ξέρει πού να πνίξει την δική της ΑΝΟΧΗ.

Όσο γι΄αυτήν, που από ζήλεια προσπαθεί ανάμεσά σας να χωθεί, 
αφού το άσυλο, της το έδωσες εσύ, άστην ‘’να το βρεί’’ από κάποια άλλη, που θα ανήκει στην δική της τη σχολή.
Τότε μόνο, όταν πιει το πικρό ποτήρι, τότε μόνο θα συνετιστεί. Όταν έρθει η στιγμή, να συντριβεί απ΄την δική της Ενοχή.

Ε, τώρα, τι θέλεις να σου πω! Είναι η τρίτη φορά που με ρωτάς.
Όχι, λοιπόν. Πιστή δεν είμαι για χατίρι του συντρόφου, όταν απαιτεί να ικανοποιήσω την εγωιστική του κατοχή.

Πιστή είμαι, μόνο για χατίρι της Αγάπης, όταν εκείνη μου κάνει την ΤΙΜΗ!!!
Κι επειδή την απιστία πολλοί αγάπησαν, τον άπιστο ουδείς,
φεύγω τώρα.

Πάω να κόψω το αστέρι
να το κεντήσω στην καρδιά,
να θρονιαστεί ο Έρωτας
στου φεγγαριού την αγκαλιά!!!
~ ~ ~ ~ ~ ~
Μάριον Μίντση 06/11/2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο ένατο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο ένατο)
6 Νοεμβρίου 2013 στις 12:03 π.μ.


Και κόψαν τα υφάσματα, τα τρύπησαν και τα καρύκωσαν και έπειτα τα ράψανε και γίνηκαν με το καλό οι φορεσιές, κι αρματωθήκανε να πα' να τη ζητήσουν από την ίδια της κι από την επαυτή της, γιατί βεβαίως κάπου και θα το νοιώθανε πόσο αυτό ήτανε απ' τ' ανήκουστα, και των αγίων άγραφο, μα εις τις εκκλησιές - μα στα τζαμία. Αλλά μαζί το είχανε σκεφτεί και το είχανε κλώσει στο αντάμα, κι ήτανε σα να τσιμεντώναν τη φιλία τους - έτσι που γίνονταν μ' αυτά μ' εκείνα σύγαμπροι. Αυτοί, είχαν νομίσει είτε λέγανε πως είχανε έλεγχο στο παιχνίδι, είχε κι ο ένας απ΄τον άλλον υποστήριξη, πηγαίνανε νομίζανε στα σίγουρα: ντυμένοι σαν παγώνια και κουνούσανε τα όμορφα τα παντεπόπτικα τα μάτια στις ουρές τους, καμαρωμένοι και θεοί - αλλά με φυλλοκάρδια πως να τρέμουνε - μήνα την έπιανε κάνα δαιμονικό και τους ελάκιζε, που ήτανε η αύτη αναβαίνουσα ως στελέχη καπνού τεθυμιαμένη, ένα αερικό;Κι αυτοί, να μέναν να κοιτούνε τις μπουκάλες! Εις τον τεμπελχανέ υπήρχανε εντός της σάλας οι μπουκάλες στολισμένες καπνούς από αιθάλες, σα τζίνια παντοδύναμα. Ε, ρε, και να τους κάθιζε μια τέτοια κασκαρίκα, γιατί είναι η φύση άτιμη της θηλυκιάς, θυμόταν ο Ντημίτ πώς τονε είχε αποπάρει τη μέρα στο παζάρι, με τα μηλάκια της - σα να ΄ταν λιμαρόγατος ζημιάρης. Μα για να πάρει τη λίγη δύναμη, έσφιγγε το κουτάκι βελεβετίνικο από του Γιακουμή τα τεχνεμένα τα εργαλεία, είχε τη χρυσωμένη βέργα που τη δεσοστρογγύλωσε σε δαχτυλίδι βέρα, και θα της Εστέρας ηθέλει να τη φόραγε πρώτα εις το αριστερό της το χεράκι, στον παράμεσο, με τη φλεβίτσα ως επάνω στην καρδιά: για τ' αρραβώνα χάρη, και εις το γάμο να το βάλει στο δεξί της το χέρι - που θα ήταν για τα πάντα της γυναίκα του, καντέλα του Σαμπάτ - και τη γαστέρα της θα είχε αγαπήσει και έως πόνου. Όσο για το ΧατζηΡεΐς, αυτός εφούχτιαζε μια τυχερή πυξίδα που πάντοτε του έδειχνε τη Μέκκα, τον άγιο τόπο - όποτε έτρεμε πως έχανε το μπούσουλα, έτσι μονάχα εκρατούσε μια κάποια ψυχραιμία. Γιατί κι αν δεν την είχε την Αστέρω, κι αν ούτε θα την έπαιρνε - το φανταζόταν μήπως που τη χάσει και έτρεμε η γη όπως την ξέρουμε. Και τώρα - μαθές του είχε μπει και μιαν ιδέα, που παρεκτός κι αν ήταν δίδυμος κι από ίδια σπορά, δε θα μπορούσε να την έχει αναγνωρίσει ο Ντημίτ. Και πόσο τώρα να το ξέθαβε τέτοιο κακούργο θέμα, αλλά τον πήγαινε οι τρεις και δύο, και σε ποιόν και τί να μολογήσει; Μήπως θα ήτο το πιο σωστό και φρόνιμο να το αφήσει να σηκώσει το κεφάλι του το φίδικο, σα να μην ήτανε κι επ' ουδενί δικιά του ιδέα, να την αφήσει όπως και πέσει και κατακέφαλη επάνω στο Ντημίτ, τάχα αυτόνομα; ή να αρπάξει κι αυτόν τον ταύρο απ΄τα δολοφόνα κέρατα, εδώ μας επουλάει η ζωή μας αγοράζει, και τι να φοβηθούμε έτσι χαμένος που χαμένος, κακομοίρη; Αλλά δεν ήξερε και πώς αποφασίσει - κι από τα συμφραζόμενα να βγάλετε συμπέρασμα το τι το ντέρτι είχε! Γιατί, μανίτσα μου να πούμε, και για να πούμε τα σύκα-σύκα, κι αν είναι και ξερά, τόσο καλύτερο. Και γέμιζε το στόμα του μια γλύκα - και κει σκεφτόταν ότι ο άλλος ήτανε αψιός, από μαλαγανέματα δε σκάμπαζε - μονάχα να του κάνουν. Δεν ηφαινότανε το σχέδιο να δίνει υποσχέσεις, τί θα της έλεγε έτσι που ήταν μαθημένος τις Φραντσέζες; Έλα και κάτσε μου και δώμου και το χέρι σου, κι εγώ θα σ' ασημώσω; Και άμα της ερχότανε ανάποδα, και τονε έστελνε να πάει στο σατανάδικο; Τότε, ωχού κι αλοίμονο, έχανε κι ο Ρεΐσης τα Τζουμάρτεσα, το δεύτερο καλύτερο του γάμου - κι αυτό δεν ήταν του θεού, κι ουδέ γινότανε! Γαμώ το Γραίκικο κεφάλι το αγύριστο, να μην ηξέρει να της κάνει της κοπελιάς τυχόν γλυκοχαϊδέματα, τυχόν χαριστικά, να τηνε μπουρδουκλώσει - και πρι το καταλάβει να της είχε περάσει και τη βέρα - και μετά ας έκαμνε ότ' ήθελε - γιατί μπορεί να ήτο και σαν το μπουταλά, αλλ' ήτον κατά βάθους του καλός, θα την επρόσεχε. Όσο το έλεγε και μόνος του το έφτιαχνε - και κάπως από δω, και μήπως από κει - του ήρθε μια σαν επιφοίτηση, σαν το υγρό το πύρο - ένοιωσε πως τον σήκωσε το άρμα του ΙντρίςΗλία πλήρες της δόξας, και γύρισε στο φίλο και του μίλησε τη γλώσσα της αλήθειας. Μανέ μου, ποιός να τη ζητήσει πρώτος να ορχηστρώσουμε, και τι να είπεις περί του αυτού; Μήπως να πάγω εγώ σα μεσιακός, εσέ σ' έχει γνωρίσει πως τα ξέρουμε, και σ΄είχε και κάπως σαν πάρει ξεμπροστά - μην την ετρόμαζαν θυμητικά τα μηλαράκια και μας έδειξε - κι ύστερα πού να πάμε να απαγγιάσουμε; Κι ο άλλος, που τον έτρωγε το ίδιο το σαράκι - Ναίσκε του λέγει, για πού ακούστηκε αρραβωνιά χωρίς τον προξενεύοντα για τη διαμεσολάβηση, να μας επάρει για τρελούς μα να μας πάρει (εδώ, μιλούσε με το μεις και με το μας αδερφοσύνης, ή με το μέγα αριθμό του υπερφίαλου - κανείς δε ρώτησε, κανείς μηδέ θα μάθαινε). Κι έτσι επλεύσανε ως το Ιμπεριάλ, που κείνη ειδικώς τη μέρα το είχανε φαινόταν ντύσει στα ροζ ωσάν παστάδα, αργότερα ήταν που καταλάβανε ότι είχαν παραγγελμένα απ΄την εγγλέζικη πρεσβεία πόσα και γω δεν ξέρω ταψιά με τις μπουκίτσες το γκιούλ ραχάτλουκουμ, μάλιστα τις ηθέλαν τυλιγμένες σε ρόδινα μεταξωτά μαντήλια της τσέπης, όπως γίνοταν παλιότερα - το είχε θυμηθεί η πρέσβειρα που το συνήθιζε να κάνει η γιαγιούλα της (θεός να 'χει το χώμα της να είναι ελαφρύ εκεί στην πράσινη την εξοχή κοντά στο Λάουθ). Και είχανε κλείσει ορισμένως τη σάλα γιατί δεν εγινόταν με τόση πια δουλειά να έχουνε και πελάτες να εξυπηρετούν, αφού δε είχε φτάσει το μαγερειό, χρειάστηκε να βγούνε και οι κοπέλες να τυλίγουν τα τριαντάφυλλα λουκούμια - δεν ηπαίρνουμε πελάτες - το εξηγούσε ο τεμπελοχανάς ο ιδιοκτήτης - αλλά βεβαίως, για εσάς να κάνωμε και διάκριση, γιατί αμέ πολλά μας λείψατε και λέγαμε. Μα α δε σας πειράζουνε οι ακαταστασίες κι όλα τα κουρελάκια, και γενικώς η άχνη μας η ζάχαρη, να μη που σας λερώσει τα καφτάνια σας (έλα εσύ εδώ πιάσε φροκάλισε να κάτσουνε οι πολυχρονεμένοι, φώναξε προς το παραπαίδι, και του κοπάνησε και μια εις το τσερβέλο - κουφιοκέφαλε!). Κι εσείς, μαρή κοτούλες, άντε και γλήγορακαιγλήγορα, πίσω απ΄το καφάσι σας. Και γίνηκε μια αναταραχή και σα να πέταγαν πέταλα τριαντάφυλλα, ήτανε ό,τι και να πεις σα νάχε κατεβεί ο ουρανός επι της γης, το γκιούλμπαξε, γελάγαν τα μουστάκια του ΧατζηΡεΐση, δακρίζανε τα μάτια του Ντημίτ, ήταν οι οιωνοί καλοί του γάμου - και η Εστέρ ακόμα χαμπαρίμ, ήτονα στην κουζίνα κι ανακάτευε το σου μαχαλεμπίσι, αφού τους είχε μείνει τόσο πια ροδόσταμο, να μηνε πεταχτεί και πάει αφάνι, το έφτιανε αυτή ένα γλυκό να έχουνε την αύριο να το σερβίρουνε, να μείνει κέρδος δεύτερο. Κι έτσι, ε, βάνε τώρα με το νου σου και τι ήρθε να πάθει εκεί που ανακάτευγε - και μπαίνει ο Ρεΐσης από το καφασωτό - και παρουσία όλων των κοριτσιών υπάγει και της ελέει ότι γκιουλιούμ, τριανταφιλίτσα μου -τον έστειλε να είναι σα βαλής του, ο ξακουσμένος κι ευγενής ιδάλγικος ΝτημίτΕφέντης, να της ζητήσει λέει τ' αριστερό της χέρι, να τηνε πάει οδηγημένη στα μπροστά του, που θέλει την εζήτα για γυναίκα. Ω, και η Λίλιθ, κι η Τσάβα να συντρέχουνε - και τι να κάμει και η Σεφαρδίτισσα - αν ήτονα Ασκεναζίμ, να το σκεφτότανε. Μα από τη φτωχότατη μεριά της προελεύσεως, και με το μυστικό όπου της έκαιγε τα χείλια - αυτό μπορεί να μας το πει, μπορεί και όχι - και να μας μείνει αμανάτι και το ρώτημα, όμως το πώς να πω, ότι εκείνη είχε σαν τραύμα με τους περιτμημένους - και πολύ λίγο την ένοιαζε να παντρευτεί εκτός απ΄τη φυλή - του έδωσε το χέρι της και την επήγε κι ο Ρεΐσης στο Ντημίτ - της άνοιξε εκείνος το κουτάκι το βελβετί και της εζήτησε το άλλο της το χέρι, να τηνε πάρει δηλαδή Εδέμ του κήπο. Και η Εσθήρ, που ένοιωσε ότι κι ο ένας ήτονα ωραίος, αλλά πως με τον άλλον η ζωή την έδεσε ένεκα που τα μήλα της τα χυμένα εκ του καλαθιού, και ήτονα κι εκείνος νοστιμεύσιμος - δεν είπε, ως θα έλεγε μια άλλη κάποτε αλλού, ναι - γιατί και τί ο ένας, τί ο άλλος - παρά του είπε ναι, και τον εκοίταζε στα μάτια. Ναι, κι ας μη μου ξαναμίλαν οι δικοί μου, σε ναι σε έφεραν τα μήλα και του είπε και ναι του είπε ναι να γίνω κήπος σου και ναι του είπε ναι του είπε ναι.

(συνεχίζεται)


© Ολβία Παπαηλίου, 2013






Χρόνια αργότερα, τη συνταγή της Εσθήρ για το ραχάτλουκουμ τριαντάφυλλο - που πάντα θα εθύμιζε στους παρευρισκομένους εν τω Ιμπεριάλ, αυτή την ανορθόδοξη γαμήλια συμπρόταση, θα την λανσάριζε εις τας Αθήνας το ζαχαροπλαστείο "Ηνωμένα Βουστάσια" νομίζω στην ευρύτερη περιοχή της Κυψέλης.

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

ΣΥΝΕΙΡΜΙΚΑ Αλεξάνδρα Μπακονίκα

ΣΥΝΕΙΡΜΙΚΑ
Σκαμπανεβάζει και πέρα δώθε μας λικνίζει
το αμάξι σου, που το οδηγείς στην κατηφόρα
με τις λακκούβες και τη φθαρμένη άσφαλτο.
Απόψε για να γίνει κάτι, και για να με προσέξεις,
πρέπει να σε ικετέψω και να προσπέσω,
να σου εξομολογηθώ τον πόθο μου.
Μόνο που εγώ είμαι καλομαθημένη, είμαι συνηθισμένη
να με ικετεύουν οι άλλοι, και το ενδεχόμενο
ότι ίσως με απορρίψεις με τρομάζει.

Οι λακκούβες, έτσι όπως πηγαίνει το αυτοκίνητο,
δημιουργούν σκαμπανεβάσματα και κραδασμούς,
συνειρμικά με παραπέμπουν στα λικνίσματα
που διακαώς γυρεύω από την αγκαλιά σου.

( "Πεδίο πόθου" εκδ. Μεταίχμιο )


"Το Τρελοβάπορο", Οδυσσέα Ελύτη

"Το Τρελοβάπορο", Οδυσσέα Ελύτη


Βαπόρι στολισμένο βγαίνει στα βουνά

κι αρχίζει τις μανούβρες "βίρα - μάινα".

·

Την άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριές

φορτώνει φρέσκο αέρα κι απ' τις δυο μεριές.

·

Είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ' όνειρο

κι έχει λοστρόμο αθώο, ναύτη πονηρό.

·

Από τα βάθη φτάνει τους παλιούς καιρούς,

βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς.

·

Έλα Χριστέ και Κύριε, λέω κι απορώ,

τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο,

·

Χρόνους μας ταξιδεύει, δε βουλιάξαμε,

χίλιους καπεταναίους τους αλλάξαμε.

·

Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε,

μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε.

·

Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα

παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα.




Το ποίημα χωρίζεται σε δύο ενότητες. Η καθεμιά, κρατάει για τον εαυτό της, τέσσερις στίχους. Θα τις εξετάσουμε ξεχωριστά, για να βρούμε τους ποιητικούς θησαυρούς που κρύβουν.

Ενότητα 1η


Βαπόρι στολισμένο βγαίνει στα βουνά


κι αρχίζει τις μανούβρες "βίρα - μάινα".


Πόσο παράδοξα ξεκινά; Ακούς λέει, βαπόρι βγαίνει στα βουνά; Περίεργη εικόνα. Σουρεαλιστική. Πλούσια σε χρώματα. Το γαλάζιο της θάλασσας, που ακολουθεί το βαπόρι, δένει με το πράσινο των βουνών. Τα χρώματα, δένουν με τους ήχους. Ήχοι χαρούμενοι, παιδικοί, παιχνιδιάρικοι, "βίρα - μάινα". Λέξεις κι ακούσματα ναυτικά, θαλασσινά.


Την άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριές


φορτώνει φρέσκο αέρα κι απ' τις δυο μεριές.

Και το βαπόρι, ακολουθώντας το παράξενο ταξίδι του, ρίχνει άγκυρα στις κουκουναριές. Δε φορτώνει όμως εμπορεύματα, δεν το ενδιαφέρουν τέτοια πράγματα. Φορτώνει καθαρό και φρέσκο αέρα. Μπόλικο αέρα κι απ' τις δυο μεριές.Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε, ότι ο Ελύτης ζωγραφίζει στη φαντασία μας, την Ελλάδα. Τη ζωγραφίζει σαν βαπόρι, γιατί είναι περιτριγυρισμένη από θάλασσα, να βγαίνει στα βουνά που είναι το κύριο χαρακτηριστικό της πατρίδας μας. Βουνά, κουκουναριές, θάλασσα είναι εικόνες γνωστές κι αγαπητές της ελληνικής γης. Εικόνες, που μας προσφέρονται σαν σε παραμύθι και μας γεμίζουν χαρά, αισιοδοξία και νεανικότητα.

Είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ' όνειρο


κι έχει λοστρόμο αθώο, ναύτη πονηρό.

Τώρα ο ποιητής, μέσα απ' τις αντιθέσεις "μαύρη πέτρα - όνειρο" και "αθώος - πονηρός", μας περνά τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις της ελληνικής φύσης, που συσχετίζονται με τους Έλληνες και την ιστορία τους. Απ' τη μια η μαύρη πέτρα της κακοτράχαλης φύσης, αλλά και των ιστορικών δυσκολιών μας και απ' την άλλη η ονειρική ομορφιά της ελληνικής γης και η ιστορική δόξα της. Απ' τη μια ο αθώος, καλοκάγαθος λοστρόμος με την καλοσύνη του, την αγαθότητα και τη φιλοξενία του λαού μας κι απ' την άλλη το πνεύμα, του πανέξυπνου και πολυμήχανου Οδυσσέα.

Από τα βάθη φτάνει τους παλιούς καιρούς,


βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς.


Η περιγραφή ολοκληρώνεται, με μια αναφορά στη μακραίωνη και πολυτάραχη ιστορία της Ελλάδας, που το φορτίο της, δεν είναι άλλο, παρά βάσανα και αναστεναγμοί. Δεν μπορεί όμως να μας μείνει η εντύπωση μιας διάχυτης απαισιοδοξίας. Γιατί παρακάτω τα πράγματα αλλάζουν.


Ενότητα 2η




Έλα Χριστέ και Κύριε, λέω κι απορώ,


τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο,




Επίκληση του Θεού. Ο Χριστός, πάντα κοντά σ' αυτή τη χώρα και στους ανθρώπους της. Αυτόν καλεί και τώρα ο ποιητής, να τον βοηθήσει να κατανοήσει, αυτά που συμβαίνουν γύρω του, στην παράξενη αυτή γωνιά της γης.


Χρόνους μας ταξιδεύει, δε βουλιάξαμε,


χίλιους καπεταναίους τους αλλάξαμε.




Σ' αυτή τη δεύτερη ενότητα, ο ποιητής μας κάνει έναν απολογισμό της ιστορίας των Ελλήνων και διαπιστώνει, με μια απλή και αγνή περηφάνια, ότι τόσες διακυμάνσεις και δοκιμασίες, δεν κατάφεραν να εξαφανίσουν την Ελλάδα απ' το προσκήνιο της ιστορίας. Μας θυμίζει εδώ, τον Μακρυγιάννη, που έλεγε στον Δερυγνί "ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θερία πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε, τρώνε από μας και μένει και μαγιά".




Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε,


μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε.




Στις δύσκολες στιγμές, μέσα στις πιο δραματικές φάσεις της ιστορίας τους, οι Έλληνες αγωνίστηκαν χωρίς να φοβηθούν, χωρίς να λυγίσουν και κατάφεραν να επιβιώσουν και να περάσουν νικητές.




Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα


παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα.

Η τελευταία αυτή στροφή, μοιάζει με μια δυνατή φωνή χαράς με ένα δυνατό νικητήριο σάλπισμα. Ο ήλιος, είναι για τον Ελύτη, σύμβολο χαράς της ελληνικής ψυχής, είναι η επιβεβαίωση της πίστης του ποιητή στη δύναμη της ζωής, στην παντοτινή λάμψη του ελληνικού πνεύματος.Είναι δύσκολο να πούμε αν ο Ελύτης γράφει ή ζωγραφίζει. Εκείνο που μπορούμε να πούμε με σιγουριά είναι ότι η ποιητική του φαντασία δίνει εικόνες μαγικές, εικόνες με εξαιρετική ευαισθησία. Εικόνες μέσα από ένα βλέμμα καθαρό, γνήσιο, μέσα από μια παιδική ματιά.Μιλά με σύμβολα απλά, άμεσα, ζωντανά και κατανοητά. Αναζητά όμως και μια λέξη σπάνια και έντονη, που θα βάλει την προσωπική του σφραγίδα και αυτή, στο "Τρελοβάπορο" δεν είναι άλλη από τον "Ήλιο τον Ηλιάτορα".Ο Οδυσσέας Ελύτης είτε μιλάει σε τρίτο πρόσωπο - όπως στις τέσσερις στροφές που αποτελούν την πρώτη ενότητα - είτε μιλάει σε πρώτο πληθυντικό - όπως στις τέσσερις στροφές που ανήκουν στη δεύτερη ενότητα, ένα είναι σίγουρο. Ότι συμμετέχει, ότι είναι μέτοχος στην κοινή μοίρα των Ελλήνων.


http://11dim-kaval.kav.sch.gr/main/pray/poems.htm