Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο ενδέκατο)
8 Νοεμβρίου 2013 στις 2:05 π.μ.
Η Εσθήρ ξεκίνησε με τον αυγερινό, άστρο της Αφροδίτης και της Ιστάρ - που ήτανε το αδελφό της άστρο το πρωινό, όπως και πάντα ήξερε εκείνη την εαυτήν της, παρ' όλο που δεν ήξερε προς ποιά μεριά να πάει: αλλά ήταν από καταγωγή της μαθημένη πως να περιπλανείται. Εκτός της Ιουδαίας, μιας πατρίδας που κατοικοέδρευε στα πλαίσια του μύθου - και τριγυρνούσε με το χάρτινό της βαλιτζάκι, την αργυρή της μενορά: το πράγμα το μοναδικό κάποιας αξίας που είχε περιέλθει εις κατοχήν της, με τους πρώτους παράδες (ή μη να ήτανε ασπριδεροί ακτσέδες;) που την πλήρωσαν απ΄τον τεμπελχανέ. Από εκεί λοιπόν σαν εξεκίνησε, από τον Πάνω Μαχαλά, βρέθηκε να σταθεί έξω από το Ιμπεριάλ - και κει, δεν ένοιωθε από τα πού να στρίψει. Άρχισε να περιδιαβαίνει εις το Κε, κατά τις συνοικίες που οδηγούσαν προς τα βορειοανατολικά, μάλλον κατά μεριά Βουρνόβα, κατά την άκρη της πεδιάδας. Ήξερε ότι κατά εκεί είχανε σπίτια πλούσια, και όλα τα λουλούδια - και είχε σα σκοπό να ρώταγε για τον υγιό του Μπέη, έναν ΝτημίτΕφέντη ότι έψαχνε. Ήξερε να μιλά καλά τα ελληνικά, και δε φαινόταν άσχημη. Μπορούσε άνετα να την περάσουν για καμμιά απ΄τα νησιά που έψαχνε το σπίτι του να μπει υπηρεσία, θα τον έβρισκε. Μ' ακόμα και αυτή, δεν είχε συνηθίσει να περπατάει μέσα στον καμμένο ήλιο, κι ότι βλαστήμησε την ώρα που τον γνώρισε, πρέπει να το παραδεχτεί. Και έβριζε τη μοίρα της, τι μήλα και τι ρόδα, έριξε κάτι μπινελίκια της ουρανοκατεβασιάς, κι όλο να λέει, μόνο να με αξίζεις κακομοίρη μου, γιατ΄ειδαλλιώς μαύρο το φίδι που σε έφαγε, και να με φάει κι εμένα. Και γύρναγε ως άδικη κατάρα, σαν την Ιστάρ-Ινάννα και βρυχιότανε από τα μέσα της, φοβόταν ότι θα έχανε ή που θα τον σκότωνε στα ίδια της τα χέρια τον άντρα της το μελλούμενο, ωσάν λιοντάρι τρέμιζε με την οργή της και ουρανό και γη - και τί να τον ελέγανε Ντημίτ και τί Ντουμούζι, τον άθλιο πορνοβοσκό και πού στο δαίμονα ήτανε πια εκειό του το κονάκι; Ρώταγε ολημέρα, και περπάταγε. Και όταν με καλό φάνηκε ο αποσπερίτης, έκρουσε μία θύρα, τη γαυγίσαν τα σκυλιά - κι εκεί της άνοιξε την πόρτα μια γυναίκα και όταν η Εσθήρ κάπως τη ρώτησε αν έφτανε κοντά στο μέρος που κατοικούσε ο ΝτημίτΕφέντης με το όνομα, άπλωσε η γυναίκα τα δυο χέρια της, την πήρε αγκαλιά (κι εκείνη έτοιμη όπως λιγοθυμίσει από εξάντληση), και την ονόμασε Αδερφή Αγαπημένη της. Ήτανε θέλημα θεού, η Αειπάρθενος να την περάσει απ΄το κατώφλι, σα να 'ταν νύφη. Οι άλλοι, οι λεγάμενοι, είχανε δει κι απόειδανε - είχανε ξεμεθύσει και έιχανε αρχίσει να την ψάχνουν - κάποτε πιο αργά τη νύχτα θα γυρίζανε, α δεν πηγαίνανε να ξημερώσουνε εις του ΧατζηΡεΐση το γυαλί, και ποιός να ξέρει, σάματις δίνανε μαθές λογαριασμό; Έτσι, μισολυπόθυμη η Εσθήρ και με την Αειπάρθενο να τη βαστά στα χέρια, να βάζει τις μικρές φωνές να έρθουν να βοηθήσουνε τα δουλικά, να τηνε πάμε πάνω, να την ξαπλώσουμε, να της ζεστάνωμε νερό και να την πλύνωμε. Κι εδώ έπρεπε να το πει αυτό ας ήταν κι από μέσα της, η Αειπάρθενος δεν είχε ξαναδεί τέτοιο αστρί να λάμπει, έτσι όπως την είχε σαν το μωρό και την εβύθιζε στα μυρωμένα ύδατα με τα καλά αλάτια: και χαλάλι του, του αδερφού της, τέτοιο βρετίκι. Δε θα μπορούσε είπει το τί ησθάνετο, παρά σα να είχε γυρίσει πάλι στο σπίτι της, σε μια ευταξία, στην Ευταξία που δε γνώριζε πως ήτο - κι αυτό, από μονάχα πως η άλλη, και της οποίας δεν εγνώριζε το όνομα ακόμα - το χιλιοάστρο. Όποιος έχει τα άσπρα, έχει τα άστρα - πήρε και μονολόγαγε. Και ησκεφτότανε πως ήτανε και λόγου της ως τυχερή, εν μέσω ατυχίας, όπου θα έμενε σ' αυτό το σπίτι μέσα, να την ανάβει από μέσα μία χάρη - και ας μην ήξερε ούτε και πώς να ένοιωθε, ούτε και τι να ήτανε μια τέτοια αναστάτωση: σκέφτηκε, μια κι η άλλη ούτε έμοιαζε γυναίκα, γιατί μαθές ήτανε σα ξωθιά και σαν ελίτσα, ένα παιδάκι που της έστειλε ο άγγελος να την παρηγορήσει, για να ΄χει στη ζωή να ταλανίζεται πώς να το κάνει της χαράς αξιωμένο. Και όταν το σκέπασε με τα καλά σεντόνια (να κοιμηθεί, να ξαναβρεί δυνάμεις, να καρδαμώσει που θα ήταν καρδερίνα), άρχισε να το σχεδιάζει και να το ονειρεύεται, πώς θα κανόνιζε του γάμου τα τσουμπλέκια, πώς θα τη φρόντιζε μέχρι να γίνει η τελετή, και ποιόν παππά ακόμα να φωνάζανε. την έπιασε μια φούρια, ένα πολύ κακό να τα ΄χε όλα έτοιμα, να κλείσει το πορτάκι στο κλουβάκι, να μη φοβόμαστε τους ξένους γάτους μην κι αντραλίζονται, παρά να είναι σιγουριά ότι θα πέφτουν, και θα τσακίζονται. Τώρα, πώς να μη δίνει δίκιο στον αδρεφό της, αμέ κι αυτός ο άλλος ο Χατζήκος - πώς και την είδανε κι οι δυο και δε σφαγήκανε, εμ - είχανε βαθιά φιλιά και δεν το λέγω, αλλά παιδί μου, αυτή είναι πειρασμός κι αλάργο τζίνι - και καταλάβαινε η Αειπάρθενος πως τί και που εκέντα, και τί που ήτο και καλοεργού - δεν ήτανε στο αίμα της να είναι τέτοια ανάφτρα, ήτανε άλλο πλάσμα. Κατάλαβε τον εαυτό της σαν το διάφορο, και γέλασε τ' αχείλι της. Και άρχισε, αφού την είχε τη μικρή της τσαπερδόνα σιγουρεμένη εις τα επάνω δώματα και όχι και να πεις της παντρειάς, αυτό ήταν ακόμα κοριτσάκι, θα το μεγάλωνε ωσάν να ήτο κόρη και αδερφή της, πήρε κι αυτή λοιπόν να χασμουριότανε - έτσι όπως στο νου της έφκιανε τί σχέδια να κάμει με το ζυμάρι στα ψωμιά του γάμου, και τι πουλάκια νσ φιλιώνται, και τί τριαντάφυλλα να ανεβαίνουνε θεριεμένα στις τρέλλιες και στα καφασωτά να φτάνουν στο ψωμάκι - μετά πολλά τα σκέδια και κάθε γύρισμα κι ευκή και απ΄άλλο φκιάξιμο - την πήρε την Αειπάρθενο ο ύπνος στο χαγιάτι, να περιμένει που 'ταν και η νύχτα ζεσταμένη και μοσχομύριζε πες γιασεμιά πες πόθους - όταν ερχόταν ο Ντημίτ να του προφτάκει καλά μαντάτα, πως ήρθε το πουλάκι στο κλουβί κι από μονάχο του. Και μες στη νύχτα μυρωμένη από μια ξένη κι ακατανόητη εντέλει αναστάτωση - που ήτανε η Εσθήρ ωσαν τις μάγισσες, ούτε και κανενός να του περάσει απ΄το μυαλό, καλό και τούτο! - πάντως είδε η άλλη ένα όνειρο - θα έφταιγε που είχανε βραχεί κι όλα τα ρούχα της και ούτε είχε πάει να τ' αλλαχτεί, κι είχε νοτιάσει: το ονειρεύτηκε λοιπόν πως ήταν κι έκοβε όλα της τα προικιά, τα έφτιαχνε ρούχα σα νάτανε μωρουδιακά, αλλιώς του τάφου - και η λαμπρή αστέρω ξαπλωμένη και άσπρη και λευκή ωσάν ασήμι, να παίζει με οικόσιτο πουλί, παπαγαλάκι. Και μες στον ύπνο, να μην ξέρει η ονειρευομένη είτε οπώς ξυπνήσει, ή μήπως να ΄χει μεινει, να βλέπει σαν απ΄την κλειδαρότρυπα ωσπού να 'ρθει η μέρα. Και έτσι, μετά του πρωινού του ήλιου, ξύπνησε παρευθύς παρευρισκόμενη σε έναν κόσμο ξένο, τον έβλεπε με άλλο χρώμα μάτια, ήθελε μείνει πλέον σαν Αειπάρθενος.
(συνεχίζεται)
© Ολβία Παπαηλίου, 2013

Η Εσθήρ, όπως θα πρωταγωνιστούσε στο όνειρο της Αειπάρθενου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου