Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο ένατο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο ένατο)
6 Νοεμβρίου 2013 στις 12:03 π.μ.


Και κόψαν τα υφάσματα, τα τρύπησαν και τα καρύκωσαν και έπειτα τα ράψανε και γίνηκαν με το καλό οι φορεσιές, κι αρματωθήκανε να πα' να τη ζητήσουν από την ίδια της κι από την επαυτή της, γιατί βεβαίως κάπου και θα το νοιώθανε πόσο αυτό ήτανε απ' τ' ανήκουστα, και των αγίων άγραφο, μα εις τις εκκλησιές - μα στα τζαμία. Αλλά μαζί το είχανε σκεφτεί και το είχανε κλώσει στο αντάμα, κι ήτανε σα να τσιμεντώναν τη φιλία τους - έτσι που γίνονταν μ' αυτά μ' εκείνα σύγαμπροι. Αυτοί, είχαν νομίσει είτε λέγανε πως είχανε έλεγχο στο παιχνίδι, είχε κι ο ένας απ΄τον άλλον υποστήριξη, πηγαίνανε νομίζανε στα σίγουρα: ντυμένοι σαν παγώνια και κουνούσανε τα όμορφα τα παντεπόπτικα τα μάτια στις ουρές τους, καμαρωμένοι και θεοί - αλλά με φυλλοκάρδια πως να τρέμουνε - μήνα την έπιανε κάνα δαιμονικό και τους ελάκιζε, που ήτανε η αύτη αναβαίνουσα ως στελέχη καπνού τεθυμιαμένη, ένα αερικό;Κι αυτοί, να μέναν να κοιτούνε τις μπουκάλες! Εις τον τεμπελχανέ υπήρχανε εντός της σάλας οι μπουκάλες στολισμένες καπνούς από αιθάλες, σα τζίνια παντοδύναμα. Ε, ρε, και να τους κάθιζε μια τέτοια κασκαρίκα, γιατί είναι η φύση άτιμη της θηλυκιάς, θυμόταν ο Ντημίτ πώς τονε είχε αποπάρει τη μέρα στο παζάρι, με τα μηλάκια της - σα να ΄ταν λιμαρόγατος ζημιάρης. Μα για να πάρει τη λίγη δύναμη, έσφιγγε το κουτάκι βελεβετίνικο από του Γιακουμή τα τεχνεμένα τα εργαλεία, είχε τη χρυσωμένη βέργα που τη δεσοστρογγύλωσε σε δαχτυλίδι βέρα, και θα της Εστέρας ηθέλει να τη φόραγε πρώτα εις το αριστερό της το χεράκι, στον παράμεσο, με τη φλεβίτσα ως επάνω στην καρδιά: για τ' αρραβώνα χάρη, και εις το γάμο να το βάλει στο δεξί της το χέρι - που θα ήταν για τα πάντα της γυναίκα του, καντέλα του Σαμπάτ - και τη γαστέρα της θα είχε αγαπήσει και έως πόνου. Όσο για το ΧατζηΡεΐς, αυτός εφούχτιαζε μια τυχερή πυξίδα που πάντοτε του έδειχνε τη Μέκκα, τον άγιο τόπο - όποτε έτρεμε πως έχανε το μπούσουλα, έτσι μονάχα εκρατούσε μια κάποια ψυχραιμία. Γιατί κι αν δεν την είχε την Αστέρω, κι αν ούτε θα την έπαιρνε - το φανταζόταν μήπως που τη χάσει και έτρεμε η γη όπως την ξέρουμε. Και τώρα - μαθές του είχε μπει και μιαν ιδέα, που παρεκτός κι αν ήταν δίδυμος κι από ίδια σπορά, δε θα μπορούσε να την έχει αναγνωρίσει ο Ντημίτ. Και πόσο τώρα να το ξέθαβε τέτοιο κακούργο θέμα, αλλά τον πήγαινε οι τρεις και δύο, και σε ποιόν και τί να μολογήσει; Μήπως θα ήτο το πιο σωστό και φρόνιμο να το αφήσει να σηκώσει το κεφάλι του το φίδικο, σα να μην ήτανε κι επ' ουδενί δικιά του ιδέα, να την αφήσει όπως και πέσει και κατακέφαλη επάνω στο Ντημίτ, τάχα αυτόνομα; ή να αρπάξει κι αυτόν τον ταύρο απ΄τα δολοφόνα κέρατα, εδώ μας επουλάει η ζωή μας αγοράζει, και τι να φοβηθούμε έτσι χαμένος που χαμένος, κακομοίρη; Αλλά δεν ήξερε και πώς αποφασίσει - κι από τα συμφραζόμενα να βγάλετε συμπέρασμα το τι το ντέρτι είχε! Γιατί, μανίτσα μου να πούμε, και για να πούμε τα σύκα-σύκα, κι αν είναι και ξερά, τόσο καλύτερο. Και γέμιζε το στόμα του μια γλύκα - και κει σκεφτόταν ότι ο άλλος ήτανε αψιός, από μαλαγανέματα δε σκάμπαζε - μονάχα να του κάνουν. Δεν ηφαινότανε το σχέδιο να δίνει υποσχέσεις, τί θα της έλεγε έτσι που ήταν μαθημένος τις Φραντσέζες; Έλα και κάτσε μου και δώμου και το χέρι σου, κι εγώ θα σ' ασημώσω; Και άμα της ερχότανε ανάποδα, και τονε έστελνε να πάει στο σατανάδικο; Τότε, ωχού κι αλοίμονο, έχανε κι ο Ρεΐσης τα Τζουμάρτεσα, το δεύτερο καλύτερο του γάμου - κι αυτό δεν ήταν του θεού, κι ουδέ γινότανε! Γαμώ το Γραίκικο κεφάλι το αγύριστο, να μην ηξέρει να της κάνει της κοπελιάς τυχόν γλυκοχαϊδέματα, τυχόν χαριστικά, να τηνε μπουρδουκλώσει - και πρι το καταλάβει να της είχε περάσει και τη βέρα - και μετά ας έκαμνε ότ' ήθελε - γιατί μπορεί να ήτο και σαν το μπουταλά, αλλ' ήτον κατά βάθους του καλός, θα την επρόσεχε. Όσο το έλεγε και μόνος του το έφτιαχνε - και κάπως από δω, και μήπως από κει - του ήρθε μια σαν επιφοίτηση, σαν το υγρό το πύρο - ένοιωσε πως τον σήκωσε το άρμα του ΙντρίςΗλία πλήρες της δόξας, και γύρισε στο φίλο και του μίλησε τη γλώσσα της αλήθειας. Μανέ μου, ποιός να τη ζητήσει πρώτος να ορχηστρώσουμε, και τι να είπεις περί του αυτού; Μήπως να πάγω εγώ σα μεσιακός, εσέ σ' έχει γνωρίσει πως τα ξέρουμε, και σ΄είχε και κάπως σαν πάρει ξεμπροστά - μην την ετρόμαζαν θυμητικά τα μηλαράκια και μας έδειξε - κι ύστερα πού να πάμε να απαγγιάσουμε; Κι ο άλλος, που τον έτρωγε το ίδιο το σαράκι - Ναίσκε του λέγει, για πού ακούστηκε αρραβωνιά χωρίς τον προξενεύοντα για τη διαμεσολάβηση, να μας επάρει για τρελούς μα να μας πάρει (εδώ, μιλούσε με το μεις και με το μας αδερφοσύνης, ή με το μέγα αριθμό του υπερφίαλου - κανείς δε ρώτησε, κανείς μηδέ θα μάθαινε). Κι έτσι επλεύσανε ως το Ιμπεριάλ, που κείνη ειδικώς τη μέρα το είχανε φαινόταν ντύσει στα ροζ ωσάν παστάδα, αργότερα ήταν που καταλάβανε ότι είχαν παραγγελμένα απ΄την εγγλέζικη πρεσβεία πόσα και γω δεν ξέρω ταψιά με τις μπουκίτσες το γκιούλ ραχάτλουκουμ, μάλιστα τις ηθέλαν τυλιγμένες σε ρόδινα μεταξωτά μαντήλια της τσέπης, όπως γίνοταν παλιότερα - το είχε θυμηθεί η πρέσβειρα που το συνήθιζε να κάνει η γιαγιούλα της (θεός να 'χει το χώμα της να είναι ελαφρύ εκεί στην πράσινη την εξοχή κοντά στο Λάουθ). Και είχανε κλείσει ορισμένως τη σάλα γιατί δεν εγινόταν με τόση πια δουλειά να έχουνε και πελάτες να εξυπηρετούν, αφού δε είχε φτάσει το μαγερειό, χρειάστηκε να βγούνε και οι κοπέλες να τυλίγουν τα τριαντάφυλλα λουκούμια - δεν ηπαίρνουμε πελάτες - το εξηγούσε ο τεμπελοχανάς ο ιδιοκτήτης - αλλά βεβαίως, για εσάς να κάνωμε και διάκριση, γιατί αμέ πολλά μας λείψατε και λέγαμε. Μα α δε σας πειράζουνε οι ακαταστασίες κι όλα τα κουρελάκια, και γενικώς η άχνη μας η ζάχαρη, να μη που σας λερώσει τα καφτάνια σας (έλα εσύ εδώ πιάσε φροκάλισε να κάτσουνε οι πολυχρονεμένοι, φώναξε προς το παραπαίδι, και του κοπάνησε και μια εις το τσερβέλο - κουφιοκέφαλε!). Κι εσείς, μαρή κοτούλες, άντε και γλήγορακαιγλήγορα, πίσω απ΄το καφάσι σας. Και γίνηκε μια αναταραχή και σα να πέταγαν πέταλα τριαντάφυλλα, ήτανε ό,τι και να πεις σα νάχε κατεβεί ο ουρανός επι της γης, το γκιούλμπαξε, γελάγαν τα μουστάκια του ΧατζηΡεΐση, δακρίζανε τα μάτια του Ντημίτ, ήταν οι οιωνοί καλοί του γάμου - και η Εστέρ ακόμα χαμπαρίμ, ήτονα στην κουζίνα κι ανακάτευε το σου μαχαλεμπίσι, αφού τους είχε μείνει τόσο πια ροδόσταμο, να μηνε πεταχτεί και πάει αφάνι, το έφτιανε αυτή ένα γλυκό να έχουνε την αύριο να το σερβίρουνε, να μείνει κέρδος δεύτερο. Κι έτσι, ε, βάνε τώρα με το νου σου και τι ήρθε να πάθει εκεί που ανακάτευγε - και μπαίνει ο Ρεΐσης από το καφασωτό - και παρουσία όλων των κοριτσιών υπάγει και της ελέει ότι γκιουλιούμ, τριανταφιλίτσα μου -τον έστειλε να είναι σα βαλής του, ο ξακουσμένος κι ευγενής ιδάλγικος ΝτημίτΕφέντης, να της ζητήσει λέει τ' αριστερό της χέρι, να τηνε πάει οδηγημένη στα μπροστά του, που θέλει την εζήτα για γυναίκα. Ω, και η Λίλιθ, κι η Τσάβα να συντρέχουνε - και τι να κάμει και η Σεφαρδίτισσα - αν ήτονα Ασκεναζίμ, να το σκεφτότανε. Μα από τη φτωχότατη μεριά της προελεύσεως, και με το μυστικό όπου της έκαιγε τα χείλια - αυτό μπορεί να μας το πει, μπορεί και όχι - και να μας μείνει αμανάτι και το ρώτημα, όμως το πώς να πω, ότι εκείνη είχε σαν τραύμα με τους περιτμημένους - και πολύ λίγο την ένοιαζε να παντρευτεί εκτός απ΄τη φυλή - του έδωσε το χέρι της και την επήγε κι ο Ρεΐσης στο Ντημίτ - της άνοιξε εκείνος το κουτάκι το βελβετί και της εζήτησε το άλλο της το χέρι, να τηνε πάρει δηλαδή Εδέμ του κήπο. Και η Εσθήρ, που ένοιωσε ότι κι ο ένας ήτονα ωραίος, αλλά πως με τον άλλον η ζωή την έδεσε ένεκα που τα μήλα της τα χυμένα εκ του καλαθιού, και ήτονα κι εκείνος νοστιμεύσιμος - δεν είπε, ως θα έλεγε μια άλλη κάποτε αλλού, ναι - γιατί και τί ο ένας, τί ο άλλος - παρά του είπε ναι, και τον εκοίταζε στα μάτια. Ναι, κι ας μη μου ξαναμίλαν οι δικοί μου, σε ναι σε έφεραν τα μήλα και του είπε και ναι του είπε ναι να γίνω κήπος σου και ναι του είπε ναι του είπε ναι.

(συνεχίζεται)


© Ολβία Παπαηλίου, 2013






Χρόνια αργότερα, τη συνταγή της Εσθήρ για το ραχάτλουκουμ τριαντάφυλλο - που πάντα θα εθύμιζε στους παρευρισκομένους εν τω Ιμπεριάλ, αυτή την ανορθόδοξη γαμήλια συμπρόταση, θα την λανσάριζε εις τας Αθήνας το ζαχαροπλαστείο "Ηνωμένα Βουστάσια" νομίζω στην ευρύτερη περιοχή της Κυψέλης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου