Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο)
7 Νοεμβρίου 2013 στις 1:24 π.μ.


Και λοιπόν, αφού το διπροτασικό της έγινε της Εστερίτσας μέσα στα γλυκά τριανταφυλλολούκουμα και χόρευαν τα ροζ μεταξωτά τα μαντηλάκια - και είχε γίνει ήδη ένα θέαμα προτού να γίνει γάμος, έβαλε μια φωνή ο νεαρόκαρδος ΝτημίτΕφέντης πώς όλους τους προσκάλεγε στην παντρειά, και τις κοπέλες από πίσω απ΄το καφασωτό το χώρισμα, να έρθουνε και κείνες - που ήταν και την ξέραν την Αστέρω του (ακόμα δεν την είχε νυμφευτεί, της άλλαξε το όνομα πάντοτε βιαστικός και τρεχατρέχας, σκέφτηκε ο Ρεΐσης - και μετά σκυλομετάνοιωσε και έβαλε τα τέτοια πόστα επί του εαυτού του - και σαν τι φίλος ήτανε κι ελόγου του, αμέσως να συλλογιστεί τέτοια φιδιά!). Λοιπόν, ελάτε και εσύ κι εσύ και φέρε και τη μάνα σου γιατί δεν έχουμε γονιούς να τους χαιρόμαστε - ας κάνουμε μια κοινοχτημοσύνη - εγώ βάζω τα κρέατα και τα αναίμακτα σφαχτάρια, φέρε εσύ τον απευτό σου και το σόγι σου, χίλιοι καλοί χωράμε. Και να ερθεί και ο αφρός της κρέμας από Εγγλέζικες κι Ιρλαντικές πρεσβείες, αφού η πρέσβειρά τους, εμ - είναι μερακλού και ξέρει απο λουκούμραχατ, και πώς μας έφτιαξε και τέτοιο σένιο σκηνικό να την ευχαριστήσουμε. Και η Εσθήρ, σκεφτόταν πώς να το' λεγε, να πάει στη μαμά της και να της πει - παντρεύομαι ένα Γραικό, έτσι, γιατί με ζήτησε και δεν τον είχα αφήσει να έρθει να μου μάζευε τα μήλα, τώρα εδέχτηκα να με κορφολογήσει; Αλλά, ένα καλό και ένα το κρατούμενο - αυτός ο αλήτης ο πατέρας της είχε κακοπεθάνει (εκείνος φταίει, και εξ' αιτίας του δεν ήθελε να παντρευτεί εντός φυλής - κι η άλλη, η μανούλα της - που ούτε και την πίστεψε - λες και θα έλεγε τέτοια κουβέντα άδικα... Κι αντί να τονε διώξει να πάει να τραβηχτεί κακά τσακίδια, της είπε της Εσθήρ - κι άντε αυτό να το ξεχάσει, δεν ξεχνιέται: πως ήθελε τον άντρα να της πάρει κι έβαλε για να σπείρει τις σπιουνιές, ότι, και ότι...). Και αναγκάστηκε να πάει να ζήσει η Εσθέρ σε όποια γειτονιά γνωρίζανε λαντίν, κι εκεί να πλένει σκάλες. Μέχρι που την εμάζεψε μια γραία, την αγάπησε σαν κόρη της, την έμαθε τις μαγεριές και κει ευρέθηκε να έχει απαγγιάσει. Μέχρι που πέθανε με χρόνια η γριούλα, και είχε η Εσθέρα μείνει με μια καψοκαλύβα να κρύβει το κεφάλι της. Κι εκεί ήταν που έμαθε ότι η μάνα της είχε τον άχρηστο εκείνον τον αχρείο πλέον νεκροφιλήσει, και τώρα ήτανε σαν το φτερό του ανέμου, και άκληρη και χήρα - και τη λυπήθηκε τη μαύρη τη βαριόμοιρη - πώς είχανε αλλάξει οι καιροί! Διότι, εκείνη είχε τότε ένα καλύβι κληροδότημα, και είχε και την εργασία της εις το Ιμπεριάλ, κι η μάνα που της έδωκε ζωή να ήτανε μονάχη και να μην έχει ούτε την κεφαλή και πού να πλύνε. Να θυμηθούμε, είπε στον καθρέφτη της σιμά, τις εντολές. Σεβάσου τη μητέρα σου, μην ψευδομαρτυρήσεις. Και ψέματα εφόσον ούτε έλεγε, έπρεπε να υπάγει και να την πάρει, να της δείξει σεβασμό - να προσπαθήσει να ανατρέψει το κακό όπου της έκανε, τότε όπου της είχε πει πάσα αλήθεια. Κι έτσι, την έφερε στο ξένο το πορτάκι, της άνοιξε και την καρδιά και την ξανάπε μάνα. Μα τώρα - αλλά τώρα; Και θα εκαταλάβαινε ή θα εσκέπαζε με τα μαύρα μαντήλια τον καθρέφτη, και απέ να κλαίγεται πώς είχε μία κόρη κι ότι της πέθανε; Και τί να έλεγε κι εκείνο το κορίτσι, ξανά μανά τα ίδια, το πώς και το γιατί - πού άμα έπιανε εκείνα και θυμότανε - έτσι της είχε πιάσει μία αναγούλα και θα επήγαινε κι ο σεβασμός κατά διαόλου: να μην τον είχε σώσει πατέρα τέτοιο, να τη λέγαν ορφανή από τα γεννοφάσκια κι ας μεγάλωνε μέσα στο μαύρο οίκτο - παρά τώρα που ήτανε να παντρευτεί, και να φοβάται πόσο θα την αγγίξει κι από πώς; Και έτσι είχε πάρει φόρα και το κεφάλι της από το ζήτημα της μάνας πάλι και είχε ξεστρατίσει, για να θυμάται τον απαίσιο, που πάτερα στα μάτια του, κι ας ήτο πεθαμένος κι ολολοιωμένος, φαγωτός απ΄τα σκουλήκια. Λοιπόν, νά και της δόθηκε η λύση - δε θα του έκανε τέτοιου λεχρίτη το χατήρι, δε θα τον άφηνε ουδέ στιγμή ακόμα να τηνε βασανίζει και πέρ' από τον τάφο - έχει και η υπομονή τα όριά της, ξεσπάθωσε η Εσθήρ και ώρα της που ήτανε. Από εδώ και στο εξής, ανήκω και εις άλλον - δεν είμαι του εαυτού μου, πολύ λιγότερο της μάνας μου - και αυτού του αιμομίχτη δεν του είμαι ούτε ο ίσκιος απ΄την κόρη του, απεταξάμην. Αυτά σκεφτότανε όπως τη γύρναγαν με σκεπαστή καρότσα σε κείνα τα στενά που βγάζανε στο σπίτι της στον Πάνω Μαχαλά, μέσα εις τα Λαντίνικα - που μένανε κυρίως οι Σεφαρδίτες και μερικοί (κακήν-κακώς) από τους Μιζραχείμ. Και κει που ίσως και να την έπαιρνε ο ύπνος μες την καρότσα και στο κούνα-κούνα - και κόντευε να πέσει και το κεφάλι της κάπως στα δεξιά και επί ώμου του Ντημίτ (την είχαν καθισμένη μεσιακή τους, και ο Χατζάκος ήτο απ' τα αριστερά - μη στάξει και μη βρέξει την φυλάγανε, μπας και δεν το πιστεύανε ακόμη ότι την είχαν σιγουρέψει), σηκώνεται από το μισοΰπνι - μπάστα και σταματάτε σεις εδώ - κι εδώ πηγαίνω μόνη μου, τους την αμόλησε. Και δρασκελά από το πάνω το Ντημίτ, και τους ελέει: Θα έρθω να σε βρω αύριο με τα ρούχα μου, τη βράκα που φοράω, τώρα είμαι δική σου - και τα ελαφομάτια της κοιτάγανε τη νύχτα. Και ούτε μα - ούτε ξεμά, έπεται μην την είδατε, είπαν στον καροτσέρη να γύρνα την καρότσα. Και μάθανε να περιμένουν, όπως φιρί-φιρί γυρεύανε να βρούνε το μπελά τους, εκείνη τη βραδυά το καταλάβανε πως ήτανε δεμένοι για τα πάντα στην αγάπη της - και να της δίνουνε την πίστη πως έπρεπε να μάθουνε. Κι ο Εφεντάκος τα εβρήκε σκούρικα, αλλ' ο ΧατζηΡεΐς του βάσταγε τα μπόσικα, τον έλεγε πως να μην τη φοβάται, και ότι θα γυρνούσε με την αυγή, θα πήγαινε και θα του έκρουε τη θύρα, και κει θα της ανοίγανε μαζί - και θα μυρίζανε κι οι δυο τους τη μαστίχα που άντε τώρα, να πάμε να την πιούμε. Γιατί έπρεπε και να βιαστούν για να προκάμουν να μεθύσουνε να ξεμεθύσουνε, να έρθει να τους βρει να περιμένουν να την περάσουν απ΄το κατώφλι και στο κονάκι μέσα, να γενεί Κυρά κι Αφέντρα. Και πήγανε και τραβηχτήκαν καταλλήλως, και θα ΄χε και η Αειπάρθενος την έννοια τους να τους ποτίζει σέρτικα χαμέμηλα, που είχαν γίνει - Θέ μου συχώρα με - της μαστιχίτσας σύχριστοι. Αυτά όμως, την αύριον, και μεις είμαστ' ακόμα εις τη σήμερον, για μερικές τις ώρες. Όπου, η Εσθεράστρη μπήκε ωσάν το άστρο του βραδιού μέσα στο σπίτι της, και θα 'φευγε ως άστρο της πρωίας, με μία ούτε χάρτινη βαλίτζα, με την εφτάφωτη τη μενορά, να 'χει στο νέο σπίτι της μια θέση για τη Σεκινά Σοφία, τη χήρα του Θεού. Και μόνο είπε στη μάνα της πως της αφήνει γειά, και πως της δώνει ό,τι και κομπόδεμα κι αν είχε μαζεμένο, και πάει και παντρεύεται - γιατί τη ζήτησ' ένας άντρας όμορφος με τα καλά του όλα. Και λέξη ούτε είπε για την παλιά αδικία, και για τους λόγους της αν είχε κι αν δεν είχε. Και η μητέρα της ούτε άλλο δε ρώτησε, γιατί την είδε όπου ήταν σαν αποφασισμένη. Αλλά μονάχα έπιασε να τραγουδάει ένα τραγούδι κοροϊδευτικό, σα μοιρολόι: Εστουρλού νο κόμε κάρνε πόρκε κιέρε κάζα απάρτε, Εστουρλού 'στουρλού 'στουρλού, Εστουρλού ντε λα μαμά, νο με τένγκας ντίγκουν μαλ. Εστουρλού σε φουέ αλ πόζο, πάρα βερ σου μπελ ερμόζο - Εστουρλού 'στουρλού 'στουρλού, εστουρλού ντε λα μαμά, νο με τένγκας ντίγκουν μαλ. Και η Εστουρλού, η Εσθερούλα, θυμήθηκε μια φορά, το κάποτε - που η μάνα της την αγαπούσε. Κι αν ίσως τώρα την κορόιδευε και τη μοιρολογούσε σα να είχε χαθεί κι είχε πεθάνει - η Εστέρ θα έβρισκε τον έρωτα, και θα την πήγαινε με μια καινούρια κάπα ο άντρας της στα θέατρα - και έτσι, άνοιξε το πορτάκι, ύστερα πίσω της το έκλεισε. Μαζί και κείνο το κεφάλαιο της νεαρής ζωής της, κι όλα τα προηγούμενα.

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013








Φυλαχτό με προσευχές για το ξεμάτιασμα και κατά βασκανίας, όπως επίσης και η προσευχή της μενορά όπως την είχε ζωγραφίσει η Εσθήρ δασκαλεμένη από τη γριά της ευεργέτιδα. Βρέθηκε σε μπαούλο σ' ένα πατάρι στην περιοχή Νεαπόλεως Εξαρχείων. Το οίκημα είχε εγκαταληφθεί εν όψει κατεδάφισης περί τα μέσα της δεκαετίας του 1990.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου