Σάββατο 10 Μαΐου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος, βιογραφία

10.5.14

βιογραφία 
στηριγμένος στο τελευταίο δόντι της εποχής
έβλεπε τις στιγμές έξω από τις μέρες
να τις αφήνουν απανθρακωμένες
στα δάχτυλα της ενοχής

από τις γρίλιες μιας σύντομης βιογραφίας
χύνονταν παχύρευστα ημίωρα
και λιωμένα δευτερόλεπτα

στον πυθμένα της επόμενης
σχημάτιζαν τα δεσμά των εποχών
που έρχονταν με πάταγο

αργά το απόγευμα
κατέβηκε στην πλαγιά της νεότητας
με τον ορίζοντα κοφτερό γιαταγάνι
πάνω από τα ραχιτικά όνειρα
και τις καχεκτικές περηφάνιες

η ανησυχία έμπαινε ανάμεσα στα δάχτυλα του
στις μασχάλες του
στα νύχια των ελπίδων του
όπως η αποκεφαλισμένη σαρανταποδαρούσα

το βράδυ άκουγε τα δαιμονισμένα σφυρίγματα
από τις υπερταχείες του χρόνου
έδενε τα παπούτσια με τις φτέρνες της υπομονής
κούμπωνε το παλτό
μέχρι το λαιμό της συνήθειας
κι έπαιρνε τους δρόμους

γιατί είναι τρομερό τη στιγμή
που σιδερόφρακτες στρατιές του χρόνου
έρχονται κατά πάνω σου
να χαζεύεις το συμμετρικό βηματισμό τους

Τζούτζη Μαντζουράνη





Το ποίημα, πρέπει να είναι σαν τον εσπρέσο.

Μικρό,πικρό και δυνατό."

Τ.Μ.

Veneratrice Silenciosa- Ολβία Παπαηλίου,Τα μικρά σχέδια στην άμμο



Veneratrice Silenciosa
9 Μαΐου

Τα μικρά σχέδια στην άμμο

Θα ήθελα, της είχε πει, να σ' έχω ζήσει τις μέρες Κυριακής,

(το έσβησε το κύμα). Και το άλλο. Κάποτε μένει η σιωπή

να σου θυμίζει τα τιτιβίσματα που πλέον δεν ακούγονται.

Το βάρος της κάθε αμαρτίας μας πληρώνουμε: απώλεια ψευτιάς

ελευθερίας, δεν ήθελε και ούτε χρειαζότανε τίποτα περισσότερο

από ένα νανούρισμα, το ξύπνημα στον ήλιο - τα πιο μικρά

τα τίποτα, αυτά τα τιποτάκια που έχει η κάθε πλύστρα,

και κάθε μια κομμώτρια, οι καλοπαντρεμένες με το ζεστό
τον άνεμο που ήρθε και τις έκαψε. Τη φυσικότητα του κύκλου,

όταν κλείνει. Τα χρώματα συζήτησης σ' όλες τις αποχρώσεις.

Δεν ήτανε γραφτό. Είχε τη θέση της, μια γκραντ οριζοντάλ:

κι ο ορίζοντας γελούσε με τη στάση της, τις μαχαιριές του ηλιοβασιλέματος.

© Ολβία Παπαηλίου, 2014



Ανδρέας Καρακόκκινος, "Λεμονανθοί στο πέλαγο"






Μόρφου

Οι δρόμοι το ίδιο στενοί
μ’ ονόματα αλλαγμένα
βήματα ξένα τους περπατούν
κι οι πόρτες των σπιτιών
τρίζουν απορημένες
μες στις αυλές τα γιασεμιά
είναι πάντα μαραμένα
χωρίς αγγίγματα των χεριών
που κάποτε τα τραγουδούσαν.

Απολιθωμένη μνήμη

Άδειοι τοίχοι ξεφτισμένοι
τα παλιά πορτραίτα
ξαναγύρισαν στους τάφους
η θάλασσα με τα όνειρα
ρουφήχτηκε απ’ το θεριό της λίμνης
τα έπιπλα καήκαν στη πυρά
μαζί με τις μάγισσες της νύχτας
κι η στάχτη τους σκορπίστηκε
στα τέσσερα σημεία της ανάσας μου
να αναπνέω απολιθωμένη μνήμη.

Κλεμμένο πορτοκάλι

Βάφαμε τις αυλές
με ανυπόμονες ματιές
μακραίναμε το χρόνο
ανάμεσα στις ανάσες
δυο βιβλίων ιστορίας
γνέθαμε τον έρωτα
στα μπλε τετράδια
εκεί που κρύβαμε τα μυστικά μας
και στο εξώφυλλο της καρδιάς
πλάθαμε με πηλό τα όνειρα
σε χρώμα κλεμμένου πορτοκαλιού
από τον κήπο δίπλα στο σχολείο
ύστερα ήρθε απρόσμενα
μια κόκκινη καταιγίδα φονική
τα έκλεψε όλα
και μας άφησε μονάχα
φλούδες αναμνήσεις.

Θ’ ανταμώσουμε ξανά

Θ’ ανταμώσουμε ξανά
στα χαλάσματα που μας προσμένουν
μέσα σε σιωπή εγκατάλειψης
και στα λυπημένα ακρογιάλια
με το πνιγμένο το γέλιο των παιδιών.

Θ’ ανταμώσουμε ξανά
γύρω από ένα ψάθινο πανέρι
γεμάτο πικραμένους λεμονανθούς
και πάνω στη μισογκρεμισμένη αποβάθρα
που βούλιαξε τα ταξίδια μας.

Θ’ ανταμώσουμε ξανά
κάτω από τον αστόλιστο Επιτάφιο
που περιφέρεται στα όνειρά μας
και θ’ αναζητήσουμε χωρίς φιλί
μια έσχατη Ανάσταση.
Από τη συλλογή «Λεμονανθοί στο πέλαγο», Θεσσαλονίκη 2013

Στη φωτογραφία: Νεαρές που ασχολούνται με το μάζεμα πορτοκαλιών στη Μόρφου (13/03/1969). Πηγές: http://www.mykypros.eu/
http://ppirinas.blogspot.gr/2014/02/blog-post_6.html

Ελένη Μαυρογονάτου:«Στο ῶ της πιο γενναίας λέξης»

Από την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «Στο ῶ της πιο γενναίας λέξης» της Ελένης Μαυρογονάτου:

Ελένη Μαυρογονάτου:«Στο ῶ της πιο γενναίας λέξης», 1ο μέρος

Ελένη Μαυρογονάτου:«Στο ῶ της πιο γενναίας λέξης», 2ο μέρος


Χλόη Κουτσουμπέλη




Άλλοι το ονόμαζαν ψαλίδι, άλλοι μαχαίρι, κάποιοι βελόνα η ξυραφάκι. Η διαδικασία ήταν απλή. Το έμπηγες στις απολήξεις των δαχτύλων, στο ελάχιστο σημείο επαφής με την σάρκα. Την ίδια στιγμή μία χερσόνησος έχανε ξαφνικά το ένα της πόδι ή μία σκιά γάτας διαπερνούσε έναν τοίχο. Κάπου μακριά ένα περίεργο πλάσμα σηκωνόταν για πρώτη φορά στα δύο του πόδια, οσμιζόταν τον αέρα και ένιωθε το στήθος του να διαλύεται. Δεν άλλαζε τίποτα στην θέση των πλανητών. Ο κόσμος συνέχιζε να γυρίζει γύρω από την πυξίδα του. Κάποιοι το ονόμασαν πόνο, άλλοι έρωτα. Μα ήταν μόνο ένας άνθρωπος με ανοιχτά χέρια μέσα στο απέραντο σύμπαν που ολοένα κρύωνε.
Χλόη Κουτσουμπέλη
9/5/2014

Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

Γιάννης Ρίτσος, Ἐπιτάφιος - 9/5/36 νεκρός ο Γιάννης Τούσης


«Μέρα Μαγιού μου μίσεψες». Η Κατίνα, πεσμένη στα γόνατα στο δρόμο πάνω από το άψυχο σώμα του γιου της, θρηνεί για τον Τάσο που έπεσε χτυπημένος από σφαίρες χωροφυλάκων. Είναι Μάιος του 1936 στη Θεσσαλονίκη και το πανελλήνιο συγκλονίζεται. Ο Γιάννης Ρίτσος αντικρίζει την εικόνα και πυροδοτείται μέσα του η καυτή ποιητική λάβα, που οδήγησε στη συγγραφή του Επιταφίου.


9/5 τιμάτε ή έπρεπε να τιμάτε ο χαμός του Γιάννη Τούση όπως γράφει το κάτωθι άρθρο διαβάστε το : http://www.asvestohori.gr/?p=1371


Γιάννης Ρίτσος - Ἐπιτάφιος (ἀποσπάσματα)

(Θεσσαλονίκη. Μάης τοῦ 1936. Μιὰ μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου,

μοιρολογάει τὸ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της,

βουΐζουν καὶ σπάζουν τὰ κύματα τῶν διαδηλωτῶν - τῶν ἀπερ-

γῶν καπνεργατῶν. Ἐκείνη συνεχίζει τὸ θρῆνο της):


I

Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,

πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;

Γιόκα μου, ἐσὺ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Ποὺ μάντευες τί πέρναγα κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,

τώρα δὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα
καὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;

Πουλί μου, ἐσὺ ποὺ μοῦ ῾φερνες νεράκι στὴν παλάμη
πῶς δὲ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;

Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω
καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.

Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει
κι εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.

Δὲ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγὼ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω
καὶ στὰ βυζιὰ ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.

II

Κορώνα μου, ἀντιστύλι μου, χαρὰ τῶν γερατειῶ μου,
ἥλιε τῆς βαρυχειμωνιᾶς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη
χωρὶς γουλιά, σταλιὰ νερὸ καὶ φῶς κι ἄνθο κι ἀστάχυ ;

Μὲ τὰ ματάκια σου ἔβλεπα τῆς ζωῆς κάθε λουλούδι,
μὲ τὰ χειλάκια σου ἔλεγα τ᾿ αὐγερινὸ τραγούδι.

Μὲ τὰ χεράκια σου τὰ δυό, τὰ χιλιοχαϊδεμένα,
ὅλη τη γῆς ἀγκάλιαζα κι ὅλ᾿ εἴτανε γιὰ μένα.

Νιότη ἀπ᾿ τὴ νιότη σου ἔπαιρνα κι ἀκόμη ἀχνογελοῦσα,
τὰ γερατειὰ δὲν τρόμαζα, τὸ θάνατο ἀψηφοῦσα.

Καὶ τώρα ποὺ θὰ κρατηθῶ, ποὺ θὰ σταθῶ, ποὺ θἄμπω,
ποὺ ἀπόμεινα ξερὸ δεντρὶ σὲ χιονισμένο κάμπο;

Γιέ μου, ἂν δὲ σοὖναι βολετὸ νἀρθεῖς ξανὰ σιμά μου,
πᾶρε μαζί σου ἐμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.

Κι ἂν εἶν᾿ τὰ πόδια μου λιγνά, μπορῶ νὰ πορπατήσω
κι ἂν κουραστεῖς, στὸν κόρφο μου, γλυκὰ θὰ σὲ κρατήσω.

III

Μαλλιὰ σγουρὰ ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα
τὶς νύχτες ποὺ κοιμόσουνα καὶ πλάϊ σου ξαγρυπνοῦσα,

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο,
καμάρα ποὺ τὸ βλέμμα μου κούρνιαζε ἀναπαμένο,

Μάτια γλαρὰ ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη
πρωινοῦ οὐρανοῦ, καὶ πάσκιζα μὴν τὰ θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσκομύριστο ποὺ ὡς λάλαγες ἀνθίζαν
λιθάρια καὶ ξερόδεντρα κι ἀηδόνια φτερουγίζαν,

Στήθεια πλατιὰ σὰν τὰ στρωτὰ φτερούγια τῆς τρυγόνας
ποὺ πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ ἡ πίκρα μου κι ὁ ἀγώνας,

Μπούτια γερὰ σὰν πέρδικες κλειστὲς στὰ παντελόνια
ποὺ οἱ κόρες τὰ καμάρωναν τὸ δείλι ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,

Καὶ γώ, μὴ μοῦ βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ἄντρα,
σοῦ κρέμαγα τὸ φυλαχτὸ μὲ τὴ γαλάζια χάντρα,

Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ᾿ εὐωδιαστό μου δάσο,
πῶς νὰ πιστέψω ἡ ἄμοιρη πῶς μπόραε νὰ σὲ χάσω;

ΙV

Γιέ μου, ποιὰ Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιὰ μοῦ τὄχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιὰ στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;

Πουρνὸ - πουρνὸ μοῦ ξύπνησες, μοῦ πλύθηκες, μοῦ ἐλούστης
πριχοῦ σημάνει τὴν αὐγὴ μακριὰ ὁ καμπανοκρούστης.

Κοίταες μὴν ἔφεξε συχνὰ - πυκνὰ ἀπ᾿ τὸ παραθύρι
καὶ βιαζόσουν σὰ νἄτανε νὰ πᾶς σὲ πανηγύρι.

Εἶχες τὰ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τὸ σαγόνι
κι εἴσουν στὴν τόλμη σου γλυκός, ταῦρος μαζὶ κι ἀηδόνι.

Καὶ γὼ ἡ φτωχειὰ κ᾿ ἡ ἀνέμελη καὶ γὼ ἡ τρελλὴ κ᾿ ἡ σκύλα,
σοὔψηνα τὸ φασκόμηλο κι ἀχνὴ ἡ ματιά μου ἐφίλα

Μιὰ - μιὰ τὶς χάρες σου, καλέ, καὶ τὸ λαμπρό σου θωρὶ
κι ἀγαλλόμουν καὶ γέλαγα σὰν τρυφερούλα κόρη.

Κι οὐδὲ κακόβαλα στιγμὴ κι οὐδ᾿ ἔτρεξα ξοπίσω
τὰ στήθεια μου νὰ βάλω μπρὸς τὰ βόλια νὰ κρατήσω.

Κι ἔφτασ᾿ ἀργὰ κι, ὤ, ποὺ ποτὲς μὴν ἔφτανε τέτοια ὥρα
κι, ὦ, κάλλιο νὰ γκρεμίζονταν στὸ καύκαλό μου ἡ χώρα.

V

Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,
καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.

Ἡ μπλέ σου ἡ μπλοῦζα τῆς δουλειᾶς στὴν πόρτα κρεμασμένη
θὰ καρτεράει τὴ σάρκα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.

Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερὸ τὸ δροσερό σου στόμα,
θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ γάτα μας στὰ πόδια σου νὰ παίξει
κι ὁ ἥλιος ἀργὸς θὰ καρτερᾷ στὰ μάτια σου νὰ φέξει.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ ρούγα μας τ᾿ ἁδρὸ περπάτημά σου
κ᾿ οἱ γρίλιες οἱ μισάνοιχτες τ᾿ ἀηδονολάλημά σου.

Καὶ τὰ συντρόφια σου, καλέ, ποὺ τὶς βραδιὲς ἐρχόνταν
καὶ λέαν καὶ λέαν κι ἀπ᾿ τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια ἐφλογιζόνταν

Καὶ μπάζανε στὸ σπίτι μας τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέρια,
παιδί μου, θὰ σὲ καρτερᾶν νὰ κάνετε νυχτέρια.

Καὶ γὼ θὰ καρτεράω σκυφτὴ βραδὶ καὶ μεσημέρι
νἀρθεῖ ὁ καλός μου, ὁ θάνατος, κοντά σου νὰ μὲ φέρει.

...

ΙΧ

Ὦ Παναγιά μου, ἂν εἴσουνα, καθὼς ἐγώ, μητέρα,
βοήθεια στὸ γιό μου θἄστελνες τὸν Ἄγγελο ἀπὸ πέρα.

Κι, ἄχ, Θέ μου, Θέ μου, ἂν εἴσουν Θεὸς κι ἂν εἴμασταν παιδιά σου
θὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου.

Κι ἂν εἴσουν δίκειος, δίκαια θὰ μοίραζες τὴν πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδὶ νὰ φάει καὶ νὰ χορτάσει.

Γιέ μου, καλὰ μοῦ τἄλεγε τὸ γνωστικό σου ἀχεῖλι
κάθε φορὰ ποὺ ὁρμήνευε, κάθε φορὰ ποὺ ἐμίλει:

Ἐμεῖς ταγίζουμε ζωὴ στὸ χέρι: περιστέρι,
κ᾿ ἐμεῖς οὔτ᾿ ἕνα ψίχουλο δὲν ἔχουμε στὸ χέρι.

Ἐμεῖς κρατᾶμε ὅλη τὴ γῆς μὲς στ᾿ ἀργασμένα μπράτσα
καὶ σκιάχτρα στέκουνται οἱ Θεοὶ κι ἀφέντη ἔχουνε φάτσα.

Ἄχ, γιέ μου, πιὰ δὲ μοὔμεινε καμιὰ χαρὰ καὶ πίστη,
καὶ τὸ χλωμὸ καὶ τὸ στερνὸ καντήλι μας ἐσβήστη.

Καί, τώρα, ἐπὰ σὲ ποιὰ φωτιὰ τὰ χέρια μου θ᾿ ἀνοίγω,
τὰ παγωμένα χέρια μου νὰν τὰ ζεστάνω λίγο;



http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/giannhs_ritsos/epitafios-i.htm










http://www.kolivas.de/archives/31654
Μια φωτογραφία, μια ιστορία, ένα ποίημα, ένα τραγούδι…


Μια φωτογραφία:

Η μαυροφορεμένη μάνα, με τα χέρια σηκωμένα, μοιρολογά τον σκοτωμένο γιο της, που βρίσκεται ξαπλωμένος πρόχειρα σε μια ξύλινη πόρτα, που είχε ξηλωθεί από κοντινό γιαπί. Η φωτογραφία λήφθηκε στις 9 Μάη 1936 στη Θεσσαλονίκη και δημοσιεύτηκε την άλλη μέρα στην εφημερίδα «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ». Ο νεκρός είναι ο κομμουνιστής εργάτης Τάσος Τούσης, ο πρώτος νεκρός από τη δολοφονική επίθεση της έφιππης αστυνομίας εκείνη την μέρα.








Μια ιστορία:

Μάης 1936. Από το Μάρτη αρχίζουν να κηρύσσονται απεργίες σε διάφορους κλάδους εξαιτίας των άθλιων συνθηκών και όρων εργασίας. Το επίκεντρο των κινητοποιήσεων είναι η Θεσσαλονίκη. Στις 29 του Απρίλη οι καπνεργάτες αποφασίζουν να κατέβουν σε απεργία διαρκείας. Γρήγορα η απεργία επεκτείνεται και σε άλλες πόλεις και αποκτά σε λίγες μέρες πανελλαδικό χαρακτήρα. Πρωθυπουργός ήταν τότε στην Ελλάδα, ο Ιωάννης Μεταξάς, ο μετέπειτα δικτάτορας, που στις εκλογές είχε καταλάβει μόλις επτά έδρες. Είχε διοριστεί από τον βασιλιά, μετά τον ξαφνικό θάνατο του Δεμερτζή, κατορθώνοντας να πάρει, με τη βοήθεια των αστικών κομμάτων, ψήφο εμπιστοσύνης από τη βουλή.


Η εντολή του Μεταξά είναι σαφής: Να διαλυθούν οι απεργοί με κάθε μέσο και τρόπο. Έτσι αρχίζουν να σημειώνονται επιθέσεις και σοβαροί τραυματισμοί απεργών. Στις 8 Μάη οι απεργοί πραγματοποιούν συγκέντρωση. Η προσπάθεια της Χωροφυλακής να εμποδίσει την πορεία τους πέφτει στο κενό. Τότε έφιπποι χωροφύλακες επιτίθενται και κάποιοι αρχίζουν να πυροβολούν. Οι απεργοί όμως δεν πτοούνται.





Το πρωτοσέλιδο του ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ στις 10 Μάη του 1936 (μια μέρα μετά το ματοκύλισμα)


Μετά απ” αυτό το χτύπημα η τότε Ενωτική ΓΣΣΕ κηρύσσει για την επομένη, 9 Μάη, 24ωρη απεργία. Η Θεσσαλονίκη μετατρέπεται από την κυβέρνηση Μεταξά σε στρατοκρατούμενη πόλη με χωροφύλακες και στρατιώτες παντού, ενώ επιστρατεύονται οι σιδηροδρομικοί, οι τροχιοδρομικοί και οι ηλεκτρολόγοι. Οι απεργοί αγνοούν την επιστράτευση και πραγματοποιούν μια μαχητική και μαζική συγκέντρωση. Αρχίζουν οι συγκρούσεις και η συγκέντρωση δέχεται δολοφονική επίθεση από την έφιππη αστυνομία. «Βαράτε στο ψαχνό», είναι η διαταγή. Πολλοί στρατιώτες αρνούνται να πυροβολήσουν και περνούν με το μέρος των διαδηλωτών, αγκαλιάζοντάς τους. Οι νεκροί εκείνης της μέρας ανέρχονται σε 9, μεταξύ αυτών και ο Τάσος Τούσης, ενώ κάποιοι μιλούν για 12, άλλοι για 30, 40… Εκατοντάδες είναι οι τραυματίες. Έτσι, και με τα γεγονότα των επόμενων μερών, γράφτηκε μια από τις ηρωικότερες σελίδες στην ιστορία του εργατικού κινήματος της χώρας μας.





Το πρωτοσέλιδο του ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ στις 11 Μάη του 1936


Ένα ποίημα:

Η δημοσιευμένη στο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ φωτογραφία της μάνας που θρηνεί, πάνω από το άψυχο σώμα του γιου της, θα συγκλονίσει τον Γιάννη Ρίτσο και θα του εμπνεύσει την ποιητική συλλογή «Επιτάφιος».


Γιάννης Ρίτσος – «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» (Απόσπασμα)
I

Γιε μου σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,

πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα πού πικρά σου λέω;

Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Που μάντευες τι πέρναγε κάτου απ” το τσίνορό μου,

Τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δε μαντεύεις τις πληγές πού τρώνε μου τα σπλάχνα;

Πουλί μου, εσύ που μου “φερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;

Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ” άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.

Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κ” είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.
Δε μου μιλείς κ” η δόλια εγώ τον κόρφο δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιέ μου μπήγω.
II

Κορώνα μου, αντιστύλι μου, χαρά των γερατιώ μου,
ήλιε της βαρυχειμωνιάς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πώς μ” άφησες να σέρνουμαι και να πονώ μονάχη
χωρίς γουλιά, σταλιά νερό και φως κι άνθο κι αστάχυ;

Με τα ματάκια σου έβλεπα της ζωής κάθε λουλούδι,
με τα χειλάκια σου έλεγα τ” αυγερινό τραγούδι.

Με τα χεράκια σου τα δυό, τα χιλιοχαϊδεμένα,
όλη τη γης αγκάλιαζα κι όλ” είτανε για μένα.

Νιότη απ” τη νιότη σου έπαιρνα κι ακόμη αχνογελούσα,
τα γερατειά δεν τρόμαζα, το θάνατο αψηφούσα.

Και τώρα που θα κρατηθώ, που θα σταθώ, που θάμπω,
που απόμεινα ξερό δεντρί σε χιονισμένο κάμπο;

Γιε μου, αν δε σούναι βολετό ναρθείς ξανά σιμά μου,
πάρε μαζί σου εμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.
Κι αν είν” τα πόδια μου λιγνά, μπορώ να περπατήσω
κι αν κουραστείς, στον κόρφο μου, γλυκά θα σε κρατήσω…


Ένα τραγούδι:

Ο Γιάννης Ρίτσος μετά την επιστροφή του από την εξορία άρχισε να επανεκδίδει τα βιβλία του. Το 1958 έστειλε και την ποιητική του συλλογή «Επιτάφιος» στον συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, που βρίσκονταν τότε στο Παρίσι, με την αφιέρωση: «Το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά στα 1938 κάτω από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός». Ο μεγάλος συνθέτης μας μελοποίησε τους στίχους του Ρίτσου, μέσα σε μια μέρα όπως αναφέρεται, και έκανε έτσι τον «Επιτάφιο» χιλιοτραγουδισμένο: «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες», «Πού πέταξε τ” αγόρι μου», «Βασίλεψες αστέρι μου», «Στο παραθύρι στέκοσουν», κ.ά.

Πηγή http://www.kolivas.de/archives/31654

Η σκληρή φωτογραφία που είδε ο Ρίτσος και συγκλονισμένος έγραψε τον Επιτάφιο

Μια μάνα θρηνεί πάνω στον νεκρό γιο της στη Θεσσαλονίκη, πάνω στην άσφαλτο. Εχει χτυπηθεί από πυρά χωροφυλάκων. Βλέποντας την επόμενη μέρα τη φωτογραφία στον Ριζοσπάστη ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος, συγκλονισμένος γράφει τον Επιτάφιο - ποίημα σταθμό για τη χώρα που πήρε άλλη διάσταση και μέγεθος όταν στη συνέχεια μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη.

Τον Μάιο του 1936 οι απεργίες σαρώνουν τη χώρα και κυρίως τη Θεσσαλονίκη όπου δεν λείπουν τα έντονα επεισόδια αλλά και η αιματοχυσία.


Δώδεκα άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους με πρώτο τον 25χρονο αυτοκινητιστή Τάσο Τούση από το Ασβεστοχώρι. Οι σύντροφοί του τον βάζουν σε μια ξύλινη πόρτα που ξήλωσαν από οικοδομή για να τον μεταφέρουν. Η μάνα του πεσμένη στα γόνατα τον μοιρολογεί μέσα στο δρόμο γύρω από χωροφύλακες και διαδηλωτές. Τη σπαρακτική εικόνα αποτυπώνει ο φωτογραφικός φακός, φτάνει σε όλη την Ελλάδα και ο μεγάλος ποιητής κλονίζεται από το δράμα του Τάσου Τούση και της μάνας του Κατίνας. Μέσα σε τρεις μέρες γράφει 14 από τα 20 ποιήματα και δημοσιεύει κάποια εξ αυτών στον Ριζοσπάστη στις 12 Μαΐου.


Ο Επιτάφιος στα χέρια του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι.
Το βιβλίο με τα ποιήματα του Επιταφίου κυκλοφορεί τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου. Τα χρόνια περνάνε, ο Επιτάφιος για λίγο ξεχνιέται, μέχρι που χρόνια μετά ο Ρίτσος τον επανεκδίδει και στέλνει ένα αντίτυπο στον Μίκη Θεοδωράκη που τότε βρισκόταν στο Παρίσι. Στην αφιέρωση σημειώνει «το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά το 1938 κάτω από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός». Ηταν μοιραίο: Συνεπαρμένος ο Μίκης Θεοδωράκης αποφασίζει επιτόπου να το μελοποιήσει. Όπου βρεθεί, ακόμη και στο αυτοκίνητο περιμένοντας τη γυναίκα του να γυρίσει από τα ψώνια. Στέλνει τα πρώτα αποτελέσματα της δουλειάς του στο Ρίτσο, αλλά και στο Χατζιδάκι. Επιστρατεύει τον Γρηγόρη Μπηθικώτση για το πιο λυγμικό και αντρίκιο θρήνο της ελληνικής μουσικής. Tο 1960 μπαίνει στο στούντιο, στην Αθήνα. Όμως πλάι στον Ρίτσο και τον Θεοδωράκη στέκεται και ο Μάνος Χατζιδάκις στην πιο γοητευτική ίσως συνύπαρξη μουσικής και ποίησης. Ο Μάνος Χατζιδάκις ενορχηστρώνει, διευθύνει την ορχήστρα, επιλέγει την τραγουδίστρια που δεν είναι άλλη από τη Νάνα Μούσχουρη.


Το 1961 κυκλοφορεί ο δίσκος.

«Και μούλεες, γιε, πως όλ' αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,

και τώρα εσβήστης κ' έσβησε το φέγγος κ' η φωτιά μας.»



Πηγή http://www.iefimerida.gr



Όμως ο Μίκης Θεοδωράκης αισθάνεται ότι αυτή η εκτέλεση δεν έχει το λαϊκό βάρος, τη γειωμένη πολιτική διάσταση που επιθυμούσε. Έτσι, κάνει τη δική του ηχογράφηση χρησιμοποιώντας τον δωρικό Γρηγόρη Μπιθικώτση και τον Μανώλη Χιώτη. Βρισκόμαστε στο έτος 1961. Γράφει ο δημοσιογράφος Γιώργος Νοταράς: «Στην Ελλάδα η κοινωνική και η αισθητική ανατροπή ξεκίνησαν παρέα, χέρι-χέρι, μέσα από το τραγούδι, με ιστορική αφετηρία τη συνάντηση του Μίκη Θεοδωράκη με το Γιάννη Ρίτσο στον "Επιτάφιο". Επρόκειτο για ελληνικής ταυτότητας ανατροπή, γιατί το ζητούμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν ν' αλλάξει ο κόσμος, αλλά κατ' αρχάς η Ελλάδα. Ο "Επιτάφιος" λοιπόν, με τη σπουδαία ποίηση και τη μουσική του, αλλά βασισμένος σε λατρεμένους λαϊκούς ρυθμούς και με τη μοναδική φωνή του Μπιθικώτση έκανε την πρώτη κίνηση και η απήχησή του ήταν καταλυτική παντού».





Πηγή: http://www.iefimerida.gr/
http://www.iefimerida.gr/