Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Veneratrice Silenciosa Μέρα που είναι



Μέρα που είναι

"Ωραία λοιπόν, και μέρα τέτοια που ΄ναι, ίσως να το οφείλουμε εντέλει:

προτού να συγχωρήσουμε και να συχωρεθούμε, θα πρέπει

να ειπωθούν οι πόθοι και τα αίσχη: το λένε τα βιβλία και η γνώση, και όλων των γονέων οι σοφίες, κι οι σοφιστείες του κώλου
κι οι θρησκείες: πως τους γεννήτορές μας πρέπει να τιμούμε,

πως δηλαδή πρέπει να αγαπούμε τον κάθε μας πλησίον της αδικίας,

της αμαρτίας, και του φόνου της καρδιάς μας. Στη λοταρία ποιός λαχνός να σου ΄χε πέσει; Καλός γονιός, είναι εκείνος που μπορούσε να είναι αρκετά καλός, και λίγο ακόμα. Αλλά, ποιός είναι εκείνος που ορίζει το μέτρο το αρκετό; Κάποιοι ξεμένουν να γλύφουν τις πληγές τους χρόνια πόσα, κάποιοι άλλοι επιβάλλουν τα ίδια και στα τέκνα τα δικά τους, κι όλοι μαζί χορεύουμε στο βρόντο.

Και ακούω να αναφέρονται κάποιοι στην εποχή τους, την ηλικία

την κρυφή, την παιδική τους - με χρώματα πανέμορφα κι ωραία,

άλλοι με σκόνη, στάχτη και μοιραία. Λέω λοιπόν, πως για να συγχωρήσει

άνθρωπος τ' ασυγχώρητα - θα πρέπει, να ενθυμείται, να' χει

ξεπεράσει ανάγκη των θεσμών και των δεσμών του - να ρίχνει

τις ελπίδες του του ανέμου, να συγχωρεί πρώτα τον εαυτό του -

που κακώς αγαπήθηκε. Και όχι, δικαίωση καλή να περιμένει,

κι απόδοση του δίκιου απ΄τους ξένους: ο μόνος που μπορεί

να συχωρνάει είναι ο θάνατός σου, η ζωή μου - εγώ μονάχα

πιόνι της ερήμου κι ο βάτος που όπως φλέγεται, πυρώνει."

© Ολβία Παπαηλίου, 2014




Veneratrice Silenciosa
11/5/2014 ·

Διαβάστε ότι έχω "κλέψει" από το προφίλ της εδώ http://poihtikakailogotexnikaanalogia.blogspot.gr/search/label/%CE%9F%CE%BB%CE%B2%CE%AF%CE%B1%20%CE%A0%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B7%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85


Χλόη Ν. Αμαράντου Θα με θυμάσαι, θα το δεις



Στίχοι: Χλόη Ν. Αμαράντου
Μουσική - Τραγούδι: Γιώργος Πολύζος

http://youtu.be/hfXZs5xOmgA


Τόλης Νικηφόρου «κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ» - η ερωτική ιστορία ενός ποιήματος




(πίνακας: Ντίνος Παπασπύρου)

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014



«κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ» - η ερωτική ιστορία ενός ποιήματος


Πολλά από τα ποιήματά μου δεν είναι απλές εμπνεύσεις της στιγμής, έχουν τη δική τους ιστορία. Μια ιστορία συχνά ερωτική και σχεδόν πάντα λυπημένη, αφού εγώ δεν ξέρω χαρούμενες ιστορίες. Δεν ξέρω καν αν υπάρχουν χαρούμενα ποιήματα.




Όπως λοιπόν «το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί», έτσι επιλέγει και τον χρόνο που η ιστορία του θα αναδυθεί στην επιφάνεια. Για λόγους μυστικούς και ανεξιχνίαστους. Με εμένα βέβαια ως αφηγητή, αναπόφευκτα εμένα. Και με λίγα λόγια. Παρόλο που θα μπορούσε να γραφτεί ένα μεγάλο διήγημα ή ακόμη και μυθιστόρημα.




Η Σιμόνη ήταν ο εφηβικός μου έρωτας. Ο έρωτας στα 18 μας χρόνια. Εγώ είχα μόλις αποφοιτήσει από το γυμνάσιο και εκείνη θα πήγαινε στην έκτη τάξη. Ένας έρωτας που άρχισε στις αμμουδιές της Αγίας Τριάδας το καλοκαίρι του 1957 και συνεχίστηκε επί σχεδόν δύόμιση χρόνια στα πάρκα, στη νέα παραλία, στις ερημιές της Θεσσαλονίκης.




Την αγαπούσα τη Σιμόνη. Με όλο το πάθος, με όλη την απελπισία, με όλη την αδεξιότητα της ηλικίας μου. Είμασταν όμως και οι δύο πολύ νέοι, σχεδόν παιδιά, η κοινωνία ήταν συντηρητική και οι οικογένειες αυστηρές, οι συνθήκες δύσκολες και το μέλλον εντελώς αβέβαιο. Έτσι αναγκάστηκα να διακόψω την αναβολή΄λόγω σπουδών για να υπηρετήσω τη θητεία μου στον στρατό.




Τους πρώτους μήνες τα γράμματα της Σιμόνης ήταν σχεδόν καθημερινά και φλογερά, με τον καιρό όμως αραίωσαν και έγιναν κάπως τυπικά. Ιδίως όταν εγώ περνούσα τη σκληρή εκπαίδευση στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού στο Ηράκλειο. Κάτι λοιπόν μου έγραψε εκείνη για χορούς και διασκεδάσεις, κάτι της απάντησα εγώ εκνευρισμένος από τα καψόνια της σχολής, το αποτέλεσμα ήταν να χωρίσουμε δι' αλληλογραφίας. Όσο απίστευτο κι αν φαίνεται.




Όταν γύρισα στη Θεσσαλονίκη, περίπου δυο χρόνια αργότερα, της έκανα ένα διστακτικό τηλεφώνημα, ουσιαστικά όμως δεν επιδίωξα να τη δω για να ξεκαθαρίσουμε την κατάσταση. Και ακολούθησαν όλα όσα φέρνει η ζωή.




Ακολούθησαν 40 χρόνια χωρίς ποτέ να συναντηθούμε. Αν και, με εξαίρεση τα πέντε δικά μου χρόνια στην Αθήνα και το Λονδίνο, ζούσαμε και οι δύο στο κέντρο της ίδιας πόλης. Κάποιος μου είπε ότι η Σιμόνη είχε παντρευτεί, ότι έκανε παιδιά. Είχα φυσικά κι εγώ παντρευτεί με τη Σοφία στο Λονδίνο.




Μια νύχτα λοιπόν, εντελώς απροειδοποίητα μετά 40 χρόνια, είδα τη Σιμόνη στ' όνειρό μου. Περπατούσαμε, λέει, στον δρόμο όπως παλιά κι είχα το χέρι μου περασμένο στους ώμους της όπως παλιά, και την αγαπούσα όπως παλιά. Ξύπνησα με μια φοβερή αίσθηση νοσταλγίας. Και κάθισα και της έγραψα το παρακάτω ποίημα.




κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ




δέντρα, αραιοί διαβάτες, παγωνιά,

και κάτω απ' τις κραυγές των γλάρων το ωδείο.

στο πάρκο της Ηλεκτρικής από νωρίς περίμενα

κοιτάζοντας προς τη μεριά της θάλασσας.

κάποτε φάνηκες

κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ

κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ

και μέσα στην ομίχλη μου χαμογελούσες.

στις μύτες στάθηκες να με φιλήσεις

κι ύστερα έφυγες

κι όσο χρόνο το χρόνο στο βάθος σβήνεις

τόσο πιο καθαρά λάμπεις στα μάτια μου

μέχρι που ξέρω πια με βεβαιότητα

πως είσαι δεκαοχτώ χρονώ

κάπου έξι μήνες πιο μικρή από μένα

πηγαίνεις στο παλιό ωδείο

σε λεν Σιμόνη

κι αγαπιόμαστε τρελά




Το ποίημα αυτό εντάχθηκε στη συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, 1999. Λίγο αργότερα εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων μου Νόστος, 2000, για τα χρόνια του σχολείου. Έψαξα λοιπόν και βρήκα το τηλέφωνο της Σιμόνης και της τηλεφώνησα. Για να της στείλω το βιβλίο. Και για να ακούσω τη φωνή της. Ούτε η δική της είχε αλλάξει, ούτε η δική μου. Εγώ όμως θέλω να σε δω, της είπα. Κι εγώ θέλω να σε δω, απάντησε εκείνη.




Συναντηθήκαμε λοιπόν. Συναντηθήκαμε, ήπιαμε καφέ και θυμηθήκαμε τα παλιά. Συγκινηθήκαμε και οι δύο, ίσως δακρύσαμε. Για τα όνειρα της εφηβείας μας και για όσα δεν είχαν γίνει ποτέ πραγματικότητα. Εγώ πάντα σ' αγαπώ, της είπα τότε. Κι εγώ σ' αγαπώ, μου απάντησε,πώς θα μπορούσα να μην σ' αγαπώ.




Συναντηθήκαμε μερικές φορές ακόμη. Και είπαμε πολλά για τα παλιά και άλλα τόσα για τα καινούρια. Όπως δυο παλιοί αγαπημένοι. Με μια τρυφερότητα και μια νοσταλγία στα μάτια. Και η ζωή ξαναπήρε τον δρόμο της. Ίσως ο πιο ωραίος επίλογος στην ιστορία μας να ήταν αυτό που συνέβη στην Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης μερικά χρόνια αργότερα.




Ήταν μια ομαδική ποιητική εκδήλωση στην κατάμεστη Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη. Όταν ήρθε η σειρά μου, σηκώθηκα και διάβασα το «κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ». Κι όταν έφτασα στους στίχους «.. κι όσο χρόνο τον χρόνο στο βάθος σβήνεις, τόσο πιο καθαρά λάμπεις στα μάτια μου ...» ακούστηκε ένα μακρόσυρτο ααααααααχχχ από τους ακροατές στην αίθουσα και ακολούθησαν χειροκροτήματα.




Χειροκροτήματα ίσως για την αιώνια χαμένη αγάπη που παραμένει ζωντανή στις καρδιές όλων μας. http://secrets-and-documents.blogspot.gr/2014/01/blog-post.html

Σάββατο 10 Μαΐου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος, βιογραφία

10.5.14

βιογραφία 
στηριγμένος στο τελευταίο δόντι της εποχής
έβλεπε τις στιγμές έξω από τις μέρες
να τις αφήνουν απανθρακωμένες
στα δάχτυλα της ενοχής

από τις γρίλιες μιας σύντομης βιογραφίας
χύνονταν παχύρευστα ημίωρα
και λιωμένα δευτερόλεπτα

στον πυθμένα της επόμενης
σχημάτιζαν τα δεσμά των εποχών
που έρχονταν με πάταγο

αργά το απόγευμα
κατέβηκε στην πλαγιά της νεότητας
με τον ορίζοντα κοφτερό γιαταγάνι
πάνω από τα ραχιτικά όνειρα
και τις καχεκτικές περηφάνιες

η ανησυχία έμπαινε ανάμεσα στα δάχτυλα του
στις μασχάλες του
στα νύχια των ελπίδων του
όπως η αποκεφαλισμένη σαρανταποδαρούσα

το βράδυ άκουγε τα δαιμονισμένα σφυρίγματα
από τις υπερταχείες του χρόνου
έδενε τα παπούτσια με τις φτέρνες της υπομονής
κούμπωνε το παλτό
μέχρι το λαιμό της συνήθειας
κι έπαιρνε τους δρόμους

γιατί είναι τρομερό τη στιγμή
που σιδερόφρακτες στρατιές του χρόνου
έρχονται κατά πάνω σου
να χαζεύεις το συμμετρικό βηματισμό τους

Τζούτζη Μαντζουράνη





Το ποίημα, πρέπει να είναι σαν τον εσπρέσο.

Μικρό,πικρό και δυνατό."

Τ.Μ.

Veneratrice Silenciosa- Ολβία Παπαηλίου,Τα μικρά σχέδια στην άμμο



Veneratrice Silenciosa
9 Μαΐου

Τα μικρά σχέδια στην άμμο

Θα ήθελα, της είχε πει, να σ' έχω ζήσει τις μέρες Κυριακής,

(το έσβησε το κύμα). Και το άλλο. Κάποτε μένει η σιωπή

να σου θυμίζει τα τιτιβίσματα που πλέον δεν ακούγονται.

Το βάρος της κάθε αμαρτίας μας πληρώνουμε: απώλεια ψευτιάς

ελευθερίας, δεν ήθελε και ούτε χρειαζότανε τίποτα περισσότερο

από ένα νανούρισμα, το ξύπνημα στον ήλιο - τα πιο μικρά

τα τίποτα, αυτά τα τιποτάκια που έχει η κάθε πλύστρα,

και κάθε μια κομμώτρια, οι καλοπαντρεμένες με το ζεστό
τον άνεμο που ήρθε και τις έκαψε. Τη φυσικότητα του κύκλου,

όταν κλείνει. Τα χρώματα συζήτησης σ' όλες τις αποχρώσεις.

Δεν ήτανε γραφτό. Είχε τη θέση της, μια γκραντ οριζοντάλ:

κι ο ορίζοντας γελούσε με τη στάση της, τις μαχαιριές του ηλιοβασιλέματος.

© Ολβία Παπαηλίου, 2014



Ανδρέας Καρακόκκινος, "Λεμονανθοί στο πέλαγο"






Μόρφου

Οι δρόμοι το ίδιο στενοί
μ’ ονόματα αλλαγμένα
βήματα ξένα τους περπατούν
κι οι πόρτες των σπιτιών
τρίζουν απορημένες
μες στις αυλές τα γιασεμιά
είναι πάντα μαραμένα
χωρίς αγγίγματα των χεριών
που κάποτε τα τραγουδούσαν.

Απολιθωμένη μνήμη

Άδειοι τοίχοι ξεφτισμένοι
τα παλιά πορτραίτα
ξαναγύρισαν στους τάφους
η θάλασσα με τα όνειρα
ρουφήχτηκε απ’ το θεριό της λίμνης
τα έπιπλα καήκαν στη πυρά
μαζί με τις μάγισσες της νύχτας
κι η στάχτη τους σκορπίστηκε
στα τέσσερα σημεία της ανάσας μου
να αναπνέω απολιθωμένη μνήμη.

Κλεμμένο πορτοκάλι

Βάφαμε τις αυλές
με ανυπόμονες ματιές
μακραίναμε το χρόνο
ανάμεσα στις ανάσες
δυο βιβλίων ιστορίας
γνέθαμε τον έρωτα
στα μπλε τετράδια
εκεί που κρύβαμε τα μυστικά μας
και στο εξώφυλλο της καρδιάς
πλάθαμε με πηλό τα όνειρα
σε χρώμα κλεμμένου πορτοκαλιού
από τον κήπο δίπλα στο σχολείο
ύστερα ήρθε απρόσμενα
μια κόκκινη καταιγίδα φονική
τα έκλεψε όλα
και μας άφησε μονάχα
φλούδες αναμνήσεις.

Θ’ ανταμώσουμε ξανά

Θ’ ανταμώσουμε ξανά
στα χαλάσματα που μας προσμένουν
μέσα σε σιωπή εγκατάλειψης
και στα λυπημένα ακρογιάλια
με το πνιγμένο το γέλιο των παιδιών.

Θ’ ανταμώσουμε ξανά
γύρω από ένα ψάθινο πανέρι
γεμάτο πικραμένους λεμονανθούς
και πάνω στη μισογκρεμισμένη αποβάθρα
που βούλιαξε τα ταξίδια μας.

Θ’ ανταμώσουμε ξανά
κάτω από τον αστόλιστο Επιτάφιο
που περιφέρεται στα όνειρά μας
και θ’ αναζητήσουμε χωρίς φιλί
μια έσχατη Ανάσταση.
Από τη συλλογή «Λεμονανθοί στο πέλαγο», Θεσσαλονίκη 2013

Στη φωτογραφία: Νεαρές που ασχολούνται με το μάζεμα πορτοκαλιών στη Μόρφου (13/03/1969). Πηγές: http://www.mykypros.eu/
http://ppirinas.blogspot.gr/2014/02/blog-post_6.html