Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο πέμπτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο πέμπτο)
12 Νοεμβρίου 2013 στις 12:06 π.μ.


Το Σαμπάτ - ήτανε ένα γεγονός καρδιάς, μάλιστα η καρδούλα της Εσθήρας άνοιγε και πλάταινε να τους χωρέσει όλους: κι αυτόν που της εφρόντιζε το κορμί, κι αμέ τον άλλον που ερχότανε με το φεσάκι του στο χέρι (και πάντοτε με μία ανθοδέσμη με τα άσπρα τριαντάφυλλα μόλις που να ροδίζουν, κι αυτό κρυφά, στο κέντρο τους - και η Εσθέρ τα έδινε λόγω της σαμπατιάτικης της απαγόρευσης στην Κεριμέ, την πιο αγαπημένη της την καμαριέρα να της τα έχει τακτοποιητά στο κρύσταλο) αλλά τις Κυριακές, ω ναι, τις Κυριακές εστόλιζε πάντοτε το μπουστάκι της για που θα πηγαίνανε στο θέατρο, στο Και - καλέ μου, ναι, στη Σμύρνη! Γιατί εφόραγε και πόλκα, και το είχαμε πει ότι θα φόραγε καινούρια κάπα, δεν το είπαμε - και πως βεβαίως: η Εστερλού θα πήγαινε να βλέπει την παράσταση! Αλλά, αυτό - την Κυριακή! Και είχαμε, προτού - που θα ηνάβανε και τα εφτά λυχνάκια, και πάντοτε εκτός από την πρώτη τη φορά η Ευταξία θα απέλειπε, την πρώτη κιόλας την εβδομάδα της είχ' ηδώσει ο Ντημίτ - καλή του ώρα, γαμπρό δεν που της έδωκε, όμως της εχαλάλισε το αλατσάτικο το μήπως κι αραβικό και πες το κρεμεζί και κοραλλένιο τ' αλόγατο, κι έναν αμούστακο και μάλιστα της τον εχάρισε μουγκό, να μη χρειάζεται να ηφοβείται καμμιά κακή γλωσσιά, κι απο κανέναν. Όμως, το πρώτο το Σαμπάτ! (Ήτανε κιόλας δύσκολο, μα η Εσθήρ ετοίμασε τα δέοντα και πριν από τη δύση κι είχε ως και στην ύπαρξή της κάνει χώρο, μέσα για να χωρέψουν οι δικοί της). Απέναντι της ο Ντημίτ απ΄το τραπέζι, εκ δεξιών να είν' η Ευταξία, και εξ αριστερών και απ΄την Ευταξώ απέναντι, ο πολλαπλώς αδιάφορος για τις διαιρέσεις πασών θρησκειών ΧατζηΡεΐς. Με κάθε τρόπο κι επιείκια θα πρέπει ευθαρσώς να ομολογηθεί ότι οι δύο άντρες ήταν στα νερά τους - που και οι δυο δε δίνανε δεκάρα για τα θεία, κι αυτό χωρίς και ούτε την πιο παραμικρή ασέβεια. Μα, είχε αισθανθεί η Ευταξία ένα αβάσταχτο, ως έβλεπε και αντιλαμβανότανε πως οι ψυχές βρισκόντανε σε αναταραχή, και μηδεμιάς εξαιρουμένης της δικής της: είχε ο ΧατζηΡεΐς την πρώτη τη φορά ευγενεστάτως καταπλεύσει σαν το Χαμιντιγιέ, το πλοίο του, βεβαίως! Μ' ένα κουτάκι βελουδένιο βιολετί, και μ' ένα ακόμα, σμαραγδένικο - και μέσα, δυο ολόιδιες καρφίτσες, μια για την Εσθερώ - μια για την Ευταξώ, έτσι τις ονομάτισε - αρκούντως ομοιοκαταληγμένες, μιας παραδόξου οικειότητας. Μη ξέροντας την αντρική τους συμφωνία, είχε η Αειπάρθενος βαθέως ταραχτεί πως διέπραξε ο Ρεΐσης πολύ μεγάλη την απρέπεια, ή ίσως (σκέφτηκε μετά), μήπως μιλάει η ζήλεια μου με κεκτημένη μια ταχύτητα - που βλέπω πως προτίμησε εκείνη; Αλλά, μετά βεβαίως - κόντεψε να πνιχτεί από τα γέλια:αν ήτανε να ήτανε να λέγεται, κι αυτή την Αστερώ θα προτιμούσε! Πήραν λοιπόν κι οι δυο τους τις καρφίτσες τους, ευχαριστήσανε δεόντως και με χαρά συγκρατημένη - και ζήτησε η Εστέρ από την αδερφούλα της να της την καρφιτσώσει, προσφέρθηκε να κάνει κι αυτή το ίδιο. Και ακολούθησε μια (μικρή;μεγάλη;) αναταραχή μέχρι να βρούνε και σε ποιά μεριά του μπούστου θα ταίριαζε καλύτερα το κόσμημα, και όλοι εφαίνοντο χαρούμενοι, ο Δημητράκης τις ιδιοκτητούσε και τις δύο, ο άλλος ο ΧατζηΡεΐς χάιδευε το ωραίο του γενάκι που σαν το γιαταγάνι ήξερε κι έκοβγε σαράντα τους ανέμους και όλα τους τα κύματα. Η δε Εσθήρ ατάραγη σαν την παιδούλα την έναστρη νυχτιά, να περιμένει της Αειπάρθενου τα δάχτυλα να σιγουρέψουνε το κούμπωμα και να κρατάει και λίγο την ανάσα για να τη διευκολύνει - κι εδώ της αλληνής να τρέμουνε τα χέρια, να ιδρώνει μία ταραχή και ούτε και να ξέρει αμέ και τί της γίνονταν, αλλά να έτσι να της έρχεται όπως επάρει τους ντουσεμέδες, να φύγει πάνω στα βουνά έως το Καντιφέκαλε, κι ακόμα παραπέρα. Όλα πολιτισμένα, και ο Ντημίτ και ο Ρεΐσης σ' όλα τους κύριοι, μα έβλεπε η Αειπάρθενος τον πόθο τους και της ερχόταν ζάλη. Και το περιστεράκι της στη μέση - και κάτι σαν όπως την έγδερνε κι εκείνη - να γδεις, θα ήτο ματιασμένη, σίγουρα, ρουφηγμένη, αφού το ένοιωθε, χτυπούσαν τα μηνίγγια της! Σέρβιρε η Εσθήρ ποτί στον έναν, εγύρναγε μετά και τράτερνε τον άλλον - άντε, και πες καλά. Αλλά της Ευταξίας το ποτήρι να έμενε αγέμιστο σαν κρίμα, έβαζε και το γέμιζε μονάχη της. Και με τ' αυτά και άλλα, ήπιε και παραήπιε η μεγαλοκοπέλα, και είχε και την κράση του πατέρα της - έτσι και άρχιζε, μπορούσε να ηπιεί και τον κοσμάκη ΄πο κάτ΄ απ΄το τραπέζι, κι από την άνεση της καθησιάς της, μάλιστα. Αυτό, ούτε το έβαζε ο νους της, το έμαθε για τα καλά εκείνη τη βραδυά του πρώτου του Σαμπάτ, όταν και δηλαδή της είπε ο Ντημίτ - ωχ αδρεφούλα μου, ξεύρεις και το σηκώνεις και το κρασάκι - κι εκείνη, αντίς να του χαμογελάσει, να καμωθεί τη ντροπαλή - γύρισε κι απεκρίθηκε αγγούρικα, της ξέφυγε, νομίζει - πως το κρασί, την κάρα σει. Και κει ήταν που χτύπησε τα παλαμάκια ο Ρεΐσης, κι είπε να πιάσουμε έναν καρσιλαμά, να δοξαστεί το αίμα και οι θεοί μας (θα σε κλέψω, δε σ' αφήνω Πανωχωριανή, θα σε πάρω στον οντά μου Κατωπυλιανή). Και τότε, σαν ξανά να φάνηκε αυτό τ' ακατανόμαστο το τέντωμα:σ' άλλες φορές και άλλες μέρες, θα τραγουδούσε κάποιος κι οι άλλοι θα εχόρευαν, κι όλοι με τη σειρά τους θ' αλλάζανε τα πρόσωπα και την καλή χαρά. Ως έχει, και να τραγουδεί ο ποίος, κι ο ποιός που θα χορεύγει, καθίσαν όλοι κι έπιασαν μικρά τραγούδια - και χορός δε γένηκε, υπήρχε στον αέρα μια αιθάλη σα μούδιασμα, και πόσοι να 'ταν στο τραπέζι οι εδικοί και ποιοί οι παραστεκάμενοι, σύρε να βρεις και καθενός να ήτουνε το μάντεμα - κι ήταν ακόμα μόνο Παρασκευή το βράδυ!

Τζουμάρτεσι πρωί, και πες καλύτερα. Είχανε πάει στην αρχή βόλτα στους κήπους και ο ΧατζηΡεΐς σαν και αγουροξυπνημένος, όμως είχε ειπεί ότι κοιμήθηκε ξεφτέρικα, και είχε δώκει παίνια μα για το στώμα, μα για τα στρωσίδια, μέχρι ως τη φωνή του πετεινού (είχε λαλήσει τρις). Και ο Ντημίτ φαινότανε και λόγου του κομμένος, μα γελαστός κι ανάλαφρος και μέσα στη φιλιά του πώς αγκάλιζε τον άλλον και να του έκαμνε χαρές, μόνο που δεν του τάγισε στο στόμα τα γλυκαντήρια που είχε τοιμασμένα η Εστέρ από την προηγούμενη - να 'ναι βεβαίως φρέσκα, επειδή - και μύρισε όλο τους το κονακλί μαθές Παράδεισο - κι όσο μυαλό της είχε δα και πομείνει της Αειπαρθένου, πάγει κι αυτό και το ΄χασε - μισό απέ το μοσχοβολισμό, μισό που είδε την Εστερίμ, τέτοιο γιαβρί - με τα ματάκια του φεγγαροφιλημένα σαν όλη νύχτα, με μαγουλάκια κόκκινα, μήπως ερεθισμένα. Κι αυτό και πώς να έγινε; Κι όταν την επερώτησε μιαν ώρα στα κρυφά κι ως ιδιαιτέρως, της εξομολογήθει η Εσθέρ ότι εψές το βράδυ, σα νάταν ο Ντημίτ κάπως αψύς, μα θέλεις το πιοτό κι α θέλεις η πανσέληνος. Αμέ, θέλεις που εκοιμήθει και ο Ρεΐς από τη δίπλα κάμαρη, εσκέφτηκε η Ευταξούλα, που κάπως και με τη σκέψη μοναχά λες και εφούντωσε - αλλά δε θα ΄ξερε να πει και για ποιό λόγο. Και αποφάσισε πως πια αυτό της έπεφτε βαρύ, κι ότι αμέσως έπρεπε, μάλιστα ετούτη ακριβώς την εβδομάδα που ηρχόταν: να πάει και να ΄βρει άλογο να παίρνει τα βουνά και να ζορίζεται γυρίσει αμά το τέλος του Σαμπάτ, διότι μες στο σπίτι μ' αυτούς τους δύο, ήτονα αφόρητο, θα την εξέκαμαν ετούτοι τη μικρή, την είχαν ειβρεί για το παιχνίδι τους. Και πως αυτή, η Ευταξία, πως δεν υπήρχε ουδεμιά περίπτωση να τηνε διελκυστίσει, μηδέ να της τεντώνουνται και εκεινής τα νεύρα, όχι, που θα γενούμε από Μπουρνόβας - επαρχία των Γομμόρων, το αδιανόητο, δεν το ηθέλει ούτε κι ο Θεός. Κι έτσι, με δικαιότητα, κατέστρωσε το πρόγραμμά της σε νοερό τεφτέρι. αποφασίζοντας πως έπρεπε όλοι να έχουν ένα χώρο, να μην τη συνωστίζονται και να την πνίγουν την Εσθήρ - να δικαιούνται όλοι τους ένα καλό απάγγειο στα μάτια της τα ελάφικα. Ώστε, τα πρωινά τηνε νέμεται και να τη συνεριζεται την Εστερλού η ίδια - απ΄την ανατολή ως και τ΄απομεσήμερο, θα πέρναγαν καλά - με τις κουβέντες είχε κι η μία και η άλλη μια ευκολία, είχανε κάνει και αγάπη απ΄εξαρχής. Κι ακριβοδίκαια, όταν ήρχετο με τ' απογευματιό ο Δημητράκης από τις υποθέσεις, να του την παραδώνει με την ασφάλεια, να χωρατεύονται που ήτο παντρεμένοι - και θα 'φευγε εκείνη μα πάγει και να σπάζει τ' άλογό της, να θυμηθεί και πώς να καλορίχνει σκόπιες βολές, να κάνει ό, τι ήθελε χρειάζεται. Και την Παρασκευή, να φεύγει προ να έρθει ο Ρεΐσης (και να επικαλείτο, σκέφτηκε, μιαν έλλειψη ανέσεως της φύσης της αισθηματικής, που και εν αληθεία δεν ήτο ψέμα, κι η αστερώ θα καταλάβαινε). Γιατί, μαθές - να ΄χεις μια φαντασία πως να μ΄ηφέρνει και εις εμέ κάθε της εβδομάδος ίδιο σου κόσμημα, δεν το αντέχεται ετούτο η καρδιά μου, μηδές και που θε να τονε φαλήρουμε (έτσι και παιχνιδιάρικα θα μίλαγε, μόνο να φύγει, να μην εματαμαρτυρήσει τους τόσους πόθους, παλιόπαιδα κι οι δυο παναθεμά τους, θα το ηλοιώσουν τέτοι' ωραίο κοπελούδι!). Ε, να και να, και του στραβού το δίκιο, ε, θα της έδωνε εκείνη ένα μπόσικο, να μη με λένε Ευταξώ, θα μου τη σκάσουν. Και έτσι το ομίλει και στην Εσθέρα, ότι θα προτιμούσε και για να λείπει, να ήρχεται στο τέλος του Σαμπάτ. Της είπε τότε και η Εστερλίτσα, σαν ονειροπαρμένο όπου ήτονα:μα να γυρνάς μαζί με τα τρία άστρα, να είσαστε για μια στιγμή κι οι τρείς μαζί, σα μία οικογένεια που τώρα πλέον είμαστε, και γω να σας ηχαίρουμαι (διότι ήξευρ' η Εσθήρ για τα τακίμια του αντρός της και με τον άλλον, κι αυτός δικός της, και ότι ήτο η κατάστασις ένα μενάζ α κατρ, σπιτάκι της καρδιάς καταφερούμενο). Και έτσι, πώς! Θα γλίτωνε η Αειπάρθενος τη σύγχιση, και ο ΧατζηΡεΐσης το φαλήρεμα - γιατί δεν είχε άλλοθι της αξιοπρεπείας να φέρνει τέτοιους μπουναμάδες και κοσμήματα. Και δε θα τον επιάνανε οι ζήλειες το ΝτημίτΕφέντη, και ύστερα αν την κοιμάται τόσο άξεστα να κοκκινίζει και το δέρμα της αδίκως. Και θα ΄χε κι εσθήρ όπως λαβαίνει μια ανθοδέσμη με τ' άσπρα τριαντάφυλλα που μόνο να ροδίζανε στο μέσα, να τα φοράει πάνω εις το κορσάζ της στο θέατρο, από τον εύκρατο τον κήπο του Ρεΐς σταλμένα, για μεγάλη ευχαριστία προς τη φιλοξενία τη γλυκειά όπου του κάμνανε: Σαμπάτ, Τζουμάρτεσι, ένα μεγάλο το Σαββάτο.

(συνεχίζεται)




© Ολβία Παπαηλίου, 2013





Η Εστερλού και ο ΝτημίτΕφέντης στο θεωρείο του Θεάτρου Σμύρνης, σε μια παράσταση της "Γενοβέφας" από το θίασο του Ν. Λεκατσά. Τα τριανταφυλλάκια στο μπούστο και στην κόμμωσή της, τα είχε στείλει το ίδιο πρωινό από τον κήπο του κομμένα ιδιοίς χερσί - ποιός άλλος, παρά ο ΧατζηΡεΐς.

Αλεξάνδρου Ιόλα:" Η Ζωή μου" απο τον Νίκο Σταθούλη 6 Έρωτας, λαγνεία, φίλοι…

Αλεξάνδρου Ιόλα:" Η Ζωή μου"
απο τον Νίκο Σταθούλη
Συνέχεια διαδικτυακης δημοσίευσης της βιογραφίας του Αλέξανδρου Ιόλα η οποία κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις "Οδός Πανός"
Σε στιγμές κρίσης δεν αξίζει να δίνετε 18 ευρώ να το αγοράσετε και ο συγγραφέας να μη παίρνει γρόσι.
Η τέχνη για να είναι για όλο τον κόσμο, πρέπει να είναι ΔΩΡΕΑΝ!!!
Για να γίνει κτήμα περισσότερων χρηστών εντελώς δωρεαν ΔΙΑΔΩΣΤΕ το...με απλά λόγια ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΤΕ το...

6 Έρωτας, λαγνεία, φίλοι…
Μου πήρε αρκετό καιρό να αναπτύξω μια στοιχειώδη οικειότητα μαζί του. Σχεδόν δε σου το επέτρεπε. Μόνο αν ήθελε αυτός να σου ανοιχτεί, σου ανοιγόταν.
-«Πρέπει να έχει κάτι ο άλλος, για να με γοητεύσει, κάτι το άυλο δε ξέρω. Σε ότι ερωτεύθηκα , υπήρχε αυτό το κάτι… ένα τίποτα, που με έκανε να νοιώθω. Τώρα θέλω να τα ξεχάσω όλα, μα δε γίνεται.»
Ήθελε να μάθει τα πάντα, ό, τι συνέβαινε γύρω του. Για την πολιτική, τις προσωπικές σου σχέσεις και τρελαινόταν να ακούει προσωπικές στιγμές των άλλων. Μου είχαν μιλήσει πολλοί καλλιτέχνες για τον ίδιο, αλλά ο ίδιος δε μου είχε πει σχεδόν τίποτα.
Άρχισα να σκαρφίζομαι ιστορίες φίλων μου και παρατήρησα ότι αυτή η μέθοδος του άρεσε. Του άρεσε να ακούει για έρωτες των φίλων μου παρά για την δική μου προσωπική ζωή.
- Γιατί διαλέξατε να επιστρέψετε στην Ελλάδα, Ιόλα; Τον ρώτησα για πολλοστή φορά…

-«Γιατί οι Έλληνες είναι καταπληκτικοί εραστές. Κανένας εραστής στον κόσμο δεν τους ξεπέρασε.»

Έδινε το κορμί του όσο οι ζωτικές του δυνάμεις τον κρατούσαν ψηλά! Δεν είχε όριο. Όπως και στη ζωή του, στο επάγγελμά του, στις ευθύνες του αλλά και στον έρωτα ήταν συγκλονιστικός. Απολάμβανε δίχως όρια οποιαδήποτε ύπαρξη τον ερέθιζε, πέρα από το φύλο.
Ήταν, βέβαια, και προστατευτικός. Αλίμονο αν σε διεκδικούσε κάποιος άλλος. Γινόταν θηρίο αλλά συγχρόνως γινόταν πατρικός, στοργικός. Ήθελε να χαμογελάς και φρόντιζε να μη σε αγχώνει τίποτα. Αρκεί να σε βλέπει ευτυχισμένο. Φρόντιζε τους δικούς του ανθρώπους, πλήρωνε λογαριασμούς, τους έχτισε σπίτια, χάρισε οικόπεδα, έδωσε χρήματα και έκανε απίστευτο κρεβάτι.!
Συγκλονιστικός παρτενέρ, μοναδικός εραστής. Ήξερε να κάνει τον άλλον, ακόμα και στο κρεβάτι, ευτυχισμένο… θα μου αποκαλύψει χρόνια αργότερα, σε μια άκρως συναισθηματική φόρτισή του ο Γ.Μ. , ένας από τους φίλους του. Κι αυτές οι ελάχιστες αναφορές του αλλά και των φίλων του, αποκαλύπτουν την ευαίσθητη πλευρά του, την οποία είχα ανάγκη, 25 χρόνια μετά τον θάνατό του, να αποκαλύψω. Επέμενα όμως περισσότερο για να δείξω το μεγαλειώδες της συμπεριφοράς του ακόμη και στον έρωτα. Εκεί κρύβεται το μεγαλείο κάθε ανθρώπινης ύπαρξης. Πόσο μάλλον για έναν Ιόλα, τόσο κυνικό, τόσο γήινο.
-«Η ψυχή, παιδί μου, θέλει έρωτα. Εκεί φωλιάζει αυτός. Με εναλλαγές που περικλείουν μόχθο, ενέργεια, χωρίς αυτές, ο έρωτας πεθαίνει.»
-«Έχετε δίκιο, Ιόλα! Το σπέρμα της χαράς!»
-«Και της δημιουργίας» αντέτεινε, «η ψυχή θέλει τις ώρες της, τις νύχτες της, τις χαρές και τον πόνο της, πονάς όταν κάνεις έρωτα, γίνεσαι θηρίο, μεγαλώνεις, έχεις οργασμό, μέχρι να έρθει η γαλήνη, η στωική αυτάρκεια, η οποία ακολουθεί κάθε σεξουαλική απόλαυση.»
Τι άλλο να θέλω, τέτοια εκπληκτική ερμηνεία, δεν είχα ξανακούσει. Αλλά το έβλεπα. Οτιδήποτε δεν τον ερέθιζε, δεν του προκαλούσε οργασμό, δεν τον απασχολούσε. Είτε άνθρωπος , καλλιτέχνης, έργο τέχνης, θεωρεία, πολιτική, θεατρική παράσταση, βιβλίο ό, τι κι αν ήταν αυτό αν δεν τον ερέθιζε, αδιαφορούσε, απείχε.
-«Μου αρέσει στο σεξ να εκμηδενίζομαι. Άλλες φορές να εκμηδενίζω τον παρτενέρ μου αρκεί, βέβαια, να είναι πλούσια η συγκομιδή!»
Δε μπορούσα να τον πιάσω από κάπου. Ήξερα ότι είχε αρχίσει να τον ερεθίζει η ιδέα να μιλούσαμε για τους έρωτές του, αρκεί να γινόταν με τακτ, με στυλ! Ο Ιόλας μισούσε ό, τι δεν είχε στυλ. Το ειρωνευόταν, το σχολίαζε.
-«Σας αρέσουν οι ακρότητες στο σεξ;»
-«Τι εννοείς;» με ρώτησε κοφτά, υψώνοντας τον τόνο της φωνής του.
-«Ε, να… αυτές που ο πολύς κόσμος αποκαλεί, ολισθηρές και επικίνδυνες.»
-«Είναι αμετάκλητα δοσμένες από την φύση μου αυτές, έως ότου…»
-«Έως ότου …» επέμεινα.
-«Έως ότου οδηγηθώ στη μοναξιά, η οποία αυξάνεται κάθε φορά με την ελευθερία μου.»
Έβλεπα μπροστά μου έναν σπουδαίο άνθρωπο τον οποίο είχε εγκαταλείψει ο νεανικός ενθουσιασμός και τη θέση του είχε πάρει τώρα μια στοχαστική μοναξιά.
«Ψάχνω πλέον μέσα μου να βρω την έμπνευση.»
Ήθελα να μάθω για τον πατέρα του, τη μητέρα του, τα αδέρφια του. Του άρεσε να μιλάει για την οικογένειά του. Στην ουσία, ποτέ δεν ήταν μακριά του. Φρόντιζε να κρατάει δίκαιες αποστάσεις από όλους. Εκτός από την αδερφή του Νίκη, η οποία ήταν σχεδόν ερωτευμένη μαζί του. Τον αγαπούσε παθητικά, τον ζήλευε, τον μισούσε, του δημιουργούσε σκηνές, στο τέλος τον τσάκισε.
Του άρεσε να μιλά για τους γονείς του, για τη γιαγιά του, τον Πατριάρχη Αλεξάνδρειας Φώτιο , ο οποίος άλλαζε τις φορεσιές σαν την Σάρα Μπερνάρ, τον Κωνσταντίνο Καβάφη, την Μαρίκα Κοτοπούλη, την οποία λάτρεψε, για τον Άγγελο Σικελιανό, τον Δημήτρη Μητρόπουλο. Είχε τόσα πολλά να θυμηθεί. Είχε τόσα πολλά να πει. Μόνο που φοβόταν το χρόνο.
Ήδη τα πρώτα σημάδια της αρρώστιας είχαν κάνει την εμφάνισή τους. Κουραζόταν εύκολα. Δεν είχε πλέον δυνάμεις. Τον εγκατέλειπε μέρα με τη μέρα οποιαδήποτε διάθεση. Θλιβόταν βαθύτατα σε οτιδήποτε του έφερνε πόνο, σε οτιδήποτε σκότωνε το χρόνο του. Απέφευγε να κάνει σκέψεις δυσοίωνες και μέρα με τη μέρα έπεφτε σε μια μελαγχολία. Έπρεπε να σκαρφιστώ τη χρυσή ευκαιρία να τον βγάλω από τη παραίτηση.
-«Μόνο η γκαλερί στο Μιλάνο κρατά το ενδιαφέρον μου αυτή την εποχή. Ωραία όλα αυτά, αλλά πλέον αυτό που με ενδιαφέρει είναι το «Palazzo Stelline» και ο «Μυστικός Δείπνος» του Andy Warhol , που είσαι, πρέπει να σου μιλήσω γι΄αυτή την ιδέα, μου είπε , βγάζοντας με έξω στην πόρτα για να κλειδώσει. Είχαμε ξενυχτίσει. Είχε πάει 3.00 το πρωί.
Η είδηση την επόμενη μέρα ότι ο Billy Bo είχε AIDS, τον συγκλόνισε. Ήταν φίλοι. Μιλούσαν συχνά στο τηλέφωνο. Αλλά η αποκάλυψη αυτή, οι φωτογραφίες του στον «Ταχυδρόμο» και η συνέντευξή του στη δημοσιογράφο Λίνα Ζανιδάκη τον τρομοκράτησαν.
-«Ακούς εκεί. Τέτοια ομορφιά! Τέτοιο ταλέντο! Είναι άδικο! Άδικο! Άδικο!» φώναξε δυνατά, νευριασμένος. Φοβόταν. Ήξερε ότι αυτή η απώλεια δυνάμεων κάπου οφείλεται. Αδυνάτιζε. Μέσα σε διάστημα πέντε μηνών, είχε μείνει ο μισός. Το μόνο που του έδινε κουράγιο ήταν να τελειώσει το «Palazzo Stelline» και να είναι έτοιμος ο Andy Warhol.
-«Να είμαστε μέσα στις ημερομηνίες. Αυτός είναι τώρα ο στόχος!» κοιτούσε το πρόσωπό του στον καθρέφτη, πριν ξεκινήσουμε για την Αθήνα, σε ραντεβού με τον Οδυσσέα Ελύτη, στο GB corner, για το βιβλίο του ζωγράφου Πέτρου με το ποίημά του «Ο κήπος βλέπει».
Βιαζόταν και ο οδηγός ήρθε στην πόρτα της κουζίνας να του πει ότι πρέπει να ξεκινήσουμε. Μέχρι να μπούμε στο αυτοκίνητο, μου ψιθύρισε σιγά ότι « τα πάντα στη ζωή έχουν κρίση. Η αγάπη δεν έχει γιατί δεν είναι λόγος. Στην αγάπη άξια και ανάξια δεν υπάρχουν, ούτε όρια, ούτε ηθικές. Δεν υπάρχουν λόγοι για τους οποίους κανείς αγαπά. Αλλά να πεθαίνεις από την αγάπη αυτό είναι αδικία και πολύ πρόστυχο!». Είχε επηρεαστεί από την είδηση του θανάτου του αγαπημένου του φίλου.
-«Δοθήκατε πολύ στην αγάπη;» τον ρώτησα. Ήταν μια απίστευτη στιγμή να εκμαιεύσω από τον ίδιο κάτι για τις αγάπες του.
-«Οτιδήποτε αγάπησα στη ζωή μου, ήταν αποτέλεσμα μιας μυστικής έξαρσης της αγάπης. Την ωραιότητα μιας καλλιτεχνικής ψυχής, ένα ωραίο κορμί, μια φλογερή ματιά. Η αγάπη, παιδί μου, είναι μια υπέρτατη ηδονή, όπου σώμα και ψυχή, ηδονή και ευδαιμονία γίνονται ένα, αλλά να πεθαίνεις από αυτό, είναι τραγωδία! Ευτυχώς, είμαι χορτάτος! Τα πιο θελκτικά κορμιά ήταν στη αγκαλιά μου, αλλά τα πιο ωραία μυαλά. Είναι δύσκολο να παραιτηθείς από τον έρωτα, παρά από τη ζωή. Είναι σημαντικό να αναζητάς ψηλαφιστά την ευτυχία. Είναι από τις ελάχιστες ομορφιές της ζωής να εξασκείσαι στη λαγνεία. Η λαχτάρα να φιλήσεις και να φιληθείς, να αγκαλιάσεις και να αγκαλιαστείς. Είναι τραγικό να πεθαίνεις από αυτό.»

…Από την αρχή…
-«Ο πατέρας μου Ανδρέας Κουτσούδης γεννήθηκε στη Χίο το 1870. Ήταν γιός ενός Χιώτη μικροκτηματία, με αγάπη όμως στο εμπόριο και τις εξαγωγές μαστίχας προς την Ανατολή, στην Αίγυπτο και στην Αραβία.
Από πολύ νωρίς έδειξε ότι δεν τον ενδιέφεραν διόλου οι ασχολίες του κτήματος. Η οικονομία του νησιού και οι δραστηριότητες, ήταν μάλλον περιορισμένες εκεί. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να βγάλει λεφτά. Διέθετε αποδεδειγμένα εμπορικό μυαλό, από τότε που μοίραζε μαστίχα στα παιδιά, για ένα γρόσι το σπυρί, κρυφά από τον πατέρα του Κωνσταντίνο, ο οποίος έμελλε να μείνει για πάντα στο νησί και να μην ταξιδέψει ποτέ έξω από αυτό.
Η μητέρα ήταν δικτατορική. Αυστηρών αρχών, αληθινός θηλυκός σατράπης, με αποτέλεσμα ο πατέρας μου Ανδρέας, να διαμορφώσει ένα χαρακτήρα αρκετά συγκροτημένο, ωστόσο απολυταρχικό. Η αγάπη του για το εμπόριο, τον οδήγησε στην Αίγυπτο, κοντά στα αδέρφια του πατέρα του.
Ο Ξύππας είχε αρκετά καράβια στο Νείλο και κέρδιζε αρκετά χρήματα από την εμπορία και την μεταφορά βαμβακιού. Οι πρώτες δουλειές του, λοιπόν, ήταν σε αυτά τα καράβια. Σύντομα, όμως, εξειδικεύτηκε στα βαμβάκια και συμμετείχε ενεργά στο εξαγωγικό εμπόριο, το οποίο γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση στην Αίγυπτο.
Στο μεταξύ, παντρεύτηκε την μητέρα μου, την Περσεφόνη, μια μικροκαμωμένη, ρομαντική και πολύ καλή ηθοποιό… υποκρινόταν με το παραμικρό. Αγαπούσε τα καναρίνια, έκλαιγε με το παραμικρό και ήταν πολύ ερωτιάρα και όμορφη.
Κι ο πατέρας μου ήταν όμορφος. Ήταν ψηλός άντρας με μεγάλα εκφραστικά μάτια. Είχε πυκνά μαλλιά και τραβούσε σαν μαγνήτης τις γυναίκες. Ήταν δουλευταράς και ακαταπόνητος. Του αρκούσαν τρείς- τέσσερεις ώρες ύπνου και μια ώρα για την γυναίκα του. Οι υπόλοιπες ώρες ήταν αφιερωμένες στη δουλειά. Μέσα σε λίγα χρόνια έγινε ένας μοναδικός «καλσιφικατέρ» βαμβακιού στην Αίγυπτο, ο οποίος καθόριζε την τιμή, από την ποιότητα της κλωστής του.»
-«Πότε γεννηθήκατε;»
-«Τον Μάρτιο του 1908. Στις 25 Μαρτίου. Ήμουν το πρώτο παιδί στην οικογένεια. Μετά ήρθε η Νίκη, ο Δημήτρης και η Ηρώ, τα υπόλοιπα αδέρφια μου. Ήταν μια μέρα εθνική για τους Έλληνες της Αλεξάνδρειας. Ο Πατριάρχης της Αλεξάνδρειας έψαλε το τροπάριο του Ευαγγελισμού και ο πατέρας μου, ο οποίος ποτέ δεν έλειπε καμιά Κυριακή από την εκκλησία, ειδοποιήθηκε από τον υπηρέτη του, ότι η γυναίκα του είχε πόνους και ότι γεννά από στιγμή σε στιγμή.
Άκουσε τον Φώτιο να λέει το τροπάριο και έτρεξε στο σπίτι να δει τον πρώτο του καρπό. «Κωνσταντίνος» φώναξε ο πατέρας μου, όταν βγήκα από την κοιλιά της μάνας μου. Δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να αντιδράσει κανείς στο όνομα αυτό. Ούτε καν ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης, ο οποίος με βάφτισε.»
-«Θυμάστε πράγματα από όταν ήσασταν παιδί;»
-«Πως δε θυμάμαι. Αισθάνθηκα την επιβολή της τάξης στην οικογένειά μου. Τις τιμωρίες. Την τρομακτική πειθαρχία. Αλλά ήταν δίκαιη, γι’ αυτό δεν επαναστάτησα ποτέ εναντίον της. Γιατί αυτό που με έμαθε η γιαγιά μου είναι ότι για κάθε τι υπάρχει δικαιοσύνη.»
-«Ο πατέρας σας;»
-«Ήταν πια ένας αστός. Οι άνθρωποι που συναναστρέφονταν μαζί του, ήταν πρίγκιπες, έμποροι και επιχειρηματίες, εξαγωγείς βαμβακιού. Όταν μεγάλωσα με έπαιρνε μαζί του τα καλοκαίρια, να μάθω τα μυστικά της Τέχνης του. Οι διακοπές ήταν ο εφιάλτης μου.
Τη γιαγιά μου την έτρεμα μέσα στο σπίτι. Ήταν αυστηρή και εξέταζε πάνω μας το παραμικρό: τα νύχια, τα δόντια, τα μαλλιά, τα πάντα. Ήταν ο πατέρας, η μάνα, ο αρχηγός του σπιτιού. Τα πάντα.
Πάνω από το κρεβάτι είχε μια εικόνα της Παναγίας και σε μια γωνιά του δωματίου, υπήρχε ένας Παρθενώνας κοκάλινος, από αυτούς που πουλούσαν τα τουριστικά μαγαζιά. Όλοι την έτρεμαν μέσα στο σπίτι.»
-«Την μητέρα σας;»
-«Την Περσεφόνη; Όλοι την λάτρευαν. Ήταν όμορφη, πλούσια και πολύ ερωτευμένη με τον πατέρα μου, ο οποίος όμως τον περισσότερο καιρό έλειπε στην Άνω Αίγυπτο. Ο πατέρας μου ήταν Χριστιανός ενώ η μητέρα μου, ειδωλολάτρης.
Μέσα στο σπίτι ακούγαμε μόνο οπερέτες. Αυτά στη δική μου οικογένεια, γιατί στις άλλες ελληνικές οικογένειες ακούγονταν τσάμικος, καλαματιανός, χασάπικος… Στο σπίτι όμως αυτό, η γιαγιά τα απαγόρευε όλα! Όλοι μπροστά της ήταν στρατιωτάκια.»
-«Που πήγατε σχολείο;»
-«Το σπίτι μου ήταν απέναντι από το Μουσείο. Πρώτα πήγα σε ένα Λύκειο, όπου φοιτούσαν τα παιδιά των καλών οικογενειών, στο σχολείο της κυρίας Σιμότα. Όλα εκεί τριγύρω βρίσκονταν από το σπίτι μου. Το Προξενείο, το Ελληνικό Μουσείο και το σχολείο.»
-«Τι θυμάστε;»
-«Ότι μια μέρα στο σχολείο της κυρίας Σιμότα, στο Αβερώφειο Γυμνάσιο άκουσα έναν συμμαθητή μου που έλεγε «Γαμώτο!». Πρώτη φορά την άκουσα την λέξη αυτή. Γύρισα στο σπίτι και έλεγα συνέχεια: «Γαμώτο, γαμώτο», «Έλα εδώ», μου φώναξε η μητέρα μου, «Που άκουσες τη λέξη αυτή;», «Στο σχολείο» της απάντησα. «Μην ξαναπείς τη λέξη αυτή ποτέ!» μου είπε. Πώς να στο πω, υπήρχαν μόρτες από τη μία και από την άλλη οικογένειες σαν εμάς, που δεν ξέραμε από τέτοια πράγματα.
Η κυρία Σιμότα είχε ένα αυστηρό παιδαγωγικό τρόπο να μαθαίνει Ηρόδοτο, Θουκυδίδη, Πλάτωνα, Αριστοτέλη σε κείμενα πρωτότυπα.
Διευθυντής του σχολείου ήταν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Είχε βροντώδη φωνή, ήταν αυστηρός και θρήσκος. Κρατούσε ένα χάρακα, με τον οποίο, αν δεν γνώριζες το μάθημα, άνοιγες τα χέρια σου και σου έδινε 20 χαρακιές.
Ο Γυμναστής μας ήταν ο κύριος Σιμεωνίδης, αλλά αυτόν που αγαπούσα περισσότερο ήταν ο καθηγητής του φούτμπολ, ο οποίος ήταν και ποιητής, ο Γλαύκος Αλιθέρσης. Αυτόν που δεν συμπαθούσα καθόλου ήταν ο πάτερ Καλλιόπιος, ο οποίος μας έκανε Θρησκευτικά. Μια μέρα μου ζήτησε να του πω «απ’ έξω» τον «Γάμο της Κανά» και όταν του είπα ότι δεν το ξέρω και ότι είμαι κατά του γάμου, με έβγαλε έξω στο προαύλιο με τα χαλίκια και μου είπε να γονατίσω και να διαβάσω δυνατά τον «Γάμο της Κανά».
-«Ο Πατριάρχης Φώτιος;»
-«Ο Πατριάρχης της Αλεξάνδρειας Φώτιος!!! Τον λάτρευα. Ήταν η μεγαλύτερη καλλονή που είχα δει στη ζωή μου. Κάθε Κυριακή που πήγαινα με τον παππού και τη γιαγιά στον καθεδρικό ναό, όπου λειτουργούσε ο Φώτιος. Ολόκληρη η τελετουργία ήταν σαν μια παράσταση και όλος ο κόσμος ήταν πολύ σικ ντυμένος.
Η γιαγιά μου φορούσε πάντα το ίδιο φόρεμα, το οποίο είχε μόνο για την εκκλησία, ενώ το καπέλο της, της το είχε φτιάξει η μεγαλύτερη καπελού της Αλεξάνδρειας, η κυρία Φλώρα. Ήταν μαύρο με μπλε σατέν, με ένα τούλι το οποίο κατέβαινε μπροστά, να κρύβει λίγο το πρόσωπο.
Όλα τα καπέλα της γιαγιάς μου ήταν από την κυρία Φλώρα, η οποία ήταν και καταπληκτική καφετζού. Σου έλεγε τον καφέ δωρεάν, κάθε φορά που πήγαινες να αγοράσεις ή να παραγγείλεις καπέλο. Σπάνια να σου δώσει ό, τι ήθελες εσύ. Σε κοίταζε από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Σε παρατηρούσε προσεκτικά, σου φόραγε μερικά καπέλα και στο τέλος σου έλεγε.. «Αυτό!»
-«Υπήρχε υπηρετικό προσωπικό στο σπίτι;»
-«Δέκα άνθρωποι. Τόσοι ήταν στο υπηρετικό προσωπικό. Παιδαγωγός, μαγείρισσα, ο Μοχάμεντ και οι πλύστρες. Αχ αυτές οι πλύστρες! Η δουλειά τους ήταν σκέτο θέατρο και η διαδικασία της πλύσης εκπληκτική! Τρείς μέρες πλένανε τα ρούχα του σπιτιού. Τα υλικά τους ήταν σαπούνι, τσόφλια αυγών, λεμονόκουπες, στάχτη και ανθόνερο.
-«Η επαφή σας με το υπηρετικό προσωπικό ποια ήταν;»
-«Καμία. Μόνο μια φορά έπιασα τον υπηρέτη μας, τον Μοχάμεντ, να κάνει έρωτα σε μια πλύστρα που αγαπούσε στην αποθήκη κάτω από τη σκάλα! Η πόρτα ήταν ανοιχτή και δεν ήξεραν ότι είχα γυρίσει από το σχολείο. Πάγωσα. Πρώτη φορά είδα αντρικό σώμα γυμνό… Το σώμα του Μοχάμεντ ήταν γεμάτο μύες, αδύνατο και η πλάτη του έτρεμε. Έμεινα και κοίταζα άναυδος.
Τρείς μέρες μετά, όταν το είπα στο Μοχάμεντ ότι τα είδα όλα στην αποθήκη, με χαστούκισε τόσο δυνατά που χτύπησα το κεφάλι μου στο κάγκελο της σκάλας. Οι φωνές μου ήταν τόσο δυνατές. Έκλαιγα. Ξαφνικά μου κλείνει το στόμα, με πιάνει σφιχτά να μην ακούσει η γιαγιά μου το κλάμα μου.»
-«Πότε γνωρίσατε τον Κωνσταντίνο Καβάφη;»
-«Μια από τις μεγαλύτερες αδυναμίες μου ήταν πάντα τα βιβλία. Είχα βρει ένα βιβλιοπωλείο, κοντά στο σπίτι μου, όπου τα απογεύματα πήγαιναν εκεί οι ποιητές και διάβαζαν τα ποιήματά τους.
Στα ράφια του βιβλιοπωλείου, συναντούσε κανείς βιβλία σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, κυρίως λογοτεχνικά, ποίηση και επιστήμες.
Με τα χρήματα που μου έδιναν από το σπίτι, αγόραζα βιβλία. Το βιβλιοπωλείο ήταν ένα καθημερινό πέρασμα. Κάθε μέρα πήγαινα εκεί και ξεφύλλιζα τα νέα βιβλία που απλώνονταν στους πάγκους του.
Το πρώτο βιβλίο που αγόρασα ήταν το «Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέϋ», του Όσκαρ Ουάϊλντ. Θυμάμαι μέσα στο βιβλιοπωλείο ήταν ένα αγόρι- θαύμα. Ήταν υπάλληλος του βιβλιοπωλείου και γίναμε φίλοι. Ήταν 23-24 χρονών. Εγώ ήμουν στα 16. Μου σύστησε να διαβάσω τα βιβλία του Πελαντάν. Τρελάθηκα. Μέσα σ’ αυτό το βιβλιοπωλείο, γνώρισα τον Κύπριο ποιητή Νίκο Νικολαϊδη. Τότε έγραφε το «Γαλάζιο Λουλούδι». Μόλις τον είδα, τον θαύμασα. Ήταν τόσο ερωτεύσιμος. Με συμπάθησε από την πρώτη φορά που με είδε. Μια μέρα μου είπε να διαβάσω ελληνική λογοτεχνία. Παλαμά, Σικελιανό, Σολωμό, Κάλβο, Καβάφη.
«Ποιός είναι ο Καβάφης;» τον ρωτάω. «Είναι εκείνος με τα γυαλάκια, που στέκεται πάντοτε αμίλητος όταν έρχεται εδώ». Είχα καταλάβει ποιόν εννοούσε και του είπα ότι ήθελα να τον γνωρίσω. Μου είπε ότι ήταν φίλος του και ότι θα με πήγαινε να τον γνωρίσω στο σπίτι του.
Τότε ο Κωνσταντίνος Καβάφης, έγραφε τα ποιήματά του σε κάτι χαρτιά και τα χάριζε. Τα μοίραζε στους φίλους του.
Μια μέρα ο Νίκος Νικολαϊδης, με τον καθηγητή του φουτμπόλ, τον Γλαύκο Αλιθέρση, με πήραν μαζί τους στο σπίτι του Καβάφη. Ήταν στην οδό Λέψιους στο τμήμα της οδού που το ονόμαζαν «Μασσαλία». Εκεί υπήρχε μια πινακίδα που έγραφε: «Απαγορεύεται η διέλευσης στρατιωτών και ανηλίκων». Ήταν τα πορνεία της Αλεξάνδρειας εκεί και αν ήσουν ανήλικος ήταν αδύνατον να περάσεις. Με κρύψανε όμως, ανάμεσα στις καπαρντίνες τους και επιτέλους φτάσαμε στο σπίτι του Καβάφη.
Καθόταν στον δεύτερο όροφο. Φορούσε τα γυαλιά του, τα μανίκια του σκεπασμένα με μαύρα επιμανίκια, για να μην λερώνονται καθώς έγραφε, καθισμένος σε μια πολυθρόνα. Δε μιλούσε. Τα νύχια του ήταν πολύ ωραία, καθαρά κι ήταν όμορφα χτενισμένος, ντυμένος πολύ κομψά. Τα κουστούμια του ήταν εγγλέζικα και πολύ ωραία ραμμένα. Τα πουκάμισά του ήταν τόσο λευκά, τόσο λεπτά, από ακριβό λεπτό σαν μεταξένιο βαμβάκι από την Άνω Αίγυπτο. Μιλήσαμε και όταν φύγαμε μου είπε: «Να ξανάρθεις…»
Ύστερα από λίγες μέρες, πήγα μόνος μου. Του είπα: «Ήρθα να μου δώσετε κάποια από τα ποιήματά σας. Να σας παρακαλέσω ήρθα γιατί είναι πολύ δύσκολο να τα βρω.»
-«Τα ποιήματά μου! Άφησέ με να σκεφτώ. Να διαλέξω. Αλήθεια, πόσο χρονών είσαι;» με ρώτησε ο Καβάφης.
-«Δεκαέξι» του λέω.
-«Α, γι’ αυτό δεν έχεις τρίχες στα πόδια σου!»
Κοίταξα κι εγώ τα πόδια μου, φορούσαμε κοντά παντελονάκια τότε και διαπίστωσα ότι όντως δεν είχα τρίχες.
Μου έδωσε κάτι χαρτάκια με τα ποιήματά του, ανάμεσά στα οποία ήταν και ο «Καισαρίωνας». Ήταν υπέροχος ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Πρώτα σαν άνθρωπος και σαν ποιητής. Είχε τόση ομορφιά μέσα του και έξω του. Με το ανάστημά του και την ενόρασή του σε έκανε να τον σεβαστείς. Να τον εκτιμήσεις. Του οφείλω τόσα πολλά.
Κάποια στιγμή σε κάποια από τις συναντήσεις μας του λέω ότι θέλω να πάω στην Ελλάδα. Ήταν ο πρώτος που το είπα, πριν καν το πω στους γονείς μου. «Να πας όταν θα είσαι έτοιμος. Θα σου πω εγώ που θα πας και που να μείνεις.»
Δεν το πίστευα ότι ο Καβάφης θα με βοηθούσε. Ένας τόσο μεγάλος ποιητής!…
Είχα αρχίσει να κάνω μαθήματα πιάνου. Η δασκάλα του πιάνου μου λεγόταν κυρία Στάμπα και η αδερφή της ήταν διευθύντρια του Παρθεναγωγείου της Αλεξάνδρειας. Μου άρεσε πολύ το πιάνο. Είχα προχωρήσει αρκετά και άρχιζα να παίζω χωρίς παρτιτούρες.
Μια μέρα λέω στον πατέρα μου ότι θέλω να γίνω πιανίστας. «Πιανίστας;!» φώναξε με βροντερή φωνή, «Θα πάς στα βαμβάκια! Άκου, πιανίστας» και κλείδωσε το πιάνο και πήρε μαζί του το κλειδί.
-«Πως θυμάστε την Αλεξάνδρεια;»
-«Ήταν τα σύνορα της ιστορίας και του μύθου. Η Αλεξάνδρεια ήταν ένα κομβικό σημείο της φαντασίας. Ήταν η ενσάρκωση του κοσμοπολιτικού πνεύματος. Οι Έλληνες, οι Ιταλοί και οι Εβραίοι της έδιναν ένα χρώμα μοναδικό. Γι’ αυτό αναπτύχθηκαν εκεί οι Τέχνες, γιατί και οι συγγραφείς της και οι ποιητές της, βρήκαν εκεί τον τόνο για να αποδώσουν το συναισθηματικό φορτίο της ύπαρξής τους.
Ξέραμε όλοι ότι αυτή η πόλη είχε χτιστεί από τον Μέγα Αλέξανδρο. Ήταν μια από τις επιφανέστερες εστίες του πολιτισμού. Ήταν από παλιά διάσημη για την βιβλιοθήκη της. Δεν υπήρχε καλλιτέχνης που να κάνει περιοδείες και να μην ερχόταν στην Αλεξάνδρεια.
Ήταν το κέντρο του κόσμου τότε. Δε γινόταν να είναι διαφορετικά. Ήταν τα πάντα εκείνη την εποχή η Αλεξάνδρεια.»
-«Και γιατί φύγατε από την Αλεξάνδρεια;»
-«Μα για να αναπτυχθώ. Δεν άντεχα την ατμόσφαιρα μέσα στο σπίτι. Ο πατέρας μου συνεργαζόταν με τις μεγαλύτερες εταιρίες της εποχής και τους εξαγωγείς της Αλεξάνδρειας. Δεν άντεχα όμως το κλίμα, ούτε στο σπίτι.
Ένα βράδυ, σκαστός από το σπίτι, είδα την Μαρίκα Κοτοπούλη, η οποία είχε έρθει στην Αλεξάνδρεια τότε. Όχι μόνο μαγεύτηκα, άλλαξε η ζωή μου. Είδα το φως. Κατάλαβα ότι ήμουν γεννημένος για την Τέχνη. Είχε ένα μοναδικό μεγαλείο. Δεν έχω δει στη ζωή μου, μεγαλύτερη ηθοποιό. Ήταν το παν μέχρι τότε για μένα. Είχε μια αίγλη, μια φωνή, ένα στήσιμο, μια αρμονία.
Από τότε ήθελα να έρθω στην Ελλάδα. Από τότε που τέλειωσα το σχολείο, ήθελα να έρθω στην Ελλάδα, μόνο και μόνο για να φύγω από το σπίτι.
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης μου υποσχέθηκε ότι θα μου έδινε τρείς συστατικές επιστολές. Μια για τον Άγγελο Σικελιανό, μια για τον Κωστή Παλαμά και μία για τον Δημήτρη Μητρόπουλο.
Όταν ανέφερα στη γιαγιά μου ότι θα πάω στην Ελλάδα, μου είπε να πάω στη Γαλλία ή στη Γερμανία αλλά στην Ελλάδα ποτέ! Είχα πάρει, όμως, την απόφασή μου. Έπρεπε να φύγω για να αναπτυχθώ!»
«Ήταν το 1926 oταν πάτησα το πόδι μου στην Ελλάδα. Ρίγησα. Μετά από τόσες σπουδές, τόσους σπουδαίους καθηγητές, μετά από τόσους ποιητές, ερχόμουν να δω τον Παρθενώνα, τα αγάλματα και τους ποιητές…
Πέταγα από την χαρά μου. Τα μεσημέρια, ανέβαινα στην Ακρόπολη. Στον Παρθενώνα. Μου άρεσε να κάθομαι εκεί, ώρες ατελείωτες. Όταν τον κλείνανε αργά το μεσημέρι για τους τουρίστες, ο διευθυντής της Ακρόπολης, ο Φιλαδελφέας, με άφηνε να χορεύω και η σπουδαία φωτογράφος της εποχής η Νέλυ Σεραϊδάρη, με φωτογράφιζε…»
-«Και οι επιστολές του Καβάφη;»
-«Ήταν τα όπλα μου. Πρώτα πήγα στον Κωστή Παλαμά. Έμενε στην Πλάκα τότε. Η κόρη του η Ναυσικά έμενε, Ασκληπιού 3. Ήταν όμορφη η κόρη του. Λίγες μέρες μετά γνώρισα την Εύα Σικελιανού, τη γυναίκα του Άγγελου.
Ο Άγγελος Σικελιανός είχε πολύ καλή ανατροφή και ήταν ωραία ντυμένος. Μόλις τον είδα, εκστασιάστηκα. Ήταν ένα μεγαλείο. Ψηλός με μια βροντώδη, στεντόρεια φωνή. «Ω Θεέ μου! Τι παρουσία είναι αυτή!» είπα όταν τον είδα.
Κι εκείνος από την πρώτη στιγμή, με συμπάθησε. Με έπαιρνε μαζί του, εκεί κάπου στο Κιάτο και μου διάβαζε Σοφοκλή, Πλάτωνα και Ευριπίδη. Με προετοίμαζε να παίξω το «Ερμή» στον «Προμηθέα Δεσμώτη», στις Δελφικές Γιορτές.
Από την Ναυσικά Παλαμά γνώρισα τις σπουδαιότερες προσωπικότητες της πνευματικής Αθήνας. Οι περισσότεροι είχαν μιαν απλότητα, μια σαφήνεια στη προσωπικότητά τους. Δεν είχαν τίποτα το περιττό επάνω τους. Αρκούσε μια φράση τους, μια κίνησή τους για να φανερωθεί η απλότητά τους και η πνευματική τους ανατροφή.
Η απλότητά τους ήταν απίστευτη. Έβλεπες έναν Άγγελο Σικελιανό, που η απλότητά του και η αρμονία των κινήσεών και της σκέψης του, σε άφηνε άφωνο. Μου δίδασκε τους μονολόγους του «Ερμή» με την καταπληκτική εκείνη στεντόρεια φωνή του και έβλεπα μπροστά μου, έναν καλλιτέχνη , με ένα ιδιαίτερο είδος τελειότητας.»
-«Ποια ήταν η εικόνα της Αθήνας τότε; Πώς ήταν στα όνειρά σας και πως τη βρήκατε;»
-«Κατ’ αρχάς, χαιρόμουν που βρισκόμουν στην Ελλάδα. Το όνειρό μου είχε γίνει πραγματικότητα. Να ζήσω στη χώρα, η οποία έγινε στην ιστορία της Τέχνης, η πιο διάσημη. Η πιο σημαντική. Και μάλιστα η Αθήνα. Εδώ που καρποφόρησε η πιο εκπληκτική επανάσταση του πολιτισμού.
Δεν κυκλοφορούσαν πολλά αυτοκίνητα. Κάποιοι πλούσιοι μόνο είχαν αυτοκίνητα και οι δρόμοι δεν ήταν ασφαλτοστρωμένοι.
Γνώρισα τον μεγάλο τότε Εμμανουήλ Μπενάκη και τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Χάρη στον Άγγελο Σικελιανό, μπήκα μέσα στις καλύτερες οικογένειες της Αθήνας.
Μου έκανε εντύπωση ότι δεν έβλεπα καμιά διαφορά στους Αιγυπτίους από τους Έλληνες. Οι καθηγητές μου στην Αλεξάνδρεια, μου είχαν εμφυσήσει μέσα μου τον Ελληνισμό, την ελληνική κουλτούρα, το ελληνικό πνεύμα.»
-«Ποιο είναι ελληνικό πνεύμα;»
-«Όταν το πνεύμα δε μένει ικανοποιημένο από έτοιμες συνταγές, όσο καλές κι αν είναι. Και όταν αρχίζει να πειραματίζεται για λογαριασμό του.»
-«Γνώρισα μια Ελλάδα διαφορετική από τη σημερινή. Οι άνθρωποι ήταν διαφορετικοί. Έβλεπα προσωπικότητες, τις οποίες τις χαρακτήριζε μια ισορροπία στις σκέψεις τους και στις πράξεις. Είναι πολύ λεπτές οι σταθμίσεις αυτές.
Με τραβούσε ο Ελληνικός Πολιτισμός. Αυτόν μου είχαν μάθει στην Αλεξάνδρεια, στα Αρχαία Ελληνικά, στα Γυμνάσια, στα Λύκεια. Ήθελα να δω τον Παρθενώνα. Να ζήσω και να γευτώ τον Ελληνικό πολιτισμό.
Δεν είχε βέβαια το μεγαλείο της Αλεξάνδρειας η Αθήνα. Οι άνθρωποι ήταν καταπιεσμένοι.
Η Ναυσικά Παλαμά ήταν μια ευγενέστατη κοπέλα, αλλά καταπιεσμένη. Ήταν μοναχική. Μιλούσε σε πολύ λίγους ανθρώπους. Εκτός από κάποια υποχρεωτικά πράγματα που έπρεπε να κάνει, για τον πατέρα της.
Ο Άγγελος Σικελιανός ήταν αυτός που με στιγμάτισε εκείνη την εποχή. Είχε μια έξαρση και έναν ενθουσιασμό σε ό, τι κι αν έκανε. Γίναμε φίλοι και μια μέρα μου λέει να πάω να μείνω για λίγες μέρες στη Συκιά, κοντά στο Κιάτο, στο σπίτι του.
Ξυπνούσε, κάθε πρωί, στις 9.30 και πήγαινα στο δωμάτιό του. Αυτός ήταν στο κρεβάτι του και μου διάβαζε τα έργα του. Μου έγραψε μια περίληψη της φιλοσοφικής του ιδέας, της μυσταγωγικής του ιδέας και μου μιλούσε για τους φιλοσόφους.
Έφτιαχνε το πρόγραμμα των Δελφικών Γιορτών. Είχε γράψει ένα μονόλογο καταπληκτικό, τον οποίο είχα μάθει τότε, σχεδόν «απ’ έξω». Τώρα τον έχω ξεχάσει όμως.»
-«Είχατε θεατρική παιδεία, εκείνη την εποχή;»
-«Όχι. Απολύτως καμία. Ούτε άσκηση, ούτε τίποτα. Ύστερα, δεν είχα την φωνή, τις φωνητικές χορδές, για έναν τέτοιο ρόλο.
-«Πόσο καιρό καθίσατε στην Ελλάδα;»
-«Ενάμιση χρόνο στην αρχή. Ήρθε ο θείος μου ο Ξύππας και με πήρε. Μου πε ότι είμαι πολύ μικρός ακόμη και δεν μπορώ να κάνω του κεφαλιού μου και με πήρε πίσω στη Αίγυπτο.
Πήγα στο σπίτι, έκατσα μερικούς μήνες, να κάνω άλλη μια προσπάθεια, μπας και αγαπήσω τα βαμβάκια. Με τίποτα όμως. Αισθανόμουν ότι δεν θα ήμουν ολοκληρωμένος άνθρωπος, αν δεν ερχόμουν στη χώρα, όπου άνθισε το πελώριο κίνημα της Τέχνης.
Ξαναγύρισα για λίγο πάλι πίσω στην Ελλάδα, να δω τους φίλους μου, που είχα 6-7 μήνες να τους δω. Την Μαρίκα Κοτοπούλη, τον Άγγελο Σικελιανό, τη Ναυσικά Παλαμά, τον Δημήτρη Μητρόπουλο, ο οποίος, τον λίγο καιρό που κάθισα στην Ελλάδα, με έπαιρνε μαζί του στην οδό Πειραιώς όπου ήταν το Ωδείο Αθηνών και μου παρέδιδε μαθήματα πιάνου.
Είχα ταλέντο σ’ αυτό. Με έμαθε καταπληκτικό πιάνο. Ωστόσο δεν ήταν τόσο σίγουρος αν έπρεπε να κάτσω στην Ελλάδα.
Ήθελα τόσο πολύ να ταξιδέψω. Να γνωρίσω τους πολιτισμούς που διάβαζα στα βιβλία μου. Ο Μητρόπουλος μου είπε ότι αν αγαπώ την Ελλάδα τότε θα πρέπει να φύγω μακριά.
Έφυγα για το Βερολίνο. Ταξίδεψα σε όλες σχεδόν τις πόλεις . Ήταν υπέροχα. Είχα, για μια ακόμη φορά, καταλάβει, για τα καλά, ότι με τίποτα δεν έπρεπε να ξεχάσω την Αλεξάνδρεια, την Αίγυπτο, την οικογένειά μου, αλλά έπρεπε να βρω τον εαυτό μου. Έπρεπε να κάνω κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό το οποίο μου είχαν προετοιμάσει και προγραμματίσει στη ζωή μου. Οτιδήποτε είναι προετοιμασμένο, κάθε τι που είναι υπαγορευμένο. δεν έχει ελευθερία μέσα του. Ήταν περίεργο εκείνη την εποχή το Βερολίνο.»
-«Πότε φύγατε για το Βερολίνο;»
-«Ήταν το 1929. Ω το Βερολίνο εκείνης της εποχής! Δεν πρόκειται να το ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Ήταν για μένα η μεγαλύτερη πόλη της ανθρωπότητας. Στο Βερολίνο η ζωή ήταν κοσμική, αυτοκρατορική και σήκωνε εκεί τα πάντα: ό, τι ήθελες να πεις και να κάνεις.
Ήταν αληθινά συναρπαστική πόλη, πολύ της μόδας. Το θέατρο ήταν αβανγκάρντ το 1929, με Μπρεχτ και Κουρτ Βάιλ. Η μουσική ήταν παράξενη, με Σένμπεργκ και όλα αυτά. Ήταν περισσότερο ζωντανό το προπολεμικό Βερολίνο. Ήταν τρελό. Απολύτως τρελό! Και πολύ σικ.
Πήγα στον Πάνο Αραβαντινό. Ο Αραβαντινός έκανε τα κουστούμια της Όπερας του Βερολίνου και του είχε ήδη γράψει ο Μητρόπουλος να με αναλάβει υπό την προστασία του.
αυριο η συνέχεια....

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Αλεξάνδρου Ιόλα: Η Ζωή μου απο τον Νίκο Σταθούλη Ο Χορός και ο πρώτος πίνακας

Αλεξάνδρου Ιόλα: Η Ζωή μου απο τον Νίκο Σταθούλη Ο Χορός και ο πρώτος πίνακας (φωτογραφία από το αρχείο του Νίκου Σταθούλη που κοινοποίησε τις 10 Νοεμβρίου 2013 )

Αλεξάνδρου Ιόλα: Η Ζωή μου
απο τον Νίκο Σταθούλη
Συνέχεια διαδικτυακης δημοσίευσης της βιογραφίας του Αλέξανδρου Ιόλα η οποία κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις "Οδός Πανός"
Σε στιγμές κρίσης δεν αξίζει να δίνετε 18 ευρώ να το αγοράσετε και ο συγγραφέας να μη παίρνει γρόσι.
Η τέχνη για να είναι για όλο τον κόσμο, πρέπει να είναι ΔΩΡΕΑΝ!!!
Για να γίνει κτήμα περισσότερων χρηστών εντελώς δωρεαν ΔΙΑΔΩΣΤΕ το...με απλά λόγια ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΤΕ το...

Συνέχεια Δημοσίευσης

Ο Χορός και ο πρώτος πίνακας
Συχνά ο Αλέξανδρος Ιόλας επαναλαμβανόταν. Αλλά και τότε πάντοτε κάτι καινούριο προέκυπτε… επτά διαφορετικές ημερομηνίες γέννησης μου είχε πει μέχρι να ψάξω μόνος μου στην Αλεξάνδρεια να βρω πότε γεννήθηκε. Πάντοτε ωστόσο το ενδιαφέρον μου γι΄αυτές τις επαναλήψεις ήταν τεράστιο.
-«Για μένα μια γκαλερί είναι σαν θέατρο. Να οργανώσεις τις εκθέσεις, το φωτισμό, οι ενάρξεις. Όλα πάνε μαζί και αν αυτό γίνει σωστά, το αποτέλεσμα είναι υπέροχο. Πάντα θεωρούσα τον εαυτό μου έναν εκτελεστή παραστάσεων.

«Ξεκίνησα σαν χορευτής αλλά κατέληξα να κάνω συμφωνίες για την τέχνη, καθώς οι άνθρωποι που ασχολούνται ή σχετίζονται με το μπαλέτο, είναι απαίσιοι, τόσο αδαείς. Είναι τρομερό. Μπορεί να μοιάζουν τόσο τέλειοι στη σκηνή αλλά μετά την παράσταση ξαναπέφτουν στη γη.
«Είμαι καθαρός Έλληνας, αλλά όπως ο πατέρας μου, η μητέρα μου και οι παππούδες μου, γεννήθηκαν στην Αίγυπτο, υπήρχε μια υπέροχη κοινωνία στο Κάιρο τότε, με εκπληκτικά σχολεία.
«Οι Αιγύπτιοι- Έλληνες δε μοιάζουν καθόλου με τους νεοέλληνες, οι οποίοι είναι απολίτιστοι, αλλά δε φταίνε αυτοί, που δεν τους μάθανε. Έχουν βλέπετε το νου τους μόνο τον λαϊκισμό. Στην Αίγυπτο μαθαίναμε όλους τους πολιτισμούς: Ελληνικό, Αγγλικό, Γαλλικό, Αιγυπτιακό. Λαϊκισμό δεν μαθαίναμε.»
-«Πότε είδατε για πρώτη φορά μπαλέτο;»
-«Ήταν η Πάβλοβα! Όταν είχε έρθει στο Κάιρο. Ήταν απίστευτο. Πως το κάνουν αυτό, έλεγα μέσα μου .Ήμουν τόσο γοητευμένος! Από τότε. Ήξερα, βέβαια, πολύ καλά ότι ο πατέρας μου ήθελε να πάω στην επιχείρηση βαμβακιού του, ενώ εγώ ήθελα να γίνω αρτίστα.
Κάθε καλοκαίρι ο πατέρας μου, με πήγαινε στο Νείλο, στη Βόρεια Αίγυπτο κατά τη διάρκεια του ανατολικού καύσωνα. Ήταν πολύ σκληρός μαζί μου. Πολύ αυστηρός, αλλά κι εγώ ήμουν λίγο ανισόρροπος, όταν ήμουν νέος, αλλά και τώρα που είμαι 75, είμαι τελείως τρελός, αλλά είμαι γνήσιος τρελός. Όχι τρελάρας. Είναι για μένα όπως η αναπνοή. Αν δεν υπάρχει τρέλα στη ζωή, δεν έχει αξία.
Υπήρχε μια λύση για μένα κι έτσι το έσκασα από το σπίτι και ήρθα στη Ελλάδα, από εκεί στο Βερολίνο κι έπειτα στο Παρίσι. Πήγα στη σχολή για να γίνω χορευτής και αποδείχθηκε ότι ήμουν απίστευτα ταλαντούχος.
Τα μαθήματα για μένα ήταν δωρεάν και κάθε μέρα οι καθηγητές μου με καλούσαν να τους κάνω παρέα μετά τα μαθήματα. Δε ξέρω γιατί. Μάλλον έβλεπαν την τρέλα μου γοητευτική.
-Και η πρώτη επαφή σας με τη ζωγραφική?

-Η πρώτη φορά που μπήκε στο νου μου η επιθυμία να αποκτήσω ένα πίνακα ήταν γύρω στα 1933. Μία μέρα, στάθηκα μπροστά σε μία γκαλερί της οδού Matignan στο Παρίσι. Ένας παράξενος πίνακας είχε τραβήξει την προσοχή μου. Ήταν ένα ταμπλό του Ντε Κύρικο, το πρώτο μοντέρνο ζωγραφικό έργο που έβλεπα στην ζωή μου. Παρίστανε μία πλατεία άδεια. Στη μέση ένα άγαλμα. Στο βάθος ένα τρένο με το φουγάρο του που περνούσε. Τίτλος του πίνακα: “Μελαγχολία”. Μπήκα στην γκαλερί και ρώτησα τί είναι αυτό; μου απάντησαν, είναι ένα αριστούργημα του Ντε Κύρικο μπορείτε να το αγοράσετε με 2.000 δολάρια. Περνούσα από την γκαλερί δίνοντας λίγα τα χρήματα. Τελικά, ύστερα από πέντε χρόνια ο πίνακας έγινε δικός μου. Από τότε λοιπόν, με εκείνες τις συχνές επισκέψεις στην γκαλερί της οδού Matignan, αρχίζει να μου μπαίνει η ιδέα να κάνω κι εγώ κάποτε μία γκαλερί».. Ο έμπορος κι εγώ, γίναμε φίλοι… Ξεχνάω και το όνομά του… Raul Levin. κάτι τέτοιο.
Μια μέρα ο εγγονός του Cezzane ήρθε στη γκαλερί. Δεν είχα ξανακούσει για τον Cezzane. Ήμουν ένας αγρότης από την Αίγυπτο.
Τελικά, με μια μικρή βοήθεια από την μητέρα μου, η οποία μου έδωσε κρυφά λεφτά στη Αίγυπτο, κατάφερα και αγόρασα ένα μικρό Cezzane. Συνήθιζα να πουλάω τα μαλλιά μου για να τα φέρνω βόλτα.
Αλεξάνδρου Ιόλα: Η Ζωή μου απο τον Νίκο Σταθούλη Ο Χορός και ο πρώτος πίνακας (φωτογραφία από το αρχείο του Νίκου Σταθούλη που κοινοποίησε τις 10 Νοεμβρίου 2013
Ήταν 1925 και οι πρώτες ψεύτικες βλεφαρίδες, είχαν έρθει στη μόδα. Είχα σγουρά μαλλιά και κάποια μέρα, ο κομμωτής Αντουάν με ρώτησε:
-«Μπορώ να αγοράσω τα μαλλιά σου;»
Σκέφτηκα πως είναι τρελός, αλλά συμφώνησα και θα μου έκοβε τις άκρες των μαλλιών μου και θα τις κολλούσε για ψεύτικες βλεφαρίδες. Η Μάρλεν Ντίτριχ και η Γκρέτα Γκάρμπο τις φορέσανε. Πληρωνόμουν για να το κάνω αυτό. Ήταν το εισόδημά μου. Έτσι , αγόρασα το έργο του De Chirico, που μου άρεσε τόσο! Ήταν εκπληκτικός ζωγράφος. Είχε μια δύναμη στο πινέλο του και στα χρώματά του αλλά και ίδιος ήταν πάντοτε χαρούμενος, ήρεμος και πολύ καθαρός.
Ήταν ένα πραγματικό σοκ για μένα αυτή η γνωριμία. Γίναμε φίλοι με τον De Chirico. Μιλούσαμε μαζί Ελληνικά και μου διάβαζε στο ατελιέ του, αποσπάσματα από τη Βίβλο. Μου μάθαινε Αισχύλο.
Έτρεφα πελώριο σεβασμό για τον ζωγράφο αυτόν, στον οποίον σχεδόν οφείλω τα πάντα. Ήταν η πρώτη φορά που γνώρισα καλύτερα τον Jean Cocteau, τον οποίον είχα δει και στο σπίτι του κομμωτή Αντουάν.
Ο Jean Cocteau, ήταν η πιο τρελή παρουσία που γνώρισα ποτέ μου. Ήταν ψηλός, λεπτός, με πυκνά μαύρα μαλλιά, μεγάλα μάτια και χόρευε, ζωγράφιζε, έγραφε, σκηνοθετούσε, έπαιζε, έκανε τον κριτικό Τέχνης, τον σεναριογράφο. Ήταν απλά εξαίσιος.
Ένα απόγευμα που με είχε καλέσει στο σπίτι του, μου έδειξε τις μακέτες από την «Παρέλαση», που είχε ανέβει, σε σενάριο του ίδιου και μουσική του Έρικ Σατί.»
Μου άρεσε που τον άκουγα για πολλοστή φορά να αναπολεί τη ζωή του. Έκανε χορευτικές φιγούρες μέσα στο δρόμο. Ήταν τόσο χαρούμενος και είχε τόση ενέργεια, όταν μιλούσε για τη ζωή του.
- Θεέ μου!!! Τόσο νέος μέσα στη τέχνη…
-« Ήταν η ανάσα μου αυτή.Η ζωή μου συνεχίστηκε με αυτόν τον τρόπο. Ως τότε, το μπαλέτο δεν ήταν αρκετό για μένα. Ήταν υπέροχο το θέαμα αλλά τώρα είχα επίσης και την τέχνη. Σιγά- σιγά άρχιζα να γνωρίζω καλλιτέχνες. Πήγα στον Raul Dufy και μου ζωγράφισε ένα πανέμορφο πορτραίτο, το οποίο το κρατώ ακόμα.
(φωτογραφία από το αρχείο του Νίκου Σταθούλη που κοινοποίησε τις
10 Νοεμβρίου 2013 )
Γνώρισα τον Picasso, τον Brague. Σε ένα πάρτι μασκέ με σύστησαν στον Man Ray. Αυτό το πάρτι δεν θα το ξεχάσω ποτέ, γιατί εκείνη τη βραδιά, ήταν η πρώτη φορά που γνώρισα τον Max Ernst. Φορούσε παντελόνι πυτζάμας και είχε ζωγραφίσει μάτια πάνω στο γυμνό του σώμα, με ψεύτικές βλεφαρίδες, τις οποίες είχε αγοράσει από τον Αντουάν! Θεέ μου, είχε στο σώμα του τις βλεφαρίδες μου! Kαι εδώ δούλεψα ως μοντέλο, στον γλύπτη Τόμπρο ποζάρισα αρκετές φορές. Ο «Αθηναίος έφηβος» είναι το κορμί μου, το κεφάλι είναι αλλουνού. »
Ήταν τέτοια η διάθεσή του που δεν περπατούσε αλλά πέταγε. Ήταν συναρπαστικό να τον βλέπεις έτσι. Δεν ξέρεις από πού προέρχεται, αυτή του η ενέργεια. Τον άκουγα και τον θαύμαζα.
-Πόσο συναρπαστική ήταν η ζωή σας δίπλα σε τέτοιες προσωπικότητες…
-«Ήταν συναρπαστική η ζωή μου! Ήταν συναρπαστικό για μένα να γνωρίσω όλους αυτούς τους διάσημους καλλιτέχνες και να γίνω φίλος τους Είχα τη χαρά να με τιμήσουνε με τη φιλία τους. Να με βάλουνε μέσα στον εσωτερικό τους χώρο. Δεν είναι λίγο αυτό. Ο DeChirico ήταν ένας άνθρωπος με απίστευτη ευφυΐα. Ο Max Ernst ήταν ο άνθρωπος που συμπαθούσα περισσότερο, αυτός που με έλυνε πιο πολύ, αλλά ήταν και ο Victor Brauner, του οποίου, ήταν πολύ ανεπτυγμένη η καλλιτεχνική αισθητική του για την τέχνη. Είναι ακράδαντη η πίστη μου ότι ο Brauner έκανε μια επανάσταση στην τέχνη, την οποία ακόμη δεν έχουμε δει. Ήταν προάγγελος για ότι ακολούθησε στο χώρο της τέχνης»
Μου μίλησε για το Παρίσι, για την Γερμανία, το Βερολίνο. Είχε μοναδική διάθεση, ακόμα και για αυτοκριτική…
-«Πάντοτε σιχαινόμουν να είμαι αναγνωρισμένος. Καθησυχασμένος. Όταν η γκαλερί στο Παρίσι άρχισε να γίνεται «ασφαλής», μετακόμισα στο Μιλάνο και όταν έγινε και το ίδιο πράγμα εκεί, πήγα στη Γενεύη και μετά πάλι στη Νέα Υόρκη.
Τόσα χρόνια είχα συγκεντρωθεί σε τόσους σπουδαίους καλλιτέχνες… Magritte, Max Ernst, De Chirico, Fautrier, Brauner, αλλά τώρα όλοι έχουν πεθάνει. Αισθάνομαι σα χήρος.»
-«Είστε τρελός, Ιόλα» του είπα. «Απίστευτα τρελός.»
-«Υπάρχει αρκετή συγκίνηση και τρέλα στη ζωή μου. Γιατί θέλω να με θυμούνται σαν έναν νέο χορευτή και όχι σαν έναν παλιόγερο που καταρρέει. Μια χορευτική πόζα, μια κίνηση, ένα αριστούργημα της τέχνης σωστά κρεμασμένο σε μια γκαλερί!.»
Δεν είχε όριο όταν ξετύλιγε το κουβάρι των αναμνήσεών του. Είναι τόσες εικόνες… είναι τόσες οι σκηνές, που χάνεσαι.
«Στη ζωή μου, όπως και στη δουλειά μου, κάνω μόνο ό, τι μου αρέσει, ό, τι θέλω, ό, τι αγαπώ. Δεν πιστεύω στα όρια. Είμαι αντι- εθνικιστής στην τέχνη. Στην τέχνη δεν υπάρχουν πολιτιστικά όρια, που πρέπει να έχεις διαβατήριο για να τα περάσεις. Ούτε στις αναλύσεις και στις θεωρίες πιστεύω. Τι να πεις δηλαδή για την τέχνη;… Να την αναλύσεις; Αυτό το πράγμα δεν το θέλω στη δουλειά μου. Δεν μπορώ να μιλώ σαν εμπειρογνώμονας της τέχνης. Δεν έχω καμία σχέση με αυτό. Αυτά τα λένε οι άσχετοι με τη τέχνη.
Η τέχνη δεν έχει λόγια. Τα λόγια δεν έχουν καμία σχέση με την τέχνη. Αυτό είναι το μυστικό μαζί της. Την αφήνεις να σε μαγέψει. Είναι λάθος να είσαι έξυπνος και να μιλάς με γνωματεύσεις. Όταν το κάνεις αυτό απλά γίνεσαι βαρετός. Το να μιλάς για την τέχνη μου φαίνεται πως είναι ο καλύτερος τρόπος για να ξεκινήσει ένας καβγάς.»
Ο Αλέξανδρος Ιόλας έχει την καλή Τέχνη στο γαλάζιο Αλεξανδρινό αίμα του. Γνήσιος εραστής του μπαλέτου. Ο ίδιος χορευτής. Άριστη γνώση του θεάτρου, της λογοτεχνίας, της μουσικής και όλων των εικαστικών Τεχνών.
«Όταν ασχολείσαι με την Τέχνη, δεν έχεις δικαίωμα να ασχολείσαι μόνο με μια πτυχή της! Είσαι απατεώνας» έλεγε συχνά
Ήθελα να μάθω πως σκέφτεται. Δε σου το επέτρεπε. Τουλάχιστον να καταγράψω του χιούμορ του πασπαλισμένο με ειρωνεία.
-«Πρέπει να «ξέρεις», για να με νοιώσεις…»
-Ξεκινήσατε τη ζωή σας σαν πιανίστας ή σαν χορευτής;»
-«Σπούδασα πιάνο αλλά οι γονείς μου έκλεισαν το πιάνο και μου είπαν «όχι μουσική, όχι θέατρο, όχι χορός! Θα γίνεις έμπορος βαμβακιού.»
-«Έμπορος βαμβακιού;»
-«Ναι. Αλλά δεν μπορούσαν να με απομακρύνουν από τις Τέχνες. Αφού έχασα την ευκαιρία να παίξω πιάνο, προσπάθησα να τραγουδήσω. Αφού δε μου επέτρεπαν να τραγουδήσω, δοκίμασα να γίνω ηθοποιός. Αφού δε μπόρεσα να γίνω ηθοποιός, προσπάθησα να γίνω χορευτής. Αλλά δεν ήθελα να γίνω βαμβακέμπορος. Ούτε καν ένας πλούσιος βαμβακέμπορος.»
φωτογραφία από το αρχείο του Νίκου Σταθούλη που κοινοποίησε τις  10 Νοεμβρίου 2013

-«Πως ήταν η Αλεξάνδρεια τότε; Αρχές του 20ου αιώνα;»
-«Ήταν το κέντρο του κόσμου. Ήταν απόλυτα ελληνική η Αλεξάνδρεια. Είχε ελληνικά νοσοκομεία, ελληνικά σχολεία, ελληνικά γυμναστήρια, ελληνικές φυλακές, ελληνικά νεκροταφεία, αλλά είμαι ένας άνθρωπος με 100 διαβατήρια. Δε πιστεύω στις εθνικότητες εγώ.»
-«Είστε σαν τον Άργο με τα 100 μάτια και μετά;»
-«Στην Αθήνα και μετά Βερολίνο κι ύστερα Παρίσι. Όταν έφτασα εκεί ήταν το 1929, στην Place de la Concorde, με τις παρελάσεις, τις σημαίες και τα ρωσικά σφυροδρέπανα.»
-«Εκεί που αποκεφαλίστηκε η Μαρία Αντουανέτα;»
-«Ναι! Εκεί! Φυσικά γνωρίζοντας τον γαλλικό λαό, μπορώ να πω, ότι ξεχνούν πολύ εύκολα, σε σχέση με τις επιθυμίες τους. Όταν έφτασα στο Παρίσι, πήγα στη σχολή χορού, γνώρισα όλες τις μπαλαρίνες, τους ασυνήθιστους ποιητές, τον Jean Cocteau Αυτός ο άνθρωπος μου έδειξε φιλία, αγάπη, κατανόηση. Μου έδωσε ελευθερία στον τρόπο σκέψης και έκφρασης του εαυτού μου. Μια μέρα γνώρισα τον πρίγκιπα Felix Yusupov, ο οποίος ήταν ο καλύτερος, ο πιο ευγενής και ο πιο όμορφος άντρας στη γη!...»
-«Ο άνθρωπος που σκότωσε τον Ρασπούτιν;»
-«Ποτέ δε μίλησε γι’ αυτόν. Εκτός από μερικές φορές που κάποιος τον ρώταγε… αλλά δεν έλεγε ούτε ναι, ούτε όχι. Ένας αξιολάτρευτος άνθρωπος. Τον ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή.»
-«Κι εσείς είστε ένας ωραίος κύριος. Πόσο χρονών είστε;»
-«Είμαι 75.»
-«Πόσο πλούσιος είστε;»
-«Πόσο πλούσιος αισθάνομαι, θες να πεις. Απέκτησα χρήματα για να αγοράσω μερικά πράγματα γιατί τα αγαπώ και δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτά. Αυτός ο κορμός» μου δείχνει τον Ραμσή «είναι από τα μεγαλύτερα θαύματα που έχω δει στη ζωή μου.»
-«Καλύτερο και από την ελληνική γλυπτική;»
-«Καλύτερο από οποιαδήποτε γλυπτική. Καλύτερο και από τη φύση.»
-«Και ο δημιουργός του καλύτερος από τον Πραξιτέλη;»
-«Μη συγκρίνεις την Τέχνη. Ποτέ μην εξαπατάς τον εαυτό σου με συγκρίσεις. Πολλά από τα πράγματα δε συγκρίνονται. Το σπουδαιότερο είναι να αγαπάς, όχι να συγκρίνεις. Μόνο τότε βλέπεις «μέσα» τους.»
-«Πάντα θα απορώ γιατί γυρίσατε να ζήσετε τα τελευταία σας χρόνια εδώ. »
-«Γιατί έπρεπε να κάνω μια δωρεά στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να δημιουργηθεί ένα Μουσείο, το οποίο να μην έχει σχέση με την κυβέρνηση και την οποιαδήποτε πολιτιστική πολιτική. Να έχει σχέση με ανθρώπους που αγαπούν την Τέχνη και προσφέρουν ό, τι μπορούν. Άλλος γη, άλλος κτήρια, άλλος Τέχνη. Ένα Μουσείο που να φέρει τη σφραγίδα του πάθους. Ένα Μουσείο που να έχει μέσα Τέχνη μοντέρνα, σημερινή και αυριανή Έτσι γίνονται τα Μεγάλα Μουσεία. Γιατί γύρισα στην Ελλάδα. Μα γιατί την αγαπώ βέβαια. Είναι οι άνθρωποι μου εδώ, η οικογένειά μου, οι άνθρωποι που αγαπώ.»
-«Αν ήσασταν πρωθυπουργός, σαν τον Ανδρέα Παπανδρέου, ποια θα ήταν τα πρώτα επιτεύγματά σας;»
-«Δεν είμαι πολιτικός εγώ. Εγώ αναπνέω μόνο για την Τέχνη, την αγάπη και τους ανθρώπους. Από αυτά τα τρία πράγματα, τίποτα δεν γνωρίζουν οι πολιτικοί. Έχουν τα δικά τους προσωπικά ενδιαφέροντα αυτοί. Δεν κοιτούν έξω από τον εαυτό τους, εκτός από το πώς θα «τιθασεύσουν» τον κόσμο. Γιαυτό δεν είναι ποτέ μεγάλοι, είναι πάντοτε μικροί.»
-«Πάντα χαρίζατε ένα μεγάλο μέρος της συλλογής σας; Από ότι γνωρίζω είστε δωρητής σε δώδεκα μεγάλα μουσεία του κόσμου.»
-«Κοιτάξτε. Οι Αιγύπτιοι αρέσκονται στο να κατέχουν αντικείμενα. Τους καταλαβαίνω. Αλλά η Τέχνη είναι καλύτερα να χαρίζεται.»
-«Ποιο είναι το πιο σπουδαίο από όλα τα αποκτήματά σας;»
-«Το πιο όμορφο απόκτημά μου είναι ο αιγυπτιακός κορμός του Ραμσή. Είναι από τα ωραιότερα πράγματα που έχω δει σε πέτρα. Κοιμάμαι μαζί του. Είναι στο υπνοδωμάτιό μου. Δε μπορώ να ζήσω χωρίς αυτό.
Όταν ήμουν παιδί έπρεπε να κάνω το σταυρό μου τρείς φορές μπροστά στο εικόνισμα και να φιλήσω την Παναγία. Από τότε που έχω αυτόν τον κορμό, του δίνω ένα φιλί στα δεξιά και την άλλη μέρα τον φιλώ πάλι εκεί.»
-«Ποιους καλλιτέχνες ανακαλύψατε στην διακεκριμένη καριέρα σας;»
-«Δεν είμαι Χριστόφορος Κολόμβος εγώ. Δεν ανακαλύπτω τίποτα. Βλέπω πράγματα. Έχω τα μάτια μου ανοιχτά. Έχω ευαισθησία αλλά δεν ανακαλύπτω τίποτα. Γιατί τα πράγματα βρίσκονται εκεί. Τα «βλέπω» και ξετρελαίνομαι για κάποια από αυτά.»
-«Υιοθετήσατε πολλούς καλλιτέχνες όμως…»
-«Ναι. Και πρώτους απ’ όλους, τους Σουρεαλιστές. Όταν πήγα στην Αμερική, ο σουρεαλισμός είχε εκτιμηθεί άσχημα. Τόσο πολύ ώστε να είναι σκανδαλώδες ακόμα και να εκθέτεις έργα. Αργότερα ο Σουρεαλισμός άρεσε σε όλους.»
-«Αναδείξατε όμως πολλούς καλλιτέχνες.»
-«Δεν ανέδειξα κανέναν. Είμαι όμως ευτυχισμένος όταν οι καλλιτέχνες μου αναγνωρίζονται.»
-«Ποιος ήταν ο πιο σημαντικός καλλιτέχνης του αιώνα μας, κατά τη γνώμη σας;»
-«Για μένα ο πιο συγκλονιστικός είναι ο De Chirico. Αγαπώ τους τελευταίους του Picasso. Δείχνουν στους νέους ανθρώπους ότι ακόμα και χωρίς να έχεις πάει σε σχολή, μπορείς να ζωγραφίσεις.»
-«Είστε κατά των Σχολών Τέχνης;»
-«Απόλυτα ναι! Αυτή η απελευθέρωση από τον ακαδημαϊσμό είναι δικό του έργο. Κάθε καλλιτέχνης θα πρέπει να μάθει τα πάντα για τον εαυτό του και να το μεταφέρει με τον τρόπο που το νοιώθει.»
-Ο πιο σημαντικός καλλιτέχνης;
-«Υπάρχουν δυο μεγάλα κινήματα στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο Κυβισμός και ο Σουρεαλισμός. Μετά εμφανίστηκε η Pop Art και η κατάσταση άλλαξε. Ο Picasso βέβαια, τα ξεπέρασε όλα αυτά. Δεν μπορούσε να ακολουθήσει τον Σουρεαλισμό πλέον. Ήταν περίπλοκος για αυτόν. Με την ομάδα των σουρεαλιστών ήταν για 7 ημέρες. Ω ναι. Ήταν ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης του 20ου αιώνα.»
-«Αν ξαναγεννιόσασταν. Θα ξανακάνατε το ίδιο πράγμα;»
-«Ένα εκατομμύριο τοις εκατό. Θα έκανα την δουλειά που κάνω τώρα. Τίποτε άλλο. Είμαι ολοκληρωτικά ικανοποιημένος και ολοκληρωτικά ευτυχισμένος. Όλη μου η ύπαρξη είναι αυτό που κάνω εδώ και 50-60 χρόνια. Τέχνη, Τέχνη και Τέχνη είναι το μόνο πράγμα που με ενδιαφέρει…»

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο τέταρτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο τέταρτο)
10 Νοεμβρίου 2013 στις 4:29 μ.μ.


Ο γάμος, ήτονα μεγάλη επιτυχία - και το σερμπέτι της Αστερώς ίσως να όψετο, μα βρέθηκε να ΄ναι με καιρό από τις πιο αγαπημένες φιγούρες στα Λεβαντίνικα, η κοπελίτσα: άλλοι την αγαπούσανε γιατ' ήτανε γλωσσού, άλλες γιατί ήταν όλο γελαστή, άλλοι τη βλέπανε ως σεβαστική και μελαγχολική, θες ήντανε καθρέπτης κι έγλεπε κανείς τα σουσουμάκια του τα εδικά. Κι η Ευταξία, ήτανε σίγουρη πως ήτανε ο άγγελος επί της γης. Βεβαίως, ίσως να ήτανε το θαύμα του σερμπετιού - είτε αλλιώς το θαύμα της σινδόνης: Με τούτο το γαρδέλι και ποιός ημπόρα να βρει την άκρη, κάτσε και άκουγε! Μαρή, τί τους ετάισες και τρώνει απέ τα χέριασ'; Σκέφτηκε το λοιπόν και η Εσθήρ, να της ειπεί το μυστικό για το σερμπέτι, να ξέρει επιτέλους κι ένας ακόμα άνθρωπος τη συνταγή σωστή, ανήκανε στην ίδια φαμελιά, τώρα και πλέον: δεν είναι μοναχά τα υλικά κι ας είναι εκατόφυλλα τα ρόδα. Δεν είναι ούτε ο χρόνος της παρασκευάσεως, ούτε ΄πο πούθε θα φυσάγει τ' αεράκι. Δεν είναι τίποτα στις βασκανίες, στα μυστικά λογάκια τα μαντραδόρικα - το πιο κρυφό, βρίσκεται με το τουλουπάνι, έτσι που σου το λέγω, σεκερίμ! Και έβγαλε από το βαλιτζάκι της την ύστερη του γάμου το καντηλέρι το εφτάφωτο, κι ένα παλιό τουλπάνι μάζεψε απ΄το σχοινί που το είχε πλυμμένο εκ της παραμονής, και την είχε ιδεί η Αειπάρθενος να το έχει χρησιμευτεί άμα έπαιζε τη νοικοκυρά εψές τη μέρα - και ναι εμέν φαινόντανε πως ήξευρε τί έκαμνε - μα τηνε έβλεπε η άλλη κι έλοιωνε στην καρδιά από την τρυφερότη (για κοίτα το, που παίζει πως μεγάλωσε!). Και ναι μαθές, πε μου εσύ ντολόρικο γιαβράκι μου, σαν τι το μυστικό του τουλπανιού σου; Κι άμα το άρχισε η Εσθήρ να της μιλάει, αν είχε της απομεινέμει μια καρδιά, πάει κι αυτή, εράγισε των τσακιδιών κι εσπάστει - γιατί της είπε, και μισό της μίλαγε στη γλώσσα που αυτηνή της καταλάβαινε, κι άλλοτε, σε στιγμές σκοτεινιασμένες - της ομίλει μα με τα κύματα και μαυροσυννεφάτα - και που δεν καταλάβαινε ακόμα τί της έλεγε, είχε όμως η Αειπάρθενος αυτί συντονισμένο, ήξερε και να εντοπεί τους ήχους των καημών. Κι έτσι, στα ύστερα - και με πολλές ψιχάλες των ομματιών, μ' αγκάλες και μικρά φιλιά στις παριές (ποιά έδωσε, ποιά πήρε - όλα τους τα μαλλιά ο ανακατωμένος και ο ερχόμενος), όμως το μυστικό μισομοιράσθει, του τουλπανιού. Κι άμα και θέλειτε κι εισείς να σας πετύχει η συνταγούλα, να το σουρώσετε το μίγμα με τουλουπάνι που να σας έχειτε στεγνώσει τα δάκρυα της πικρός, αμέ αλλιώς δε δείχνει η γλυκύτητα (και πιο απλό, δε γίνεται...). Ε, πώς να μη νομίσει κι η Χριστιανή, ότι η αδερφονύφη της δεν είναι το αγγέλι του θεού απ΄εν υψίστοις; Κι άσε και που τί βρήκε στα σεντόνια (και θα τα φύλαγε και άπλυτα έτη τριάντα, και θα ηθάβετο εντέλει η Ευταξία τετυλιγμένη εις νυφικήν σινδόνην με κάτι τους παμπάλαιους λεκέδες, αλλά εδώ να σ' έχω - κι αν με πιστέψεις - που μάρτυρές μου όλοι οι γλάροι, αυτό εγίνηκε!). Έχει καμμιά σας - έστω, μαζί και ο κανένας - για να αυξήσουμε και μαθηματικώς τις πιθανότητες - έχει, ρωτώ, ειδεί ουδείς - σχήματα του πολύτιμου λεκέ να είναι σαν όπως τους χορούς τους κυκλικούς, ωσάν που τη σταγόνα μονή στη λίμνη - και να απλώνει πεταλιστή κι ολοσεπαλισμένη ωσάν πιο μυθικό ολάνθι, και πιο σκούρα στο κέντρο, και μετά να πώς ανοίγει ωσάν τον ουρανό στης Αναλύψεως αμέτι μου, της γιορτερής ημέρας; Αυτό σου λέγω - και να κάμεις το κουμάντο σου εσύ, κι άμα μπορείς και με πιστέψεις, μη ερευνάς - διότι το θαύμα λέγεται ως θαύμα, και έτσι μόνο γίνεται δεχτό, μέσω της χάρης. Μιλώντας δε, για χάρη - να πάμε και μια συστιγμή οπίσω, και στο Ντημίτ της προηγούμενης νυχτός, με τα καλά χαΐρια, και πώς της επεβλήθει αφού τον είχε κι εκείνη καλεσμένο της - και που του είπε να είναι άμα δύναται μαζί της ο κραταιός του πνεύματος, διότι είχε κείνη συνηθίσει να δραπετεύει εκ του σώματος ιδίας, να βλέπει και τις πράξεις από πάνω. Ώστε, να την υπομονεύει αν εγίνετο - να της κρατεί τα μπόσικα και να βαστά τα γκέμια - διότι λέγει, και το πνεύμα θέλει τη σύζευξην, και να μην τη ζηλεύει (αν γίνεται - γιατί αυτή και άλλουνου δεν είχε να υπάρξει με τη βουλή δική της - κι ούτε όπως του έφευγε θα ήθελε θελήσει, μα αν μπορούσε - θα μπορούσε; - να την εκράταε ως κραταιό του κράτος, αυτό του ζήτησε). Κι ακούγοντας κι εκείνος περί της ζήλειας - έπρεπε να της παρουσιαστεί κι εκείνος με την καρδιά και με το κρίμα του, ότι την είχε πάρει και να την έχει με τη γνώση μισιακή με το Ρεΐση, αυτόν το φίλο του με το κοφτό γενάκι - να την εχαίρονται παρέα στο Σαμπάτ της - να μαγειρεύει ένα τοσοδούλικο γλυκό, να του παρηγορεύεται κι εκείνου του σουρτουκάκου του τουρκέτη η κατάρα, και το στραβοκεφάλι του όπου δεν ήθελε να πράτει παντρειές - κι έτσι την έχασε από τα χέρια μέσα. (Αυτό και μόνο την ησύχασε, το άστρο την Εσθήρ - τέτοιος μα θέλεις ήτανε ο άντρας της - αυτό δεν ήτο ζήλεια, ήτον ευγένεια της ψυχής, λεπταισθησία!). Και έτσι της εστρώθη συμβόλαιο το Σαμπάτ, κι είχε να ξέρει πως να φτιάχνει τις νόστιμες φιχόνες τις σαμπατιάτικες απ΄την Παρασκευή, πατάτες κρέας και φασόλια και δημητριακά και μερικά αυγά για καλό μέτρο - με τις καφτές παπρίκες, λίγη δάφνη, μια πρέζα σκόρδο, κύμινο όσο για να τσιμπάει τη γλώσσα, για να τ' αρέσκεται και ο ΧατζηΡεΐς που νοστιμεύονταν αλλοιώτικα, μεμέτικα. Κι ένα γλυκό επίσης, κι ας ήταν τόσο δα - ν' ανοίγει τ' αχειλάκι του - και που να ήτο του αντρός της πεθυμία, βεβαίως και ν' ανοίγανε το σπίτι τους, να τον εσωκρατάνε - χίλιοι καλοί κι αν είμεθα, χωρεύγομε - ήτο και το κονάκι απλοχωράτο, θα ήτονα ντροπή να μη μοιράζεται απλόχωρα η κάθε η ανοιχτοκαρδία - κι αμαρτία. Και βέβαια, η Εσθήρ ήξερε τι θα πει ανόμημα, και τα τριάντα και εννιά τα απαγορευμένα του Σαμπάτ τα έργα τ' αμαρτήσιμα, και δεν το εννοούσε πως άμα άνοιγε τον οίκο της θα έπρεπε να νήψει το ανόμημα, ουχί μονάν την όψη - αλλά ίσως αυτό να μην το εκατάλαβε καλά, και να αμάρτανε και κατά συρροήν και με την επανάληψη: διότι, λέει και το Ταλμούδ (αμέ στα αραμαϊκά, αμέ στα τανναΐτικα) - ούτε ν' ανάβεις τη φωτιά, ουδέ και να τη σβήνεις. Τι να σου κάνει και η έρμη η Εσθέρ, που φρόντιζε και έφτιαχνε τα πάντα νάν' ως έτοιμα από την προηγούμενη; Και να τα όλα τα πιατάκια, και να ' ναι και με τα δουλικά παρατρεχάτα, και να 'χει στολισμένα τα λουλούδια της πριν απ΄τη δύση την Παρασκευιάτικη - και που καθότανε με χέρια σταυρωμένα μέχρι που να φανούν τα τρία αστέρια του Σαββάτου (πράγμα που πάντοτε συνέπιπτε με την επιστροφή της Ευταξίας απ΄τα βουνά - όταν θα πούμε και για το ωραίο το άτι της το κοραλλί, περικαλώ - γι' αυτό και την ελέγουσιν η Αλατσαατλού (η όπου θα καβαλάει το κόκκινο), αλλά το χρέος είναι χρέος - το ήξερε ετούτο ο Ντημίτ, πως έπρεπε να κρατηθεί ο λόγος του, και ότι πρέπει καταπιεί τέτοιο πικρίδι - την αδρεφή του που θα ήξευρε να παίρνει τα βουνά, μάλιστα και φορώντας κάτω από τη φούστα της μεγάλη παντελόνα, κι ακόμη παραμάλιστα ότι θα είχενε παρμένο και τουφέκι - τρισμάλιστα, που να σκοπεύει τη βολή, να βγάζει τους λαγούς και να τους φέρνει - θα χόρταιναν στιφάδο ένα χρόνο - αλλά ας μην προτρέχουσι η γλώσσα της διανοίας, πίσω εις το ανόμημα). Ότι λοιπόν, τα έλεγε ετούτα χαρτί και καλαμάρι το Ταλμούδ, βεβαίως πώς. Όμως, η χαμηλόβλεπη Εσθήρ αλλιώς τα ήξευρε - ότι πως άναβε φωτιές δεν το εγνώρει (για το ΧατζηΡεΐς αυτό, πώς να το κάτεχε;) - και που θα έσβηνε εκείνες τις φωτιές που καίγαν το ΝτημίτΕφέντη, αυτό μάλιστα - κι αυτό κυρίως, δεν επιανότουν για αμαρτία, ιδέ καλέ - αφούκου πως το έλεγε σημειωμένο στις γραφές: γιατί αν είναι για να σώσεις τη ζωή, και τη φωτιά ακόμη - να τρέξεις να τη σβεις, και να το πας χαλάλι.

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013



Η Εσθήρ, κυρίως τις Παρασκευές - που στόλιζε το σπίτι της για να κρατείται αναμάρτητη - και να έχει αγαπημένο το σπιτικό της, να δεχτεί κάθε θεό της πολλαπλής σοφίας.

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο τρίτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο τρίτο)
10 Νοεμβρίου 2013 στις 3:10 π.μ.


Σήμερα γάμος γίνεται σ' ωραίο περιβόλι, άκουσε η Εσθήρ μέσα σε ένα γλυκό ακόμα ύπνο. Κι ύστερα, στο κοχυλάκι του αυτιού της της παιχνιδοψιθύριζε η Ευταξία εκείνα τα μισονανουρίσματα, μισό τραγούδια γάμου - ξύπνα αστρί και ξύπνα αυγή και ξύπνα νιό φεγγάρι - μα ξύπνα για να σε χαρεί αυτός που θα σε πάρει. Γιατί, ήξερε απ΄αυτά η μεγαλοκοπέλα, ότι οι νύφες είναι νευρικές κι εξαντλημένες, και με τη μέρα να προχωρά πιο δύσκολα θα ήτανε. Είχε ολόκληρη βδομάδα να ξέρει ν' ανεβάζει όλες στρόφιγγες - που είχαμε αρχίσει να πεις από τα σοφαδίσματα, μετά είχαμε να αγοράσουμε μετάξια και των ειδών βλατιά (αμ, ευτυχώς μπορέγανε και μας τα φέρνανε εδώ, δε χρειαζότανε να πάμε εις τα εμπορικά - νάναι καλά η τύχη μας με τους καλούς γειτόνους, ο Γασπαριάν και ο Ιπλιξιάν κι ο Βαφειαδάκης στέλανε τα κορίτσια τους και τους επήραν μέτρα, δουλέψανε πολύ ωραίες νύχτα και μαργαριταράκι, την εκάμανε τη νυφική της φορεσιά και επί δύο: μία παραδοσιακή με τα μπακίρια της όταν ευλογηθεί, και τη μετά, για το τραπέζι, μία πώς κάπως ούτε δυτική τελείως, ούτε κι αλλοιώτικη, να τη φορέσει να μην έχει να το σκέφτεται πώς θα καθήσει, αν θα σταύρωνε τα πόδια της. Και τα κορίτσια του Ιπλιξιάν ιδίως, που της εράψανε και ένα νυχτικένιο πενιουάρ, για να την εξετύλιγε ο Δημητράκης σαν το δώρο του που ήτανε, σκεφτόταν η Αειπάρθενος, κι όλο να της χαδεύει τα μαλάκια, μέχρι που να την έχει αποξυπνήσει. Σε λίγο, Εσθήρ, κοκκόνα μου, θα φέρουν τα σαβώνια απ' του Παλαιολόγου, στο Τσάγγιρ Τσαρσή - θα σε μυριστικέψουμε με τα αρώματά τους, να είσαι σαν του περγαμόντου το λουλούδι, και μετά - αχ, ναι μωρέ, το ξέχασα - έχεις το λάδι απ΄τη γαρδένια, ναι Αστέρω μου, να μυριστείς αυτό που σου αρέσει - μα και το περγαμόντο για το κορμάκι σου, κι υστεραπέ το λάδι! Βεβαίως, θα σου πάει, είσαι σαν το λουλούδι κι από μονάχη σου. Έλα και σήκω, και να ηπάς στο μέσα το χαμάμ, που δεν είναι κοντά και στην αυλή, θα έχουμε μεγάλες φασαρίες όλη τη μέρα: έχουμε παραγγείλει τα κρασιά να μας τα φέρουνε από του Ντορσαρμέτ (Σατώ Νυμφίος εσοδεία 1887 - αυτό κυρίως για το όνομα και με τιμή 7, 50 η φιάλη - επίσης Ροζακί του 1881, με ακριβώς διπλή τιμή - μα πώς να μην το πάρουμε το άλλο και για τ' όνομα και μόνο, εδώ κοπέλα μου σ΄αξίζει παραμύθι, που έχεις γίνει παραμυθάκι μου δικό μου για τα μάτια μου, με έχει βρει η όψη σου στο δόξα τω πατρί). Άμε, καλό μου, κι άιντε ακριβό μου, και θα ηρθώ εγώ να σε στολίσω και να σου βάλω και κατόπι στα μαλλιά αυτό το κανταπόλ της μίας νύχτας. Μη με ρωτάς το τί, το πώς: αυτό θα είναι έκπληξη, το φέρνει ο χερ Φραντζ Σλόσσερ απ' την οδό Φραγκιάς, δε θα τον ξέρεις - αλλά, κι αυτός, τα φέρνει με τον πάγο τα λουλουδάκια του, μην τύχει και μαραίνουν. (Στο μεταξύ, η Εσθήρ είχε τινάξει τον ύπνο από πάνω της, είχε ακόμα σηκωθεί και σαν πριγκίπισσα μάζευε τα μαλλιά της, της πήγαινε πολύ αυτό το φως από τις κόκκινες κουρτίνες, της έδωνε το χρώμα μιας νύφης ντροπαλής - κι άλλωστε ήτανε, παρά τα άδικα που τύχανε του βίου). Όλες τις προηγούμενες ημέρες, είχε σταθεί στην άκρη, και μόνο είχε μάθει πώς να περιδιαβαίνει μες στο κονάκι, να βγαίνει στην αυλή, μετά στον κήπο - για να μπορέσει το καινούριο μέγεθος της ζήσης και του σπιτικού της να συνηθίζει, να μην εφένετο πως άμαθη στα πιο μεγάλα βήματα. Και για να ευχαριστήσει την ανδραδέλφη της, δεν είχε ανακατευτεί με τις κουζίνες, κι ας ήτανε αυτή που μ' ένα χέρι μανουβράριζε τη βάρκα στο τεμπελοχανείο Ιμπεριάλ. Όμως, δε θα μπορούσε ίσως λιγάκι η Ευταξία, μήπως θα ήτο δυνατό να την αφήσει να έφτιαχνε μονάχα το σερμπετάκι της που ήτο ξακουσμένο ως και ακόμα ως, και πάρα πέρα; Κι ας έρχονταν οι τσούπρες από το χάνι κι από την άλλη τη μεριά της Σμύρνης, απ' το Ναρλίντερε - από την ξακουστή Σμυρναία Πριγκιπέσσα - που πήγαιναν ως και οι ρώσσοι πρίγκιπες διότι - ο όμοιος εις τον όμοιο! Και θα ηρχόντουσαν να φτιάκουν ό, τι θα θέλει παραγγείλει η Ευταξία, γιατί εκείνη ξέρει τι θα ευχαριστήσει τους καλεσμένους που της είχε μηνύσει ο ΝτημίτΕφέντης, και κόπηκε να φτιάχνει τις προσκλήσεις, και σε δύο και τρεις γλώσσες, περικαλώ - την είχε δγει να γράφει με τις πλούμες σε καλλιγραφικά: προς οικογένειαν ΡιουστήΜπεη (αυτός είχε τις τρεις ωραίες κόρες, τη Σαντιγιέ, την Αφιβιγιέ και τη Μεντουχά). Προς φίλτατους Λιονέλ&Μπεατρίς Μπελόμ. Να μην ξεχάσουμε έλεγε - τους Ανταλήδες, τους Αργυράκηδες. Τους όλους από το εγγλέζικο κλουμπ και τας πρεσβείας. Τον Ελμασιάν και τον εξάδελφο του τον Σιμονιάν, με τις γυναίκες τους που είναι καλλονές, η μια Μαρίκα κι η άλλη Γιούλα - αυτές να ήταν ελληνίδες είτε αρμένισσες, ποτέ δεν εκατάλαβα. Νικόλαος Τσαγρίδης και η συμβία του Χαριτίνη νεέ Μπερεκέτη. Τους Σαρνώ (εκείνηνε τη λέγαν Ευθυμία, τόσα λεφτά και ομορφιά, κι όμως ήτανε δύσθυμη, είχανε πάθει λένε τα νεύρα της - ε, θα της κάμει σε καλό να βγει λιγάκι). Και πού να τους θυμάται όλους αυτούς η Ευταξία, και μήπως θα πρέπει με καιρό να τους χωρέσει και το τσερβέλο το δικό μου, αυτό δε γίνεται. Νταιβίτ Ντεβύ&Εμιλία, κατόπιν Κουμουνδούρου. Οικογένεια Γουίταλ, και τους φραγκολεβαντίνους (συμπούμπουλους-συφάμιλους). Ελένη Μπαλτατζή, έμεινε ανύπανδρος. Όλους απ΄το Τεμπελχανείο, και ειδικά όλα μου τα κορίτσια απ' την κουζίνα, μέχρι και τη λαντζέρισσα. Η μάνα μου δε θα ΄ρθει. Καλέσαν και μουζικάντηδες. ("Το Γιάγκο Κοκκίνη, τραγουδάει τόσο γλυκά, όπως κοπέλα!") Θα παντρευτώ στην εκκλησιά της Μαναπαναγιάς, κοντά απ΄το σταθμό - εκεί θα έρθει με την καρότσα ο Ντημίτ, εκεί θα έρθει και ο φίλος του μαζί του. Με πλένουνε χέρια που δε γνωρίζω, και με ντύνουνε στα ρούχα που γνωρίζω, τα εβραίικα, με τα μπακίρια μου και με το καπελάκι της νύφης. Και μετά, μετά. Μετά θα είμαι μια κάποια άλλη, όμως θα μυρίζω ακόμα με το λάδι της γαρδένιας.




Δεν ξέρει πώς επέρασε η μέρα. Ούτε και ο Ντημίτ, μα τώρα έχουν πια βρεθεί σε μία κάμαρη μονάχοι τους οι δυο τους. Η Ευταξία, της το είχε υποσχεθεί: έφτιαξε με πανί μία τσουπά, ένα κρεβάτι με έναν ουρανό - για να αισθάνεται κι εκείνη, αν και ξένη, πως παντρεύεται. Ο ιερέας δεν την κοίταγε στα μάτια, στην τελετή - αλλά τον είχανε χρυσοκαλοπληρώσει, κι έκαμνε τα πικρά γλυκά... Και στο κρεβάτι απλωμένα, πέταλα τριαντάφυλλα. Το είχε φτιάξει τελικά και το σερμπέτι - επέμεινε να φέρουνε τα τριαντάφυλλά της απ΄το ανθοπωλείο ενός Κόβα, Χριστοφ., απ΄την οδό των Ρόδων - Ρυ ντε Ροζ. Και επειδή για τ' όνομα: είπε ν΄ακολουθήσει τα τσαλιμάκια της Ευταξώς - είχε μεγάλο γούστο, και κοίτα πως εφτιάχτει η τσουπά της, ήξερε η καινούργια της η αδελφή τους πόνους της αγάπης, και φαινότανε! Γι' αυτό και μόνο, θα της άρεσε η μέρα. Και για το όμορφο λουλούδι στα μαλλιά, το καντουπούλ της μίας νύχτας, το αμύθητο: με μυρωδιά καρβονικού εστέρα (για τ΄όνομά της, το δίχως άλλο - αχ, βρε Ευταξία, τι αγάπες μπορείς να κάνεις, έπλεξες στα μαλλιά της τέτοιο επίφυλλο οξυπέταλο!). Και φάγανε, και ήπιανε - όλοι οι μουσαφιραίοι, αμάν ένα κατεβατό ονόματα - και ο ΧατζηΡεΐς είχε τα μάτια κόκκινα σα φραουλένια σκύλικα, ήτανε καλός άντρας εκείνος, του φαινότανε - και γιατί νά είχε πει κι εκείνη η αρμεναία η χαρτοριχτρού ότι θα έπαιρνε το βασανιάρη, το ζηλιάρη - ψέματα, κι ο ΝτημίτΕφέντης εφαινότουν τόσο ήσυχος! Και όταν έλεγε ο Γιάγκος ο Κοκκίνης με τη γλυκοφωνούλα του τη Χάβα ναγκίλα χάβα ναγκίλα χάβα ναγκίλα βε νισμεχά (όπως του είχε παραγγείλει η Ευταξώ, το δίχως άλλο), κάποιοι αρχίσανε τα γέλια, κι εσηκώθει ο Ντημίτ, είχε να πιει και πόσα Σατώ Νυμφίος - και άλλαξε ένα μεγάλο βλέμμα με το Χατζή. Και την εσήκωσε στα μπράτσα του, μόλις σε λίγο θα σερβίραν το σερμπέτι Ρόδο της Κεκαρμένης - την πήρε και τη σήκωσε λοιπόν, ωσάν το πούπουλο την πήρε ο αέρας: Κύριοι, να με συμπαθάτε, μα δε θα κάτσω και να βλέπω να ασεβείστε τη γυναίκα μου, φάετε πίετε, κι αμέτε στα τσακίδια άμα δε σας αρέσκει, φτάνει που την αρέσκομαι εγώ. Και όλα χαμογελαστά, και με το σεις. Όλοι χειροκροτήσανε, και η Εσθήρ δεν ήξερε να κλάψει, να γελάσει: μα τον αγάπησε, και μάλιστα πολύ κι από τα μέσα. Και την επήγε σηκωτή ως την τσουπά τους, στρωμένη από κάτω τριαντάφυλλα - και της το τάισε στο στόμα το σερμπέτι, κι εκείνη έβγαλε από μια θήκη το φιαλίδιο με το πατζαροζούμι, κι έτσι του είπε όλα της τα κρίματα που δεν ήτο δικά της, του λέει, σε αγάπησα, και θέλω την αδερφή σου να ευχαριστήσω, εσένα να μην ατιμάσω, με ηθέλεις, εσύ που τ' όνομά σου θα είναι για εμένα σαν το μύρο που αδειάζει από δοχείο σφραγισμένο, αγαπημένε της ψυχής μου αδερφέ και ανθισμένο κλήμα, ευωδιαστό από τ' αμπέλια της Εγγαδδί. Κι αυτός δεν ήξερε να πει αν τον επείραζε που ήταν το σταμνάκι της σπασμένο - αλλά ότι θα έπινε μέχρι του τέλους απ΄τα χείλη της, το θέλει - και η καρδιά του έλεγε λόγια που δεν ήξερε πως ξέρει: ωσάν το κρίνο ανάμεσα στ' αγκάθια, έτσι η καλή μου ανάμεσα στις άλλες.

(συνεχίζεται)




© Ολβία Παπαηλίου, 2013





Ρεκλάμα του ανθοπωλείου του Χερ Φραντζ Σλόσσερ , από όπου είχε παραγγελθεί το επιφυλλο οξυπέταλο, αμύθητης αξίας - φροντίδι της Ευταξώς.

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

ανάμνηση Ελισσαίος Βγενόπουλος



ανάμνηση 

είχε φορτωθεί το καλοκαίρι στο αριστερό πλευρό
με το δεξί θέριζε μια κατάφυτη επιστροφή
και με το βλέμμα μάτωνε τις αχρησιμοποίητες στιγμές

τα πρωινά μύριζαν σημειωτόν και επανάληψη
στα χέρια έσφιγγε ξερόκλαδα εύθραυστης ανάγκης
και κάτω από τα βλέφαρα ανοιγόκλεινε στεγνούς ουρανούς

περνούσαν τα μεσημέρια 
όπως οι αποτυχημένες προσπάθειες των παιδιών 
σαν στιγμιαίες θλίψεις
χωρίς το στεφάνι της επιμονής 

θρυμμάτιζε τον αποξηραμένο έρωτα
ενός παμπάλαιου Ιούλη
και σκόρπιζε ρινίσματα αφέλειας
στο κύπελλο της υπομονής 

ώρες χάζευε το ξεθωριασμένο πρόσωπο της ημέρας
με τις χούφτες μάζευε σωρό τις αφυδατωμένες στιγμές
και τις λυπημένες φράσεις 
και τις έτριβε πάνω στο ρηχό σχέδιο της επόμενης 

το καλοκαίρι κυλούσε στις κατηφόρες 
των ανεστραμμένων του επιθυμιών 
και χυνόταν στο ανοιχτό του στέρνο
με τις βουβές απογοητεύσεις 
και τα λευκά μνήματα

9.11.13


Φάνυ Πολέμη "περισπωμένη της απουσίας σου"



"περισπωμένη της απουσίας σου"

deep house poetry

Ποίηση ερμηνεία Φάνυ Πολέμη (Fany Polemi)

μουσική Χάρης Δημητρίου ( Fading Soul)

Ποίηση , μέσα από τους σύγχρονους ήχους της ηλεκτρονικής μουσικής -deep house poetry.

H ποίηση και η ελληνική γλώσσα συναντά τους ρυθμούς της - σύγχρονης ηλεκτρονικής μουσικής.Ο λόγος, ο ρυθμός του, η δόνηση των φωνηέντων και των συμφώνων η παρέμβαση μεσα από φιλτρα και ηλεκτρονικές επεξεργασίες σε ένα αποτέλεσμα μουσικής και ήχων με το πάντρεμα των συναισθημάτων .

Η παράσταση παρουσιάστηκε πρώτη φορά 23/10/13 στον χώρο πολιτισμού ΚΕΝΟΣ ΧΩΡΟΣ στα πλαίσια του φεστιβάλ ΑΕΙΔΈ - η μουσικότητα του λόγου στα ελληνικά κείμενα...απ όπου και το video.