Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο πέμπτο)
12 Νοεμβρίου 2013 στις 12:06 π.μ.
Το Σαμπάτ - ήτανε ένα γεγονός καρδιάς, μάλιστα η καρδούλα της Εσθήρας άνοιγε και πλάταινε να τους χωρέσει όλους: κι αυτόν που της εφρόντιζε το κορμί, κι αμέ τον άλλον που ερχότανε με το φεσάκι του στο χέρι (και πάντοτε με μία ανθοδέσμη με τα άσπρα τριαντάφυλλα μόλις που να ροδίζουν, κι αυτό κρυφά, στο κέντρο τους - και η Εσθέρ τα έδινε λόγω της σαμπατιάτικης της απαγόρευσης στην Κεριμέ, την πιο αγαπημένη της την καμαριέρα να της τα έχει τακτοποιητά στο κρύσταλο) αλλά τις Κυριακές, ω ναι, τις Κυριακές εστόλιζε πάντοτε το μπουστάκι της για που θα πηγαίνανε στο θέατρο, στο Και - καλέ μου, ναι, στη Σμύρνη! Γιατί εφόραγε και πόλκα, και το είχαμε πει ότι θα φόραγε καινούρια κάπα, δεν το είπαμε - και πως βεβαίως: η Εστερλού θα πήγαινε να βλέπει την παράσταση! Αλλά, αυτό - την Κυριακή! Και είχαμε, προτού - που θα ηνάβανε και τα εφτά λυχνάκια, και πάντοτε εκτός από την πρώτη τη φορά η Ευταξία θα απέλειπε, την πρώτη κιόλας την εβδομάδα της είχ' ηδώσει ο Ντημίτ - καλή του ώρα, γαμπρό δεν που της έδωκε, όμως της εχαλάλισε το αλατσάτικο το μήπως κι αραβικό και πες το κρεμεζί και κοραλλένιο τ' αλόγατο, κι έναν αμούστακο και μάλιστα της τον εχάρισε μουγκό, να μη χρειάζεται να ηφοβείται καμμιά κακή γλωσσιά, κι απο κανέναν. Όμως, το πρώτο το Σαμπάτ! (Ήτανε κιόλας δύσκολο, μα η Εσθήρ ετοίμασε τα δέοντα και πριν από τη δύση κι είχε ως και στην ύπαρξή της κάνει χώρο, μέσα για να χωρέψουν οι δικοί της). Απέναντι της ο Ντημίτ απ΄το τραπέζι, εκ δεξιών να είν' η Ευταξία, και εξ αριστερών και απ΄την Ευταξώ απέναντι, ο πολλαπλώς αδιάφορος για τις διαιρέσεις πασών θρησκειών ΧατζηΡεΐς. Με κάθε τρόπο κι επιείκια θα πρέπει ευθαρσώς να ομολογηθεί ότι οι δύο άντρες ήταν στα νερά τους - που και οι δυο δε δίνανε δεκάρα για τα θεία, κι αυτό χωρίς και ούτε την πιο παραμικρή ασέβεια. Μα, είχε αισθανθεί η Ευταξία ένα αβάσταχτο, ως έβλεπε και αντιλαμβανότανε πως οι ψυχές βρισκόντανε σε αναταραχή, και μηδεμιάς εξαιρουμένης της δικής της: είχε ο ΧατζηΡεΐς την πρώτη τη φορά ευγενεστάτως καταπλεύσει σαν το Χαμιντιγιέ, το πλοίο του, βεβαίως! Μ' ένα κουτάκι βελουδένιο βιολετί, και μ' ένα ακόμα, σμαραγδένικο - και μέσα, δυο ολόιδιες καρφίτσες, μια για την Εσθερώ - μια για την Ευταξώ, έτσι τις ονομάτισε - αρκούντως ομοιοκαταληγμένες, μιας παραδόξου οικειότητας. Μη ξέροντας την αντρική τους συμφωνία, είχε η Αειπάρθενος βαθέως ταραχτεί πως διέπραξε ο Ρεΐσης πολύ μεγάλη την απρέπεια, ή ίσως (σκέφτηκε μετά), μήπως μιλάει η ζήλεια μου με κεκτημένη μια ταχύτητα - που βλέπω πως προτίμησε εκείνη; Αλλά, μετά βεβαίως - κόντεψε να πνιχτεί από τα γέλια:αν ήτανε να ήτανε να λέγεται, κι αυτή την Αστερώ θα προτιμούσε! Πήραν λοιπόν κι οι δυο τους τις καρφίτσες τους, ευχαριστήσανε δεόντως και με χαρά συγκρατημένη - και ζήτησε η Εστέρ από την αδερφούλα της να της την καρφιτσώσει, προσφέρθηκε να κάνει κι αυτή το ίδιο. Και ακολούθησε μια (μικρή;μεγάλη;) αναταραχή μέχρι να βρούνε και σε ποιά μεριά του μπούστου θα ταίριαζε καλύτερα το κόσμημα, και όλοι εφαίνοντο χαρούμενοι, ο Δημητράκης τις ιδιοκτητούσε και τις δύο, ο άλλος ο ΧατζηΡεΐς χάιδευε το ωραίο του γενάκι που σαν το γιαταγάνι ήξερε κι έκοβγε σαράντα τους ανέμους και όλα τους τα κύματα. Η δε Εσθήρ ατάραγη σαν την παιδούλα την έναστρη νυχτιά, να περιμένει της Αειπάρθενου τα δάχτυλα να σιγουρέψουνε το κούμπωμα και να κρατάει και λίγο την ανάσα για να τη διευκολύνει - κι εδώ της αλληνής να τρέμουνε τα χέρια, να ιδρώνει μία ταραχή και ούτε και να ξέρει αμέ και τί της γίνονταν, αλλά να έτσι να της έρχεται όπως επάρει τους ντουσεμέδες, να φύγει πάνω στα βουνά έως το Καντιφέκαλε, κι ακόμα παραπέρα. Όλα πολιτισμένα, και ο Ντημίτ και ο Ρεΐσης σ' όλα τους κύριοι, μα έβλεπε η Αειπάρθενος τον πόθο τους και της ερχόταν ζάλη. Και το περιστεράκι της στη μέση - και κάτι σαν όπως την έγδερνε κι εκείνη - να γδεις, θα ήτο ματιασμένη, σίγουρα, ρουφηγμένη, αφού το ένοιωθε, χτυπούσαν τα μηνίγγια της! Σέρβιρε η Εσθήρ ποτί στον έναν, εγύρναγε μετά και τράτερνε τον άλλον - άντε, και πες καλά. Αλλά της Ευταξίας το ποτήρι να έμενε αγέμιστο σαν κρίμα, έβαζε και το γέμιζε μονάχη της. Και με τ' αυτά και άλλα, ήπιε και παραήπιε η μεγαλοκοπέλα, και είχε και την κράση του πατέρα της - έτσι και άρχιζε, μπορούσε να ηπιεί και τον κοσμάκη ΄πο κάτ΄ απ΄το τραπέζι, κι από την άνεση της καθησιάς της, μάλιστα. Αυτό, ούτε το έβαζε ο νους της, το έμαθε για τα καλά εκείνη τη βραδυά του πρώτου του Σαμπάτ, όταν και δηλαδή της είπε ο Ντημίτ - ωχ αδρεφούλα μου, ξεύρεις και το σηκώνεις και το κρασάκι - κι εκείνη, αντίς να του χαμογελάσει, να καμωθεί τη ντροπαλή - γύρισε κι απεκρίθηκε αγγούρικα, της ξέφυγε, νομίζει - πως το κρασί, την κάρα σει. Και κει ήταν που χτύπησε τα παλαμάκια ο Ρεΐσης, κι είπε να πιάσουμε έναν καρσιλαμά, να δοξαστεί το αίμα και οι θεοί μας (θα σε κλέψω, δε σ' αφήνω Πανωχωριανή, θα σε πάρω στον οντά μου Κατωπυλιανή). Και τότε, σαν ξανά να φάνηκε αυτό τ' ακατανόμαστο το τέντωμα:σ' άλλες φορές και άλλες μέρες, θα τραγουδούσε κάποιος κι οι άλλοι θα εχόρευαν, κι όλοι με τη σειρά τους θ' αλλάζανε τα πρόσωπα και την καλή χαρά. Ως έχει, και να τραγουδεί ο ποίος, κι ο ποιός που θα χορεύγει, καθίσαν όλοι κι έπιασαν μικρά τραγούδια - και χορός δε γένηκε, υπήρχε στον αέρα μια αιθάλη σα μούδιασμα, και πόσοι να 'ταν στο τραπέζι οι εδικοί και ποιοί οι παραστεκάμενοι, σύρε να βρεις και καθενός να ήτουνε το μάντεμα - κι ήταν ακόμα μόνο Παρασκευή το βράδυ!
Τζουμάρτεσι πρωί, και πες καλύτερα. Είχανε πάει στην αρχή βόλτα στους κήπους και ο ΧατζηΡεΐς σαν και αγουροξυπνημένος, όμως είχε ειπεί ότι κοιμήθηκε ξεφτέρικα, και είχε δώκει παίνια μα για το στώμα, μα για τα στρωσίδια, μέχρι ως τη φωνή του πετεινού (είχε λαλήσει τρις). Και ο Ντημίτ φαινότανε και λόγου του κομμένος, μα γελαστός κι ανάλαφρος και μέσα στη φιλιά του πώς αγκάλιζε τον άλλον και να του έκαμνε χαρές, μόνο που δεν του τάγισε στο στόμα τα γλυκαντήρια που είχε τοιμασμένα η Εστέρ από την προηγούμενη - να 'ναι βεβαίως φρέσκα, επειδή - και μύρισε όλο τους το κονακλί μαθές Παράδεισο - κι όσο μυαλό της είχε δα και πομείνει της Αειπαρθένου, πάγει κι αυτό και το ΄χασε - μισό απέ το μοσχοβολισμό, μισό που είδε την Εστερίμ, τέτοιο γιαβρί - με τα ματάκια του φεγγαροφιλημένα σαν όλη νύχτα, με μαγουλάκια κόκκινα, μήπως ερεθισμένα. Κι αυτό και πώς να έγινε; Κι όταν την επερώτησε μιαν ώρα στα κρυφά κι ως ιδιαιτέρως, της εξομολογήθει η Εσθέρ ότι εψές το βράδυ, σα νάταν ο Ντημίτ κάπως αψύς, μα θέλεις το πιοτό κι α θέλεις η πανσέληνος. Αμέ, θέλεις που εκοιμήθει και ο Ρεΐς από τη δίπλα κάμαρη, εσκέφτηκε η Ευταξούλα, που κάπως και με τη σκέψη μοναχά λες και εφούντωσε - αλλά δε θα ΄ξερε να πει και για ποιό λόγο. Και αποφάσισε πως πια αυτό της έπεφτε βαρύ, κι ότι αμέσως έπρεπε, μάλιστα ετούτη ακριβώς την εβδομάδα που ηρχόταν: να πάει και να ΄βρει άλογο να παίρνει τα βουνά και να ζορίζεται γυρίσει αμά το τέλος του Σαμπάτ, διότι μες στο σπίτι μ' αυτούς τους δύο, ήτονα αφόρητο, θα την εξέκαμαν ετούτοι τη μικρή, την είχαν ειβρεί για το παιχνίδι τους. Και πως αυτή, η Ευταξία, πως δεν υπήρχε ουδεμιά περίπτωση να τηνε διελκυστίσει, μηδέ να της τεντώνουνται και εκεινής τα νεύρα, όχι, που θα γενούμε από Μπουρνόβας - επαρχία των Γομμόρων, το αδιανόητο, δεν το ηθέλει ούτε κι ο Θεός. Κι έτσι, με δικαιότητα, κατέστρωσε το πρόγραμμά της σε νοερό τεφτέρι. αποφασίζοντας πως έπρεπε όλοι να έχουν ένα χώρο, να μην τη συνωστίζονται και να την πνίγουν την Εσθήρ - να δικαιούνται όλοι τους ένα καλό απάγγειο στα μάτια της τα ελάφικα. Ώστε, τα πρωινά τηνε νέμεται και να τη συνεριζεται την Εστερλού η ίδια - απ΄την ανατολή ως και τ΄απομεσήμερο, θα πέρναγαν καλά - με τις κουβέντες είχε κι η μία και η άλλη μια ευκολία, είχανε κάνει και αγάπη απ΄εξαρχής. Κι ακριβοδίκαια, όταν ήρχετο με τ' απογευματιό ο Δημητράκης από τις υποθέσεις, να του την παραδώνει με την ασφάλεια, να χωρατεύονται που ήτο παντρεμένοι - και θα 'φευγε εκείνη μα πάγει και να σπάζει τ' άλογό της, να θυμηθεί και πώς να καλορίχνει σκόπιες βολές, να κάνει ό, τι ήθελε χρειάζεται. Και την Παρασκευή, να φεύγει προ να έρθει ο Ρεΐσης (και να επικαλείτο, σκέφτηκε, μιαν έλλειψη ανέσεως της φύσης της αισθηματικής, που και εν αληθεία δεν ήτο ψέμα, κι η αστερώ θα καταλάβαινε). Γιατί, μαθές - να ΄χεις μια φαντασία πως να μ΄ηφέρνει και εις εμέ κάθε της εβδομάδος ίδιο σου κόσμημα, δεν το αντέχεται ετούτο η καρδιά μου, μηδές και που θε να τονε φαλήρουμε (έτσι και παιχνιδιάρικα θα μίλαγε, μόνο να φύγει, να μην εματαμαρτυρήσει τους τόσους πόθους, παλιόπαιδα κι οι δυο παναθεμά τους, θα το ηλοιώσουν τέτοι' ωραίο κοπελούδι!). Ε, να και να, και του στραβού το δίκιο, ε, θα της έδωνε εκείνη ένα μπόσικο, να μη με λένε Ευταξώ, θα μου τη σκάσουν. Και έτσι το ομίλει και στην Εσθέρα, ότι θα προτιμούσε και για να λείπει, να ήρχεται στο τέλος του Σαμπάτ. Της είπε τότε και η Εστερλίτσα, σαν ονειροπαρμένο όπου ήτονα:μα να γυρνάς μαζί με τα τρία άστρα, να είσαστε για μια στιγμή κι οι τρείς μαζί, σα μία οικογένεια που τώρα πλέον είμαστε, και γω να σας ηχαίρουμαι (διότι ήξευρ' η Εσθήρ για τα τακίμια του αντρός της και με τον άλλον, κι αυτός δικός της, και ότι ήτο η κατάστασις ένα μενάζ α κατρ, σπιτάκι της καρδιάς καταφερούμενο). Και έτσι, πώς! Θα γλίτωνε η Αειπάρθενος τη σύγχιση, και ο ΧατζηΡεΐσης το φαλήρεμα - γιατί δεν είχε άλλοθι της αξιοπρεπείας να φέρνει τέτοιους μπουναμάδες και κοσμήματα. Και δε θα τον επιάνανε οι ζήλειες το ΝτημίτΕφέντη, και ύστερα αν την κοιμάται τόσο άξεστα να κοκκινίζει και το δέρμα της αδίκως. Και θα ΄χε κι εσθήρ όπως λαβαίνει μια ανθοδέσμη με τ' άσπρα τριαντάφυλλα που μόνο να ροδίζανε στο μέσα, να τα φοράει πάνω εις το κορσάζ της στο θέατρο, από τον εύκρατο τον κήπο του Ρεΐς σταλμένα, για μεγάλη ευχαριστία προς τη φιλοξενία τη γλυκειά όπου του κάμνανε: Σαμπάτ, Τζουμάρτεσι, ένα μεγάλο το Σαββάτο.
(συνεχίζεται)
© Ολβία Παπαηλίου, 2013

Η Εστερλού και ο ΝτημίτΕφέντης στο θεωρείο του Θεάτρου Σμύρνης, σε μια παράσταση της "Γενοβέφας" από το θίασο του Ν. Λεκατσά. Τα τριανταφυλλάκια στο μπούστο και στην κόμμωσή της, τα είχε στείλει το ίδιο πρωινό από τον κήπο του κομμένα ιδιοίς χερσί - ποιός άλλος, παρά ο ΧατζηΡεΐς.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου