Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο τέταρτο)
10 Νοεμβρίου 2013 στις 4:29 μ.μ.
Ο γάμος, ήτονα μεγάλη επιτυχία - και το σερμπέτι της Αστερώς ίσως να όψετο, μα βρέθηκε να ΄ναι με καιρό από τις πιο αγαπημένες φιγούρες στα Λεβαντίνικα, η κοπελίτσα: άλλοι την αγαπούσανε γιατ' ήτανε γλωσσού, άλλες γιατί ήταν όλο γελαστή, άλλοι τη βλέπανε ως σεβαστική και μελαγχολική, θες ήντανε καθρέπτης κι έγλεπε κανείς τα σουσουμάκια του τα εδικά. Κι η Ευταξία, ήτανε σίγουρη πως ήτανε ο άγγελος επί της γης. Βεβαίως, ίσως να ήτανε το θαύμα του σερμπετιού - είτε αλλιώς το θαύμα της σινδόνης: Με τούτο το γαρδέλι και ποιός ημπόρα να βρει την άκρη, κάτσε και άκουγε! Μαρή, τί τους ετάισες και τρώνει απέ τα χέριασ'; Σκέφτηκε το λοιπόν και η Εσθήρ, να της ειπεί το μυστικό για το σερμπέτι, να ξέρει επιτέλους κι ένας ακόμα άνθρωπος τη συνταγή σωστή, ανήκανε στην ίδια φαμελιά, τώρα και πλέον: δεν είναι μοναχά τα υλικά κι ας είναι εκατόφυλλα τα ρόδα. Δεν είναι ούτε ο χρόνος της παρασκευάσεως, ούτε ΄πο πούθε θα φυσάγει τ' αεράκι. Δεν είναι τίποτα στις βασκανίες, στα μυστικά λογάκια τα μαντραδόρικα - το πιο κρυφό, βρίσκεται με το τουλουπάνι, έτσι που σου το λέγω, σεκερίμ! Και έβγαλε από το βαλιτζάκι της την ύστερη του γάμου το καντηλέρι το εφτάφωτο, κι ένα παλιό τουλπάνι μάζεψε απ΄το σχοινί που το είχε πλυμμένο εκ της παραμονής, και την είχε ιδεί η Αειπάρθενος να το έχει χρησιμευτεί άμα έπαιζε τη νοικοκυρά εψές τη μέρα - και ναι εμέν φαινόντανε πως ήξευρε τί έκαμνε - μα τηνε έβλεπε η άλλη κι έλοιωνε στην καρδιά από την τρυφερότη (για κοίτα το, που παίζει πως μεγάλωσε!). Και ναι μαθές, πε μου εσύ ντολόρικο γιαβράκι μου, σαν τι το μυστικό του τουλπανιού σου; Κι άμα το άρχισε η Εσθήρ να της μιλάει, αν είχε της απομεινέμει μια καρδιά, πάει κι αυτή, εράγισε των τσακιδιών κι εσπάστει - γιατί της είπε, και μισό της μίλαγε στη γλώσσα που αυτηνή της καταλάβαινε, κι άλλοτε, σε στιγμές σκοτεινιασμένες - της ομίλει μα με τα κύματα και μαυροσυννεφάτα - και που δεν καταλάβαινε ακόμα τί της έλεγε, είχε όμως η Αειπάρθενος αυτί συντονισμένο, ήξερε και να εντοπεί τους ήχους των καημών. Κι έτσι, στα ύστερα - και με πολλές ψιχάλες των ομματιών, μ' αγκάλες και μικρά φιλιά στις παριές (ποιά έδωσε, ποιά πήρε - όλα τους τα μαλλιά ο ανακατωμένος και ο ερχόμενος), όμως το μυστικό μισομοιράσθει, του τουλπανιού. Κι άμα και θέλειτε κι εισείς να σας πετύχει η συνταγούλα, να το σουρώσετε το μίγμα με τουλουπάνι που να σας έχειτε στεγνώσει τα δάκρυα της πικρός, αμέ αλλιώς δε δείχνει η γλυκύτητα (και πιο απλό, δε γίνεται...). Ε, πώς να μη νομίσει κι η Χριστιανή, ότι η αδερφονύφη της δεν είναι το αγγέλι του θεού απ΄εν υψίστοις; Κι άσε και που τί βρήκε στα σεντόνια (και θα τα φύλαγε και άπλυτα έτη τριάντα, και θα ηθάβετο εντέλει η Ευταξία τετυλιγμένη εις νυφικήν σινδόνην με κάτι τους παμπάλαιους λεκέδες, αλλά εδώ να σ' έχω - κι αν με πιστέψεις - που μάρτυρές μου όλοι οι γλάροι, αυτό εγίνηκε!). Έχει καμμιά σας - έστω, μαζί και ο κανένας - για να αυξήσουμε και μαθηματικώς τις πιθανότητες - έχει, ρωτώ, ειδεί ουδείς - σχήματα του πολύτιμου λεκέ να είναι σαν όπως τους χορούς τους κυκλικούς, ωσάν που τη σταγόνα μονή στη λίμνη - και να απλώνει πεταλιστή κι ολοσεπαλισμένη ωσάν πιο μυθικό ολάνθι, και πιο σκούρα στο κέντρο, και μετά να πώς ανοίγει ωσάν τον ουρανό στης Αναλύψεως αμέτι μου, της γιορτερής ημέρας; Αυτό σου λέγω - και να κάμεις το κουμάντο σου εσύ, κι άμα μπορείς και με πιστέψεις, μη ερευνάς - διότι το θαύμα λέγεται ως θαύμα, και έτσι μόνο γίνεται δεχτό, μέσω της χάρης. Μιλώντας δε, για χάρη - να πάμε και μια συστιγμή οπίσω, και στο Ντημίτ της προηγούμενης νυχτός, με τα καλά χαΐρια, και πώς της επεβλήθει αφού τον είχε κι εκείνη καλεσμένο της - και που του είπε να είναι άμα δύναται μαζί της ο κραταιός του πνεύματος, διότι είχε κείνη συνηθίσει να δραπετεύει εκ του σώματος ιδίας, να βλέπει και τις πράξεις από πάνω. Ώστε, να την υπομονεύει αν εγίνετο - να της κρατεί τα μπόσικα και να βαστά τα γκέμια - διότι λέγει, και το πνεύμα θέλει τη σύζευξην, και να μην τη ζηλεύει (αν γίνεται - γιατί αυτή και άλλουνου δεν είχε να υπάρξει με τη βουλή δική της - κι ούτε όπως του έφευγε θα ήθελε θελήσει, μα αν μπορούσε - θα μπορούσε; - να την εκράταε ως κραταιό του κράτος, αυτό του ζήτησε). Κι ακούγοντας κι εκείνος περί της ζήλειας - έπρεπε να της παρουσιαστεί κι εκείνος με την καρδιά και με το κρίμα του, ότι την είχε πάρει και να την έχει με τη γνώση μισιακή με το Ρεΐση, αυτόν το φίλο του με το κοφτό γενάκι - να την εχαίρονται παρέα στο Σαμπάτ της - να μαγειρεύει ένα τοσοδούλικο γλυκό, να του παρηγορεύεται κι εκείνου του σουρτουκάκου του τουρκέτη η κατάρα, και το στραβοκεφάλι του όπου δεν ήθελε να πράτει παντρειές - κι έτσι την έχασε από τα χέρια μέσα. (Αυτό και μόνο την ησύχασε, το άστρο την Εσθήρ - τέτοιος μα θέλεις ήτανε ο άντρας της - αυτό δεν ήτο ζήλεια, ήτον ευγένεια της ψυχής, λεπταισθησία!). Και έτσι της εστρώθη συμβόλαιο το Σαμπάτ, κι είχε να ξέρει πως να φτιάχνει τις νόστιμες φιχόνες τις σαμπατιάτικες απ΄την Παρασκευή, πατάτες κρέας και φασόλια και δημητριακά και μερικά αυγά για καλό μέτρο - με τις καφτές παπρίκες, λίγη δάφνη, μια πρέζα σκόρδο, κύμινο όσο για να τσιμπάει τη γλώσσα, για να τ' αρέσκεται και ο ΧατζηΡεΐς που νοστιμεύονταν αλλοιώτικα, μεμέτικα. Κι ένα γλυκό επίσης, κι ας ήταν τόσο δα - ν' ανοίγει τ' αχειλάκι του - και που να ήτο του αντρός της πεθυμία, βεβαίως και ν' ανοίγανε το σπίτι τους, να τον εσωκρατάνε - χίλιοι καλοί κι αν είμεθα, χωρεύγομε - ήτο και το κονάκι απλοχωράτο, θα ήτονα ντροπή να μη μοιράζεται απλόχωρα η κάθε η ανοιχτοκαρδία - κι αμαρτία. Και βέβαια, η Εσθήρ ήξερε τι θα πει ανόμημα, και τα τριάντα και εννιά τα απαγορευμένα του Σαμπάτ τα έργα τ' αμαρτήσιμα, και δεν το εννοούσε πως άμα άνοιγε τον οίκο της θα έπρεπε να νήψει το ανόμημα, ουχί μονάν την όψη - αλλά ίσως αυτό να μην το εκατάλαβε καλά, και να αμάρτανε και κατά συρροήν και με την επανάληψη: διότι, λέει και το Ταλμούδ (αμέ στα αραμαϊκά, αμέ στα τανναΐτικα) - ούτε ν' ανάβεις τη φωτιά, ουδέ και να τη σβήνεις. Τι να σου κάνει και η έρμη η Εσθέρ, που φρόντιζε και έφτιαχνε τα πάντα νάν' ως έτοιμα από την προηγούμενη; Και να τα όλα τα πιατάκια, και να ' ναι και με τα δουλικά παρατρεχάτα, και να 'χει στολισμένα τα λουλούδια της πριν απ΄τη δύση την Παρασκευιάτικη - και που καθότανε με χέρια σταυρωμένα μέχρι που να φανούν τα τρία αστέρια του Σαββάτου (πράγμα που πάντοτε συνέπιπτε με την επιστροφή της Ευταξίας απ΄τα βουνά - όταν θα πούμε και για το ωραίο το άτι της το κοραλλί, περικαλώ - γι' αυτό και την ελέγουσιν η Αλατσαατλού (η όπου θα καβαλάει το κόκκινο), αλλά το χρέος είναι χρέος - το ήξερε ετούτο ο Ντημίτ, πως έπρεπε να κρατηθεί ο λόγος του, και ότι πρέπει καταπιεί τέτοιο πικρίδι - την αδρεφή του που θα ήξευρε να παίρνει τα βουνά, μάλιστα και φορώντας κάτω από τη φούστα της μεγάλη παντελόνα, κι ακόμη παραμάλιστα ότι θα είχενε παρμένο και τουφέκι - τρισμάλιστα, που να σκοπεύει τη βολή, να βγάζει τους λαγούς και να τους φέρνει - θα χόρταιναν στιφάδο ένα χρόνο - αλλά ας μην προτρέχουσι η γλώσσα της διανοίας, πίσω εις το ανόμημα). Ότι λοιπόν, τα έλεγε ετούτα χαρτί και καλαμάρι το Ταλμούδ, βεβαίως πώς. Όμως, η χαμηλόβλεπη Εσθήρ αλλιώς τα ήξευρε - ότι πως άναβε φωτιές δεν το εγνώρει (για το ΧατζηΡεΐς αυτό, πώς να το κάτεχε;) - και που θα έσβηνε εκείνες τις φωτιές που καίγαν το ΝτημίτΕφέντη, αυτό μάλιστα - κι αυτό κυρίως, δεν επιανότουν για αμαρτία, ιδέ καλέ - αφούκου πως το έλεγε σημειωμένο στις γραφές: γιατί αν είναι για να σώσεις τη ζωή, και τη φωτιά ακόμη - να τρέξεις να τη σβεις, και να το πας χαλάλι.
(συνεχίζεται)
© Ολβία Παπαηλίου, 2013

Η Εσθήρ, κυρίως τις Παρασκευές - που στόλιζε το σπίτι της για να κρατείται αναμάρτητη - και να έχει αγαπημένο το σπιτικό της, να δεχτεί κάθε θεό της πολλαπλής σοφίας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου