Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο τρίτο)
10 Νοεμβρίου 2013 στις 3:10 π.μ.
Σήμερα γάμος γίνεται σ' ωραίο περιβόλι, άκουσε η Εσθήρ μέσα σε ένα γλυκό ακόμα ύπνο. Κι ύστερα, στο κοχυλάκι του αυτιού της της παιχνιδοψιθύριζε η Ευταξία εκείνα τα μισονανουρίσματα, μισό τραγούδια γάμου - ξύπνα αστρί και ξύπνα αυγή και ξύπνα νιό φεγγάρι - μα ξύπνα για να σε χαρεί αυτός που θα σε πάρει. Γιατί, ήξερε απ΄αυτά η μεγαλοκοπέλα, ότι οι νύφες είναι νευρικές κι εξαντλημένες, και με τη μέρα να προχωρά πιο δύσκολα θα ήτανε. Είχε ολόκληρη βδομάδα να ξέρει ν' ανεβάζει όλες στρόφιγγες - που είχαμε αρχίσει να πεις από τα σοφαδίσματα, μετά είχαμε να αγοράσουμε μετάξια και των ειδών βλατιά (αμ, ευτυχώς μπορέγανε και μας τα φέρνανε εδώ, δε χρειαζότανε να πάμε εις τα εμπορικά - νάναι καλά η τύχη μας με τους καλούς γειτόνους, ο Γασπαριάν και ο Ιπλιξιάν κι ο Βαφειαδάκης στέλανε τα κορίτσια τους και τους επήραν μέτρα, δουλέψανε πολύ ωραίες νύχτα και μαργαριταράκι, την εκάμανε τη νυφική της φορεσιά και επί δύο: μία παραδοσιακή με τα μπακίρια της όταν ευλογηθεί, και τη μετά, για το τραπέζι, μία πώς κάπως ούτε δυτική τελείως, ούτε κι αλλοιώτικη, να τη φορέσει να μην έχει να το σκέφτεται πώς θα καθήσει, αν θα σταύρωνε τα πόδια της. Και τα κορίτσια του Ιπλιξιάν ιδίως, που της εράψανε και ένα νυχτικένιο πενιουάρ, για να την εξετύλιγε ο Δημητράκης σαν το δώρο του που ήτανε, σκεφτόταν η Αειπάρθενος, κι όλο να της χαδεύει τα μαλάκια, μέχρι που να την έχει αποξυπνήσει. Σε λίγο, Εσθήρ, κοκκόνα μου, θα φέρουν τα σαβώνια απ' του Παλαιολόγου, στο Τσάγγιρ Τσαρσή - θα σε μυριστικέψουμε με τα αρώματά τους, να είσαι σαν του περγαμόντου το λουλούδι, και μετά - αχ, ναι μωρέ, το ξέχασα - έχεις το λάδι απ΄τη γαρδένια, ναι Αστέρω μου, να μυριστείς αυτό που σου αρέσει - μα και το περγαμόντο για το κορμάκι σου, κι υστεραπέ το λάδι! Βεβαίως, θα σου πάει, είσαι σαν το λουλούδι κι από μονάχη σου. Έλα και σήκω, και να ηπάς στο μέσα το χαμάμ, που δεν είναι κοντά και στην αυλή, θα έχουμε μεγάλες φασαρίες όλη τη μέρα: έχουμε παραγγείλει τα κρασιά να μας τα φέρουνε από του Ντορσαρμέτ (Σατώ Νυμφίος εσοδεία 1887 - αυτό κυρίως για το όνομα και με τιμή 7, 50 η φιάλη - επίσης Ροζακί του 1881, με ακριβώς διπλή τιμή - μα πώς να μην το πάρουμε το άλλο και για τ' όνομα και μόνο, εδώ κοπέλα μου σ΄αξίζει παραμύθι, που έχεις γίνει παραμυθάκι μου δικό μου για τα μάτια μου, με έχει βρει η όψη σου στο δόξα τω πατρί). Άμε, καλό μου, κι άιντε ακριβό μου, και θα ηρθώ εγώ να σε στολίσω και να σου βάλω και κατόπι στα μαλλιά αυτό το κανταπόλ της μίας νύχτας. Μη με ρωτάς το τί, το πώς: αυτό θα είναι έκπληξη, το φέρνει ο χερ Φραντζ Σλόσσερ απ' την οδό Φραγκιάς, δε θα τον ξέρεις - αλλά, κι αυτός, τα φέρνει με τον πάγο τα λουλουδάκια του, μην τύχει και μαραίνουν. (Στο μεταξύ, η Εσθήρ είχε τινάξει τον ύπνο από πάνω της, είχε ακόμα σηκωθεί και σαν πριγκίπισσα μάζευε τα μαλλιά της, της πήγαινε πολύ αυτό το φως από τις κόκκινες κουρτίνες, της έδωνε το χρώμα μιας νύφης ντροπαλής - κι άλλωστε ήτανε, παρά τα άδικα που τύχανε του βίου). Όλες τις προηγούμενες ημέρες, είχε σταθεί στην άκρη, και μόνο είχε μάθει πώς να περιδιαβαίνει μες στο κονάκι, να βγαίνει στην αυλή, μετά στον κήπο - για να μπορέσει το καινούριο μέγεθος της ζήσης και του σπιτικού της να συνηθίζει, να μην εφένετο πως άμαθη στα πιο μεγάλα βήματα. Και για να ευχαριστήσει την ανδραδέλφη της, δεν είχε ανακατευτεί με τις κουζίνες, κι ας ήτανε αυτή που μ' ένα χέρι μανουβράριζε τη βάρκα στο τεμπελοχανείο Ιμπεριάλ. Όμως, δε θα μπορούσε ίσως λιγάκι η Ευταξία, μήπως θα ήτο δυνατό να την αφήσει να έφτιαχνε μονάχα το σερμπετάκι της που ήτο ξακουσμένο ως και ακόμα ως, και πάρα πέρα; Κι ας έρχονταν οι τσούπρες από το χάνι κι από την άλλη τη μεριά της Σμύρνης, απ' το Ναρλίντερε - από την ξακουστή Σμυρναία Πριγκιπέσσα - που πήγαιναν ως και οι ρώσσοι πρίγκιπες διότι - ο όμοιος εις τον όμοιο! Και θα ηρχόντουσαν να φτιάκουν ό, τι θα θέλει παραγγείλει η Ευταξία, γιατί εκείνη ξέρει τι θα ευχαριστήσει τους καλεσμένους που της είχε μηνύσει ο ΝτημίτΕφέντης, και κόπηκε να φτιάχνει τις προσκλήσεις, και σε δύο και τρεις γλώσσες, περικαλώ - την είχε δγει να γράφει με τις πλούμες σε καλλιγραφικά: προς οικογένειαν ΡιουστήΜπεη (αυτός είχε τις τρεις ωραίες κόρες, τη Σαντιγιέ, την Αφιβιγιέ και τη Μεντουχά). Προς φίλτατους Λιονέλ&Μπεατρίς Μπελόμ. Να μην ξεχάσουμε έλεγε - τους Ανταλήδες, τους Αργυράκηδες. Τους όλους από το εγγλέζικο κλουμπ και τας πρεσβείας. Τον Ελμασιάν και τον εξάδελφο του τον Σιμονιάν, με τις γυναίκες τους που είναι καλλονές, η μια Μαρίκα κι η άλλη Γιούλα - αυτές να ήταν ελληνίδες είτε αρμένισσες, ποτέ δεν εκατάλαβα. Νικόλαος Τσαγρίδης και η συμβία του Χαριτίνη νεέ Μπερεκέτη. Τους Σαρνώ (εκείνηνε τη λέγαν Ευθυμία, τόσα λεφτά και ομορφιά, κι όμως ήτανε δύσθυμη, είχανε πάθει λένε τα νεύρα της - ε, θα της κάμει σε καλό να βγει λιγάκι). Και πού να τους θυμάται όλους αυτούς η Ευταξία, και μήπως θα πρέπει με καιρό να τους χωρέσει και το τσερβέλο το δικό μου, αυτό δε γίνεται. Νταιβίτ Ντεβύ&Εμιλία, κατόπιν Κουμουνδούρου. Οικογένεια Γουίταλ, και τους φραγκολεβαντίνους (συμπούμπουλους-συφάμιλους). Ελένη Μπαλτατζή, έμεινε ανύπανδρος. Όλους απ΄το Τεμπελχανείο, και ειδικά όλα μου τα κορίτσια απ' την κουζίνα, μέχρι και τη λαντζέρισσα. Η μάνα μου δε θα ΄ρθει. Καλέσαν και μουζικάντηδες. ("Το Γιάγκο Κοκκίνη, τραγουδάει τόσο γλυκά, όπως κοπέλα!") Θα παντρευτώ στην εκκλησιά της Μαναπαναγιάς, κοντά απ΄το σταθμό - εκεί θα έρθει με την καρότσα ο Ντημίτ, εκεί θα έρθει και ο φίλος του μαζί του. Με πλένουνε χέρια που δε γνωρίζω, και με ντύνουνε στα ρούχα που γνωρίζω, τα εβραίικα, με τα μπακίρια μου και με το καπελάκι της νύφης. Και μετά, μετά. Μετά θα είμαι μια κάποια άλλη, όμως θα μυρίζω ακόμα με το λάδι της γαρδένιας.
Δεν ξέρει πώς επέρασε η μέρα. Ούτε και ο Ντημίτ, μα τώρα έχουν πια βρεθεί σε μία κάμαρη μονάχοι τους οι δυο τους. Η Ευταξία, της το είχε υποσχεθεί: έφτιαξε με πανί μία τσουπά, ένα κρεβάτι με έναν ουρανό - για να αισθάνεται κι εκείνη, αν και ξένη, πως παντρεύεται. Ο ιερέας δεν την κοίταγε στα μάτια, στην τελετή - αλλά τον είχανε χρυσοκαλοπληρώσει, κι έκαμνε τα πικρά γλυκά... Και στο κρεβάτι απλωμένα, πέταλα τριαντάφυλλα. Το είχε φτιάξει τελικά και το σερμπέτι - επέμεινε να φέρουνε τα τριαντάφυλλά της απ΄το ανθοπωλείο ενός Κόβα, Χριστοφ., απ΄την οδό των Ρόδων - Ρυ ντε Ροζ. Και επειδή για τ' όνομα: είπε ν΄ακολουθήσει τα τσαλιμάκια της Ευταξώς - είχε μεγάλο γούστο, και κοίτα πως εφτιάχτει η τσουπά της, ήξερε η καινούργια της η αδελφή τους πόνους της αγάπης, και φαινότανε! Γι' αυτό και μόνο, θα της άρεσε η μέρα. Και για το όμορφο λουλούδι στα μαλλιά, το καντουπούλ της μίας νύχτας, το αμύθητο: με μυρωδιά καρβονικού εστέρα (για τ΄όνομά της, το δίχως άλλο - αχ, βρε Ευταξία, τι αγάπες μπορείς να κάνεις, έπλεξες στα μαλλιά της τέτοιο επίφυλλο οξυπέταλο!). Και φάγανε, και ήπιανε - όλοι οι μουσαφιραίοι, αμάν ένα κατεβατό ονόματα - και ο ΧατζηΡεΐς είχε τα μάτια κόκκινα σα φραουλένια σκύλικα, ήτανε καλός άντρας εκείνος, του φαινότανε - και γιατί νά είχε πει κι εκείνη η αρμεναία η χαρτοριχτρού ότι θα έπαιρνε το βασανιάρη, το ζηλιάρη - ψέματα, κι ο ΝτημίτΕφέντης εφαινότουν τόσο ήσυχος! Και όταν έλεγε ο Γιάγκος ο Κοκκίνης με τη γλυκοφωνούλα του τη Χάβα ναγκίλα χάβα ναγκίλα χάβα ναγκίλα βε νισμεχά (όπως του είχε παραγγείλει η Ευταξώ, το δίχως άλλο), κάποιοι αρχίσανε τα γέλια, κι εσηκώθει ο Ντημίτ, είχε να πιει και πόσα Σατώ Νυμφίος - και άλλαξε ένα μεγάλο βλέμμα με το Χατζή. Και την εσήκωσε στα μπράτσα του, μόλις σε λίγο θα σερβίραν το σερμπέτι Ρόδο της Κεκαρμένης - την πήρε και τη σήκωσε λοιπόν, ωσάν το πούπουλο την πήρε ο αέρας: Κύριοι, να με συμπαθάτε, μα δε θα κάτσω και να βλέπω να ασεβείστε τη γυναίκα μου, φάετε πίετε, κι αμέτε στα τσακίδια άμα δε σας αρέσκει, φτάνει που την αρέσκομαι εγώ. Και όλα χαμογελαστά, και με το σεις. Όλοι χειροκροτήσανε, και η Εσθήρ δεν ήξερε να κλάψει, να γελάσει: μα τον αγάπησε, και μάλιστα πολύ κι από τα μέσα. Και την επήγε σηκωτή ως την τσουπά τους, στρωμένη από κάτω τριαντάφυλλα - και της το τάισε στο στόμα το σερμπέτι, κι εκείνη έβγαλε από μια θήκη το φιαλίδιο με το πατζαροζούμι, κι έτσι του είπε όλα της τα κρίματα που δεν ήτο δικά της, του λέει, σε αγάπησα, και θέλω την αδερφή σου να ευχαριστήσω, εσένα να μην ατιμάσω, με ηθέλεις, εσύ που τ' όνομά σου θα είναι για εμένα σαν το μύρο που αδειάζει από δοχείο σφραγισμένο, αγαπημένε της ψυχής μου αδερφέ και ανθισμένο κλήμα, ευωδιαστό από τ' αμπέλια της Εγγαδδί. Κι αυτός δεν ήξερε να πει αν τον επείραζε που ήταν το σταμνάκι της σπασμένο - αλλά ότι θα έπινε μέχρι του τέλους απ΄τα χείλη της, το θέλει - και η καρδιά του έλεγε λόγια που δεν ήξερε πως ξέρει: ωσάν το κρίνο ανάμεσα στ' αγκάθια, έτσι η καλή μου ανάμεσα στις άλλες.
(συνεχίζεται)
© Ολβία Παπαηλίου, 2013

Ρεκλάμα του ανθοπωλείου του Χερ Φραντζ Σλόσσερ , από όπου είχε παραγγελθεί το επιφυλλο οξυπέταλο, αμύθητης αξίας - φροντίδι της Ευταξώς.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου