Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο έβδομο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο έβδομο)
17 Νοεμβρίου 2013 στις 11:29 μ.μ.


Η Ευταξία είχε πλέον το άλογό της, ένα κόκκινο αλατσάτικο: το είχε δει, και με μια πρωτόγνωρη φούρια - αυτή, πάντοτέ της συγκρατημένη και λόγια κρύβουσα εν καρδίως - φώναξε αυτή η ίδια η καρδιά της, αυτό το θέλω. Αυτό το θέλω της, που τις τελευταίες τις μέρες, αυτή την τελευταία της όλη της τη ζωή - λες και της χυμούσε από δεξά κι από ζερβά - κι η μεγαλοκοπέλα πούθε να πάγει ως να κρυφτεί; Την είχανε πρωτοξετρυπωμένη αυτά τα μάτια της αλληνής (αχού, και τι φωτιές μας άναψε αυτή η κοπελούδα - αλλά το άτι, τ' αλατσάτι μου - θα μου είναι καλό και της υπομονής - και να το πάρω με παράδες, να το βαφτίσω - και για δγιέ, θε να 'ναι θηλυκό, βεβαίως πώς, αυτές οι φοραδίτσες είναι κι αν είναι ήσυχες και βελουδένιες οι μουσούδες τους, κι ολόπιστες για να σε πάγουν και για σ' ηφέρουν, φορτωτικές). Κι αμέ, πώς να τηνε βγάλουμε, τέτοια καλή φοράδα; Που είναι κόκκινη, μήπως να τηνε πούμε Αλαρά, και τουρκιστί να λέει πως είναι κόκκινο στόλισμα και στολιδάκι, ή μαθέ να τηνε πούμε Φλόγα, σαν την Αλέβ! Ή μήπως, να της εφέρουμε όνομα όπως από τα μέσα της πατρίδος της γενιάς της - και να της δώκομε τ' αραβικένιο όνομα που μοναχό για κείνην της αξίζει, που είναι όμορφη πανέμορφη κι ωραία πανωραία, να την επούμε το λοιπόν σα Νάζλη - και έτσι και εγένετο. Και όπως την αγόρασε την έχει βγάλει Νάζλη, μαθές της είχανε της Ευταξώς τα όνειρα ποθήσει τις Ωραίες, τη μόνο μια Ωραία της ζωής, και ποιά να ήτον; Μα και η Νάζλη ήξευρε να πάγει με το πλάγι, να τριποδίζει, να κάνει άλματα μικρά χαριτωμένα, κι άμα με τον καιρό θα την εφέρει στα νερά της - βεβαίως και εκεί να δγεις, μόνο που η μιλιά να είναι που της λείπει, τέτοιο ωραίο που είναι φοραδόπουλο, να έχει άραγε χρονίσει, ή μήπως να ΄ναι κι ακόμα του αχρόναγο - και πρέπει και να το φροντίσουμε διπλά, να το φυλάξουμε μην κάνει και πριν από την ώρα του κι ας είναι καθαρόαιμο, βρεθούμε με πουλάρι. Νάζλη, και με το νάζι της - και με τον κύβο τη ζαχαρίτσα της, την εσμέρ σεκερίμ - μελαχροινούλα μου, αμάν χαβάς... Να θέλεις καβάλημα και τους μεγάλους δρόμους: την πήγαινε τις καθημερνές μέχρι και το σταθμό οπού ερχόντανε τα τραίνα από το Μπασμανέ κι ως το Μπουρνόβα, και χαιρετάγεν ως να φτάκουνε - τα σπίθια απ΄τον εις το Σταυρό, και το Χαλκαπινάρ - κάνε κουράγιο Νάζλη μου ναζού μου, και θα σε πάγω και πιο πέρα, θα σε καβαλικέψω να πάγωμε ως το σταθμό τον πριν, στο Μερσινλί - κι εκεί θα ξεπεζέψω να πγιώ ένα σουμάδι αμυγδάλικο εις το Καφέ Κρεμλίν - και θα βγει να σε θαμάξει ως και ο ΓιαχιάΕφέντης, που θα σε δώκει να πγεις νερονεράκι - και ύστερα κοκκόνα μου πίσω θα σε γυρίσω, να ημαθαίνεις να 'σαι το άλογό μου που πάντοτέ σου ήσουν για να μου γίνεις. Τέτοια της έλεγε και να την καλοπιάνει, κι ύστερα πώς την έστριβε να την υπάγει ως τη Φοντάνα ντε Σουπίρ, αμέ, καλέ μου στεναγμέ - να της μιλάγει όπως περνάγανε από τα κοιμητήρια στ' αριστερά στο ντουσεμέ - πρώτα των Βρετανολεβαντίνων, ύστερα των Οβριών - κι εκεί κάπως που ανατρίχιαζε - πες το αυτό προαίσθηση, θα μας φέρει αργότερα ο δρόμος μας εδώ - πάντα αυτό είναι το δράμα των ζωντανών - ότι γνωρίζουνε το χάδι του θανάτου και πρι να έρθει, βεβαίως μάλιστα. Μα όποτε πηγαίναν κατά το σταθμό, σκεφτότανε η Ευταξία - με το καπέλο της της ιππασίας, με τις φούστες της φουσκώναν σαν ιστία - σε ποία θάλασσα ανοίγηκε; Κι άκουγε το αμουστακούδικο με το ψαρί φαρί του απόκοντα που την ακολουθούσε, μη δα και της εβγάλουνε πομπές, γυναίκα μόνη και μες στη γύρα! Κι έτσι εφόρτσαρε, τη ζόριζε τη Νάζλη της π' ανάσαινε της φλόγας, ίδρωνε αλλά σεβαστική της αναβάτριας - άμα κι ηξεύρει ν΄ανέχεται ν' αντέχει το καβάλημα, αξίζει η φοραδίτσα τους παράδες, έ Ναζλού μου; Κι εχαιρέτα και τις άλλες τις κυρίες με ένα άγγιγμα μονάχα του καπέλου της, της αμαζόνας - ντυμένη τα Ευρωπαϊκά, τα Λεβαντίνικα. Κι εδώ περνούσε η Αλατσαατλού η Ευταξώ, που θα γινόταν ονομασμένη ξακουστή, πόσο το άτι της ήξευρε την υπάκουγε. Χαιρετούσε η Ευταξία - τη σύζυγο του στρατηγού Περτέβ Πασά, την όμορφη γυναίκα του ΡαχμήΜπέη - και άλλες καλλονές που έκαμναν τη βόλτα τους πεζή, με τα παρασολάκια τους και αν μισοκρυμμένες τα ωραία πέπλα, τις εγνώριζε - ήξευρε να κοιτάζει τα σουλούπια τους, να τους αποτιμάει τις εμμορφιές - μα ήτανε τα μάτια της στραμμένα σ' ένα αστέρι - νυχθημερόν της άναβγε το ουρανίσιο το στερέωμα, της έδινε μια ρότα. Κι όπως περνούσε από τους περιπάτους, άνοιγε κι έπιανε να τρέχει τη Νάζλη, να την αγκομαχά, να παραβγαίνουνε τα τραίνα - και να φαντάζεται η Ευταξία πως ήτανε ληστές και κυνηγούσαν - με τα τουφέκια κλέφτικα, σταμάταγαν το τραίνο - και την εκλέβανε αυτήν που μοναχή της είχε βγει στην ιππασία, την πέρνανε μαζί τους - ποιός και να είχε να ηπάρει ποιόν, που η μορφή της καβαλάρισσας ήτο η Αστερώ, ο κλέφτης της η ίδια η Αειπάρθενος. Κι ο ουρανός του απογεύματος η φλόγα, ήπρεπε τις φούστες ν' ανασηκώσει, να καβαλήσει όχι και με το πλάγι, μα καβαλικευτά - και να στρίψει από την άλλη τη μεριά κατά τα βόρεια, κατά τη Μανισά - κι ας πέρναγε κι από την εκκλησιά της άλλης της Μαρίας, της Αγγλικανής Μαγδαληνής, που οι καλές της Φιλοπτώχου Εταιρίας - οι συμβίες του Χόλντον, του Μπάρφηλντ και του Έλλιοτ - κυρίως επίσης η μίσσες Γουίταλ κι η στενή της η φιλενάδα, η κόρη Πάττερσον, που ήτο και ιδιαίτερα καλίφωνες - τραγούδαγαν για να ετοιμαστούνε για το ωραίο χορωδιακό κομμάτι της αγίας λειτουργίας της Κυριακάδας, τον όρθρο κι ας ήτο κι αξημέρωτος - μα θα κοιμόμαστε αγαπητές μου έως και τη Δευτέρα Παρουσία, τι κι αν ξυπνήσωμε νωρίς την Κυριακήν ημέρα; Και τις ακούγετο να τραγουδεύουν η Αειπάρθενος η Ευταξία καβαλάρισσα, και να προβάρονται οι τρίτες και οι δεύτερες φωνές κι όλα τα σόλα, θυσιαζόμενες - ίδιες τους λουλούδια τούτης γης κι ουράνια μπουμπούκια:"...flowers of earth and buds of heaven -Christ, our God, to Thee we raise - This our sacrifice of praise". Αλλά θα ερχότανε και το Σαμπάτ, ξανά - και θα ανέβαινε επάνω εις τη Νάζλη, την Όμορφή της, την αράβισσα την αλατσάτισα, την κοκκινοτριχάτη φοραδίτσα - ν΄ακολουθήσει η Ευταξία το αστέρι και τους πόθους της, να κυνηγάει ίσκιους στο δρόμο για τη Μανισά, και καβαλάρισσα και όχι του πλαγίου καβαλήματος, του γυναικείου τρόπου για να μη μπορεί τη νάζικη τη Νάζλη για να την τρέξει, να την ιδροκοπήσει να χαρούνε τον άνεμο ως θα τον παραβγαίνανε.

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013


Η Ευταξία, πάντως Αειπάρθενος - επί της Νάζλης, που ήτανε φοράδα εξαιρετικών περγαμηνών κι ανθεκτική του βάρους, καλής υπομονής.

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

ταξίδια Ελισσαίος Βγενόπουλος



ταξίδια 

γύριζε αργά στη στενόμακρη κάμαρη της αυτογνωσίας
τραβώντας μαζί του και την απεραντοσύνη των ταξιδιών
που ποτέ δεν μπόρεσε να κάνει

τα χαράματα άνοιξε το παράθυρο
και χάιδευε τα βαλσαμωμένα του όνειρα
κι έριχνε χάντρες 
τους βαθείς αναστεναγμούς στο πάτωμα της συνήθειας

ύστερα άπλωνε πάνω στο τραπέζι
λευκούς χάρτες αταξίδευτους
που οι ωκεανοί αποτελούνται από τις μωβ θλίψεις
και οι στεριές από σκοτεινές τύψεις 

όταν σήμαναν τα ρολόγια της πόλης
τις προγραμματισμένες αφυπνίσεις
άνοιγε την πόρτα και μάζευε τις λεπτομέρειες
από τις σπαταλημένες ζωές
και τις ανισόπεδες υπάρξεις

ύστερα έπαιρνε το πανωφόρι του
άφηνε την παγωμένη κάμαρη
κι έβγαινε στα σοκάκια της αυτογνωσίας
να σκορπιστεί
γιατί πως αλλιώς θα έβρισκε το δρόμο της επιστροφής
χωρίς να χαθεί στα πέρατα του πιθανού
και το λυκόφως τους ανέφικτου
16.11.13

γνωστικός

Ο καλύτερος τρόπος για να σιγουρευτείς ότι εσύ είσαι ο γνωστικός, δεν είναι να κλείσεις μέσα το γείτονά σου. 

Φ.Μ. Ντοστογιέφσκι 

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο έκτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο έκτο)
16 Νοεμβρίου 2013 στις 8:43 μ.μ.


Τώρα βεβαίως, και τηρουμένων των αναλογιών με τη χαρτοριξία (όρθιο βγαίνει καλό στεφάνι προτού να βγει το τέρμηνο θαρθούν και θα γωνιάσουν τα κρεβάτια σας την ώρα βραδινή) και τους καφέδες της Αρμένισσας είτε Αλμάστ είτε και Βαρντανούς, όπως κι αν τη φωνάξουμε, το είχε είπει, δεν το είχε; Πως λέγει, η Εσθέρ θα επαντρεύοντο τον άντρα το ζηλιάρη - πρέπει λοιπόν να εκτιμήσουμε δεόντως την κατάσταση, να χαρχαλέψουμε στα σπλάγχνα μέσα εκείνου του Ντημίτ, που τώρα πια εφέντης της - και να ελέγξουμε τα είδη των χυμών του, πόσο τοις εκατό να είναι άραγες αιματώδης, πόση η εκατοστιαία του η ποσοτική μονάδα να τον εχαρακτήριζε χολερικό - και ούτω καθ' εξής, και τέλος πάντων - τί πιθανότητες έχει στη μαύρη ζήλεια, ή μήπως να του ταίριαζε χαρακτηριολογικώς καλύτερα η πράσινη. Κι αυτό το επεισόδιο της Παρασκευής, εδώ σε θέλω, ταύτον και τί να ήτον; Και που, ώχου και ωιμέ και μπρε εδώ κι αλοίμονο - που θα το είχε βρει αυτός σκοινί-κορδόνι - κι ενώ τις όλες μέρες της βδομάδος εάν του είχε πες να τύχει και να ηνοιώσει μιαν επιθυμίαν, πάντοτε ο αβρότατος και ο βαρυγλυκάτος, μόνο πώς άλλαζε και γίνονταν, αν όχι δα η μέρα με τη νύχτα, πάντως αυτός γινόταν ένας άλλος. Κια την Εσθήρ, δεν της το έβγαζε κανένας απ΄το νου: λες και ποιό άραγες να λέμε κελιπότ, ποιός δαίμων και να πεις τον εκαβάλαγε; Κι εδώ, φοβόταν η κοπέλα μην ήταν πως τον είχε καπαρώσει να πούμε ποιός, ίσως ο Ασμοδαίος βασιλέας των δαιμόνων, κατά κανόνα και κανονισμό ο παντελώς υπεύθυνος της διαστροφής της σκοτεινής της νύχτας, και όπου κρύβεται κάτω απ΄τους οντάδες (παραφυλάει μπα και πιάσει να τσακώσει τίποτα ξέσκεπα ποδάρια, όι μάνα!), κι αλί μας τρισαλί - μην ότι θα καιότανε ο σύζυγός της και ο καλός εφέντης της για μια αιωνιότητα στα δεύτερα καζάνια της κολάσεως και τότε πια - εκείνη πού θα ήτονε; Διότι, βεβαίως και καλά να λένε οι Ραββίνοι και όλα τα δικά τους, και όλα δίκαια - αλλά κι ο έρωτάς του όπως τις Παρασκευές, είχε το καραμπιμπερίμ και ήτο νοστιμεύσιμος, κι αμέ, πικαντισμένος! Να δγεις, πώς θα την έπαιρνε κι εκείνη της μαζί του - να καίγονται το ομού, κι είναι κι η αιωνιότητα στο χρόνο ατελεύτητη, ωχού καλή μου μάνα! Και όποιος είναι από τη φύση δύσπιστος και υποψιάρης και κακόπιστος - ή ίσως αυτοί που βλέπουνε μέσα κι ακόμα παραμέσα στις πιο κρυφές καρδιές, ίσως εκείνοι να πιστεύανε πως ο Ντημίτ της ήτο γάτος της κακοζήλιας, αλλά αυτή τον ήξερε που ήτονα καλόχαρος - και δη, και ποιόνε να ζουλέψει; Το φίλο του το σύγαμπρό του το άκακο αρνί, εκείνο το ΧατζηΡεΐς που ήτανε γλυκύτερος κι από τη Χιώτικια μαστίχα, και που χωρίς ποτέ να αμελήσει, δεν είχε ούτε ακόμα να βρεθεί η Κυριακάδα που να μην της στείλει τα άσπρα τα τριανταφυλλάκια και τα αισχυντηλά, που όλο του την εντρεπότουν κι αμέ ούτε την κοίταγε στα μάτια, κι είχε αυτή να βρίσκει και να μακινεύεται πώς να του ομιλήσει, μπα και μπορούσε να του το αποσπάσει ένα και τοσοδούλικο χαμογελάκι - αμάν, ούτε και κοπελιά της παντρειάς να ήτο, τόσο του εύπρεπος! Και άντε, να ειπεί κανείς ότι και ο Ντημίτ - ας πάει και το παλιάμπελο, πως ήτονα ζουλιάρης. Μα, θα την άφηνε - εδώ σε έχω - πες μου κι εσύ, όπως σε χαίρομαι: Σου λέγω, και σε ερωτώ, θε να την άφηνε να τα στολίζεται τα ντροπεράκια τα λουλουδάκια, κι ας ήτο κι άσπρα κι ας ήτο ξέξασπρα, να τα φορεί και στο μπουστάκι της επάνω, και δίπλα στην καρδιά, καλέ μου; Και να τα καρφιτσώνει και στα μαλάκια της, δίπλα και ν' ακουμπούνε μανούλα μου στις σκέψεις της, άμα να ήτονε ζηλιάρης; Του πράγματος απίθανο. Άρα, δεν ήτο τέτοιος ο λόγος, κι αφέτε τα κακολογίσματα και τα πικρά λογάκια - μη σπάσει κούπες η Εστερλού μας, κούπες και για τα λόγια που ΄πες! Και τώρα που μιλάμε για τα λόγια, ίσως και να ήταν αυτό επακριβώς που έτρωγε του ΝτημίτΕφέντη την καρδιά κάθε Παρασκευή με του αστρού τη δύση - αυτό όπου τον έκαμνε να χάνει τα συλοϊκά του και να βουρλίζεται από ένα βαρυκαημό και να τον αρπά κακός αέρας και δέρνει τον ωσάν την καλαμιά, να σε χαρώ, στον κάμπο. Και που μετά, αργά κι αργύτερα, τον έκαμνε που να την πλησιάζει ωσάν ο μαύρος λύκος το παχνί, με τα δοντάκια του δαγκωτερά κι αυτό που πόσο να της αρέζει! Και ποιός να ξέρει, μια βολά την εβδομάδα, και ας είναι... Γιατί, η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει, μα κόκκαλα τσακίζει - κι η γλώσσα η ξενικιά, χίλιες και εκατό φορές χειρότερη. Κι εδώ, πρέπει να πούμε και τα σουσούμια του Ντημίτ, τη ζήλεια του που ούτε ήτο μαύρη σαν της μελαγχολίας, ούτε πράσινη ούτε κιτρινιασμένη σαν το ξινό λεμόνι - αλλά σαν το δαχτυλίδι με το κόκκινο στέμμα το πετράδι, που ήτο σαν τη δύναμη ζωής, μια κατοχή και γιόρτασμα, και σαν το σφύριγμα του κυνηγού στο σκύλο του: ούτε κι εκείνος δα το ήξερε πως είχε δικό του τέτοιο δώρο, να φουντώνει από αυτά κι αυτά! Και ότι, πώς! Που θα την έβλεπε, μόλις με το Σαμπάτ, με τα μαλλιά της για την ιερή της τη γιορτή πανωπιασμένα και με το κεφαλοπάνι σκεπασμένα, να μην τα δγει άλλο το μάτι παρά μονάχα το εδικό του, τόσο ήθελε να του δίνει όλη της την ουσία της παντρεμένης. Μα, άρχιζε ν' ανάβει τα κεράκια κι όλο που έψελνε τα λόγια "Μπαρούχ ατά Αντονάι, Ελοχέινου μελάχ χα-ολάμ, ασέρ κιντισάνου μπ'μιτζ'βοτάβ β'τζιβάνου, λ'χαντλίκ νέιρ, λ'χαντλίκ νέιρ σελ σαμπάτ". Και κει, τον δάγκωναν τα φίδια, θυμότανε πως ήτο αλλουνού - και ποιός, να σε παρακαλώ, της είχε μάθει αυτά τα λόγια; Κι όταν του γέμιζε κι εκείνου το ποτήρι, και στο σύγαμπρο - με τις ουσίες της άγιας αμπέλου, και να πίνουνε όλοι κι οι τρεις σε όποιον θεό ή σε κανέναν, ή στην άμπελο, να την ξανά που πήγαινε η γλώσσα της ροδάνι:"Μπαρούχ ατά Αντονάι, Ελοχέινου μελάχ χα-ολάμ, μπορέι π΄ρι χαγκααφέν" - και ποιός να είναι ο Αντονάι, ποιός ήταν ο άδωνις μην ήτανε Αντώνης; Κι έτσι να τον εσούβλιζε η ζήλια - μα με τα άλλα λόγια, τα τρισμέγιστα, άμα τους έδωνε να φάνε ένα καλό ψωμί, να φαρμακώσει μπορούσε το φαρμάκι του, και να το κάνει φάρμακο - τότε, ε ρε χίλιοι διαβόλοι, πως και οπού την ήθελε - κι αν που θυμόταν άλλον, να τον ξεχάσει ήθελε την κάνει, την πολυαγαπούσε μόνο δική του, που τέτοιο αρνάκι και να τύχει σε τέτοιον χαλεπό βοσκό σαν τον πατέρα της! Κι λετσι, στις τελευταίες γραμμές τις προσευχούμενες για το γλυκό ψωμάκι, για το μάννα - έπαιρνε κι η σκόνη τον πατέρα της, τον άλεθε ο μύλος:"Μπαρούχ ατά Αντονάι, Ελοχέινου μελάχ χα-ολάμ, αμοτσιλεχέμην χαρέτς ααμέν". Και λύνονταν τα μάγια της ξενολαλιάς, ήτανε πάλι η Αστέρω του δική του - όχι καμμιά σατάνισσα που μίλαγε τις γλώσσες των σταυρωτήδων, αλλά η περιστέρα με τα δίδυμα ζαρκάδια μες στο στήθος της - και τότε ο ΝτημίτΕφέντης ήθελε όπως την πάρει κι επίσης επί τόπου - αλλά είχε να σκεφτεί και το ΧατζηΡεΐση, που κοίταγε μπροστά, άλλοτε κάτω - κι έστριβε το ασίκικο μουστάκι του - κι ο κόσμος ήτανε μικρός και δεν τον χώραγε, που ήθελε να τιμονέψει μία μικρή βαρκούλα και να τη λέγανε Εσθήρ με τα κόκκινα γράμματα στη πρύμνη, είτε στην πλώρη - κι άμα να ήθελε ότι να τη βουλιάξει, να τη βούλιαζε - κι άμα την ήθελε να την πάει στο κύμα, να την κυμάτιζε ωσάν όπου θα του ΄χε κάνει κατά το κέφι - εκείνη τη στιγμούλα ακριβώς, τον είχε αρπαγμένο ο δαιμονΑσμοδαίος - και να δγεις οπού καθόλου δε γινότανε εκείνος να τον άφηνε, παρά αφού της είχε λύσει τα κεφαλοπάνια, τις πλεξούδες - και στα χέρια, και όλους της τους άλλους τους αρμούς.

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013


Η Εσθήρ με το κεφαλοπάνι της βγαλμένο και με λυμμένες τις πλεξούδες, από τ' αφιονισμένα χέρια του άντρα της, βράδυ Παρασκευής.

Γιώργος Σεφέρης – αποσπάσματα από την αλληλογραφία στην αγαπημένη του Μάρω

Γιώργος Σεφέρης – αποσπάσματα από την αλληλογραφία στην αγαπημένη του Μάρω

 “η αγάπη μου ξεπέρασε πια τα λόγια και έχω την εντύπωση πως, αν ήμουν αλλιώτικος θα μ’ αγαπούσες λιγότερο”
“πιστεύω πως εσύ είσαι η ζωή μου. Αν το θέλεις να κάνω τη ζωή μου μακριά σου, βέβαια θα την κάνω-γιατί το δικό σου θέλημα θα γίνει και όχι το δικό μου-δε θα το κάνω όμως χωρίς εσένα. Αισθάνομαι πως μαζί σου άνοιξε ένας άγνωστος δρόμος μπροστά μου..”
“ένα πράγμα με πείραξε, με πλήγωσε βαθιά μέσα στο γράμμα σου. Πώς μπόρεσες, έπειτα από τόση αγάπη, να αισθανθείς ξαφνικά μόνη σου. Aυτό το “μόνη μου έπρεπε” είναι κάτι, πώς να το πω, που με ατιμάζει”
“μ’ έχεις κλείσει σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, όπου ακούω τη φωνή σου χωρίς να μπορώ να διακρίνω τα λόγια σου. Τον τελευταίο καιρό έχεις χαθεί…Η τελευταία εβδομάδα ήταν άθλια. Βλέπεις, μόλις δεν είναι ο ένας πολύ κοντά στον άλλον, τίποτε δε γίνεται.”
“αν έχω την τύχη να σου δώσω κάτι που να κρατήσεις μέσα σου από την αληθινή ζωή, αν μπορέσω να σε κάνω να νιώσεις ότι έχουμε κάτι μέσα μας που είναι μεγάλη αμαρτία να το εξευτελίζουμε, θα είναι αρκετό. Κι αυτά όλα που σου γράφω, τόσο ήρεμα τώρα, με κάνουν να συλλογίζομαι πως δεν είναι δυνατό να μην είναι κανείς απάνθρωπος, όταν είναι απάνθρωπη η ζωή.”
“Αισθάνομαι πως τρέχω με μια ιλιγγιώδη ταχύτητα, πως κάποιος, ίσως εσύ, μου φωνάζει “Σταμάτησε. Σταμάτησε”. Ίσως αυτός που μου φωνάζει έχει δίκιο, αλλά αισθάνομαι ακόμη πως, αν σταματήσω απότομα, είναι καταστροφή.
-τρελό μου παιδί, όλα αυτά τίποτα δεν ξέρουν να πουν, άμα έρθω κοντά σου ίσως καταλάβεις κάτι περισσότερο….”
“…Ποτέ δε φανταζόμουν πως θα μπορούσα ν’ αγαπήσω έτσι. Μου είναι αδύνατο να σου εξηγήσω τι είναι αυτό το τρομερά δυνατό και ζωντανό πράγμα που κρατώ μέσα στην ψυχή μου και μέσα στη σάρκα μου. Είμαι κάποτε σαν τρελός από τον πόνο και αισθάνομαι πως όλοι οι άλλοι μου δρόμοι έξω απ αυτόν τον πόνο, είναι κομμένοι. Πως μόνο απ΄ αυτόν μπορώ πια να περάσω.”
“Καληνύχτα, αγάπη, έλα στον ύπνο μου.
Ποτέ δεν έρχεσαι στον ύπνο μου. Σε συλλογίζομαι τόσο πολύ τη μέρα.”
“κι αν σου γράφω έτσι που σου γράφω, δεν είναι για να με καταλάβεις, αλλά για να με νιώσεις λίγο πιο κοντά σου όπως , αν ήταν βολετό να σε χαϊδέψω. Τίποτε άλλο”
“Άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει «Θεέ μου πόσο την αγαπώ» κι αμέσως έπειτα μια ιδέα θανάτου φανερώθηκε κοντά κοντά μ’ αυτή τη φράση. Δυό πράγματα θα μπορούσαν να με σώσουν όπως είμαι τώρα. Να σ’ έχω, είτε να κινδυνέψω τη ζωή μου. Δυστυχώς είμαι περιτριγυρισμένος από άπειρη ασφάλεια και το άλλο δε γίνεται, γιατί εγώ δε το θέλω να γίνει, όπως τουλάχιστον έχω πείσει τον εαυτό μου”
“Όλες αυτές τις μέρες σε συλλογίζομαι χωρίς μια στιγμή διακοπή. Κάθε δουλειά με συνέχεια μού είναι αδύνατη. Είσαι εκεί πάντα μπροστά στα μάτια μου, με κρατάς προσηλωμένο. Κάποτε μέσα στην αδειανή μου παλάμη έρχεται κι ακουμπά το μικρό σου στήθος. Είναι ένας βαθύς και μυτερός πόνος ως την άκρη της καρδιάς”
“ας σε κρατήσω κι έπειτα όλα θα είναι καλά…αγαπημένη μου αγάπη”
“όταν αγαπά κανείς και δεν έχει τον άνθρωπο του, πρέπει να βρεί τρόπο να μην ξυπνά ποτέ του…”
“…μου λείπεις. Σε πήρε το τραίνο και σε πάει όλο και πιο μακριά. Μια βραδιά χαμένη, χαμένη αφού δεν είσαι κοντά μου…”
“..είμαι πονεμένος σ’ όλες τις μεριές και στο σώμα και στο πνεύμα. Δεν μπορώ να κάνω έναν συλλογισμό στοιχειώδη χωρίς να ρθεις ξαφνικά να τον κόψεις..”
“μου φαίνεται πώς κάθε γράμμα είναι το τελευταίο, και πως, αν δε σου δώσω ό,τι μπορώ να σου δώσω σε μια στιγμή, δε θα μπορέσω να σου το δώσω ποτέ.”
“τέτοια ώρα πριν ένα χρόνο ξεκίνησα να σ΄εύρω. Φανερώθηκες μέσα από ένα τίποτε-θυμάσαι; δεν μπορούσα να εξηγήσω από πού βγήκες. Ένας χρόνος και τι μαρτύριο. Σε θέλω. Ας ήσουν εδώ, ας παρουσιαζόσουν όπως εκείνη την αυγή κι ας με κάρφωναν έπειτα με τα εφτά καρφιά πάνω στα σανίδια του παραθύρου που είναι μπροστά μου..”
“Η αυγή με κρυφοκοιτάζει από τα κλειστά παντζούρια. Ξύπνησα μέσα σε μια διακοπή-ένα λάκκο της λογικής μου και της ψυχραιμίας μου-είμαι μόνο μία φωνή και μία επιθυμία. Δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ένας άνθρωπος που πονεί διαβολεμένα. Δεν ξέρω τίποτε άλλο παρά πως ξύπνησα καίγοντας και δεν ήσουν πλάι μου. Και είναι μεγάλη κόλαση αυτό, και μου είναι αδιάφορα όλα τα άλλα”
“Είμαι βαρύς από ένα σωρό συναισθήματα που δε θέλω να ξεσπάσουν. Μία μέρα, αργότερα-ποιος ξέρει αν μας είναι γραφτή λίγη γαλήνη ακόμη-θα είμαι κοντά σου, θα κλείσω τα μάτια και θα τα αφήσω να βγουν…φαίνεται σήμερα σ’ αγαπώ σιωπηλά.”
“όταν πάει να πάρει κανείς μια μεγάλη απόφαση, ποτέ δε μπορεί να τα δει όλα. Βλέπει έναν κύκλο σαν το μισοφέγγαρο, μισό φωτεινό και μισό σκοτεινό. Πάνω στο φωτεινό μέρος βάζει όλη του τη λογική. Πάνω στο σκοτεινό όλη του την παλικαριά και την πίστη….”
“Πόσα πράγματα που έχω να σου πώ ή να σου δείξω και που δε μ’ άφησε η λαχανιασμένη ζωή μας. Όλα τα πράγματα που λέει κανείς όταν πέσει λίγη μπουνάτσα, όταν ξεδιψάσει λίγο, και είναι σίγουρος πως δε θα χάσει τον άνθρωπό του…”
“…Αν είχα χρήματα, λες.
Μα αν είχα οτιδήποτε απ΄αυτά που δεν έχω, δε θα είχα εσένα.
Έτσι αγαπώ όλη μου τη ζωή γιατί ήρθε ως εσένα, τέτοια που ήταν κι όχι άλλη…”
“…Χτές πρώτη φορά, το βράδυ, ύστερα απο τόσον καιρό έπιασα λίγη λογοτεχνική δουλειά. Ήταν σα να είχες νυστάξει μέσα στη σκέψη μου και να σ΄είχε πάρει ο ύπνος.”
“…ξέρεις πόσο πολύ είναι για μένα οι λίγες στιγμές μαζί σου;”
“…σου είπα ένα σωρό πράγματα, αλλά εκείνο που ήθελα να πω και μ έκανε να μουντζουρώσω τόσο χαρτί δεν το είπα: είναι σκληρή η ζωή χωρίς εσένα και άδικη…”
“Σε συλλογίζομαι.
Σήμερα το πρωί ξυπνώντας ήσουν εκεί. Θα σε ξαναβρώ πάλι σε κάποια γωνιά του σπιτιού μου να ξεμυτίζεις.
Κι όλα αυτά είναι ο,τι είναι.
Κάποτε βαριά….”
“αν μπορώ να σου δώσω μια μικρή χαρά, πρέπει να σου τη δώσω αμέσως. Μακάρι κάθε μέρα να μπορούσα. Κάθε μέρα ως την τελευταία στιγμή. Μ’ έκανες να σκεφτώ ένα πράγμα που σκεπτόμουν πολύ λίγο άλλοτε, την ευτυχία”
“και μαζί να ήμασταν από το πρωί ως το βράδυ, δε θα έφτανε. Θα έπρεπε να καταπιεί ο ένας τον άλλον. Κι όλα αυτά είναι υπερβολικά φρικαλέα για να μ’ αρέσουν”
“όπως δεν μπορείς να καταλάβεις το ψάρι, αν δεν είσαι ψάρι ή το πουλί, αν δεν είσαι πουλί, έτσι δεν μπορείς να καταλάβεις το μοναχό άνθρωπο, αν δεν είσαι μοναχός. Πώς να με καταλάβεις λοιπόν, χρυσή μου;”
“αγάπη μου, θα με συγχωρήσεις γι’ αυτά, που είναι δύσκολο να ειπωθούν σε μια γυναίκα. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν έχει πεποίθηση στα συναισθήματά του όταν τα πνίγει η επιθυμία η σωματική, όπως συμβαίνει τώρα μ’ εμένα”
“πού να είσαι τώρα; Εδώ έξι, στην Αθήνα επτά. Πού να είσαι; Πάντα το ίδιο ερώτημα, μόνο η επιθυμία είναι λιγότερη ή περισσότερη. Κάποτε τη μισώ. Δε μ’ αφήνει να σ’ αγαπώ όπως θέλω , δε μ’ αφήνει να ξέρω καν πώς σ’ αγαπώ. Κοντά και μακριά είναι βάσανο οι αισθήσεις. Πώς να είναι άνθρωπος κανείς;”
“θα ήθελα τρείς μέρες κοντά σου χωρίς λέξη. Λέξη…”

“ρωτιέμαι καμιά φορά πως θα μιλούσες, αν ήσουν κοντά μου. Πόσα λίγα πράγματα μπορεί να φτιάξει η φαντασία. Ρωτιέμαι ακόμη πως θα ήσουν, εσύ, ζωντανή, κοντά μου…”
“δεν έχω τίποτα άλλο να σου δώσω τώρα, παρά αυτές τις ανόητες λέξεις. Και πάλι, δε θα σου τις έγραφα, αν δε με παρακινούσε η ελπίδα πως κάποτε, έστω και για μια στιγμή, όταν σου κρατήσω το χέρι, δυο άνθρωποι, μέσα σ αυτόν τον ψόφιο κόσμο που μας τριγυρίζει, θα μπορέσουν να νιώσουν ότι ανασαίνουν επιτέλους, έξω απ’ όλα-κάποτε, όταν αυτά που λέμε τώρα πάρουν μια ανθρώπινη υπόσταση και πάψουν να τριγυρνούν σα φαντάσματα”

Αργύρης Χιόνης


Την αλήθεια δεν τη φτιάχνει ο άνθρωπος, τη βρίσκει μόνο και τη χάνει.


Πώς νιώθει άραγε η νύχτα μ' όλα τούτα τ' άστρα στο κορμί της,ωραία ή σημαδεμένη;

Πες μου με τι μαχαίρι θα κοιμηθείς, να σου πω με τι πληγή θα ξυπνήσεις.

Πατάτε με σεβασμό την άσφαλτο,από κάτω υπάρχουν πέτρες που ονειρεύονται κήπους.

Όταν σου αναγγείλουνε τον θάνατό μου,κάνε ό,τι θα 'κανες αν σου χάριζαν έν' άδειο βάζο.Θα το γέμιζες λουλούδια, έτσι δεν είναι;

Κάποιος αποφάσισε να πεθάνει πριν πεθάνει [...] Χολωμένος είναι τώρα ο Θάνατος νιώθει καταργημένος, άχρηστος.

[...] Αν γνωριζόμασταν, μπορεί να σ' αγαπούσα, λέει αυτός με το μαχαίρι. Ή και να με μισούσες, λέει ο άοπλος.

Είσαστε το παραβάν του εαυτού σας

Πίσω σας γυμνή συμβαίνει η ζωή σας