Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο έβδομο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο έβδομο)
17 Νοεμβρίου 2013 στις 11:29 μ.μ.


Η Ευταξία είχε πλέον το άλογό της, ένα κόκκινο αλατσάτικο: το είχε δει, και με μια πρωτόγνωρη φούρια - αυτή, πάντοτέ της συγκρατημένη και λόγια κρύβουσα εν καρδίως - φώναξε αυτή η ίδια η καρδιά της, αυτό το θέλω. Αυτό το θέλω της, που τις τελευταίες τις μέρες, αυτή την τελευταία της όλη της τη ζωή - λες και της χυμούσε από δεξά κι από ζερβά - κι η μεγαλοκοπέλα πούθε να πάγει ως να κρυφτεί; Την είχανε πρωτοξετρυπωμένη αυτά τα μάτια της αλληνής (αχού, και τι φωτιές μας άναψε αυτή η κοπελούδα - αλλά το άτι, τ' αλατσάτι μου - θα μου είναι καλό και της υπομονής - και να το πάρω με παράδες, να το βαφτίσω - και για δγιέ, θε να 'ναι θηλυκό, βεβαίως πώς, αυτές οι φοραδίτσες είναι κι αν είναι ήσυχες και βελουδένιες οι μουσούδες τους, κι ολόπιστες για να σε πάγουν και για σ' ηφέρουν, φορτωτικές). Κι αμέ, πώς να τηνε βγάλουμε, τέτοια καλή φοράδα; Που είναι κόκκινη, μήπως να τηνε πούμε Αλαρά, και τουρκιστί να λέει πως είναι κόκκινο στόλισμα και στολιδάκι, ή μαθέ να τηνε πούμε Φλόγα, σαν την Αλέβ! Ή μήπως, να της εφέρουμε όνομα όπως από τα μέσα της πατρίδος της γενιάς της - και να της δώκομε τ' αραβικένιο όνομα που μοναχό για κείνην της αξίζει, που είναι όμορφη πανέμορφη κι ωραία πανωραία, να την επούμε το λοιπόν σα Νάζλη - και έτσι και εγένετο. Και όπως την αγόρασε την έχει βγάλει Νάζλη, μαθές της είχανε της Ευταξώς τα όνειρα ποθήσει τις Ωραίες, τη μόνο μια Ωραία της ζωής, και ποιά να ήτον; Μα και η Νάζλη ήξευρε να πάγει με το πλάγι, να τριποδίζει, να κάνει άλματα μικρά χαριτωμένα, κι άμα με τον καιρό θα την εφέρει στα νερά της - βεβαίως και εκεί να δγεις, μόνο που η μιλιά να είναι που της λείπει, τέτοιο ωραίο που είναι φοραδόπουλο, να έχει άραγε χρονίσει, ή μήπως να ΄ναι κι ακόμα του αχρόναγο - και πρέπει και να το φροντίσουμε διπλά, να το φυλάξουμε μην κάνει και πριν από την ώρα του κι ας είναι καθαρόαιμο, βρεθούμε με πουλάρι. Νάζλη, και με το νάζι της - και με τον κύβο τη ζαχαρίτσα της, την εσμέρ σεκερίμ - μελαχροινούλα μου, αμάν χαβάς... Να θέλεις καβάλημα και τους μεγάλους δρόμους: την πήγαινε τις καθημερνές μέχρι και το σταθμό οπού ερχόντανε τα τραίνα από το Μπασμανέ κι ως το Μπουρνόβα, και χαιρετάγεν ως να φτάκουνε - τα σπίθια απ΄τον εις το Σταυρό, και το Χαλκαπινάρ - κάνε κουράγιο Νάζλη μου ναζού μου, και θα σε πάγω και πιο πέρα, θα σε καβαλικέψω να πάγωμε ως το σταθμό τον πριν, στο Μερσινλί - κι εκεί θα ξεπεζέψω να πγιώ ένα σουμάδι αμυγδάλικο εις το Καφέ Κρεμλίν - και θα βγει να σε θαμάξει ως και ο ΓιαχιάΕφέντης, που θα σε δώκει να πγεις νερονεράκι - και ύστερα κοκκόνα μου πίσω θα σε γυρίσω, να ημαθαίνεις να 'σαι το άλογό μου που πάντοτέ σου ήσουν για να μου γίνεις. Τέτοια της έλεγε και να την καλοπιάνει, κι ύστερα πώς την έστριβε να την υπάγει ως τη Φοντάνα ντε Σουπίρ, αμέ, καλέ μου στεναγμέ - να της μιλάγει όπως περνάγανε από τα κοιμητήρια στ' αριστερά στο ντουσεμέ - πρώτα των Βρετανολεβαντίνων, ύστερα των Οβριών - κι εκεί κάπως που ανατρίχιαζε - πες το αυτό προαίσθηση, θα μας φέρει αργότερα ο δρόμος μας εδώ - πάντα αυτό είναι το δράμα των ζωντανών - ότι γνωρίζουνε το χάδι του θανάτου και πρι να έρθει, βεβαίως μάλιστα. Μα όποτε πηγαίναν κατά το σταθμό, σκεφτότανε η Ευταξία - με το καπέλο της της ιππασίας, με τις φούστες της φουσκώναν σαν ιστία - σε ποία θάλασσα ανοίγηκε; Κι άκουγε το αμουστακούδικο με το ψαρί φαρί του απόκοντα που την ακολουθούσε, μη δα και της εβγάλουνε πομπές, γυναίκα μόνη και μες στη γύρα! Κι έτσι εφόρτσαρε, τη ζόριζε τη Νάζλη της π' ανάσαινε της φλόγας, ίδρωνε αλλά σεβαστική της αναβάτριας - άμα κι ηξεύρει ν΄ανέχεται ν' αντέχει το καβάλημα, αξίζει η φοραδίτσα τους παράδες, έ Ναζλού μου; Κι εχαιρέτα και τις άλλες τις κυρίες με ένα άγγιγμα μονάχα του καπέλου της, της αμαζόνας - ντυμένη τα Ευρωπαϊκά, τα Λεβαντίνικα. Κι εδώ περνούσε η Αλατσαατλού η Ευταξώ, που θα γινόταν ονομασμένη ξακουστή, πόσο το άτι της ήξευρε την υπάκουγε. Χαιρετούσε η Ευταξία - τη σύζυγο του στρατηγού Περτέβ Πασά, την όμορφη γυναίκα του ΡαχμήΜπέη - και άλλες καλλονές που έκαμναν τη βόλτα τους πεζή, με τα παρασολάκια τους και αν μισοκρυμμένες τα ωραία πέπλα, τις εγνώριζε - ήξευρε να κοιτάζει τα σουλούπια τους, να τους αποτιμάει τις εμμορφιές - μα ήτανε τα μάτια της στραμμένα σ' ένα αστέρι - νυχθημερόν της άναβγε το ουρανίσιο το στερέωμα, της έδινε μια ρότα. Κι όπως περνούσε από τους περιπάτους, άνοιγε κι έπιανε να τρέχει τη Νάζλη, να την αγκομαχά, να παραβγαίνουνε τα τραίνα - και να φαντάζεται η Ευταξία πως ήτανε ληστές και κυνηγούσαν - με τα τουφέκια κλέφτικα, σταμάταγαν το τραίνο - και την εκλέβανε αυτήν που μοναχή της είχε βγει στην ιππασία, την πέρνανε μαζί τους - ποιός και να είχε να ηπάρει ποιόν, που η μορφή της καβαλάρισσας ήτο η Αστερώ, ο κλέφτης της η ίδια η Αειπάρθενος. Κι ο ουρανός του απογεύματος η φλόγα, ήπρεπε τις φούστες ν' ανασηκώσει, να καβαλήσει όχι και με το πλάγι, μα καβαλικευτά - και να στρίψει από την άλλη τη μεριά κατά τα βόρεια, κατά τη Μανισά - κι ας πέρναγε κι από την εκκλησιά της άλλης της Μαρίας, της Αγγλικανής Μαγδαληνής, που οι καλές της Φιλοπτώχου Εταιρίας - οι συμβίες του Χόλντον, του Μπάρφηλντ και του Έλλιοτ - κυρίως επίσης η μίσσες Γουίταλ κι η στενή της η φιλενάδα, η κόρη Πάττερσον, που ήτο και ιδιαίτερα καλίφωνες - τραγούδαγαν για να ετοιμαστούνε για το ωραίο χορωδιακό κομμάτι της αγίας λειτουργίας της Κυριακάδας, τον όρθρο κι ας ήτο κι αξημέρωτος - μα θα κοιμόμαστε αγαπητές μου έως και τη Δευτέρα Παρουσία, τι κι αν ξυπνήσωμε νωρίς την Κυριακήν ημέρα; Και τις ακούγετο να τραγουδεύουν η Αειπάρθενος η Ευταξία καβαλάρισσα, και να προβάρονται οι τρίτες και οι δεύτερες φωνές κι όλα τα σόλα, θυσιαζόμενες - ίδιες τους λουλούδια τούτης γης κι ουράνια μπουμπούκια:"...flowers of earth and buds of heaven -Christ, our God, to Thee we raise - This our sacrifice of praise". Αλλά θα ερχότανε και το Σαμπάτ, ξανά - και θα ανέβαινε επάνω εις τη Νάζλη, την Όμορφή της, την αράβισσα την αλατσάτισα, την κοκκινοτριχάτη φοραδίτσα - ν΄ακολουθήσει η Ευταξία το αστέρι και τους πόθους της, να κυνηγάει ίσκιους στο δρόμο για τη Μανισά, και καβαλάρισσα και όχι του πλαγίου καβαλήματος, του γυναικείου τρόπου για να μη μπορεί τη νάζικη τη Νάζλη για να την τρέξει, να την ιδροκοπήσει να χαρούνε τον άνεμο ως θα τον παραβγαίνανε.

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013


Η Ευταξία, πάντως Αειπάρθενος - επί της Νάζλης, που ήτανε φοράδα εξαιρετικών περγαμηνών κι ανθεκτική του βάρους, καλής υπομονής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου