Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο έκτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο έκτο)
16 Νοεμβρίου 2013 στις 8:43 μ.μ.


Τώρα βεβαίως, και τηρουμένων των αναλογιών με τη χαρτοριξία (όρθιο βγαίνει καλό στεφάνι προτού να βγει το τέρμηνο θαρθούν και θα γωνιάσουν τα κρεβάτια σας την ώρα βραδινή) και τους καφέδες της Αρμένισσας είτε Αλμάστ είτε και Βαρντανούς, όπως κι αν τη φωνάξουμε, το είχε είπει, δεν το είχε; Πως λέγει, η Εσθέρ θα επαντρεύοντο τον άντρα το ζηλιάρη - πρέπει λοιπόν να εκτιμήσουμε δεόντως την κατάσταση, να χαρχαλέψουμε στα σπλάγχνα μέσα εκείνου του Ντημίτ, που τώρα πια εφέντης της - και να ελέγξουμε τα είδη των χυμών του, πόσο τοις εκατό να είναι άραγες αιματώδης, πόση η εκατοστιαία του η ποσοτική μονάδα να τον εχαρακτήριζε χολερικό - και ούτω καθ' εξής, και τέλος πάντων - τί πιθανότητες έχει στη μαύρη ζήλεια, ή μήπως να του ταίριαζε χαρακτηριολογικώς καλύτερα η πράσινη. Κι αυτό το επεισόδιο της Παρασκευής, εδώ σε θέλω, ταύτον και τί να ήτον; Και που, ώχου και ωιμέ και μπρε εδώ κι αλοίμονο - που θα το είχε βρει αυτός σκοινί-κορδόνι - κι ενώ τις όλες μέρες της βδομάδος εάν του είχε πες να τύχει και να ηνοιώσει μιαν επιθυμίαν, πάντοτε ο αβρότατος και ο βαρυγλυκάτος, μόνο πώς άλλαζε και γίνονταν, αν όχι δα η μέρα με τη νύχτα, πάντως αυτός γινόταν ένας άλλος. Κια την Εσθήρ, δεν της το έβγαζε κανένας απ΄το νου: λες και ποιό άραγες να λέμε κελιπότ, ποιός δαίμων και να πεις τον εκαβάλαγε; Κι εδώ, φοβόταν η κοπέλα μην ήταν πως τον είχε καπαρώσει να πούμε ποιός, ίσως ο Ασμοδαίος βασιλέας των δαιμόνων, κατά κανόνα και κανονισμό ο παντελώς υπεύθυνος της διαστροφής της σκοτεινής της νύχτας, και όπου κρύβεται κάτω απ΄τους οντάδες (παραφυλάει μπα και πιάσει να τσακώσει τίποτα ξέσκεπα ποδάρια, όι μάνα!), κι αλί μας τρισαλί - μην ότι θα καιότανε ο σύζυγός της και ο καλός εφέντης της για μια αιωνιότητα στα δεύτερα καζάνια της κολάσεως και τότε πια - εκείνη πού θα ήτονε; Διότι, βεβαίως και καλά να λένε οι Ραββίνοι και όλα τα δικά τους, και όλα δίκαια - αλλά κι ο έρωτάς του όπως τις Παρασκευές, είχε το καραμπιμπερίμ και ήτο νοστιμεύσιμος, κι αμέ, πικαντισμένος! Να δγεις, πώς θα την έπαιρνε κι εκείνη της μαζί του - να καίγονται το ομού, κι είναι κι η αιωνιότητα στο χρόνο ατελεύτητη, ωχού καλή μου μάνα! Και όποιος είναι από τη φύση δύσπιστος και υποψιάρης και κακόπιστος - ή ίσως αυτοί που βλέπουνε μέσα κι ακόμα παραμέσα στις πιο κρυφές καρδιές, ίσως εκείνοι να πιστεύανε πως ο Ντημίτ της ήτο γάτος της κακοζήλιας, αλλά αυτή τον ήξερε που ήτονα καλόχαρος - και δη, και ποιόνε να ζουλέψει; Το φίλο του το σύγαμπρό του το άκακο αρνί, εκείνο το ΧατζηΡεΐς που ήτανε γλυκύτερος κι από τη Χιώτικια μαστίχα, και που χωρίς ποτέ να αμελήσει, δεν είχε ούτε ακόμα να βρεθεί η Κυριακάδα που να μην της στείλει τα άσπρα τα τριανταφυλλάκια και τα αισχυντηλά, που όλο του την εντρεπότουν κι αμέ ούτε την κοίταγε στα μάτια, κι είχε αυτή να βρίσκει και να μακινεύεται πώς να του ομιλήσει, μπα και μπορούσε να του το αποσπάσει ένα και τοσοδούλικο χαμογελάκι - αμάν, ούτε και κοπελιά της παντρειάς να ήτο, τόσο του εύπρεπος! Και άντε, να ειπεί κανείς ότι και ο Ντημίτ - ας πάει και το παλιάμπελο, πως ήτονα ζουλιάρης. Μα, θα την άφηνε - εδώ σε έχω - πες μου κι εσύ, όπως σε χαίρομαι: Σου λέγω, και σε ερωτώ, θε να την άφηνε να τα στολίζεται τα ντροπεράκια τα λουλουδάκια, κι ας ήτο κι άσπρα κι ας ήτο ξέξασπρα, να τα φορεί και στο μπουστάκι της επάνω, και δίπλα στην καρδιά, καλέ μου; Και να τα καρφιτσώνει και στα μαλάκια της, δίπλα και ν' ακουμπούνε μανούλα μου στις σκέψεις της, άμα να ήτονε ζηλιάρης; Του πράγματος απίθανο. Άρα, δεν ήτο τέτοιος ο λόγος, κι αφέτε τα κακολογίσματα και τα πικρά λογάκια - μη σπάσει κούπες η Εστερλού μας, κούπες και για τα λόγια που ΄πες! Και τώρα που μιλάμε για τα λόγια, ίσως και να ήταν αυτό επακριβώς που έτρωγε του ΝτημίτΕφέντη την καρδιά κάθε Παρασκευή με του αστρού τη δύση - αυτό όπου τον έκαμνε να χάνει τα συλοϊκά του και να βουρλίζεται από ένα βαρυκαημό και να τον αρπά κακός αέρας και δέρνει τον ωσάν την καλαμιά, να σε χαρώ, στον κάμπο. Και που μετά, αργά κι αργύτερα, τον έκαμνε που να την πλησιάζει ωσάν ο μαύρος λύκος το παχνί, με τα δοντάκια του δαγκωτερά κι αυτό που πόσο να της αρέζει! Και ποιός να ξέρει, μια βολά την εβδομάδα, και ας είναι... Γιατί, η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει, μα κόκκαλα τσακίζει - κι η γλώσσα η ξενικιά, χίλιες και εκατό φορές χειρότερη. Κι εδώ, πρέπει να πούμε και τα σουσούμια του Ντημίτ, τη ζήλεια του που ούτε ήτο μαύρη σαν της μελαγχολίας, ούτε πράσινη ούτε κιτρινιασμένη σαν το ξινό λεμόνι - αλλά σαν το δαχτυλίδι με το κόκκινο στέμμα το πετράδι, που ήτο σαν τη δύναμη ζωής, μια κατοχή και γιόρτασμα, και σαν το σφύριγμα του κυνηγού στο σκύλο του: ούτε κι εκείνος δα το ήξερε πως είχε δικό του τέτοιο δώρο, να φουντώνει από αυτά κι αυτά! Και ότι, πώς! Που θα την έβλεπε, μόλις με το Σαμπάτ, με τα μαλλιά της για την ιερή της τη γιορτή πανωπιασμένα και με το κεφαλοπάνι σκεπασμένα, να μην τα δγει άλλο το μάτι παρά μονάχα το εδικό του, τόσο ήθελε να του δίνει όλη της την ουσία της παντρεμένης. Μα, άρχιζε ν' ανάβει τα κεράκια κι όλο που έψελνε τα λόγια "Μπαρούχ ατά Αντονάι, Ελοχέινου μελάχ χα-ολάμ, ασέρ κιντισάνου μπ'μιτζ'βοτάβ β'τζιβάνου, λ'χαντλίκ νέιρ, λ'χαντλίκ νέιρ σελ σαμπάτ". Και κει, τον δάγκωναν τα φίδια, θυμότανε πως ήτο αλλουνού - και ποιός, να σε παρακαλώ, της είχε μάθει αυτά τα λόγια; Κι όταν του γέμιζε κι εκείνου το ποτήρι, και στο σύγαμπρο - με τις ουσίες της άγιας αμπέλου, και να πίνουνε όλοι κι οι τρεις σε όποιον θεό ή σε κανέναν, ή στην άμπελο, να την ξανά που πήγαινε η γλώσσα της ροδάνι:"Μπαρούχ ατά Αντονάι, Ελοχέινου μελάχ χα-ολάμ, μπορέι π΄ρι χαγκααφέν" - και ποιός να είναι ο Αντονάι, ποιός ήταν ο άδωνις μην ήτανε Αντώνης; Κι έτσι να τον εσούβλιζε η ζήλια - μα με τα άλλα λόγια, τα τρισμέγιστα, άμα τους έδωνε να φάνε ένα καλό ψωμί, να φαρμακώσει μπορούσε το φαρμάκι του, και να το κάνει φάρμακο - τότε, ε ρε χίλιοι διαβόλοι, πως και οπού την ήθελε - κι αν που θυμόταν άλλον, να τον ξεχάσει ήθελε την κάνει, την πολυαγαπούσε μόνο δική του, που τέτοιο αρνάκι και να τύχει σε τέτοιον χαλεπό βοσκό σαν τον πατέρα της! Κι λετσι, στις τελευταίες γραμμές τις προσευχούμενες για το γλυκό ψωμάκι, για το μάννα - έπαιρνε κι η σκόνη τον πατέρα της, τον άλεθε ο μύλος:"Μπαρούχ ατά Αντονάι, Ελοχέινου μελάχ χα-ολάμ, αμοτσιλεχέμην χαρέτς ααμέν". Και λύνονταν τα μάγια της ξενολαλιάς, ήτανε πάλι η Αστέρω του δική του - όχι καμμιά σατάνισσα που μίλαγε τις γλώσσες των σταυρωτήδων, αλλά η περιστέρα με τα δίδυμα ζαρκάδια μες στο στήθος της - και τότε ο ΝτημίτΕφέντης ήθελε όπως την πάρει κι επίσης επί τόπου - αλλά είχε να σκεφτεί και το ΧατζηΡεΐση, που κοίταγε μπροστά, άλλοτε κάτω - κι έστριβε το ασίκικο μουστάκι του - κι ο κόσμος ήτανε μικρός και δεν τον χώραγε, που ήθελε να τιμονέψει μία μικρή βαρκούλα και να τη λέγανε Εσθήρ με τα κόκκινα γράμματα στη πρύμνη, είτε στην πλώρη - κι άμα να ήθελε ότι να τη βουλιάξει, να τη βούλιαζε - κι άμα την ήθελε να την πάει στο κύμα, να την κυμάτιζε ωσάν όπου θα του ΄χε κάνει κατά το κέφι - εκείνη τη στιγμούλα ακριβώς, τον είχε αρπαγμένο ο δαιμονΑσμοδαίος - και να δγεις οπού καθόλου δε γινότανε εκείνος να τον άφηνε, παρά αφού της είχε λύσει τα κεφαλοπάνια, τις πλεξούδες - και στα χέρια, και όλους της τους άλλους τους αρμούς.

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013


Η Εσθήρ με το κεφαλοπάνι της βγαλμένο και με λυμμένες τις πλεξούδες, από τ' αφιονισμένα χέρια του άντρα της, βράδυ Παρασκευής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου