Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό δεύτερο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό δεύτερο)
23 Νοεμβρίου 2013 στις 1:55 π.μ.


Τι να συνέβαινε πίσω από τις κουρτίνες, όσο ο χρόνος πέρναγε; Να είχε ίσως νοσταλγήσει η Εσθερώ τα χρώματα του ουρανού της προκυμαίας στη Σμύρνη; Υπάρχουν μαρτυρίες απ΄τις κεράδες στα παλιά τα μέγαρα τα λεβαντίνικα,

ότι μετά τον πέμπτο μήνα της έμπαινε η γυναίκα σέ ένα είδος μιας ανυπαρξίας - δεν ήτον θεμιτό να ειδωθεί σε κοινωνία και εκδήλωση, παρά τη βλέπανε στο ίδιο της το σπίτι μονάχα οι πολύ γνωστές της, οι φίλες της και οι συγγένισσες και μόνο οι εξ' αίματος συγγενικοί της άντρες, βαθμού πρώτου συγγένειας. Οπότε, η Εσθήρ - ήτον εν μέρει ανακουφισμένη, γιατί τους πρώτους μήνες είχε νοιώσει βαρείς ταλαιπωρίες - ήτανε σε εμπόλεμη κατάσταση, ένας εμφύλιος είχε αρπάξει το κορμί της και δε μπορούσε ούτε καλή βουκιά ψωμί να καταπγεί, μόνο παρακαλούσε τη μαγείρισα - αν τύχως και να έστελε για βρούβες, πικροράδικα, δαντελωτά - αυτά τα χόρτα του βουνού βραστά και με λεμόνι - αυτά μονάχα μπόρεγε να τρώγει, όλο σε μι' ανακατωσούρα το στομάχι της - έφταιγε μάλλον, έλεγε η Ευταξία - ότι ήταν μικρή σε μέγεθος και ο Ντημίτ ήτανε πιο σωματικός, θωρητικός - και το μωρό δεν ήξευρε πόσο ν' αποφασίσει να μεγαλώσει - και σε ποιόν να μοιάσει - και γιαυτό ετσακωνόταν με τη μάνα του και την ετάραζε και την ταλαιπωρούσε. Όμως, εδώ και λίγες μέρες, όλα φαίνονταν να έχουν ησυχάσει και η Εσθήρ χαιρόταν το φαγί της καλύτερο - και που της είχε έρθει η όρεξη κιόλας να τραγουδάει! Την άκουγαν οι ψυχοκόρες από την αυλή - να τραγουδεί σε μία γλώσσα άγνωστη - με ένα κέφι κι άλλοτε σαν το πικρό παράπονο που έχει βάλει το κουστούμι της χαράς της άδολης, να πάγει στη βεγγέρα. Κι άμα καμμιά δεν ήξευρε τα λόγια, ξέρανε και καταλαβαίνανε απ΄τα τσακίσματά της τους καημούς μες στη φωνή, κουτσομαθαίνανε κάπως να μουρμουρίζουν κι όλες θυμόντανε το σπίτι τους και να τις είχε πιάσει νοσταλγία: Χίτζα μία, μι κερίντα - αμάν αμάν αμάν - νο τε έτσες α λα μαρ, κε λα μαρ εστά εν φορτούνα, μίρα κε τε νε γιεβάρ. Κε με γιέβε ι κε με τράιγκα - αμάν αμάν αμάν - σιέτε φούντας ντε οντόρ, κε μ' ενγκλούτα πρέζε πρέτο - παρά σάλβαρ ντελ αμόρ. Και σε κάποιες έμοιαζε σα ρυθμικό ταχτάρισμα, σε άλλες

σα νανούρισμα (θα ετοιμάζεται, λέγανε, για το μωρό της) - και σε άλλες, ακουγόταν σα μοιρολόι: της καθεμιάς κατά την όρεξή της και κατά το μέτρο της, ίσως όμως και να το τραγούδαγε με διάφορο τον τρόπο. Το ζήτημά μας είναι - πως θα της έδωσε μι' ανάσα, μιαν ανάπαυλα - μετά παραπονιόταν στην Αειπάρθενο για κράμπες, ζήταγε να της φέρουνε μυρωδικά, να βράζουνε στο τετζερέδι πάνω σε μια φουφού που είχανε φερμένη στο σαλονάκι της - φύλλα από ευκάλυπτο γιατί πιαγόταν η αναπνογή της - και τις Παρασκευές έμενε πια κι η Ευταξώ και δε να παίρνει το αλογάκι την Ναζλού που μοναχή χρεμέτιζε και χτύπαε τα πεταλάκια της στο χώμα, πολύ γκρινιάρα. Κι ήρχονταν λέει στο κονακλί και ο ΧατζηΡεΐς, κι εφτάνα τα πανέρια με τα ρόδα και της τα πάαιναν κι ας μη εφαίνοτον του κόσμου, έιχε να πάγει στα θεάματα από πολούς τους μήνες πλέον - μάλιστα και την τελευταία τη φορά είχαν ιδεί το έργον για τον Έμπορα της Βενετιάς (ακούς μία λίβρα το κρέας και όχι αίμα - κόσερ να γένει, και κρέας το αναίμακτο). Και την είχεν ηπιάσει το κακό, που η φυλή της φαίνονταν να είναι μοχθηροί κι ανέντιμοι και χάσικοι - ενώ είχε μια ηθική ο άνθρωπος, ακραίος ίσως, μα που δεν ήτο μασκαράς! Ενώ οι άλλοι, οι καλοί να λέμε - απατεώνες ποταποί μέσα στην κομπορυμοσύνη, ακόμα και η αρχοντοπούλα τους η Πόρσια, μια κακοχρόνο ψεύτρα! Την είχε πιάσει φούρκα και κακό - και είχε ο Ντημίτ πιστέψει πως φταίγανε τα νεύρα της λόγω της καταστάσεώς της - έτσι της είπε - μήπως να μη βαρύνεται να βγαίνει σε τέτοια πια κατάσταση! Και τί κατάσταση, της ήρθε να του πει, η πρώτη είμαι - για η τελευταία; Άντε και κλείσε με - να τριγυρνάς ελεύθερος. Πράγμα που όπως το ακούγει κανείς, μονάχο δηλαδή αποδυκνεύει - ότι είχε τα νεύρα πειραγμένα, να θέλει να γλωσσεύγει τέτοιες λέξεις. Κι έτσι, η καρδερίνα εμπήκε στο κλουβί και μανταλώθει - και ευτυχώς την συνεπόνεσε η ανδραδέλφη της, αχ Ευταξώ μου, μ' αγαπάς; Και που την αγαπούσε, ήτο το πράμα σίγουρο, γιατί και πώς της έτριβε τις γάμπες να φεύγουνε οι κράμπες, και το λαιμό να μη μαζεύει κούραση, και που της άλοιφε και την παλιοκοιλιά αυτή με καλά λάδια για να μην εραγίσει - και όταν ωχού πως πόναε το ένα της κοκκάλι που σαν αποχωρίστηκε το άλλο - και της εφάνει πως από εσκάφτει η λεκάνη της και δε μπορούσε να καλοπατήσει, έχανε μονομιάς τα βήματά της και παραμπάριζε να πέσει και όπως να τσακιστέι - η άλλη τη βοηθούσε να περπατάγει λίγο μες στον κήπο να παίρνει τον αέραν της. Μα επίσης, για να έχει κι ένα δίκιο να δίνει και στον άντρα της, δεν της κακοφερόταν μόνο που διαρκώς την εβασάνιζε να του ειπεί τι όνομα να δώκουνε εις το γιο - και ήθελε του είπει: Δικός σου είναι, τόσο που τον θέλεις, πάρε τον το λοιπόν κι αμέτε κι οι δυο σας στη Σχεόλ και εις τη Γέενα, αφέτε με στην ησυχία μου να τρέφω μαύρους τρόμους. Μα ο ΧατζηΡεΐς -αυτός εκεί, αμέτι μουχαμέτι τα λελούδια, και τον είχε ιδεί κι εκείνον πως εκοίταζε πιο πριν, γιατί τώρα εμφανιζόταν με τα μαύρα όποτε έμπαινε για να τους χαιρετήσει και έμενε το λίγο, είχε ιδεί όμως κι αυτός πώς την εκοίταζε - λες και του είχε κάτι χρεωστούμενο. Λοιπόν, τρωγόταν με τα μαύρα της τα ρούχα, της έρχονταν μια τρέλα και να μηνε ηξεύρει με ποίον να τα βάλει - μα ησθάνετο ότι της είχε καμωθεί μια αδικία, την είχε αρνηθεί η μέρα και η Σεκινά, και περπατούσε εν τη σκοτία, σαν τυφλή εσκόνταβγε - και απ΄τη μια, είχε την Ευταξώ να την κρατάει και όπως προσπαθεί να την παρηγορεί - αλλά ακόμα κι έτσι, της ερχόταν το κακό: Μαρή, εσύ κι εγλύτωσες, μην κάμνεις ότι ξέρεις το τι τραβώ, τη μαύρη μου τη μοίρα. Και έτσι, ένοιωθε στιγμές-στιγμές να της τραβούνε τα μάγουλα και γύρω από το στόμα - οι δέκα χίλιοι δαίμονες που παρατρέχουν γύρω από την Αρχιδαιμόνισσα Αγκράθ μπατ Μαλαχάθ που φροκαλίζει και ριπιδίζει και στοιχειώνει τον αέρα - εκεί βρισκόταν παραπέρα ξέπνοη η Αστερώ - κι η Ευταξία να της τρίβει τα διάφορα σημεία του κορμιού που φαίνεται πως είχαν κάπως σα βγει από την τάξη των πραγμάτων, σαν είχε υποστεί σεισμό όλος ο τόπος. Μετά, κοιμόταν μέρες, ερχότανε κι ένας με το κουστούμι του και μίλαγε σιγά - και τότε, μερικές φορές θυμότανε σαν ένα όνειρο παλιό της η Εσθήρ - ότι κάτι της έλεγε η μάνα της κι η Αρμεναία η με τα πολλαπλά ονόματα, αυτή καλέ, που ήξερε να λέει τον καφέ - ότι θα χόρευγε μαζί με έναν ταύρο, θα πήγαινε με τα στεφάνια ρόδα σε τελετή - και ότι δε θα χόρταινε μες στη ζωή της δάκρυα - μα θα τα κέρναγε σε άλλους και απλόχερα. Αυτό, όσο να πεις, καλό. Κι αποκοιμούντο ήσυχη ότι την έβλεπε το μάτι του Γιαχβέ - και πώς να της φαινότανε πως είχε αρχίσει το κορμί της να παίρνει ένα χρώμα κυανόχρωο - σα να γινότανε η ίδια μία θάλασσα κι ένα μακρύ ταξίδι.

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013


Η Εσθήρ με τη μπόσικη καμιζόλα και το μαύρο καφτάνι το ντεζαμπιγιέ - για να κάμνει μιαν άνεση που της πιαγόταν ο αέρας.

Αλεξάνδρου Ιόλα:" Η Ζωή μου" απο τον Νίκο Σταθούλη Πικάσο- ΝτεΚίρικο

Αλεξάνδρου Ιόλα:" Η Ζωή μου"
απο τον Νίκο Σταθούλη
Συνέχεια διαδικτυακης δημοσίευσης της βιογραφίας του Αλέξανδρου Ιόλα η οποία κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις "Οδός Πανός"
Σε στιγμές κρίσης δεν αξίζει να δίνετε 18 ευρώ να το αγοράσετε και ο συγγραφέας να μη παίρνει γρόσι.
Η τέχνη για να είναι για όλο τον κόσμο, πρέπει να είναι ΔΩΡΕΑΝ!!!
Για να γίνει κτήμα περισσότερων χρηστών εντελώς δωρεαν ΔΙΑΔΩΣΤΕ το...με απλά λόγια ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΤΕ το...

Συνέχεια δημοσίευσης...

Πικάσο- ΝτεΚίρικο

Δεν ήξερα πόσο δυνατά να γελάσω. Είχα αρκετό καιρό να τον δω έτσι… Ήταν τόσο εξαιρετική η διάθεσή του, που δε μου άφησε περιθώριο να μην τον ρωτήσω για τον Picasso ή τον De Chirico.
-«Ο Picasso… Τον λατρεύω. Τα έργα του είναι τόσο σοκαριστικά. Έφτιαξε μπροστά μου το πορτραίτο του Μαλαρμέ, μέσα σε ενάμιση λεπτό!... Το οποίο το έχω ακόμη… Τη δεκαετία του -50 ο σημαντικότερος έμπορος έργων του Picasso, ο Ντάνιελ Χενρι Κανβαϊλερ μου έλεγε ότι το ατελιέ του το 1907 ήταν το πιο βρώμικο ατελιέ που είχε δει στη ζωή του. Ήταν ένα χάος. Ένα σκουριασμένο τηγάνι χρησίμευε στο μαγείρεμα και την ούρηση. Είχε πάντοτε μαζί τους σκύλους σε ολη τη διάρκεια της ζωής του. Λάτρευε τα ζώα ο Picasso. Είχε γάτες, σκύλους, πιθήκους. Δεν ήταν εύκολος άνθρωπος . Τη πρώτη του γυναίκα την Φερνάντ Ολιβιέ, τη κλείδωνε μέσα στο σπίτι- ατελιέ, στο κτίριο που λεγόταν «Πλοίο πλυντήριο» και έκανε τις εξωτερικές δουλειές ο ίδιος. Την έδερνε. Και όταν εκείνη έφευγε τρέχοντας στους δρόμους, έτρεχε πίσω της ικετεύοντας την να τον συγχωρέσει.
Δεν είχε χρήματα στην αρχή. Γρόσι δεν είχε. Οι φίλοι του έδιναν ένα πιάτο φαγητό. Ο ίδιος ο ζωγράφος Μορίς ντα Βλαμένκ, είχε ακούσει τη Φερνάντ να ζητάει μια μπριζόλα για τη σκύλα του Picasso στο μπιστρό στο οποίο έτρωγε με πίστωση ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης του 20ου αιώνα.
Και για φαντάσου ο Matisse, ο οποίος ήταν δώδεκα χρόνια νεότερος από τον Picasso, υπήρξε ο μόνος καλλιτέχνης που Picasso αναγνώρισε ποτέ ως ανταγωνιστή του. Και μάλιστα κατέληξε να τον θεωρεί ισάξιό του.
-Πηγαίνατε συχνά στο ατελιέ του Picasso;
-Αρκετά συχνά, στην αρχή με τον Κριστιάν Ζερβό με τον οποίο ήταν ανεκτίμητοι φίλοι, μέχρι που πέθανε ο Ζερβός το 1970. Έργο ζωής του Ζερβού ήταν ο πληρέστατος κατάλογος των έργων του Πικάσο που φτάνει τους 39 τόμους. Τα πάντα βρίσκονται μέσα εκεί.
Μετά ήταν οι συλλέκτες μου, οι οποίοι ζητούσαν όλο και περισσότερα έργα του. Τα σχέδιά του όμως δείχνουν τη μαστοριά του. Για να κάνει δύο γραμμές πρώτα έφτιαχνε το σκίτσο το χαρτί τόσο τέλεια. Να φανταστείς από ένα πίθηκο και μια κουκουβάγια έφτιαξε το πορτραίτο του.
Δούλευε με τρόπο μανιακό… και θυμόταν πολύ συχνά τις μέρες του 1905… «Μια εποχή φτώχειας, εγκατάλειψης, λιτότητας και μαύρης μιζέριας» έλεγε…
-Είχε ένα παιδί με την Φερναντ;
-Υιοθετημένο. Η σχέση τους ήταν ταραχώδης. Έπρεπε να βρεθεί ένα παιδί να τους ηρεμήσει. Η Φερνάντ δε μπορούσε να κάνει παιδιά, έτσι, τον Απρίλιο του 1907 υιοθέτησαν την μικρή Ραμόντ. Ο Πικάσο γρήγορα άρχισε να το μετανιώνει. Η παρουσία της τον ερέθιζε σεξουαλικά και ήταν γνωστό πόσο τον διέγειραν τα μικρά κορίτσια. Μέχρι που η Φερνάντ βρήκε κάποια γυμνά σεξουαλικά σκίτσα της Ραμόντ που είχε κάνει ο Πικάσο και την επέστρεψε πίσω στο ορφανοτροφείο. Αυτά είναι γνωστά.
-Ήταν τότε που έπαιρναν ναρκωτικά;
-Τότε. Όλη μέρα δούλευε, κάπνιζε και έπαιρνε ναρκωτικά. Το αποκάλυψε ο ίδιος το 1953 σε μια συζήτησή του με τον Ζαν Κοκτό ,ότι στο «Πλοίο Πλυντήριο» αυτός και οι φίλοι του τρείς φορές την εβδομάδα καπνίζανε όπιο και τις άλλες έπαιρναν αιθέρα, μορφίνη η χασίς. Θυμάμαι ένα περιστατικό λίγο μετά τον πόλεμο.
«Μια μέρα πήγαμε να φάμε με τον Picasso, τη Μαρί Λορ Ντε Νουάιγ και τον Μαξ Ζακόμπ –ήταν το 1944- και ξαφνικά, φτύνοντας πάνω στο τραπέζι, είπε στη Μαρί: «Είσαι το μεγαλύτερο αιδοίο στην καραβέλα, Μαρί Τερέζ!». Τότε συσκεύαζε τα έργα του ο Picasso σε ξύλινα κουτιά, τα οποία έπρεπε να διαφυλαχτούν από τους ναζί και να πάνε στη Νέα Υόρκη, στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνη, που είχε προγραμματιστεί εκείνο τον καιρό μια αναδρομική έκθεσή του. Του άρεσαν οι γυναίκες που ήταν πολύ πιο νέες από αυτόν, σχεδόν μικρά κοριτσάκια, κι ας φάνταζε εκείνη την εποχή σχεδόν σαν πατέρας τους.
Ο Picasso με φώναζε «μετρ» και μου παραπονιόταν για τη ζωγραφική του. Μου έλεγε πως κάθε πινελιά προκαλεί τον θάνατό του.»
Τέλος πάντων πιστεύω πως ένας καλός πίνακας του De Chirico, είναι πιο σημαντικός από όλα τα αριστουργήματα του Πικάσο.
Ο De Chirico ήταν ένας προ- καταστροφικός και μετα- καταστροφικός καλλιτέχνης. Αν όλος ο κόσμος θα καταστραφεί από βόμβες, τότε θα είναι ίδιος σαν τον πίνακα του De Chirico.»

44. Μαριλένα Λιακοπούλου

Νωρίς το μεσημέρι μας είχε τραπέζι στο σπίτι της στο Κολωνάκι η Μαριλένα Λιακοπούλου, ιδιοκτήτρια της Αίθουσας Τέχνης Αθηνών. Η εκτίμηση του Ιόλα στο πρόσωπό της ήταν πολύχρονη. Μιλούσε με σεβασμό και αγάπη για την Μαριλένα πάντα. Του άρεσε σαν άνθρωπος. Σαν παρουσία.
-«Τον Ιόλα τον γνώρισα στην Biennale της Βενετίας το 1964, χρονιά που σηματοδοτήθηκε με την εισβολή της Pop Art στην Ευρώπη. Ήμασταν καλεσμένοι σε μια εντυπωσιακή δεξίωση, στο σπίτι της Guggenheim.
Οι Αμερικάνοι, αποφασισμένοι να πάρουν το έπαθλο- το οποίο τελικά και κέρδισαν- εξασφάλισαν το μεγάλο, για τα ως τότε δεδομένα της Biennale, παραπάνω χώρο, όπου έστησαν εντυπωσιακά την έκθεσή τους. Εκεί γνώρισα τον Αλέξανδρο Ιόλα, μαζί με τον Andy Warhol και τον Wols, οι οποίοι με ξένισαν τότε με την εκκεντρικότητά τους.
Ξαναείδα τον Ιόλα χρόνια αργότερα. Το 1976 πια οργανώσαμε μια έκθεση, στο σημερινό χώρο της γκαλερί, με έργα τα οποία εκείνος μου πρότεινε. Από τότε η σχέση μας δεν περιορίστηκε στο πλαίσιο μιας τυπικής «συνεργασίας».
Είναι ένα συνεχές γλέντι να βρίσκεσαι μαζί του. Είναι ένας άνθρωπος που αγαπάει τη ζωή και τον χαρακτηρίζει η προσωπική και αυθεντική τρέλα μιας καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας που αντανακλάται στα έργα και στην ατμόσφαιρα που κυριαρχεί στο σπίτι του στην Αγία Παρασκευή, ανάλογη- τηρουμένων των αναλογιών- με αυτήν του Λουδοβίκου της Βαυαρίας.
Ο Ιόλας είχε την ευτυχή συγκυρία να ζήσει σε μια εποχή καλλιτεχνικής λάμψης και οικονομικής ευμάρειας, πολλών μεγάλων μητροπόλεων. Μαζί του αισθάνθηκα σαν «την κόρη του ζαχαροπλάστη». Με τροφοδοτούσε αφειδώς με έργα του Max Ernst, Andy Warhol, Les Lalannes, χωρίς δισταγμούς και κωλύματα (αυστηρά συμβόλαια και ασφαλιστικά μέτρα, που και ο ίδιος δεν διέθετε για να απαιτήσει από τους άλλους…) Είναι απλά τέλειος.»

45. Αλέξης Ακριθάκης Κώστας Ταχτσής…

Αργότερα επρόκειτο να συναντήσουμε τον Αλέξη Ακριθάκη, τον οποίο λάτρευε ο Ιόλας. Τον αγαπούσα κι εγώ. Είχαμε γίνει φίλοι. Γνωριστήκαμε το 1984. Ο Ιόλας μου μιλούσε πάντα με πάθος για τον Ακριθάκη. Τον θαύμαζε. Τον πίστευε σαν καλλιτέχνη.
«Είναι από τους πιο γνήσιους καλλιτέχνες που υπάρχουν στην Ελλάδα…» μου είχε πει ο Ιόλας αρκετές φορές.
«Ήταν το 1965 όταν ο Νάνος ο Βαλαωρίτης, ο γνωστός Έλληνας ποιητής, μαζί με τον ποιητή και ζωγράφο Νίκο Εγγονόπουλο με πήγαν στο Γαλλικό Ινστιτούτο να δω ένα νέο ζωγράφο, τον Αλέξη Ακριθάκη. Είδα μια εκπληκτική δουλειά, κάτι σκιτσάκια τόσο δουλεμένα, τόσο υπέροχα. Ήταν κάτι τέμπερες μοναδικές. «Να τον ανεβάσουμε», πρότεινα στον Βαλαωρίτη. Ο Ακριθάκης δεν ήταν εκεί, στην έκθεσή του. Είχε μάθει ότι θα πήγαινα και εξαφανίστηκε. Έμενε τότε στο Βατραχονήσι, κοντά στο Στάδιο, στο ίδιο σπίτι με τον Κώστα Ταχτσή. Ο Αλέξης ήταν ανθυπολοχαγός έφεδρος στις βάσεις του ΝΑΤΟ στη Νάπολη. Έμεινε εκεί γύρω στους δεκαπέντε μήνες και μετά πήγε στο Βερολίνο ως καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών.
«Εν τω μεταξύ είχαν περάσει πέντε ή έξι χρόνια. Εκείνη την εποχή στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Βερολίνου παρουσίαζα μια έκθεση με έργα του Matta, και είχα μαζί μου τον Γιώτη τον Σχινά
Ξαφνικά βλέπω μπροστά μου έναν εκπληκτικό νεαρό, ευγενικό και θρασύ ταυτόχρονα. Ήταν ο Αλέξης Ακριθάκης. Δε μίλαγε καθόλου. Του είπα πόσο μου άρεσε η δουλειά του που είχα δει στο Γαλλικό Ινστιτούτο και έδωσα εντολή αμέσως στον Γιώτη: «Μην τον αφήσεις απ’ τα μάτια σου. Παρ’ τον το βράδυ μαζί σου, βγείτε έξω παρέα». Αυτό και έκαναν. Όλο το βράδυ τρέχανε στα καμπαρέ του Βερολίνου. Ο Γιώτης ήταν ένα πανέξυπνο παιδί από τις Τζιτζιφιές, και είχε αυτή τη μοναδική δύναμη γοητείας που έχουν οι λαϊκοί τύποι, οι οποίοι μπορούν να συνυπάρξουν ακόμα και με πριγκίπισσες.
Την επόμενη μέρα επισκέφτηκα το ατελιέ του Αλέξη στο Βερολίνο. Μα ήταν καταπληκτικά αυτά τα σχέδια, αυτά τα γκρίζα. Κάπου -κάπου μια κόκκινη πινελιά, μια δύναμη που ειλικρινά δεν είχα συναντήσει ούτε στους μεγαλύτερους ζωγράφους. Τα έργα του ήταν καταστροφικά, σε σκότωναν. Τότε λοιπόν του πρότεινα να του κάνω μια έκθεση στη Γενεύη. Έψαξα και βρήκα τον Κώστα Ταχτσή να γράψει ένα κείμενο για τον Αλέξη σε χρόνο ρεκόρ προκειμένου να βγει γρήγορα ο κατάλογος. Εγώ βέβαια ετοίμασα την έκθεση της Γενεύης, αλλά αυτός ο Ταχτσής καθυστερούσε το κείμενο του καταλόγου. Εφτά φορές πληρώθηκε γι’ αυτό το κείμενο, και τελικά το έγραψε μπροστά μου μέσα σε πέντε λεπτά.
«Όταν γνώρισα το Αλέξη ήταν 27 χρονών. Το πρόσωπό του, συνήθως με δύο- τριών ημερών γένια, ήταν χλωμό, τα γαλανά του μάτια ελαφρώς χυμένα μες στις κόγχες τους, τα ξανθιά μαλλιά του κάπως αραιά, το ντύσιμό του ατημέλητο. Κάτω από τη μασχάλη κουβαλούσε συνήθως ένα ντοσιέ.
Τα πρώτα του «αφελή» λίγο –πολύ ρεαλιστικά σχέδια γινόντουσαν όλο και πιο αφηρημένα, όλο και πιο «νοσηρά», κάτι σαν το τοπίο ενός φύλλου ή του ανθρώπινου σπέρματος ή κάποιου βάκιλου κάτω από το μικροσκόπιο.
Με τον Αλέξη γίναμε πολύ φίλοι. Ένα διάστημα μάλιστα έμεινε στο σπίτι μου, σ’ ένα δωμάτιο που δε χρησιμοποιούσα ποτέ. Το κουδούνι της εξώπορτας άρχισε τώρα να χτυπάει με αύξουσα συχνότητα και στις πιο απίθανες ώρες της ημέρας ή της νύχτας. Έμπαινα μέσα νομίζοντας ότι είναι μόνος και τον έβλεπα περιτριγυρισμένο από δέκα τουλάχιστον νέους και νέες, που κάθονταν όπου έβρισκαν. Όπως ακριβώς συνέβαινε στα καφενεία.
Ένα πρωί, τον Απρίλη του ’67, ξυπνήσαμε νωρίτερα απ’ ό, τι συνήθως και σταθήκαμε κι οι δύο στο μπαλκόνι βουβοί μπροστά στο φριχτό θέαμα: στη γωνία του δρόμου ήταν ένα τανκ. Οι εργαζόμενοι κατηφόριζαν με τα πόδια, σαν κουρδισμένοι, προς το κέντρο της πόλης, και στο αντικρινό περίπτερο δεν ήταν κρεμασμένες οι πρωινές εφημερίδες. Τον κοίταξα: και τα δικά του μάτια ήταν βουρκωμένα. Λίγο αργότερα έφυγε, πήγε στο Βερολίνο. Κι όταν, ύστερα από κάμποσο καιρό, ξανάδα τα σχέδιά του πάνω στην γκρίζα διάστικτη επιφάνεια, γεμισμένη τώρα περισσότερο παρά ποτέ από το σίγουρο χέρι ενός καλλιτέχνη, υπήρχε που και που μια κόκκινη πιτσιλιά: κάτι σα λάμψη από έκρηξη βόμβας ή σαν αίμα που ‘τρεξε από το κεφάλι ενός αθώου!»
Ζήτησα από τον Ταχτσή να γράψει ένα βιβλίο, όπου να καταμαρτυρεί τα γεγονότα της γενιάς του. Του πλήρωνα επί δέκα και πλέον χρόνια το μηνιάτικο, να κάτσει και να γράψει για την Ελλάδα που φεύγει, που χάνεται, για τους ανθρώπους που κάποτε δε θα υπάρχουν πια.
Ήταν έξυπνος ο Ταχτσής και είχε καλή πένα, παρ’ όλο που ότι ήταν στρυφνός και πολλές φορές κακός, πολύ κακός με τους ανθρώπους γύρω του. τι να κάνει, ήταν καλλιτέχνης στη γλώσσα και στο γράψιμο. Ύστερα από κάτι χρόνια, μάζεψε κάτι κείμενα τα οποία είχε γράψει κατά καιρούς και μου τα ‘φερε. Ήταν αριστουργήματα. Αργότερα το τύπωσε με τον τίτλο «Η γιαγιά μου η Αθήνα».
Επιτέλους έγινε η έκθεση του Αλέξη στη Γενεύη, η οποία είχε εκπληκτική επιτυχία, αλλά αυτός ήταν μεθυσμένος, ήταν αλλού. Του έβαλα τις φωνές: «Τι έχεις πάθει; Δε βλέπεις την επιτυχία που έχεις; Που βρίσκεσαι;»
Μετά τα εγκαίνια πήγαμε σε ένα ωραίο ρεστοράν, και του ζήτησα ένα τσιγάρο και το κάπνισα. Γύριζαν τα πάντα μέσα μου. Δεν καταλάβαινα που βρισκόμουν , τι έκανα. Μέσα στο τσιγάρο ο Αλέξης είχε βάλει χασίς.»

Ήρθε ο Αλέξης νωρίς το απόγευμα στο σπίτι του Αλέξανδρου Ιόλα. Φορούσε παντελόνι τζίν, φουλάρι και κόκκινο βαμβακερό πουκάμισο. Γούσταρα πολύ σαν τύπο τον Αλέξη γιατί ήταν γεννημένος καλλιτέχνης. Δεν ήταν μόνο όμορφος αλλά και πολύ έξυπνος. Είχε δημιουργήσει έναν ολόδικό του ηθικό δεκάλογο με τον οποίο ξόρκιζε ό, τι τον ενοχλούσε, ό, τι άσχημο άλλαζε την καθημερινότητά του.
Τον Ιόλα τον λάτρευε, γιατί είχε δει πρώτος ότι ήταν μια πράξη καθαρότητας η ζωγραφική του. Ήταν μια πράξη αισθητικής, μα στο βάθος ήταν ηθική, αφού από μικρό παιδί έζησε την αδικία και είχε συνηθίσει να την βλέπει σαν μια πράξη ασχήμιας.
-«Τι ήταν αυτό Αλέξη που σε έκανε να ανακατευτείς με τα χρώματα;»
-«Τα λαϊκά πανηγύρια…»
-«Σου άρεσαν από μικρό τα πανηγύρια;»
-«Το τι ξύλο είχα φάει δε λέγεται. Το έσκαγα από το σπίτι μου αλλά το γούσταρα…»
-«Και η αντίδραση των γονιών σου;»
-«Θέλανε να πάω στο εργοστάσιο που είχαν οι ίδιοι…»
-«Η σχέση σου με το εργοστάσιο ποια ήταν;»
-«Καμία. Το μισούσα.»
-«Και η πρώτη σου επαφή με την Τέχνη;»
-«Όταν έφυγα από το σπίτι μου, πέρασα μια μεγάλη περίοδο στο καφενείο «Βυζάντιο». Ήταν μαζεμένοι όλοι εκεί τότε. Στη πλατεία Κολωνακίου. Εκεί γνώρισα τον Μάνο Χατζηδάκη, τον Μίνω Αργυράκη, τη Μαρία Κάλλας, τον Ωνάση….»
-«Είχες μαλώσει ποτέ με καλλιτέχνες;»
-«Όχι. Γιατί οι καλλιτέχνες δεν είναι κακοί άνθρωποι.»
-«Ποιοι από τους καλλιτέχνες που γνώρισες είχαν χιούμορ;»
-«Χιούμορ είχε ο Μάνος Χατζηδάκης. Ο Κώστας Ταχτσής είχε επικίνδυνο χιούμορ, που σήμαινε ότι δεν ήξερες που βρισκόσουνα αν σε έπιανε στο στόμα του. Ο Γιάννης Τσαρούχης είχε κι αυτός επικίνδυνο χιούμορ. Άσε που με είχε καλέσει μια φορά να φάω σπίτι του, και δεν έφαγα. Σιχάθηκα. Που δεν σιχαίνομαι. Τρώω από κάτω. Πιο βρώμικος άνθρωπος δεν υπήρχε. Πολύ βρώμικος. Αλλά πολύ καθαρός στα χρώματά του…»
-«Τι είναι Τέχνη, Αλέξη;»
-«Δε ξέρω…»
-«Γιατί οι καλλιτέχνες δεν μπορούν να πουν τι είναι Τέχνη;»
-«Δε ξέρω. Ειλικρινά. Μια ανάγκη ζωής είναι. Είναι μια αρρώστια. Δεν θα υπάρξει καλλιτέχνης που να μπορεί να δώσει τον ορισμό της Τέχνης.»
-«Είναι λύτρωση το να είναι κάποιος καλλιτέχνης;»
-«Δε θα το ‘λεγα λύτρωση… Θα το ‘λεγα κατάρα.»
-«Το πληρώνει ακριβά;»
-«Ναι.. ή φθηνά… αν είναι τίποτα…»
-«Είσαι μποέμ;»
-«Ξέρω ‘γω…»
-«Καταραμένος;»
-«Είμαι. Το έγραφα για πολλά χρόνια στο κουδούνι μου στο Παρίσι.»
-«Γιατί δε μιλάς, δε κάνεις συνεντεύξεις, δε κάνεις εκθέσεις συχνά;»
-«Γιατί δεν έχω λόγο να μιλήσω. Για να βγω να μιλήσω πρέπει να βρίζω από το πρωί ως το βράδυ… Έβρισα μια φορά… έβρισα δυο…»
-«Γιατί;»
-«Να τους χέσω γαμώτο. Γιατί σε αναγκάζουν να βρίσεις. Το φέρνουν από εδώ, το φέρνουν από εκεί, τάχα με μια ευγένεια, αλλά σε φέρνουν μέχρι το λαιμό. Αυτοί δε βρίζουν αλλά σε φέρνουν στη θέση να τους βρίσεις. Σε ενοχλούν στα ίσια. Κοντράρεσαι. Η συμπεριφορά τους είναι χυδαία. Σε κοροϊδεύουν. Σε αντιγράφουν. Όταν έχεις κάνει μια ολόκληρη διαδρομή και εσύ έρχεσαι να βάλεις τρικλοποδιά σε μένα, εγώ δεν έχω τι να σου πω. Εγώ δεν έχω πόδι να σου βάλω τρικλοποδιά εκείνη την ώρα, διότι εσύ λειτουργείς με ένα σύστημα από πίσω σου που σε καλύπτει πλήρως και εγώ είμαι ένας φτωχός, ξεβράκωτος καλλιτέχνης.»
-«Έχεις μια τρέλα, Αλέξη»
-«Εγώ έχω τρέλα;»
-«Την τρέλα του καλλιτέχνη, γι’ αυτό σε αγαπώ.»
-«Πάρα πολλές φορές στη ζωή μου, η τρέλα αυτή έχει λειτουργήσει και μου έχει ταράξει το μυαλό…»
-«Θυμάσαι κάτι;»
-«Ναι. Ένα Σάββατο βράδυ, που κάπου πήγαινα στη Ξενοκράτους στο Κολωνάκι και θυμάμαι τις αντιδράσεις των πλουσίων, οι οποίοι με θέλανε και δε με γαμήσανε.»
Ο Ιόλας τραντάχτηκε στα γέλια. Το ίδιο και εγώ. Η Σούλα κράταγε την κοιλιά της και η Φρύνη γαύγιζε κει εκείνη με το ξέσπασμα του γέλιου μας. Αρκετό καιρό μετά έλαβα ένα σημείωμά του.
«Αγαπητέ Νίκο,
Η ψυχική μου κατάσταση είναι στα μαύρα της τα χάλια. Η κοινωνικοπολιτική γύρω μας είναι σαν τα ερείπια ενός μεγάλου σεισμού.. και εγώ μόνος. Έχω κλειστεί στο σπίτι και ζωγραφίζω με τον φόβο ενός ισορροπιστή στο σχοινί του τσίρκου. Γιατί η Τέχνη είναι μια ευθύνη.
Η Τέχνη έχει την δύναμη να ανατρέψει και να κυβερνήσει. Αυτός είναι και ο ρόλος της. Ο ζωγράφος βλέπει πάντα εξωτερικά. Ο καλλιτέχνης βλέπει εσωτερικά- είναι κάτι σαν τη φωτογραφία που αντιστρέφεις το είδωλο.
Η Τέχνη έχει και μια υποχρέωση στον πολιτικό τομέα, αλλά όχι πολιτικά ενταγμένη. Διότι ανήκει σε όλους, ακόμη και σε αυτούς που δεν την καταλαβαίνουν. Τέχνη είναι κάτι το σημερινό και το αέναο. Όσοι έχουν αυτιά, να βλέπουνε και όσοι έχουν μάτια, να ακούνε.
Είναι ξημέρωμα. Έχω κουραστεί και δεν βλέπω- μόνο σκέφτομαι. Πριν πολλά χρόνια στο Μιλάνο, μου είχε πει ο Ιόλας… «Ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι τυφλός…».
Νίκο σε φιλώ,
Αλέξης

αυριο η συνέχεια

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό πρώτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό πρώτο)
22 Νοεμβρίου 2013 στις 12:42 π.μ.


Αμάν, γιαβρούμ... Είχε ξυπνήσει εκείνη τη μέρα ο ΧατζηΡεΐς με ένα όνειρο παράταιρο - τόσο ωραίο που σχεδόν πένθιμο, είχε ονειρευτεί την-πώς-τη-λένε την Εσθήρ να στέκεται κάτω από την τριανταφυλλιά του και θα μπορούσε να μας ορκιστεί ότι την άκουσε και όλας να του λέει πως θα του έστελνε επί θανάτου της μία βροχή από πέταλα τριαντάφυλλων μόνο για τη δική του αφεντιά - και ξύπνησε κι αυτός χαμογελώντας και με το μαξιλάρι του λιγάκι λεκιασμένο από μια γλύκα που κυλούσε απ΄το στόμα του. Και σκέφτηκε αμέσως, πως φυσικά - τι άλλο παρά με τριαντάφυλλα ότι που θα την έβλεπε στον ύπνο του, που ήτανε δεμένος μαζί της με τον όρκο και τα ρόδα, οπότε τι να μιλούμε για το θάνατο, λόγια της νύχτας - μάλιστα την Κυριακή το όνειρο βγαίνει προφητικά μονάχα ως το μεσημέρι. Και δεν εσκέφτει παραπάνω, ιδιαίτερα επίσης που είχε μάθει τις προάλλες ότι ανέμενε η Όμορφη παιδι, και αναγάλιαζε να σκέφτεται ότι σε μιάμιση σχεδόν δεκαετία θα σταματάγανε τα μαύρα βάσανά του, άντε και πες και δυο χρόνια να ρίξει στο καπάκι - θα έπαιρνε την κόρη της με χορδές και με τύμπανα και ήτον κυριολεκτικώς ευτυχισμένος, εμέτραγε και όλας τα πρόσοδά του, ως η ξεμυαλισμένη γαλατού που λέγει και ο μύθος - μόνο να μην κλωτσούσε από τη χαρά του την καρδάρα - και πιο συγκεκριμένα, πως να κρύβει τέτοια λόγια μπρος στον ΝτημίτΕφέντη που τον είχε βάλει κάτω και όλο τον ταλάνιζε τί όνομα να δώκουνε στο γιο του - μωρέ ποιόν γιο, και πράσινα αλόγατα - αφού κόρη θα έκαμνε η μορφονιά, δε βλέπει να σκαμπάσει ο τζαναμπέτης, που τον τρώγανε τα ρούχα του - και δηλαδή, τί γιο; Αφού ήτανε σα φανάρι αναμένη στην ομορφάδα - οι γιοί, τι ξέρει ο ανήκουστος - οι γιοι τις ασκημαίνουνε τις μάνες τους, πρι να γεννηθούν, τις ομορφαίνουν ύστερα - το ξέρει αυτό ο κάθε αστοιχείωτος αγροίκος, ενώ μαθές οι κόρες! Σα φαναράκια τις ανάφτουνε στην ωραιότητα, γίνεται η γυναίκα σαν το γκιούλμπαξε άμα προσμένει κόρη, μετά τη γέννα είναι που ασχημαίνει, να βλέπει το μπουμπούκι της κόρης της και έτσι που ανοίγει, να νοιώθει το δικό της πως μαραίνεται. Και να 'χει και να τον ακούγει - να τον πουνε λέει Μηκαάλ, Μιχαλιό, να μη χαλνάει. Γιά να τον πούνε δα Τζιμπρήλ, Γαβρίλη Γαβριλάκο, σαν τον ωραίο άγγελο. Ορίστε, να του λέει - πες ντε και συ! Και τί να απαντήσει ο Ρεΐσης, έπιανε τα μουστάκια του, σήκωνε το ποτήρι με το τσαγάκι, συγκατένευε - τι να του πει; Βάστα καλέ το άλογο και να μη μας οβιάζεις - να δεις και πόσα απίδια βάνει ο σάκος, μονοφαγά, που πήρες τη μανούλα, άσε με τώρα να χαρώ εγώ την κόρη; Δε λέγουνται τα τέτοια λόγια, αμέ και όχι σίγουρα του μέλλοντος του πεθερού, πρέπει να δείχνει σέβας, πώς να του δώσει εν καιρώ ο άλλος το κορίτσι του; Και έκρυβε τα λόγια, αλλά τον έβλεπαν τα δέντρα απ΄τον κήπο και οι κουρτίνες πως είχε αίμα φουντωμένο και αψύ κι έπρεπε να κρατιότανε μην του εξέφευγε καμμιά βαρειά βλαστήμια, να χάσει εντελώς την ψυχραιμία του. Ανάπνευε και μέτρα έως το πέντε - μπιρ, ικί, γιούτς, ντουρτ, μπες - έμπαινε τώρα με το χαμόγελο. Ορίστε, και τι γυναίκα να ηπάρει, έτσι μαθές όπως το πάμε - αυτός να δγεις, θ' αγιάσει σούφικα, γαμώ τα μπινελίκια μου. Τώρα, τι να τα λέμε - δεν είχε μπορέσει να ζητήσει να ιδεί και την κοιλιά της - λες και δεν είχε το δικαίωμα να βλέπει και βεβαίως, μάλιστα, κάθε εβδομάδα - την πρόοδο του ίδιου του σχηματισμού του όνειρού του! Πάμε εντελώς κατά το βρόντο, να έχουμε και να παρακαλάμε για λίγη ευτυχία τους απίστους. Και έτσι, δε μπορούσε να ελέγξει πώς ήτανε εκείνη η κοιλίτσα - γιατί αν ήταν σαν τους μιναρέδες, άσε με-πιάσε με, θα έκαμνε αγόρι - άμα από την άλλη να ήταν στρογγυλή ωσάν τη σκέπη της Αγιασοφγιάς - έ, μα σε λέγω, τί θα ήτον, με τέτοια λάμψη εφταφαναριώτικη; Κορίτσι, σίγουρο για σίγουρο. Κι ευλόγαγε τα γένεια του, Γιάννης για να κερνά, Γιάννης να πίνει. Βεβαίως, άμα είχε και τρόπο, να τη βάλει να ξαπλώσει και να κρατήσει εν εκκρεμές αλυσιδάκι με πέτρα από τη Μέκκα, τη Μεδίνα - και άμα άρχιζε αυτό να κάμνει κύκλους σαν το αρπακτικό γεράκι και τον αητό πάνω από το βουναλάκι που κλωσούσε εκείνη τη δική του την περιστέρα, μα να πεις - κορίτσι! Μην τύχαινε όμως και να πηγαίνει πέρα δώθε σε μια γραμμή μαχαίρικη - ωχού καημός -τότε θα πρέπει να περιμένει κι άλλο - ακόμα ένα χρόνο, ίσως δύο - και γίνονται έτσι τα δεκαπέντε - είκοσι χρονάκια - και όχι πως δε θα είναι κοτσωνάτος, ντερτιλής - αλλά πού θα την έβρει τόση κι ακόμα τόση την υπομονίτσα, μηδέ κρεπάρει. Κάμε κουράγιο, κάμε προσευχή - και μια στιγμή, επήγε να ρωτήσει - καλά, σαν ήτον γιος, πέσανε οι Αρχάγγελοι κι όλοι οι μυνητάδες - μα άμα ήτανε ο μπουναμάς και το πεσκέσ' αλλοιώτικο; Και κει να ΄σαι να βλέπεις, του αλλουνού - έ, ρε, τρέλλα βαστεί με το καντάρ' - του γύρισε μαθές ο οφθαλμός, ότι του θίξανε το ξέρω γω το τί - πρωτότοκο κορίτσι, να μας γελούν κι οι κότες. Ε, άντε βγάλε άκρη με τέτοιο παλαβό - είπε και ο ΧατζηΡεΐσης που την αναγνώριζε τη μούρλα, άμα βεβαίως δεν τον κοίταγε μέσα απ΄τον καθρέφτη -έλα, σε χωρατεύω, κέρνα μας, κέρνα μας - κέρνα μας να γελάς και να καλοπερνάς. Κι εκεί σταμάτησε εκείνη η κουβέντα, και λίγο είχε λείψει πως να πιαστούν στα χέρια - μα δε θα ήξευρε κανείς να πει το λόγο - κι η Εσθερώ ήτανε χάρμα λάμψης, πραγματικά - και έκαιγε το λάδι στο καντήλι της, αργά ακόμα, όμως ίσως να ήθελε καινούριο λουμινάκι, μήπως κι αν έσβηνε: ήταν το αεράκι φθινοπωρινό, προχωρημένο - μα ήταν μέσα στα γυαλιά σα φαναράκι, σα ροζ καντήλι δίπλα στα παλιά τα εικονίσματα, που από την καταβολή του κόσμου παρηγορούν τους ηλικιωμένους μας συγγενείς, και όλους τους ανθρώπους που γερνούνε σαν τα φύλλα, μοναχοί τους. Και είχε γύρω της βελούδα να την προφυλάγουνε από το αεράκι που τρύπωνε λιγάκι ψυχραμένο - και μια στιγμή ενόμισε την είχε ακούσει ο Ρεΐς να τραγουδεύει - με το χεράκι της επάνω εκεί που του κρατούσε το κοριτσάκι του - εχω κι εγώ κι ορίζω, ένα κλωνί βασιλικό νερό να το ποτίζω - και σαν του φάνηκε πολύ γλυκή κι ωραία - σαν ξύλινη κουνίτσα χειροποίητη, σαν την καλή βαρκούλα - ωχ αμάν, η μαύρη η χανούμ!

(συνεχίζεται)

Ολβία Παπαηλίου, 2013


Ο σκύλικος κι υπομονετικός ΧατζηΡεΐς, όπως περίμενε δίπλα στην άδεια κούνια έως γεμίσει με πέταλα από ωραία ροδάτα τριαντάφυλλα.

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Χόρχε Λουίς Μπόρχες Η Αυτοκτονία

Η Αυτοκτονία
 
Ούτε ένα αστέρι δεν θα υπάρχει στον ουρανό
Η νύχτα δεν θα μείνει
Θα πεθάνω, και μαζί μου,
το βάρος του ανυπόφορου  πλανήτη
Θα εξαλείψω τις πυραμίδες, τα μετάλλια,
τις ηπείρους και τα πρόσωπα
Θα σβήσω το συσσωρευμένο παρελθόν
Θα φτιάξω σκόνη από την ιστορία, σκόνη απ’ την σκόνη
Τώρα κοιτάζω το στερνό ηλιοβασίλεμα
Κληροδοτώ την ανυπαρξία στον κανένα.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες Εγώ Είμαι

Εγώ Είμαι
 
Εγώ είμαι αυτός που ξέρει τον εαυτό του όχι λιγότερο φιλάρεσκα
από εκείνον τον ματαιόδοξο παρατηρητή που στον καθρέφτη
από γυαλί και σιωπή ακολουθεί την αντανάκλαση
ή το σώμα (το ίδιο και το αυτό) του αδελφού του
Εγώ είμαι, σιωπηλοί μου φίλοι, εκείνος που γνωρίζει
πως δεν υπάρχει άλλη συγγνώμη ή εκδίκηση
από την διαφάνεια της λήθης. Κάποιος θεός έχει παραχωρήσει
αυτή την παράξενη λύση για όλα τα ανθρώπινα μίση.
Παρά τις πολλές μου υπέροχες περιπλανήσεις,
εγώ είμαι εκείνος που ποτέ δεν κατάφερε να ξεδιαλύνει
τον λαβύρινθο του χρόνου, ενικό, πληθυντικό,
εξαντλητικό, παράξενο, μόνος του και του καθένα
Είμαι ο κανένας. Ποτέ δεν κράτησα σπαθί σε μάχη
Είμαι ηχώ, κενό, τίποτα.

Μετάφραση Γιώργου Αλισάνογλου

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

"Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα Ίκαρος, 1989 " "Ερωτικός Λόγος"




"Ερωτικός Λόγος" του Γιώργου Σεφέρη 
(από την έκδοση "Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα", Ίκαρος, 1989)

Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον, 
όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω, 
μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν. 
ΠΙΝΔΑΡΟΣ

Α'

Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις 
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί 
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις 
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση 
από τ' αγκάθι σου έφευγε το δρόμου ο στοχασμός 
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ' αποχτήσει 
ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός. 


Β'

Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ' ακρογιάλια 
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό. 
Λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια... 
Ω μην ταράξεις... πρόσεξε ν' ακούσεις τ' αλαφρό

ξεκίνημά της... τ' άγγιξες το δέντρο με τα μήλα 
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί... 
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα 
να 'σουν εσύ που θα 'φερνες την ξεχασμένη αυγή!

Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα 
μέρες ν' ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ' ουρανού, 
να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα 
αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδια αυλού...

Η νύχτα να 'ταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη, 
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό, 
μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι 
κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό.

Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες 
την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός 
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες 
και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως. 


Γ'

Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα! 
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής 
σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα 
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς

τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη 
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς 
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη 
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο 
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί. 
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ' ένα παλιό ευαγγέλιο 
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:

"Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο 
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει 
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ' όνειρο μένει απόντιστο 
κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.

Με του ματιού τ' αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα 
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια 
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα 
ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ' αστέρια.

Την ακοή μου ως να 'σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος 
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος 
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος 
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.

Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση 
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου 
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση 
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου..."

Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη 
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ' ουρανού. 
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ' αγκάθι 
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.

...Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει 
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς 
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει 
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς... 


Δ'

Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια 
σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών, 
για μιαν αγάπη μυστική σ' ανεύρετα θολάμια 
ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.

Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη 
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί 
που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι 
και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή.

Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι 
κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές 
αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη 
προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές...

Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει 
στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή. 
Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση 
μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μια ψυχή.

Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια 
(Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς) 
μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια 
του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς. 


Ε'

Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει; 
Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να 'ναι για μας πλωτός; 
Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει 
για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα 
που ανοίγει τα επουράνια κι είν' όλα βολετά 
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα 
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ' ανοιχτά

τριαντάφυλλα... Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας, 
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός 
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας 
τρίκυμισμα της θάλασσας... Ο κόσμος είναι απλός.

Αθήνα, Οχτώβρης '29 - Δεκέμβρης '30
http://www.sarantakos.com/seferis/erotik_logos.htm




Μελοποιημένο απόσπασμα από τον "Ερωτικό Λόγο" του Γιώργου Σεφέρη
(από την έκδοση "Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα", Ίκαρος, 1989)

Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ' αγκάθι σου έφευγε το δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ' αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός..

[...]

Μουσική: Βαγγέλης Μαρκαντώνης
Πρώτη εκτέλεση: Ανοιχτή Θάλασσα


Τραγούδι : Μαρίνα Δακανάλη

Στίχοι: Γιώργος Σεφέρης
Μουσική: Νίκος Μαμαγκάκης


Ρόδο της μοίρας, γύρευε να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Kύκλους σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τα' αγκάθι σου έφευγε του δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ'αποκτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος• ένας απλός παλμός

Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη
Κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ'ουρανού.
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ' αγκάθι
Βλάστησε και φοβήθηκες του ίσκιους του βουνού

Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στο ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς

Δυο φίδια ωραία και αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια
σέρνουνται και γυρεύονται στη νύχτα των δεντρών
για μιαν αγάπη μυστική σ'ανεύρετα θολάμια
ακοίμητα γυρεύονται δεν πίνουν και δεν τρων.

Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια
Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς
μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια
του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι είν' όλα βολετά
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ'ανοιχτά τριαντάφυλλα

τριαντάφυλλα... Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας
μόνο στη μνήμη απόμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρικύμισμα της θάλασσας... Ο κόσμος είναι απλός.

Ματωμένος Γάμος - Νανούρισμα Στίχοι: Νίκος Γκάτσος Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις





Ένα τραγούδι μέσα απο το Soundtrack που έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις με το Νίκο Γκάτσο για τη θεατρική παράσταση του Καρόλου Κούν ''Μαμένος Γάμος'' (Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα)




Νάνι το παιδί μου νάνι που δεν ήθελε νερό,
τ’ άλογό μας το μεγάλο. Αχ καρδούλα μου ποιος ξέρει
τι να λέει το ποταμάκι στο λιβάδι το χλωρό.

Νάνι, το νερό το μαύρο μες στα πράσινα χορτάρια
που ψιλό τραγούδι πιάνει. Νάνι την τριανταφυλλιά μου
που τη γης δάκρυο ποτίζει, τ’ άλογό μας το καλό.

Έχει πόδια λαβωμένα, τραχηλιά κρουσταλλιασμένη,
έχει ένα ασημένιο λάζο καρφωμένο μες στα μάτια.
Μόνο μια φορά σαν είδε τ’ αντρειωμένα τα βουνά
εχλιμίντρισε κι εχάθη στα νερά τα σκοτεινά.

Αχ πού πήγες άλογό μου που δεν ήθελες να πιεις,
αχ μαράζι μες στο χιόνι. Νάνι το γαρούφαλό μου
που τη γης δάκρυο ποτίζει, τ’ άλογό μας το καλό.

Μην έρχεσαι μη μπαίνεις, το παρεθύρι κλείστο
με φυλλωσιές ονείρου, μ’ όνειρα φυλλωσιάς.
Κοιμάται το παιδάκι μου, σωπαίνει το μωρό μου.

Αχ πού πήγες άλογό μου που δεν ήθελες να πιεις,
άλογο της χαραυγή




Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Ερμηνευτές :
1.Λάκης Παππάς
2.Αρλέτα
3.Σαββίνα Γιαννάτου
4.Γιώργος Μούτσιος
5.Αλκίνοος Ιωαννίδης