Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό πρώτο)
22 Νοεμβρίου 2013 στις 12:42 π.μ.
Αμάν, γιαβρούμ... Είχε ξυπνήσει εκείνη τη μέρα ο ΧατζηΡεΐς με ένα όνειρο παράταιρο - τόσο ωραίο που σχεδόν πένθιμο, είχε ονειρευτεί την-πώς-τη-λένε την Εσθήρ να στέκεται κάτω από την τριανταφυλλιά του και θα μπορούσε να μας ορκιστεί ότι την άκουσε και όλας να του λέει πως θα του έστελνε επί θανάτου της μία βροχή από πέταλα τριαντάφυλλων μόνο για τη δική του αφεντιά - και ξύπνησε κι αυτός χαμογελώντας και με το μαξιλάρι του λιγάκι λεκιασμένο από μια γλύκα που κυλούσε απ΄το στόμα του. Και σκέφτηκε αμέσως, πως φυσικά - τι άλλο παρά με τριαντάφυλλα ότι που θα την έβλεπε στον ύπνο του, που ήτανε δεμένος μαζί της με τον όρκο και τα ρόδα, οπότε τι να μιλούμε για το θάνατο, λόγια της νύχτας - μάλιστα την Κυριακή το όνειρο βγαίνει προφητικά μονάχα ως το μεσημέρι. Και δεν εσκέφτει παραπάνω, ιδιαίτερα επίσης που είχε μάθει τις προάλλες ότι ανέμενε η Όμορφη παιδι, και αναγάλιαζε να σκέφτεται ότι σε μιάμιση σχεδόν δεκαετία θα σταματάγανε τα μαύρα βάσανά του, άντε και πες και δυο χρόνια να ρίξει στο καπάκι - θα έπαιρνε την κόρη της με χορδές και με τύμπανα και ήτον κυριολεκτικώς ευτυχισμένος, εμέτραγε και όλας τα πρόσοδά του, ως η ξεμυαλισμένη γαλατού που λέγει και ο μύθος - μόνο να μην κλωτσούσε από τη χαρά του την καρδάρα - και πιο συγκεκριμένα, πως να κρύβει τέτοια λόγια μπρος στον ΝτημίτΕφέντη που τον είχε βάλει κάτω και όλο τον ταλάνιζε τί όνομα να δώκουνε στο γιο του - μωρέ ποιόν γιο, και πράσινα αλόγατα - αφού κόρη θα έκαμνε η μορφονιά, δε βλέπει να σκαμπάσει ο τζαναμπέτης, που τον τρώγανε τα ρούχα του - και δηλαδή, τί γιο; Αφού ήτανε σα φανάρι αναμένη στην ομορφάδα - οι γιοί, τι ξέρει ο ανήκουστος - οι γιοι τις ασκημαίνουνε τις μάνες τους, πρι να γεννηθούν, τις ομορφαίνουν ύστερα - το ξέρει αυτό ο κάθε αστοιχείωτος αγροίκος, ενώ μαθές οι κόρες! Σα φαναράκια τις ανάφτουνε στην ωραιότητα, γίνεται η γυναίκα σαν το γκιούλμπαξε άμα προσμένει κόρη, μετά τη γέννα είναι που ασχημαίνει, να βλέπει το μπουμπούκι της κόρης της και έτσι που ανοίγει, να νοιώθει το δικό της πως μαραίνεται. Και να 'χει και να τον ακούγει - να τον πουνε λέει Μηκαάλ, Μιχαλιό, να μη χαλνάει. Γιά να τον πούνε δα Τζιμπρήλ, Γαβρίλη Γαβριλάκο, σαν τον ωραίο άγγελο. Ορίστε, να του λέει - πες ντε και συ! Και τί να απαντήσει ο Ρεΐσης, έπιανε τα μουστάκια του, σήκωνε το ποτήρι με το τσαγάκι, συγκατένευε - τι να του πει; Βάστα καλέ το άλογο και να μη μας οβιάζεις - να δεις και πόσα απίδια βάνει ο σάκος, μονοφαγά, που πήρες τη μανούλα, άσε με τώρα να χαρώ εγώ την κόρη; Δε λέγουνται τα τέτοια λόγια, αμέ και όχι σίγουρα του μέλλοντος του πεθερού, πρέπει να δείχνει σέβας, πώς να του δώσει εν καιρώ ο άλλος το κορίτσι του; Και έκρυβε τα λόγια, αλλά τον έβλεπαν τα δέντρα απ΄τον κήπο και οι κουρτίνες πως είχε αίμα φουντωμένο και αψύ κι έπρεπε να κρατιότανε μην του εξέφευγε καμμιά βαρειά βλαστήμια, να χάσει εντελώς την ψυχραιμία του. Ανάπνευε και μέτρα έως το πέντε - μπιρ, ικί, γιούτς, ντουρτ, μπες - έμπαινε τώρα με το χαμόγελο. Ορίστε, και τι γυναίκα να ηπάρει, έτσι μαθές όπως το πάμε - αυτός να δγεις, θ' αγιάσει σούφικα, γαμώ τα μπινελίκια μου. Τώρα, τι να τα λέμε - δεν είχε μπορέσει να ζητήσει να ιδεί και την κοιλιά της - λες και δεν είχε το δικαίωμα να βλέπει και βεβαίως, μάλιστα, κάθε εβδομάδα - την πρόοδο του ίδιου του σχηματισμού του όνειρού του! Πάμε εντελώς κατά το βρόντο, να έχουμε και να παρακαλάμε για λίγη ευτυχία τους απίστους. Και έτσι, δε μπορούσε να ελέγξει πώς ήτανε εκείνη η κοιλίτσα - γιατί αν ήταν σαν τους μιναρέδες, άσε με-πιάσε με, θα έκαμνε αγόρι - άμα από την άλλη να ήταν στρογγυλή ωσάν τη σκέπη της Αγιασοφγιάς - έ, μα σε λέγω, τί θα ήτον, με τέτοια λάμψη εφταφαναριώτικη; Κορίτσι, σίγουρο για σίγουρο. Κι ευλόγαγε τα γένεια του, Γιάννης για να κερνά, Γιάννης να πίνει. Βεβαίως, άμα είχε και τρόπο, να τη βάλει να ξαπλώσει και να κρατήσει εν εκκρεμές αλυσιδάκι με πέτρα από τη Μέκκα, τη Μεδίνα - και άμα άρχιζε αυτό να κάμνει κύκλους σαν το αρπακτικό γεράκι και τον αητό πάνω από το βουναλάκι που κλωσούσε εκείνη τη δική του την περιστέρα, μα να πεις - κορίτσι! Μην τύχαινε όμως και να πηγαίνει πέρα δώθε σε μια γραμμή μαχαίρικη - ωχού καημός -τότε θα πρέπει να περιμένει κι άλλο - ακόμα ένα χρόνο, ίσως δύο - και γίνονται έτσι τα δεκαπέντε - είκοσι χρονάκια - και όχι πως δε θα είναι κοτσωνάτος, ντερτιλής - αλλά πού θα την έβρει τόση κι ακόμα τόση την υπομονίτσα, μηδέ κρεπάρει. Κάμε κουράγιο, κάμε προσευχή - και μια στιγμή, επήγε να ρωτήσει - καλά, σαν ήτον γιος, πέσανε οι Αρχάγγελοι κι όλοι οι μυνητάδες - μα άμα ήτανε ο μπουναμάς και το πεσκέσ' αλλοιώτικο; Και κει να ΄σαι να βλέπεις, του αλλουνού - έ, ρε, τρέλλα βαστεί με το καντάρ' - του γύρισε μαθές ο οφθαλμός, ότι του θίξανε το ξέρω γω το τί - πρωτότοκο κορίτσι, να μας γελούν κι οι κότες. Ε, άντε βγάλε άκρη με τέτοιο παλαβό - είπε και ο ΧατζηΡεΐσης που την αναγνώριζε τη μούρλα, άμα βεβαίως δεν τον κοίταγε μέσα απ΄τον καθρέφτη -έλα, σε χωρατεύω, κέρνα μας, κέρνα μας - κέρνα μας να γελάς και να καλοπερνάς. Κι εκεί σταμάτησε εκείνη η κουβέντα, και λίγο είχε λείψει πως να πιαστούν στα χέρια - μα δε θα ήξευρε κανείς να πει το λόγο - κι η Εσθερώ ήτανε χάρμα λάμψης, πραγματικά - και έκαιγε το λάδι στο καντήλι της, αργά ακόμα, όμως ίσως να ήθελε καινούριο λουμινάκι, μήπως κι αν έσβηνε: ήταν το αεράκι φθινοπωρινό, προχωρημένο - μα ήταν μέσα στα γυαλιά σα φαναράκι, σα ροζ καντήλι δίπλα στα παλιά τα εικονίσματα, που από την καταβολή του κόσμου παρηγορούν τους ηλικιωμένους μας συγγενείς, και όλους τους ανθρώπους που γερνούνε σαν τα φύλλα, μοναχοί τους. Και είχε γύρω της βελούδα να την προφυλάγουνε από το αεράκι που τρύπωνε λιγάκι ψυχραμένο - και μια στιγμή ενόμισε την είχε ακούσει ο Ρεΐς να τραγουδεύει - με το χεράκι της επάνω εκεί που του κρατούσε το κοριτσάκι του - εχω κι εγώ κι ορίζω, ένα κλωνί βασιλικό νερό να το ποτίζω - και σαν του φάνηκε πολύ γλυκή κι ωραία - σαν ξύλινη κουνίτσα χειροποίητη, σαν την καλή βαρκούλα - ωχ αμάν, η μαύρη η χανούμ!
(συνεχίζεται)
Ολβία Παπαηλίου, 2013

Ο σκύλικος κι υπομονετικός ΧατζηΡεΐς, όπως περίμενε δίπλα στην άδεια κούνια έως γεμίσει με πέταλα από ωραία ροδάτα τριαντάφυλλα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου