Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό δεύτερο)
23 Νοεμβρίου 2013 στις 1:55 π.μ.
Τι να συνέβαινε πίσω από τις κουρτίνες, όσο ο χρόνος πέρναγε; Να είχε ίσως νοσταλγήσει η Εσθερώ τα χρώματα του ουρανού της προκυμαίας στη Σμύρνη; Υπάρχουν μαρτυρίες απ΄τις κεράδες στα παλιά τα μέγαρα τα λεβαντίνικα,
ότι μετά τον πέμπτο μήνα της έμπαινε η γυναίκα σέ ένα είδος μιας ανυπαρξίας - δεν ήτον θεμιτό να ειδωθεί σε κοινωνία και εκδήλωση, παρά τη βλέπανε στο ίδιο της το σπίτι μονάχα οι πολύ γνωστές της, οι φίλες της και οι συγγένισσες και μόνο οι εξ' αίματος συγγενικοί της άντρες, βαθμού πρώτου συγγένειας. Οπότε, η Εσθήρ - ήτον εν μέρει ανακουφισμένη, γιατί τους πρώτους μήνες είχε νοιώσει βαρείς ταλαιπωρίες - ήτανε σε εμπόλεμη κατάσταση, ένας εμφύλιος είχε αρπάξει το κορμί της και δε μπορούσε ούτε καλή βουκιά ψωμί να καταπγεί, μόνο παρακαλούσε τη μαγείρισα - αν τύχως και να έστελε για βρούβες, πικροράδικα, δαντελωτά - αυτά τα χόρτα του βουνού βραστά και με λεμόνι - αυτά μονάχα μπόρεγε να τρώγει, όλο σε μι' ανακατωσούρα το στομάχι της - έφταιγε μάλλον, έλεγε η Ευταξία - ότι ήταν μικρή σε μέγεθος και ο Ντημίτ ήτανε πιο σωματικός, θωρητικός - και το μωρό δεν ήξευρε πόσο ν' αποφασίσει να μεγαλώσει - και σε ποιόν να μοιάσει - και γιαυτό ετσακωνόταν με τη μάνα του και την ετάραζε και την ταλαιπωρούσε. Όμως, εδώ και λίγες μέρες, όλα φαίνονταν να έχουν ησυχάσει και η Εσθήρ χαιρόταν το φαγί της καλύτερο - και που της είχε έρθει η όρεξη κιόλας να τραγουδάει! Την άκουγαν οι ψυχοκόρες από την αυλή - να τραγουδεί σε μία γλώσσα άγνωστη - με ένα κέφι κι άλλοτε σαν το πικρό παράπονο που έχει βάλει το κουστούμι της χαράς της άδολης, να πάγει στη βεγγέρα. Κι άμα καμμιά δεν ήξευρε τα λόγια, ξέρανε και καταλαβαίνανε απ΄τα τσακίσματά της τους καημούς μες στη φωνή, κουτσομαθαίνανε κάπως να μουρμουρίζουν κι όλες θυμόντανε το σπίτι τους και να τις είχε πιάσει νοσταλγία: Χίτζα μία, μι κερίντα - αμάν αμάν αμάν - νο τε έτσες α λα μαρ, κε λα μαρ εστά εν φορτούνα, μίρα κε τε νε γιεβάρ. Κε με γιέβε ι κε με τράιγκα - αμάν αμάν αμάν - σιέτε φούντας ντε οντόρ, κε μ' ενγκλούτα πρέζε πρέτο - παρά σάλβαρ ντελ αμόρ. Και σε κάποιες έμοιαζε σα ρυθμικό ταχτάρισμα, σε άλλες
σα νανούρισμα (θα ετοιμάζεται, λέγανε, για το μωρό της) - και σε άλλες, ακουγόταν σα μοιρολόι: της καθεμιάς κατά την όρεξή της και κατά το μέτρο της, ίσως όμως και να το τραγούδαγε με διάφορο τον τρόπο. Το ζήτημά μας είναι - πως θα της έδωσε μι' ανάσα, μιαν ανάπαυλα - μετά παραπονιόταν στην Αειπάρθενο για κράμπες, ζήταγε να της φέρουνε μυρωδικά, να βράζουνε στο τετζερέδι πάνω σε μια φουφού που είχανε φερμένη στο σαλονάκι της - φύλλα από ευκάλυπτο γιατί πιαγόταν η αναπνογή της - και τις Παρασκευές έμενε πια κι η Ευταξώ και δε να παίρνει το αλογάκι την Ναζλού που μοναχή χρεμέτιζε και χτύπαε τα πεταλάκια της στο χώμα, πολύ γκρινιάρα. Κι ήρχονταν λέει στο κονακλί και ο ΧατζηΡεΐς, κι εφτάνα τα πανέρια με τα ρόδα και της τα πάαιναν κι ας μη εφαίνοτον του κόσμου, έιχε να πάγει στα θεάματα από πολούς τους μήνες πλέον - μάλιστα και την τελευταία τη φορά είχαν ιδεί το έργον για τον Έμπορα της Βενετιάς (ακούς μία λίβρα το κρέας και όχι αίμα - κόσερ να γένει, και κρέας το αναίμακτο). Και την είχεν ηπιάσει το κακό, που η φυλή της φαίνονταν να είναι μοχθηροί κι ανέντιμοι και χάσικοι - ενώ είχε μια ηθική ο άνθρωπος, ακραίος ίσως, μα που δεν ήτο μασκαράς! Ενώ οι άλλοι, οι καλοί να λέμε - απατεώνες ποταποί μέσα στην κομπορυμοσύνη, ακόμα και η αρχοντοπούλα τους η Πόρσια, μια κακοχρόνο ψεύτρα! Την είχε πιάσει φούρκα και κακό - και είχε ο Ντημίτ πιστέψει πως φταίγανε τα νεύρα της λόγω της καταστάσεώς της - έτσι της είπε - μήπως να μη βαρύνεται να βγαίνει σε τέτοια πια κατάσταση! Και τί κατάσταση, της ήρθε να του πει, η πρώτη είμαι - για η τελευταία; Άντε και κλείσε με - να τριγυρνάς ελεύθερος. Πράγμα που όπως το ακούγει κανείς, μονάχο δηλαδή αποδυκνεύει - ότι είχε τα νεύρα πειραγμένα, να θέλει να γλωσσεύγει τέτοιες λέξεις. Κι έτσι, η καρδερίνα εμπήκε στο κλουβί και μανταλώθει - και ευτυχώς την συνεπόνεσε η ανδραδέλφη της, αχ Ευταξώ μου, μ' αγαπάς; Και που την αγαπούσε, ήτο το πράμα σίγουρο, γιατί και πώς της έτριβε τις γάμπες να φεύγουνε οι κράμπες, και το λαιμό να μη μαζεύει κούραση, και που της άλοιφε και την παλιοκοιλιά αυτή με καλά λάδια για να μην εραγίσει - και όταν ωχού πως πόναε το ένα της κοκκάλι που σαν αποχωρίστηκε το άλλο - και της εφάνει πως από εσκάφτει η λεκάνη της και δε μπορούσε να καλοπατήσει, έχανε μονομιάς τα βήματά της και παραμπάριζε να πέσει και όπως να τσακιστέι - η άλλη τη βοηθούσε να περπατάγει λίγο μες στον κήπο να παίρνει τον αέραν της. Μα επίσης, για να έχει κι ένα δίκιο να δίνει και στον άντρα της, δεν της κακοφερόταν μόνο που διαρκώς την εβασάνιζε να του ειπεί τι όνομα να δώκουνε εις το γιο - και ήθελε του είπει: Δικός σου είναι, τόσο που τον θέλεις, πάρε τον το λοιπόν κι αμέτε κι οι δυο σας στη Σχεόλ και εις τη Γέενα, αφέτε με στην ησυχία μου να τρέφω μαύρους τρόμους. Μα ο ΧατζηΡεΐς -αυτός εκεί, αμέτι μουχαμέτι τα λελούδια, και τον είχε ιδεί κι εκείνον πως εκοίταζε πιο πριν, γιατί τώρα εμφανιζόταν με τα μαύρα όποτε έμπαινε για να τους χαιρετήσει και έμενε το λίγο, είχε ιδεί όμως κι αυτός πώς την εκοίταζε - λες και του είχε κάτι χρεωστούμενο. Λοιπόν, τρωγόταν με τα μαύρα της τα ρούχα, της έρχονταν μια τρέλα και να μηνε ηξεύρει με ποίον να τα βάλει - μα ησθάνετο ότι της είχε καμωθεί μια αδικία, την είχε αρνηθεί η μέρα και η Σεκινά, και περπατούσε εν τη σκοτία, σαν τυφλή εσκόνταβγε - και απ΄τη μια, είχε την Ευταξώ να την κρατάει και όπως προσπαθεί να την παρηγορεί - αλλά ακόμα κι έτσι, της ερχόταν το κακό: Μαρή, εσύ κι εγλύτωσες, μην κάμνεις ότι ξέρεις το τι τραβώ, τη μαύρη μου τη μοίρα. Και έτσι, ένοιωθε στιγμές-στιγμές να της τραβούνε τα μάγουλα και γύρω από το στόμα - οι δέκα χίλιοι δαίμονες που παρατρέχουν γύρω από την Αρχιδαιμόνισσα Αγκράθ μπατ Μαλαχάθ που φροκαλίζει και ριπιδίζει και στοιχειώνει τον αέρα - εκεί βρισκόταν παραπέρα ξέπνοη η Αστερώ - κι η Ευταξία να της τρίβει τα διάφορα σημεία του κορμιού που φαίνεται πως είχαν κάπως σα βγει από την τάξη των πραγμάτων, σαν είχε υποστεί σεισμό όλος ο τόπος. Μετά, κοιμόταν μέρες, ερχότανε κι ένας με το κουστούμι του και μίλαγε σιγά - και τότε, μερικές φορές θυμότανε σαν ένα όνειρο παλιό της η Εσθήρ - ότι κάτι της έλεγε η μάνα της κι η Αρμεναία η με τα πολλαπλά ονόματα, αυτή καλέ, που ήξερε να λέει τον καφέ - ότι θα χόρευγε μαζί με έναν ταύρο, θα πήγαινε με τα στεφάνια ρόδα σε τελετή - και ότι δε θα χόρταινε μες στη ζωή της δάκρυα - μα θα τα κέρναγε σε άλλους και απλόχερα. Αυτό, όσο να πεις, καλό. Κι αποκοιμούντο ήσυχη ότι την έβλεπε το μάτι του Γιαχβέ - και πώς να της φαινότανε πως είχε αρχίσει το κορμί της να παίρνει ένα χρώμα κυανόχρωο - σα να γινότανε η ίδια μία θάλασσα κι ένα μακρύ ταξίδι.
(συνεχίζεται)
© Ολβία Παπαηλίου, 2013

Η Εσθήρ με τη μπόσικη καμιζόλα και το μαύρο καφτάνι το ντεζαμπιγιέ - για να κάμνει μιαν άνεση που της πιαγόταν ο αέρας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου