Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Αλεξάνδρου Ιόλα:" Η Ζωή μου" απο τον Νίκο Σταθούλη Πικάσο- ΝτεΚίρικο

Αλεξάνδρου Ιόλα:" Η Ζωή μου"
απο τον Νίκο Σταθούλη
Συνέχεια διαδικτυακης δημοσίευσης της βιογραφίας του Αλέξανδρου Ιόλα η οποία κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις "Οδός Πανός"
Σε στιγμές κρίσης δεν αξίζει να δίνετε 18 ευρώ να το αγοράσετε και ο συγγραφέας να μη παίρνει γρόσι.
Η τέχνη για να είναι για όλο τον κόσμο, πρέπει να είναι ΔΩΡΕΑΝ!!!
Για να γίνει κτήμα περισσότερων χρηστών εντελώς δωρεαν ΔΙΑΔΩΣΤΕ το...με απλά λόγια ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΤΕ το...

Συνέχεια δημοσίευσης...

Πικάσο- ΝτεΚίρικο

Δεν ήξερα πόσο δυνατά να γελάσω. Είχα αρκετό καιρό να τον δω έτσι… Ήταν τόσο εξαιρετική η διάθεσή του, που δε μου άφησε περιθώριο να μην τον ρωτήσω για τον Picasso ή τον De Chirico.
-«Ο Picasso… Τον λατρεύω. Τα έργα του είναι τόσο σοκαριστικά. Έφτιαξε μπροστά μου το πορτραίτο του Μαλαρμέ, μέσα σε ενάμιση λεπτό!... Το οποίο το έχω ακόμη… Τη δεκαετία του -50 ο σημαντικότερος έμπορος έργων του Picasso, ο Ντάνιελ Χενρι Κανβαϊλερ μου έλεγε ότι το ατελιέ του το 1907 ήταν το πιο βρώμικο ατελιέ που είχε δει στη ζωή του. Ήταν ένα χάος. Ένα σκουριασμένο τηγάνι χρησίμευε στο μαγείρεμα και την ούρηση. Είχε πάντοτε μαζί τους σκύλους σε ολη τη διάρκεια της ζωής του. Λάτρευε τα ζώα ο Picasso. Είχε γάτες, σκύλους, πιθήκους. Δεν ήταν εύκολος άνθρωπος . Τη πρώτη του γυναίκα την Φερνάντ Ολιβιέ, τη κλείδωνε μέσα στο σπίτι- ατελιέ, στο κτίριο που λεγόταν «Πλοίο πλυντήριο» και έκανε τις εξωτερικές δουλειές ο ίδιος. Την έδερνε. Και όταν εκείνη έφευγε τρέχοντας στους δρόμους, έτρεχε πίσω της ικετεύοντας την να τον συγχωρέσει.
Δεν είχε χρήματα στην αρχή. Γρόσι δεν είχε. Οι φίλοι του έδιναν ένα πιάτο φαγητό. Ο ίδιος ο ζωγράφος Μορίς ντα Βλαμένκ, είχε ακούσει τη Φερνάντ να ζητάει μια μπριζόλα για τη σκύλα του Picasso στο μπιστρό στο οποίο έτρωγε με πίστωση ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης του 20ου αιώνα.
Και για φαντάσου ο Matisse, ο οποίος ήταν δώδεκα χρόνια νεότερος από τον Picasso, υπήρξε ο μόνος καλλιτέχνης που Picasso αναγνώρισε ποτέ ως ανταγωνιστή του. Και μάλιστα κατέληξε να τον θεωρεί ισάξιό του.
-Πηγαίνατε συχνά στο ατελιέ του Picasso;
-Αρκετά συχνά, στην αρχή με τον Κριστιάν Ζερβό με τον οποίο ήταν ανεκτίμητοι φίλοι, μέχρι που πέθανε ο Ζερβός το 1970. Έργο ζωής του Ζερβού ήταν ο πληρέστατος κατάλογος των έργων του Πικάσο που φτάνει τους 39 τόμους. Τα πάντα βρίσκονται μέσα εκεί.
Μετά ήταν οι συλλέκτες μου, οι οποίοι ζητούσαν όλο και περισσότερα έργα του. Τα σχέδιά του όμως δείχνουν τη μαστοριά του. Για να κάνει δύο γραμμές πρώτα έφτιαχνε το σκίτσο το χαρτί τόσο τέλεια. Να φανταστείς από ένα πίθηκο και μια κουκουβάγια έφτιαξε το πορτραίτο του.
Δούλευε με τρόπο μανιακό… και θυμόταν πολύ συχνά τις μέρες του 1905… «Μια εποχή φτώχειας, εγκατάλειψης, λιτότητας και μαύρης μιζέριας» έλεγε…
-Είχε ένα παιδί με την Φερναντ;
-Υιοθετημένο. Η σχέση τους ήταν ταραχώδης. Έπρεπε να βρεθεί ένα παιδί να τους ηρεμήσει. Η Φερνάντ δε μπορούσε να κάνει παιδιά, έτσι, τον Απρίλιο του 1907 υιοθέτησαν την μικρή Ραμόντ. Ο Πικάσο γρήγορα άρχισε να το μετανιώνει. Η παρουσία της τον ερέθιζε σεξουαλικά και ήταν γνωστό πόσο τον διέγειραν τα μικρά κορίτσια. Μέχρι που η Φερνάντ βρήκε κάποια γυμνά σεξουαλικά σκίτσα της Ραμόντ που είχε κάνει ο Πικάσο και την επέστρεψε πίσω στο ορφανοτροφείο. Αυτά είναι γνωστά.
-Ήταν τότε που έπαιρναν ναρκωτικά;
-Τότε. Όλη μέρα δούλευε, κάπνιζε και έπαιρνε ναρκωτικά. Το αποκάλυψε ο ίδιος το 1953 σε μια συζήτησή του με τον Ζαν Κοκτό ,ότι στο «Πλοίο Πλυντήριο» αυτός και οι φίλοι του τρείς φορές την εβδομάδα καπνίζανε όπιο και τις άλλες έπαιρναν αιθέρα, μορφίνη η χασίς. Θυμάμαι ένα περιστατικό λίγο μετά τον πόλεμο.
«Μια μέρα πήγαμε να φάμε με τον Picasso, τη Μαρί Λορ Ντε Νουάιγ και τον Μαξ Ζακόμπ –ήταν το 1944- και ξαφνικά, φτύνοντας πάνω στο τραπέζι, είπε στη Μαρί: «Είσαι το μεγαλύτερο αιδοίο στην καραβέλα, Μαρί Τερέζ!». Τότε συσκεύαζε τα έργα του ο Picasso σε ξύλινα κουτιά, τα οποία έπρεπε να διαφυλαχτούν από τους ναζί και να πάνε στη Νέα Υόρκη, στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνη, που είχε προγραμματιστεί εκείνο τον καιρό μια αναδρομική έκθεσή του. Του άρεσαν οι γυναίκες που ήταν πολύ πιο νέες από αυτόν, σχεδόν μικρά κοριτσάκια, κι ας φάνταζε εκείνη την εποχή σχεδόν σαν πατέρας τους.
Ο Picasso με φώναζε «μετρ» και μου παραπονιόταν για τη ζωγραφική του. Μου έλεγε πως κάθε πινελιά προκαλεί τον θάνατό του.»
Τέλος πάντων πιστεύω πως ένας καλός πίνακας του De Chirico, είναι πιο σημαντικός από όλα τα αριστουργήματα του Πικάσο.
Ο De Chirico ήταν ένας προ- καταστροφικός και μετα- καταστροφικός καλλιτέχνης. Αν όλος ο κόσμος θα καταστραφεί από βόμβες, τότε θα είναι ίδιος σαν τον πίνακα του De Chirico.»

44. Μαριλένα Λιακοπούλου

Νωρίς το μεσημέρι μας είχε τραπέζι στο σπίτι της στο Κολωνάκι η Μαριλένα Λιακοπούλου, ιδιοκτήτρια της Αίθουσας Τέχνης Αθηνών. Η εκτίμηση του Ιόλα στο πρόσωπό της ήταν πολύχρονη. Μιλούσε με σεβασμό και αγάπη για την Μαριλένα πάντα. Του άρεσε σαν άνθρωπος. Σαν παρουσία.
-«Τον Ιόλα τον γνώρισα στην Biennale της Βενετίας το 1964, χρονιά που σηματοδοτήθηκε με την εισβολή της Pop Art στην Ευρώπη. Ήμασταν καλεσμένοι σε μια εντυπωσιακή δεξίωση, στο σπίτι της Guggenheim.
Οι Αμερικάνοι, αποφασισμένοι να πάρουν το έπαθλο- το οποίο τελικά και κέρδισαν- εξασφάλισαν το μεγάλο, για τα ως τότε δεδομένα της Biennale, παραπάνω χώρο, όπου έστησαν εντυπωσιακά την έκθεσή τους. Εκεί γνώρισα τον Αλέξανδρο Ιόλα, μαζί με τον Andy Warhol και τον Wols, οι οποίοι με ξένισαν τότε με την εκκεντρικότητά τους.
Ξαναείδα τον Ιόλα χρόνια αργότερα. Το 1976 πια οργανώσαμε μια έκθεση, στο σημερινό χώρο της γκαλερί, με έργα τα οποία εκείνος μου πρότεινε. Από τότε η σχέση μας δεν περιορίστηκε στο πλαίσιο μιας τυπικής «συνεργασίας».
Είναι ένα συνεχές γλέντι να βρίσκεσαι μαζί του. Είναι ένας άνθρωπος που αγαπάει τη ζωή και τον χαρακτηρίζει η προσωπική και αυθεντική τρέλα μιας καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας που αντανακλάται στα έργα και στην ατμόσφαιρα που κυριαρχεί στο σπίτι του στην Αγία Παρασκευή, ανάλογη- τηρουμένων των αναλογιών- με αυτήν του Λουδοβίκου της Βαυαρίας.
Ο Ιόλας είχε την ευτυχή συγκυρία να ζήσει σε μια εποχή καλλιτεχνικής λάμψης και οικονομικής ευμάρειας, πολλών μεγάλων μητροπόλεων. Μαζί του αισθάνθηκα σαν «την κόρη του ζαχαροπλάστη». Με τροφοδοτούσε αφειδώς με έργα του Max Ernst, Andy Warhol, Les Lalannes, χωρίς δισταγμούς και κωλύματα (αυστηρά συμβόλαια και ασφαλιστικά μέτρα, που και ο ίδιος δεν διέθετε για να απαιτήσει από τους άλλους…) Είναι απλά τέλειος.»

45. Αλέξης Ακριθάκης Κώστας Ταχτσής…

Αργότερα επρόκειτο να συναντήσουμε τον Αλέξη Ακριθάκη, τον οποίο λάτρευε ο Ιόλας. Τον αγαπούσα κι εγώ. Είχαμε γίνει φίλοι. Γνωριστήκαμε το 1984. Ο Ιόλας μου μιλούσε πάντα με πάθος για τον Ακριθάκη. Τον θαύμαζε. Τον πίστευε σαν καλλιτέχνη.
«Είναι από τους πιο γνήσιους καλλιτέχνες που υπάρχουν στην Ελλάδα…» μου είχε πει ο Ιόλας αρκετές φορές.
«Ήταν το 1965 όταν ο Νάνος ο Βαλαωρίτης, ο γνωστός Έλληνας ποιητής, μαζί με τον ποιητή και ζωγράφο Νίκο Εγγονόπουλο με πήγαν στο Γαλλικό Ινστιτούτο να δω ένα νέο ζωγράφο, τον Αλέξη Ακριθάκη. Είδα μια εκπληκτική δουλειά, κάτι σκιτσάκια τόσο δουλεμένα, τόσο υπέροχα. Ήταν κάτι τέμπερες μοναδικές. «Να τον ανεβάσουμε», πρότεινα στον Βαλαωρίτη. Ο Ακριθάκης δεν ήταν εκεί, στην έκθεσή του. Είχε μάθει ότι θα πήγαινα και εξαφανίστηκε. Έμενε τότε στο Βατραχονήσι, κοντά στο Στάδιο, στο ίδιο σπίτι με τον Κώστα Ταχτσή. Ο Αλέξης ήταν ανθυπολοχαγός έφεδρος στις βάσεις του ΝΑΤΟ στη Νάπολη. Έμεινε εκεί γύρω στους δεκαπέντε μήνες και μετά πήγε στο Βερολίνο ως καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών.
«Εν τω μεταξύ είχαν περάσει πέντε ή έξι χρόνια. Εκείνη την εποχή στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Βερολίνου παρουσίαζα μια έκθεση με έργα του Matta, και είχα μαζί μου τον Γιώτη τον Σχινά
Ξαφνικά βλέπω μπροστά μου έναν εκπληκτικό νεαρό, ευγενικό και θρασύ ταυτόχρονα. Ήταν ο Αλέξης Ακριθάκης. Δε μίλαγε καθόλου. Του είπα πόσο μου άρεσε η δουλειά του που είχα δει στο Γαλλικό Ινστιτούτο και έδωσα εντολή αμέσως στον Γιώτη: «Μην τον αφήσεις απ’ τα μάτια σου. Παρ’ τον το βράδυ μαζί σου, βγείτε έξω παρέα». Αυτό και έκαναν. Όλο το βράδυ τρέχανε στα καμπαρέ του Βερολίνου. Ο Γιώτης ήταν ένα πανέξυπνο παιδί από τις Τζιτζιφιές, και είχε αυτή τη μοναδική δύναμη γοητείας που έχουν οι λαϊκοί τύποι, οι οποίοι μπορούν να συνυπάρξουν ακόμα και με πριγκίπισσες.
Την επόμενη μέρα επισκέφτηκα το ατελιέ του Αλέξη στο Βερολίνο. Μα ήταν καταπληκτικά αυτά τα σχέδια, αυτά τα γκρίζα. Κάπου -κάπου μια κόκκινη πινελιά, μια δύναμη που ειλικρινά δεν είχα συναντήσει ούτε στους μεγαλύτερους ζωγράφους. Τα έργα του ήταν καταστροφικά, σε σκότωναν. Τότε λοιπόν του πρότεινα να του κάνω μια έκθεση στη Γενεύη. Έψαξα και βρήκα τον Κώστα Ταχτσή να γράψει ένα κείμενο για τον Αλέξη σε χρόνο ρεκόρ προκειμένου να βγει γρήγορα ο κατάλογος. Εγώ βέβαια ετοίμασα την έκθεση της Γενεύης, αλλά αυτός ο Ταχτσής καθυστερούσε το κείμενο του καταλόγου. Εφτά φορές πληρώθηκε γι’ αυτό το κείμενο, και τελικά το έγραψε μπροστά μου μέσα σε πέντε λεπτά.
«Όταν γνώρισα το Αλέξη ήταν 27 χρονών. Το πρόσωπό του, συνήθως με δύο- τριών ημερών γένια, ήταν χλωμό, τα γαλανά του μάτια ελαφρώς χυμένα μες στις κόγχες τους, τα ξανθιά μαλλιά του κάπως αραιά, το ντύσιμό του ατημέλητο. Κάτω από τη μασχάλη κουβαλούσε συνήθως ένα ντοσιέ.
Τα πρώτα του «αφελή» λίγο –πολύ ρεαλιστικά σχέδια γινόντουσαν όλο και πιο αφηρημένα, όλο και πιο «νοσηρά», κάτι σαν το τοπίο ενός φύλλου ή του ανθρώπινου σπέρματος ή κάποιου βάκιλου κάτω από το μικροσκόπιο.
Με τον Αλέξη γίναμε πολύ φίλοι. Ένα διάστημα μάλιστα έμεινε στο σπίτι μου, σ’ ένα δωμάτιο που δε χρησιμοποιούσα ποτέ. Το κουδούνι της εξώπορτας άρχισε τώρα να χτυπάει με αύξουσα συχνότητα και στις πιο απίθανες ώρες της ημέρας ή της νύχτας. Έμπαινα μέσα νομίζοντας ότι είναι μόνος και τον έβλεπα περιτριγυρισμένο από δέκα τουλάχιστον νέους και νέες, που κάθονταν όπου έβρισκαν. Όπως ακριβώς συνέβαινε στα καφενεία.
Ένα πρωί, τον Απρίλη του ’67, ξυπνήσαμε νωρίτερα απ’ ό, τι συνήθως και σταθήκαμε κι οι δύο στο μπαλκόνι βουβοί μπροστά στο φριχτό θέαμα: στη γωνία του δρόμου ήταν ένα τανκ. Οι εργαζόμενοι κατηφόριζαν με τα πόδια, σαν κουρδισμένοι, προς το κέντρο της πόλης, και στο αντικρινό περίπτερο δεν ήταν κρεμασμένες οι πρωινές εφημερίδες. Τον κοίταξα: και τα δικά του μάτια ήταν βουρκωμένα. Λίγο αργότερα έφυγε, πήγε στο Βερολίνο. Κι όταν, ύστερα από κάμποσο καιρό, ξανάδα τα σχέδιά του πάνω στην γκρίζα διάστικτη επιφάνεια, γεμισμένη τώρα περισσότερο παρά ποτέ από το σίγουρο χέρι ενός καλλιτέχνη, υπήρχε που και που μια κόκκινη πιτσιλιά: κάτι σα λάμψη από έκρηξη βόμβας ή σαν αίμα που ‘τρεξε από το κεφάλι ενός αθώου!»
Ζήτησα από τον Ταχτσή να γράψει ένα βιβλίο, όπου να καταμαρτυρεί τα γεγονότα της γενιάς του. Του πλήρωνα επί δέκα και πλέον χρόνια το μηνιάτικο, να κάτσει και να γράψει για την Ελλάδα που φεύγει, που χάνεται, για τους ανθρώπους που κάποτε δε θα υπάρχουν πια.
Ήταν έξυπνος ο Ταχτσής και είχε καλή πένα, παρ’ όλο που ότι ήταν στρυφνός και πολλές φορές κακός, πολύ κακός με τους ανθρώπους γύρω του. τι να κάνει, ήταν καλλιτέχνης στη γλώσσα και στο γράψιμο. Ύστερα από κάτι χρόνια, μάζεψε κάτι κείμενα τα οποία είχε γράψει κατά καιρούς και μου τα ‘φερε. Ήταν αριστουργήματα. Αργότερα το τύπωσε με τον τίτλο «Η γιαγιά μου η Αθήνα».
Επιτέλους έγινε η έκθεση του Αλέξη στη Γενεύη, η οποία είχε εκπληκτική επιτυχία, αλλά αυτός ήταν μεθυσμένος, ήταν αλλού. Του έβαλα τις φωνές: «Τι έχεις πάθει; Δε βλέπεις την επιτυχία που έχεις; Που βρίσκεσαι;»
Μετά τα εγκαίνια πήγαμε σε ένα ωραίο ρεστοράν, και του ζήτησα ένα τσιγάρο και το κάπνισα. Γύριζαν τα πάντα μέσα μου. Δεν καταλάβαινα που βρισκόμουν , τι έκανα. Μέσα στο τσιγάρο ο Αλέξης είχε βάλει χασίς.»

Ήρθε ο Αλέξης νωρίς το απόγευμα στο σπίτι του Αλέξανδρου Ιόλα. Φορούσε παντελόνι τζίν, φουλάρι και κόκκινο βαμβακερό πουκάμισο. Γούσταρα πολύ σαν τύπο τον Αλέξη γιατί ήταν γεννημένος καλλιτέχνης. Δεν ήταν μόνο όμορφος αλλά και πολύ έξυπνος. Είχε δημιουργήσει έναν ολόδικό του ηθικό δεκάλογο με τον οποίο ξόρκιζε ό, τι τον ενοχλούσε, ό, τι άσχημο άλλαζε την καθημερινότητά του.
Τον Ιόλα τον λάτρευε, γιατί είχε δει πρώτος ότι ήταν μια πράξη καθαρότητας η ζωγραφική του. Ήταν μια πράξη αισθητικής, μα στο βάθος ήταν ηθική, αφού από μικρό παιδί έζησε την αδικία και είχε συνηθίσει να την βλέπει σαν μια πράξη ασχήμιας.
-«Τι ήταν αυτό Αλέξη που σε έκανε να ανακατευτείς με τα χρώματα;»
-«Τα λαϊκά πανηγύρια…»
-«Σου άρεσαν από μικρό τα πανηγύρια;»
-«Το τι ξύλο είχα φάει δε λέγεται. Το έσκαγα από το σπίτι μου αλλά το γούσταρα…»
-«Και η αντίδραση των γονιών σου;»
-«Θέλανε να πάω στο εργοστάσιο που είχαν οι ίδιοι…»
-«Η σχέση σου με το εργοστάσιο ποια ήταν;»
-«Καμία. Το μισούσα.»
-«Και η πρώτη σου επαφή με την Τέχνη;»
-«Όταν έφυγα από το σπίτι μου, πέρασα μια μεγάλη περίοδο στο καφενείο «Βυζάντιο». Ήταν μαζεμένοι όλοι εκεί τότε. Στη πλατεία Κολωνακίου. Εκεί γνώρισα τον Μάνο Χατζηδάκη, τον Μίνω Αργυράκη, τη Μαρία Κάλλας, τον Ωνάση….»
-«Είχες μαλώσει ποτέ με καλλιτέχνες;»
-«Όχι. Γιατί οι καλλιτέχνες δεν είναι κακοί άνθρωποι.»
-«Ποιοι από τους καλλιτέχνες που γνώρισες είχαν χιούμορ;»
-«Χιούμορ είχε ο Μάνος Χατζηδάκης. Ο Κώστας Ταχτσής είχε επικίνδυνο χιούμορ, που σήμαινε ότι δεν ήξερες που βρισκόσουνα αν σε έπιανε στο στόμα του. Ο Γιάννης Τσαρούχης είχε κι αυτός επικίνδυνο χιούμορ. Άσε που με είχε καλέσει μια φορά να φάω σπίτι του, και δεν έφαγα. Σιχάθηκα. Που δεν σιχαίνομαι. Τρώω από κάτω. Πιο βρώμικος άνθρωπος δεν υπήρχε. Πολύ βρώμικος. Αλλά πολύ καθαρός στα χρώματά του…»
-«Τι είναι Τέχνη, Αλέξη;»
-«Δε ξέρω…»
-«Γιατί οι καλλιτέχνες δεν μπορούν να πουν τι είναι Τέχνη;»
-«Δε ξέρω. Ειλικρινά. Μια ανάγκη ζωής είναι. Είναι μια αρρώστια. Δεν θα υπάρξει καλλιτέχνης που να μπορεί να δώσει τον ορισμό της Τέχνης.»
-«Είναι λύτρωση το να είναι κάποιος καλλιτέχνης;»
-«Δε θα το ‘λεγα λύτρωση… Θα το ‘λεγα κατάρα.»
-«Το πληρώνει ακριβά;»
-«Ναι.. ή φθηνά… αν είναι τίποτα…»
-«Είσαι μποέμ;»
-«Ξέρω ‘γω…»
-«Καταραμένος;»
-«Είμαι. Το έγραφα για πολλά χρόνια στο κουδούνι μου στο Παρίσι.»
-«Γιατί δε μιλάς, δε κάνεις συνεντεύξεις, δε κάνεις εκθέσεις συχνά;»
-«Γιατί δεν έχω λόγο να μιλήσω. Για να βγω να μιλήσω πρέπει να βρίζω από το πρωί ως το βράδυ… Έβρισα μια φορά… έβρισα δυο…»
-«Γιατί;»
-«Να τους χέσω γαμώτο. Γιατί σε αναγκάζουν να βρίσεις. Το φέρνουν από εδώ, το φέρνουν από εκεί, τάχα με μια ευγένεια, αλλά σε φέρνουν μέχρι το λαιμό. Αυτοί δε βρίζουν αλλά σε φέρνουν στη θέση να τους βρίσεις. Σε ενοχλούν στα ίσια. Κοντράρεσαι. Η συμπεριφορά τους είναι χυδαία. Σε κοροϊδεύουν. Σε αντιγράφουν. Όταν έχεις κάνει μια ολόκληρη διαδρομή και εσύ έρχεσαι να βάλεις τρικλοποδιά σε μένα, εγώ δεν έχω τι να σου πω. Εγώ δεν έχω πόδι να σου βάλω τρικλοποδιά εκείνη την ώρα, διότι εσύ λειτουργείς με ένα σύστημα από πίσω σου που σε καλύπτει πλήρως και εγώ είμαι ένας φτωχός, ξεβράκωτος καλλιτέχνης.»
-«Έχεις μια τρέλα, Αλέξη»
-«Εγώ έχω τρέλα;»
-«Την τρέλα του καλλιτέχνη, γι’ αυτό σε αγαπώ.»
-«Πάρα πολλές φορές στη ζωή μου, η τρέλα αυτή έχει λειτουργήσει και μου έχει ταράξει το μυαλό…»
-«Θυμάσαι κάτι;»
-«Ναι. Ένα Σάββατο βράδυ, που κάπου πήγαινα στη Ξενοκράτους στο Κολωνάκι και θυμάμαι τις αντιδράσεις των πλουσίων, οι οποίοι με θέλανε και δε με γαμήσανε.»
Ο Ιόλας τραντάχτηκε στα γέλια. Το ίδιο και εγώ. Η Σούλα κράταγε την κοιλιά της και η Φρύνη γαύγιζε κει εκείνη με το ξέσπασμα του γέλιου μας. Αρκετό καιρό μετά έλαβα ένα σημείωμά του.
«Αγαπητέ Νίκο,
Η ψυχική μου κατάσταση είναι στα μαύρα της τα χάλια. Η κοινωνικοπολιτική γύρω μας είναι σαν τα ερείπια ενός μεγάλου σεισμού.. και εγώ μόνος. Έχω κλειστεί στο σπίτι και ζωγραφίζω με τον φόβο ενός ισορροπιστή στο σχοινί του τσίρκου. Γιατί η Τέχνη είναι μια ευθύνη.
Η Τέχνη έχει την δύναμη να ανατρέψει και να κυβερνήσει. Αυτός είναι και ο ρόλος της. Ο ζωγράφος βλέπει πάντα εξωτερικά. Ο καλλιτέχνης βλέπει εσωτερικά- είναι κάτι σαν τη φωτογραφία που αντιστρέφεις το είδωλο.
Η Τέχνη έχει και μια υποχρέωση στον πολιτικό τομέα, αλλά όχι πολιτικά ενταγμένη. Διότι ανήκει σε όλους, ακόμη και σε αυτούς που δεν την καταλαβαίνουν. Τέχνη είναι κάτι το σημερινό και το αέναο. Όσοι έχουν αυτιά, να βλέπουνε και όσοι έχουν μάτια, να ακούνε.
Είναι ξημέρωμα. Έχω κουραστεί και δεν βλέπω- μόνο σκέφτομαι. Πριν πολλά χρόνια στο Μιλάνο, μου είχε πει ο Ιόλας… «Ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι τυφλός…».
Νίκο σε φιλώ,
Αλέξης

αυριο η συνέχεια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου