Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

Ολβία Παπαηλίου, Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό έβδομο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό έβδομο)



Πώς άραγε να είναι ο πρώτος χρόνος μιας ζωής σε σπίτι με καθρέφτες καλυμένους; Η Γαρδενία μεγάλωνε σαν κάπως παραμάσχαλη της νεαρής της Κεριμέ, που κάποτε να ήτανε γλυκιά - κι άλλοτε, από την εξάντληση γινότανε μία Τουρκιάν Σοράι και δάγκανε με πίκρα τα σουφρωτά χειλάκια της - είχε πολλές δουλειές, να μη μπορεί ούτε καλώς να κοιμηθεί από του βρέφους κάποιους κολικούς και κλαψονιαουρίσματα - κι αμέ μετά που θα εβγάζε δόντια; Αλλά, όταν την κοίταζε με τα πηγαδομάτια του σαν τις σοκολατένικες ελίτσες - αχ, να χαρώ το, που τότε είναι για το ρούφηγμα! Όσο για το μωρό, τί να γνωρίζουμε να πούμε; Ότι φαινότανε καλό κι όλο καλόχαρο, και ότι έλεγε κι εκείνη η μαγεροΜαριγώ πως - η άσημμ' στην κούνια είν όμορφη στη ρούγα, μηδές και θα ΄καφτε καρδιές! Κι ήτονα σα ζωγραφιστό, το ξάπλωγες και έκλεινε τα κοντηλογραμμένα βλεφαρίδια, κι άμα το σήκωνες - τ' άνοιγε πάλε, σαν την ανατολή! Όμως, δεν είχε μια γλώσσα μητρική, παρά και πόσες! Τα τραγουδάκια που τα άκουγε εντός από τη μάνα του όταν ακόμα ασχημάτιστο ψαράκι την κολυμπούσε και πώς άκουγε το αίμα της και τους ήχους της τους θαλασσινούς, κι ύστερα, πρώτα του επί γης ακούσματα ήτον οι λέξεις που φαινόταν πως ετονίζοντο στη λήγουσα γιαβρούμ, μπαμπά, χαλά, αμτζά - αμπλά - εδώ έδειχνε η Κεριμέ τον εαυτό της - κι έπειτα: Αν-νέ, σενί σεβιόρουμ, Μάνα μου, σ' αγαπώ... Μια γλώσσα που εν τω καιρώ θα θέλει ήτο ξένη. Έτσι, θα ήντονα η Γαρδένια πάντοτε συνεπής ως προς τη μητρική επιθυμία περί καταγωγής της, θα σχηματίζετο το πλέκι της ζωής της ως Σιμπολέθ, σα μια άγνωστη λέξη για να τη δένει και πολλαπλώς Γιαρντίνα κόρη ρέουσα του Ιορδάνη (Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό, κάθεται η Κυρά μας η Παναγιά. Σπάργανα βαστάει, κερί κρατεί και για τ' ορφανό της παρακαλεί) - κι έτσι μεγάλωνε το κοριτσάκι εν μέσω των τονικοτήτων και των προφορών, και μεταξύ των Γιλεαδιτών και Εφραιμήτων - Αφέτε να περάσω, θα έλεγε στους Εφραιμήτες και θα τη σκότωναν ως ήτο Γιλεάδισσα - και με τους Γιλεαδίτες να βρίσκετο ανεστημένη - θα την πετροβολούσανε νεκρή ως Εφραιμίτισσα. Μα σταναμεταξύ, της τραγουδούσε η Κεριμέ, Παμούκταν κάλμπιν σολμαντάν, χαγιάτ γιουζούνε βουρμαντάν - το νάνι-νάνι το σοφό που έλεγε τις άγριες αλήθειες: Πρωτού η καρδούλα από μπαμπάκι σου ξεφτίσει, πριν η ζωή απέναντι σε στήσει... Γιατί άραγε ήτον αφημένο εκείνο το παιδάκι στα χέρια και στις άγριες αγάπες και στις παραπονέσες της καντίν της Κεριμέ; Δεν είχε και τη θεία του, από τον πατερούλη του - τη Χαλά Ευταξία - σα να το πούμε; Καλά, πως ο μπαμπάς του ήτον σε θέση δύσκολη, μα πώς και πέρναγε η Ευταξία να ακούγει τέτοια τα νανουρίσματα, και να μην το ηπαίρνει το βρέφος, να το έβαζε της αγκαλιάς, να το κοιμίσκε και στην κάμαρή της με τις κότες, να το ξυπνά με τους κορυδαλούς; Μαθές, η Ευταξία πόσο ανταριάστηκε όταν μια ώρα ανύποπτη και μάλιστα κακή και ήτον κρύα - ν΄ακούσει ότι το αεροβαπτισμένο μίλησε, και τί η λέξη ήτον; Αν-νέ! Αν-νέ, λες και δεν είχε μάνα, μάλιστα τι! Αντί να πει μμμμμακαιμμμαμαμα - ένα ψέλισμα τραύλισμα, μια φωνοτακτική, να πει ακούς Αν-νέ! Και στάθει αποσβολωμένη κι επερίμενε, μαθές - αλίμονο! Σε λίγο να ειπεί τη δούλα μας αμπλά και αδερφή της τη μεγαλύτερη - άντε, δε λέγω, όλοι ίσοι να είμαστε στον κόσμο - και δεν ήτανε κι η Ευταξώ καμμιά περίτρανη - αλλά να γίνουμε όλοι μας ένα σόγι - κάτσε αυτό δεν ήτονα πρεπό, τόσοι οι μήνες να περνούν και η ανηψούδα της να απολείπεται μια μάνα! Και πού, μαρή, θα καθρεφτίσειται το μούτρο της; Τα έβαλε γενναία η Αειπάρθενος με το δικό της είδωλο - ήρθε η μέρα να τραβήξουν οι κουρτίνες, να μπει ο ήλιος, να έρθετε να μάσετε τα κρέπια - έξω ο ήλιος κι εμείς όπως γινούμε σαν το χλωμολέμονο! Και να ηπάγετε να καθαρίσκετε την κάμαρη από δεξά της εδικής μου, ναι, μάλιστα εκείνηνα που φύλαε η Ωραία μας τα ρούχα της και τα μυρωδικά της, εκεί να αφήκετε ότι χαρούμενο που είχεται της κατοχής της, αμέ να πάμε να τα ξεσυνάξωμε μαζί. Εσύ, την καθαρίστρα, και το σάρωθρο. Εσύ, να κάμεις τα τζαμένια. Εσύ, να τρέξε και να ηφέρεις τις βελέτζες, εσύ τα πανωκατωσέντουνα και τη μικρή κουνίτσα, τα τριανταφυλλιά καπιτονέ, τρία ανθογυάλια να σταθεί η τρυφερότητα, δυο λάμπες (μια με το ηλεκτρικό και μια του πετρελαίου - αν έχωμε και μία της θυέλλης, να φερε την κι αυτήν). Και να της φτιάχνατε εξέρατε κοκκώνα, με τα πανάκια και σαν παραγεμισμένη με τα κουρέλια. Θε μου ντροπή, που είχε το παιδάκι ούτε παιχνίδι, παρά να παίζει με τους ίσκιους και τα σχεδιακά της αντηλιάς! Αλλά, να μην τη λένε Ευταξία! Αυριο κιόλας, αύριο ακριβώς - να τρέξει και να παραγγείλει κούκλα ντυμένη με τους φραμπαλάδες, να τηνε ακουμπήσει και με τα πόδια ανοιχτά στο ονταδάκι, να περιμένει το κουκλί να μεγαλώσει η κούκλα η πραγματική - ωχού κι αν έμοιαζε στη μάνα της, σπίτια που θα εκλείσει! Ούτε και να πηγαίνει εις το παρχάρι και στην αγορά, να μη μας την εκλέψουν! Αλλά, σε λέγω, μια ξανθή, μια καστανή και μια μαυρομαλούσα, να έχει να διαλέγει πώς θα τις παίξει, μα και να μη με λένε Ευταξώ! Και αρκετά, Κερά μου (είπε στου εαυτού το κάτοπτρο, τραβώντας μανικά ένα κρεπάκι που σαν ακόμα άθιχτο σκέπαζε χρυσοβάλαντο καθρέφτη). Αυτή, και θα την μάθω να ιππεύγει, και θα της πάρουμε και ένα αρκουδάκι να μη φοβείται τα αγρίμια από μικιό. Το αρκουδάκι Τέντη, να της φυλά τα όνειρα. Ακούς εκεί, Αν-νέ! Τι είναι το παιδάκι μας, τουρκοσπορίτικο; Ακούς - ούγιου γιαβρούμούγιου, μπουντούν΄για ντίπσιζ μπιρ κουγιού - ούγιου μέλεκ ούγιου, μπουντούν΄για ντίπσιζ μπιρ κουγιού - κοιμήσου το μωράκι μου κι είν ο ντουνιάς η άββυσο, κοιμήσου αγγελουδάκι μου κι άβυσσος είν΄η πλάση! Ακούτε λόγια, λες και δεν υπήρχε ο θεός, κι η Παναγία με το μέγα έλεός της να του κρατάει τέτοιου αγγελοπρόσωπου τα ρουχαλάκια του να του τα πλέγει μέσα στο Γιορδάνη - θέ μου και φύλαε το στόμα μου, μην πιάκω και να τον ανοίξω - αβυσσοχασιδιάρικοι κι αμαρτωλοί του κόσμου! Αμέσως, δίπλα από την κάμαρή μου, και να εβγάλετε την πόρτα από το μεντεσέ, ξαπαρταλώστε την και άμα δε μπορείτε, να φωναχτεί ο ξυλουργός ο Ιωακείμ, ο Ζεβεδαίος αμέσως τώρα. Και να μου βγάλετε τη Νάζλη και να τηνε καπιστρώσετε, διότι έχουμε κι ένα κορίτσι να το μεγαλώσουμε, όχι μονάχα να το νανουρίζομε. Και να μου φέρετε το φωνογράφο στο κρεβατάκι της απέ τα δίπλα, να τηνε εκοιμίζομε μ΄ωραίες μουσικές τρίτου προγράμματος, αλοίμονο στη μοίρα της, να έχει λέμε κάτι να το θυμάται, όταν οι μέρες της θα φέρουν δυσκολίες. Νεσούν ντόρμα, ω Πριντσιπέσσα - σ' αυτό το σπίτι, έχω αναλάβει τώρα εγώ, ουδείς δε θα κοιμάται και θα σταθείτε όλοι σούζα, αυτό το κοριτσούδι θα έχει ότι και δεν εδέησε η μάνα της. Κι άμα θα λέει πηδήχτε, θα πηδάτε - κι άμα θα λέει να πάτε να πνιγείτε, και όλοι σας στο φούντο, ή αλλιώς να μη με λένε Ευταξία - θα σας γανώσω τον αδόξαστο που θέτε να την κάνετε τουρκάλα. Όχι, καντίνες μου, αυτή, θα τηνε κάνω Βαλιντέ, μην είναι κι απ΄τα ίδια μου τα χέρια, η γελαστή Χιουρρέμ αυτοπροσώπως θα είναι, δε θα μου το μαραζώσετε με τα λυπητερά σας, ή μή - να πάω να φορέσκω γιαταγάνι και να αρχίσκω να ηπαίρνω κεφαλές - να δούμε ποιός θε να λακίσει τότες πρώτος. Και πήρε απ΄τα δίπλα την καημένη την Κεριμέ όπου είχε κερώσει, και της ομίλησε γλυκύτατα - ότι καλά κι έκανε κι εφρόντισε το αρφανό, κι ότι βεβαίως, και η Αν-νέ της ήταν, κι η μάνα της, κι ότι η Γαρδενία είχε ανάγκη από μια αμπλά, μια μεγαλύτερη αδέλφιδα. Αλλά, ήτο η ώρα τώρα να αναλάβει τα γκέμια τα πεσμένα η Ευταξία, να οδηγήσει το ασκέρι με χέρι σταθερό - κι ότι σ΄αυτήν την Κεριμέ -βεβαίως πώς - απέβλεπε, όπως τηνε βοηθήσει, αλλιώς μην πήγαινε όλο το κράτος άπατο, ακούς εκεί, να λέει η μαγέρισσα την ανηψούδα της Κεράς - να τηνε λέει άσκημη - ήτανε λόγια τα αυτά για να ακούγονται; Κι η Κεριμέ, την είδε και την παραδέχτηκε, ήξερε η Κερά ετούτη τα άλλα κόλπα, άλλες τις φωνές από την άλλη, την ψυχομάνα της τη μακαρίτισσα που τραγουδούσε τέτοια όμορφα νανί για νανουρίσματα - αλλά, ωχού! Ετουτη δώ, ωχ Φατιμέ Σουλτάνα! Ήτον αυτή σαν του Προφήτη την προφητεία τη σκοτεινότερη - έπεσε η Κεριμέ στα γόνατα και δόξασε το μεγαλείο όπου κι αν το εγνώρισε, έπεσε και εδώ στην Αειπάρθενο που ήξερε τόσο να έχει επιβάλλον!

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013


Η Ευταξία όταν ξαναπήρε το χαλινό - και πριν να ξεκινήσει για το εμπορικό του Kεχαγιά που ήφερνε κούκλες ωραίες από τη Λόντρα και την Αγία Πετρούπολη.
28 Νοεμβρίου 2013 στις 1:43 π.μ.

Αλεξάνδρου Ιόλα:" Η Ζωή μου" απο τον Νίκο Σταθούλη

Αλεξάνδρου Ιόλα:" Η Ζωή μου"
απο τον Νίκο Σταθούλη
Συνέχεια διαδικτυακης δημοσίευσης της βιογραφίας του Αλέξανδρου Ιόλα η οποία κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις "Οδός Πανός"
Σε στιγμές κρίσης δεν αξίζει να δίνετε 18 ευρώ να το αγοράσετε και ο συγγραφέας να μη παίρνει γρόσι.
Η τέχνη για να είναι για όλο τον κόσμο, πρέπει να είναι ΔΩΡΕΑΝ!!!
Για να γίνει κτήμα περισσότερων χρηστών εντελώς δωρεαν ΔΙΑΔΩΣΤΕ το...με απλά λόγια ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΤΕ το...

Συνέχεια δημοσίευσης.

Είχε σχεδόν μεσημεριάσει. Σε λίγη ώρα στο Palazzo, θα πραγματοποιούνταν η συνέντευξη Τύπου και ο Warhol τουλάχιστον έπρεπε να είναι εκεί. Ο Ιόλας μας παρότρυνε να πάμε.
Φύγαμε για την press conference. Αυτό δεν το είχα ξαναδεί. Κάμερες στημένες δεξιά την αίθουσα συνέντευξης. Δημοσιογράφοι και φωτογράφοι από όλο τον κόσμο. Όλοι οι τηλεοπτικοί σταθμοί ήταν εκεί. Κριτικοί Τέχνης, επιμελητές, καλλιτέχνες, συλλέκτες. Όλοι ήταν εκεί. Το ενδιαφέρον ήταν παγκόσμιο και δικαίως το Μιλάνο ήταν στολισμένο. Ήταν καλλιτεχνικό γεγονός.
Την επόμενη μέρα, τα εγκαίνια της έκθεσης, έχουν προκαλέσει σεισμό. Από όλους τους κεντρικούς δρόμους, ένα ρεύμα ανθρώπων κατευθυνόταν στο Palazzo Stelline.Ήταν τόσο πολύς ο κόσμος, που δεν χωρούσε μέσα στο κτήριο. Ο δρόμος έξω από το Palazzo ήταν γεμάτος. Μας ενημέρωσαν ότι η έκθεση θα έχει πάνω από 5.000 επισκέπτες.
Ο Andy Warhol υπέγραφε ασταμάτητα τις αφίσες και τους καταλόγους των θαυμαστών του. Άλλοι έφερναν μαζί τους κονσέρβες Campbell’s να τις υπογράψει. Πόσο κρίμα που δεν ήταν παρών ο Αλέξανδρος Ιόλας.
Αργά το βράδυ, στη σουίτα του, δεν ήθελε να κοιμηθεί… Ήμασταν όλοι εκεί και ζητούσε συνέχεια να του εξιστορήσουμε, ό, τι ζήσαμε στην έκθεση…
Την επόμενη μέρα το πρωί, Πέμπτη 22 Ιανουαρίου, πήγαμε με τον Ιόλα στο σπίτι του Ντίνο Φραντζίν, ο οποίος θα κανόνιζε ό, τι είχε να κάνει με την επιστροφή του Ιόλα στην Ελλάδα και του είχε διαθέσει οδηγό και αυτοκίνητο για να τον πηγαινοφέρνει στο ξενοδοχείο.
Εντωμεταξύ, πληροφορίες έφθαναν από την εταιρία, η οποία είχε στείλει ένα ακόμα εξώδικο στο Μακεδονικό Μουσείο στη Θεσσαλονίκη, στο οποίο ο Ιόλας είχε δανείσει κάποια έργα του Μatta, για μία έκθεση. Ακόμα, πληροφορίες ανέφεραν ότι ο «Μυστικός Δείπνος» είχε δεσμευτεί από κάποιους συλλέκτες.
Ο Ιόλας τα είχε χαμένα. Δεν ήξερε τι πραγματικά συμβαίνει. Επικοινώνησε με τον δικηγόρο του Αλέξανδρο Λυκουρέζο, εξιστορώντας του ό, τι είχε συμβεί. Μου ζήτησε να βρω ένα αντίγραφο του εξώδικου, προκειμένου να αναζητήσει τα στοιχεία της εταιρίας. Μου είπε ακόμα, ότι έπρεπε να γυρίσει το συντομότερο δυνατόν στην Ελλάδα.
Οι επόμενες μέρες ήταν οδυνηρές για τον ίδιο. Διάβαζε τις Ιταλικές εφημερίδες και ήταν πικραμένος που δεν βρισκόταν εκεί, στα εγκαίνια, τα οποία φιλοξενούσαν με τρόπο διθυραμβικό στις σελίδες τους. Το απολάμβανε μεν, αλλά ήταν πικραμένος που δεν ήταν παρών, στο μεγαλύτερο στοίχημά του.
Πονούσε πολύ. Πονούσε σε όλο του το σώμα. Οι δυνάμεις του, τον είχαν, σχεδόν, εγκαταλείψει. Είχε αδυνατίσει πολύ. Δεν τον ενδιέφερε να προσέξει τον εαυτό του. Δεν πλενόταν. Δεν ξυριζόταν. Φόραγε όλο τα ίδια ρούχα.
Λίγο πριν αναχωρήσουμε για την Αθήνα, το απόγευμα της Πέμπτης, έφτασε η Λίζα Σωτήλη, στο νοσοκομείο, αρκετά θυμωμένη. Οι φωνές της ακούγονταν σε όλο τον όροφο. Έβριζε στα Ιταλικά τον Ιόλα, ο οποίος ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του. Ξαφνικά ο Ιόλα της έβαλε τις φωνές: «Όχι, δε έχεις κανένα δικαίωμα εσύ να οργανώσεις την έκθεση του Μάτα. Αυτά είναι δικά σου. Καμιά εταιρία δεν έφτιαξα εγώ.»
Είχα καταλάβει. Η εταιρία είχε συστηθεί από την Λίζα Σωτήλη.
Η επιστροφή στην Αθήνα ήταν επεισοδιακή! Στο αεροπλάνο, κοιμόταν. Δεν έφαγε τίποτα. Η κατάσταση του είχε χειροτερεύσει. Όταν φτάσαμε στο σπίτι του, η αδερφή του, Νίκη Στάιφελ, ήταν εκεί.
-«Πως κατάντησε έτσι ο αδερφός μου;!» φώναζε. «Τι του κάνατε; Τι χάλια είναι αυτά;!» τσίριζε και ήθελε να μάθει με κάθε λεπτομέρεια τι συνέβη στο Μιλάνο.
Την επόμενη μέρα, η πρώτη του κίνηση, ήταν να επικοινωνήσει με τον Αλέξανδρο Λυκουρέζο, προκειμένου η εταιρία να διαλυθεί. Λίγες μέρες μετά, στις 29 Φεβρουαρίου, έστειλε προς «κάθε δικαστήριο και κάθε αρχή» εξώδικη δήλωση πρόσκληση, η οποία ανέφερε τα εξής: «Δηλώνω ρητά την αντίθεσή μου, στην χρησιμοποίηση του, παγκόσμια γνωστού, ονόματός μου και σας καλώ να προβείτε, πάραυτα, στην αφαίρεση του ονόματός μου από την εταιρική επωνυμία και τον διακριτικό σας τίτλο και να απέχετε από οποιαδήποτε χρησιμοποίησή του, αποσύροντας από την κυκλοφορία του οποιοδήποτε έντυπο υλικό και ανακαλώντας ή τροποποιώντας, οποιαδήποτε εμπορική συναλλαγή που έχει γίνει μέχρι σήμερα, με την εταιρική σας επωνυμία και τον διακριτικό τίτλο που φέρει το όνομά μου.»
Μετά την διάλυση της εταιρίας, φαινόταν πιο ήρεμος, ωστόσο ή κατάσταση του χειροτέρευε. Η Νίκη Στάιφελ, δεν τον άφηνε μόνο, σχεδόν ποτέ. Όλο έβρισκε μια αφορμή να βρίσκεται στο σπίτι, κάτι που τον ενοχλούσε πολύ, αλλά δεν μπορούσε να της το πει γιατί θα γινόταν έξαλλη.
Μια μέρα πριν, την Τετάρτη 28 Ιανουαρίου ήρθε ο Κωνσταντίνος Καρπίδας, συλλέκτης και φίλος του. Σε λίγο άρχισαν να τσακώνονται με τον Ιόλα και οι φωνές τους ακούγονταν σχεδόν, έξω από το σπίτι.
«Είσαι μια μεγαλοφυΐα κατεστραμμένη. Έπρεπε να σε αφήσω να σε κλείσουν μέσα, να δούμε τι θα έκανες. Τα αρχαία που μου είχες δώσει, δεν έπρεπε να στα δώσω πίσω. Σου το έχω πει εκατό φορές: προφυλάξου από την Μανίτα και τον Σταθούλη. Στο δικαστήριο που έπρεπε να ήσουν, δεν ήσουνα. Έτρεχες στο Μιλάνο. Ήταν μιλημένος ο δικαστής, Ιόλα. Ο υπουργός Εξωτερικών , ο Κάρολος Παπούλιας, είναι φίλος μου. Θα σε προστατέψει. Πρέπει να καταλάβεις κάποια πράγματα. Τα αρχαία που θα στείλεις στον Warhol, θα τα πάρω εγώ και θα σου δώσω 500.000 δολάρια. Μη μιλάς για τον «Μυστικό Δείπνο». Τι ξέρουν μωρέ οι Έλληνες; Αυτοί είναι βλάκες. Βρίζε τους, μα μη μιλάς.»
Δεν πίστευα στα αφτιά μου. Κατευθύνθηκα στο υπνοδωμάτιο του και βρήκα τον Ντίνο Καρπίδα να βρίζει τον, ξαπλωμένο στο ανάκλιντρο του, Ιόλα, ενώ παρόντες ήταν ο δικηγόρος Κώστας Αλαβάνος και ο Λάζαρος. Μόλις με είδε ο Ιόλας, μου είπε να περάσω έξω, σε πολύ έντονο ύφος.
Έφυγα από την Αγία Παρασκευή προβληματισμένος. Μόλις είχα αρχίσει να καταλαβαίνω ότι γύρω του είχε στηθεί ένας ιστός που δύσκολα θα μπορούσε να ξεμπλέξει.
Το ίδιο βράδυ, με πήρε στο τηλέφωνο και μου ζήτησε συγνώμη για την συμπεριφορά του, λέγοντάς μου: «Αύριο, θα έχουμε εδώ στο σπίτι, ένα συμβούλιο. Θέλω να είσαι και εσύ εδώ.»
Την επόμενη μέρα το μεσημέρι, τους βρήκα όλου στο υπνοδωμάτιό του. Ήθελε να βάλει τάξη στις εκκρεμότητές του. Πλήρωσε το Ι.Κ.Α. της Σούλας, έδωσε στα παιδιά, σχέδια από το «Μυστικό Δείπνο», τακτοποίησε διάφορες οικονομικές εκκρεμότητες που είχε και συμφιλίωσε τον Γιώργο και τον Λάζαρο, οι οποίοι ήταν τσακωμένοι.
Όταν η κουβέντα έφτασε στην εταιρία, ο Ιόλας γύρισε προς το μέρος μου και με στεντόρεια φωνή μου λέει: «Εσύ φταις! Δεν έπρεπε να μάθει τίποτα η Νίκη! Από την στιγμή που της είπες για την εταιρία, έχει λυσσάξει.»
Τσακωθήκαμε για πρώτη φορά, σε τέτοιο βαθμό. Του φώναξα ότι ήταν «έρμαιο της αυλής του» και ότι ποτέ δεν φανταζόμουνα ότι θα έφτανε σε αυτήν την κατάντια.
-«Δεν έχεις αντιληφθεί ότι μέρα με τη μέρα αυτοκτονείς; Είσαι άρρωστος. Έχεις AIDS και αντί να προσέχεις τον εαυτό σου, τον εγκαταλείπεις. Η Νίκη σε απειλεί, ο Καρπίδας σε απειλεί. Σε τρώνε. Τρώνε τις σάρκες σου, όπως τις τρως και εσύ. Και το μόνο που κάνεις είναι να βρίζεις τον τόπο που έλεγες πως αγαπάς. Θα σε φάει η αυλή σου. Οι δικοί σου άνθρωποι. Η οικογένειά σου, πριν σε ξεσκίσουν οι Έλληνες.»
Χίμηξε πάνω μου. Ο Γιώργος και ο Λάζαρος δεν πίστευαν στα μάτια τους. Τον έσπρωξα στο κρεβάτι. Σηκώθηκα και έφυγα, λέγοντας του ότι δεν πρόκειται να ξαναπατήσω ποτέ εκεί. Ο Ιόλας άρχιζε να φωνάζει: «Μη φεύγεις. Γύρνα πίσω. Μη φεύγεις.»
Στη έξοδό μου από το σπίτι, στο κήπο του σπιτιού του, συνάντησα τον Κώστα Πανιάρα, ο οποίος με είδε ταραγμένο. Έμεινε εμβρόντητος. Όταν του εξιστόρησα τι συνέβη, μου λέει: «Μη φεύγεις από κοντά του. Σε έχει ανάγκη. Σ’ αγαπάει. Μου έχει πει τα καλύτερα λόγια. Μη φεύγεις, ξανασκέψου το.»
Την Παρασκευή 30 Ιανουαρίου, στις 11 το βράδυ, η φωνή της Νίκη Στάιφελ, στο τηλέφωνο, ακούστηκε απελπισμένη.
-«Μην τον αφήσεις μόνο του… Είσαι ο μόνος που εμπιστεύεται… Η ζωή του είναι στα χέρια σου. Είναι απίστευτα ταραγμένος, αφότου έφυγες. Σου ζητώ εγώ συγνώμη για την συμπεριφορά του. Δεν ήθελε να σε προσβάλει.»
Δεν έκλεινε το τηλέφωνο η Νίκη. Είχα πάρει την απόφασή μου. Μόνο όταν της είπα ότι θα το ξανασκεφτώ, ηρέμησε και με καληνύχτισε.
Το επόμενο πρωί, μόλις που είχε ξημερώσει, χτύπησε το τηλέφωνο ξανά.
-«Νίκο, Καλημέρα. Ιόλας. Απόψε το βράδυ θέλω να πάμε στο σπίτι του Σπύρου Μερκούρη. Συγνώμη για χθες. Δεν μπορώ να μιλήσω άλλο από το τηλέφωνο γιατί το παρακολουθούν. Σε παρακαλώ έλα στις 5 το απόγευμα.» και έκλεισε το τηλέφωνο.
Στις 5 το απόγευμα, ακριβώς, ήμουν εκεί. Εκεί ήταν και η Νίκη Στάιφελ, η οποία με το που με βλέπει, μου λέει, ψιθυριστά: «Σε ευχαριστώ που ήρθες.». Ο Ιόλας προσποιήθηκε πως δεν άκουσε τίποτα και μου είπε ότι η Νίκη θα μας έδινε το αυτοκίνητό της, για να πάμε στον Σπύρο Μερκούρη. Μόλις έφυγε η Νίκη, προκειμένου να στείλει με την Φιλιπινέζα της, τα κλειδιά του αυτοκινήτου της, είπα στον Ιόλα για την απίστευτη προχθεσινή του συμπεριφορά. Του έδειξα τα χέρια μου, τα οποία ήταν γεμάτα πληγές από τις γρατζουνιές του.
-«Απέδειξες την αλήθεια! Κι όταν αποδεικνύεις την αλήθεια, κάνεις κακό. Δεν έπρεπε να μάθει τίποτα η Νίκη. Είμαι αυτός που είμαι. Αντέχεις; Δεν έχεις δικαίωμα να μην αντέξεις. Υπολογίζω σε σένα.»
Ήταν μια συγκλονιστική στιγμή ευφυΐας ή ηρεμίας, αυτής της μοναδικής προσωπικότητας. Έβλεπα μπροστά μου τον Μέγα Αλέξανδρο της Τέχνης, ανήμπορο να αντιμετωπίσει τα προβλήματά του. Ήταν ο ίδιος ένα μυστήριο, το οποίο το καλλιεργούσε. Έφτιαχνε κάθε φορά τη ζωή του και ανακατασκεύαζε το μύθο του, αναλόγως με τα συμφέροντά του. Έβλεπα μπροστά μου ένα άστατο τύπο, ο οποίος, όμως, έκρυβε κάτι από το αινιγματικό μεγαλείο της Σφίγγας. Είχε, όμως, και την απροσδιόριστη αίσθηση του παραλογισμού.
Κυνικός. Αδίστακτος. Σνομπ. Υπερόπτης. Κακομαθημένος. Ματαιόδοξος. Γεμάτος προκαταλήψεις. Πετυχημένος. Προικισμένος. Διορατικός. Τολμηρός. Γενναιόδωρος. Έξυπνος. Πληθωρικός. Γοητευτικός. Μια προσωπικότητα που ξεκινούσε από το μεγαλειώδες και έφτανε στο κιτς.
Ξαφνικά, διέκοψε τις σκέψεις μου και ακουμπώντας το χέρι του στον ώμο μου, μου είπε με αποκαρδιωτικό ύφος: «Με διασύρανε με τον χειρότερο τρόπο. Επιτέθηκαν με τον χειρότερο τρόπο στην προσωπική μου ζωή. Δεν έχω φίλους. Είμαι μόνος. Μόνο τα αγάλματα έχω τα σκυλιά μου και τα έργα Τέχνης. Να αυτά μου μείνανε. Μη φύγεις.»
Το απόγευμα κατέβασα τον Ιόλα στην Αθήνα, προκειμένου να πάει στο σπίτι Του Σπύρου Μερκούρη που βρισκόταν στην οδό Τσακάλωφ, λίγα μέτρα από την Πλατεία Κολωνακίου. Δεν ήθελα να ανέβω μαζί του επάνω στο σπίτι. Ήθελα να μείνω μόνος μου… Κανονίσαμε στις 8 το απόγευμα, να χτυπήσω το κουδούνι και να ανέβω πάνω να τον πάρω. Έτσι κι έγινε. Στην επιστροφή προς την Αγία Παρασκευή ήταν ταραγμένος. Δε γνωρίζω τι του είχε πει ο Σπύρος Μερκούρης και τον είχε ταράξει τόσο πολύ.
-«Ιόλα, είστε τρομαγμένος. Τι συνέβη;» τον ρώτησα.
-«Ανησυχώ Νίκο. Τα νέα δεν είναι καλά». Ξαφνικά, σταμάτησε να μιλάει. Κοιτούσε έξω από το παράθυρο, στη Μεσογείων. «Είναι περίεργη αυτή η νύχτα! « μου είπε, παροτρύνοντάς με να κοιτάξω έξω. Εντελώς ξαφνικά, έβαλε τα χέρια του στα χέρια μου, που κρατούσαν το τιμόνι και το τράβηξε προς το μέρος του. Το αυτοκίνητο έχασε την πορεία του.
-«Ιόλα, τι κάνεις;!» φώναξα. Τελικά το αυτοκίνητο έπεσε πάνω σε ένα άλλο, ενός αστυνομικού, προκαλώντας καραμπόλα τριών αυτοκινήτων. Ο ίδιος είχε χτυπήσει από τα τζάμια του αυτοκινήτου. Είχε σπάσει το παρμπρίζ. Είχε αιμορραγία.
«Πάμε σπίτι αμέσως. Όχι νοσοκομείο. Πάμε σπίτι. Κι ας είναι έτσι το αυτοκίνητο.»
Δεν άντεχα άλλο. Η ζωή του ήταν ένα ατελείωτο θέαμα. Μια συνεχής πρόκληση. Τι του ήρθε να μου πάρει τα χέρια από το τιμόνι. Τι είχε στο μυαλό του. Ο ίδιος αιμορραγούσε στο πρόσωπο. Τι να έκανα; Ήξερα ότι έχει AIDS, το ήξερε και ο ίδιος. Δε μιλούσε.
Επιστρέψαμε στο σπίτι και με οξυζενέ του ξέπλυνα τα τραύματα. Ευτυχώς, δεν είχαν καρφωθεί τα γυαλιά στο πρόσωπό του. Ήταν απλά γδαρσίματα και ένα τραύμα πάνω από το δεξί του μάτι, χτύπημα από τη δεξιά κολώνα του αυτοκινήτου στο τρακάρισμα. Αυτή η πληγή, επί μέρες, δεν έλεγε να κλείσει. Οι μέρες, εντωμεταξύ, περνούσαν τόσο γρήγορα.
-«Τι θα κάνετε με τον «Μυστικό Δείπνο» τον ρώτησα ένα απόγευμα στο σπίτι.
-«Θα τον χαρίσω!» μου απάντησε.
-«Που;!» ρώτησα ξανά, με έκπληξη.
-«Η Τέχνη είναι για να χαρίζεται. Τέρμα το εμπόριο!» μου είπε με αποφασιστικό τόνο. «Αγαπάς την Τέχνη; Την πληρώνεις, την παρουσιάζεις και την χαρίζεις… Αυτά τα «πλυντήρια» με τις αγοραπωλησίες. Τέλος!» είπε και ήταν η πρώτη φορά που ήταν τόσο ξεκάθαρος στο τι εννοούσε όταν έλεγε, αντιγκαλερί. «Η αξία ενός έργου Τέχνης, μετριέται με τις δεκαετίες και όχι από τις ετικέτες της τελευταίας στιγμής. Μια μεγαλοφυΐα προχωράει μπροστά, αψηφώντας δημόσιες σχέσεις, μόδες και δημοσιότητες.»
Τώρα κατάλαβα γιατί έλεγε: «Είμαι γκαλερίστας, όχι έμπορος. Βοηθώ μόνο τους πλούσιους να συγκροτήσουν τις συλλογές τους». Μισούσε τη λέξη έμπορος και όταν τον ρωτούσες για την τύχη της ανεκτίμητης συλλεκτικής περιουσίας του, απαντούσε: «Θα τη χαρίσω στους φίλους μου και στο κράτος!.»
Τη Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 1987, έφθασε στην Ελλάδα μια συγγενής του από την Βραζιλία, με το όνομα Σταυρούλα, ειδοποιημένη από την αδερφή του τη Νίκη και ανέλαβε υπηρεσία στο σπίτι της Αγίας Παρασκευής.
Είχε εγκατασταθεί στο υπνοδωμάτιό του, σε μια πολυθρόνα, δίπλα από το κρεβάτι του και έλεγχε τα τηλεφωνήματά του, τις συναντήσεις του, τις εξόδους του από το σπίτι, οι οποίες, φυσικά, είχαν ελαττωθεί.
Την Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου, με κάλεσε στο σπίτι του, να μιλήσουμε για το βιβλίο και να μου παραδώσει ένα πρόσθετο υλικό από φωτογραφίες, δημοσιεύματα Τύπου καθώς και κάποιο αρχειακό υλικό από τις γκαλερί του στην Ευρώπη.
Ήταν κακόκεφος. Η αδερφή του, Ηρώ Ξενάκη, η οποία έμενε κι αυτή απέναντι από το σπίτι του- είχε το δικό της σπίτι, στο ίδιο οικόπεδο με τη Νίκη- χειροτέρευε. Η υγεία της ήταν κλονισμένη και ο καρκίνος την είχε αφήσει μισή. Μου ζήτησε να πάμε να την δούμε. Είχε χάσει σχεδόν όλα της τα μαλλιά. Είχε αδυνατίσει, σε σημείο να διακρίνονται τα οστά.
-«Τη βλέπεις; Έρχονται τα χειρότερα σε λίγο» είπε και κατευθύνθηκε στο πιάνο που βρισκόταν στο σαλόνι. Κάθισε και έπαιξε συγκλονιστικά ένα κομμάτι από το «Πουλί της Φωτιάς» και μόνο όταν η αδερφή του έβαλε τα κλάματα, σταμάτησε να παίζει.
Τη φίλησε και φύγαμε από το σπίτι. Ήθελε να περπατήσουμε λίγο στη γειτονιά.
-«Δεν είμαι καλά. Η Νίκη θέλει να πάμε σε γιατρούς, νοσοκομεία και τέτοια. Στη Νέα Υόρκη. Δεν είμαι καλά. Το ίδιο και η αδερφή μου η Ηρώ. Πεθαίνει. Έχω τόσες εκκρεμότητες με τα σχέδια μου, τα οποία, η κατάσταση της υγείας μου, δε μου επιτρέπει να ολοκληρώσω Δεν έχω κουράγιο. Με φάγανε.»
Ήταν αδύναμος. Στηριζόταν στο μπράτσο μου και περπατούσαμε αργά. Τον ένοιωθα. Άρχισα και εγώ να βλέπω το τέλος να έρχεται περισσότερο από ποτέ.
Την επόμενη μέρα, 6 Φεβρουαρίου, έφτασε στη Ελλάδα, η κόρη της Νίκης, η Σύλβια Ντε Kουέβας, από τη Νέα Υόρκη και εγκαταστάθηκε στο σπίτι της μητέρας της, προκειμένου να οργανώσει το ταξίδι του στην Αμερική.
-«Θα πάρουμε τον Ιόλα στη Νέα Υόρκη. Πρέπει να μπει στο νοσοκομείο» μου είπε.
Μια μέρα μετά, στις 7 Φεβρουαρίου, η Νίκη άρχισε να απαγορεύει σε όλους να πηγαίνουν στο σπίτι του, λέγοντάς τους ότι είναι άρρωστος και πρέπει να ξεκουραστεί. Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν, για τον ίδιο, βασανιστικές. Η κατάστασή του χειροτέρευε από την μια μέρα, στην άλλη. Ο 80χρονος Ιόλας ήταν καταβεβλημένος.
Όλοι περίμεναν το τέλος της αδερφής του, Ηρώς. Κανείς πια δε μιλούσε για τα σχέδιά του. Ούτε ο ίδιος. Έβλεπε μόνο το τέλος να έρχεται. Στο τηλέφωνο, η φωνή του, εκείνο το ηλιόλουστο Κυριακάτικο πρωινό, ήταν χαμηλή.
-«Νίκο Ιόλας εδώ. Θέλω να σε δω. Έλα από το σπίτι.»
Τον βρήκα σε άθλια κατάσταση. Είχα να τον δω σχεδόν μια βδομάδα. Δεν επιτρέπονταν οι συχνές επισκέψεις. και τον βρήκα περισσότερο αδυνατισμένο. Ήξερα ότι ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπα. Δεν έπρεπε να χάσω μια λέξη από τη συνάντησή μας αυτή. Καταγράφοντας την κάθε λεπτομέρεια.
-«Δεν έχω κουράγιο. Με φάγανε. Κάτι μου λέει πως στο τέλος θα με βγάλουν και τρελό!.»
-«Ποιος το λέει αυτό;» τον ρώτησα.
-«Η φροντίδα, παιδί μου. Αυτή!»
Δεν είχα καταλάβει τι εννοούσε. Ήθελα, όμως, έστω αυτήν την τελευταία φορά, να ξανακούσω ό, τι κι αν είχε να μου πει. Η Σταυρούλα και η Νίκη ήταν εκεί, δίπλα μας. Δε ξεκολλούσαν, παρακολουθώντας κάθε μας κίνηση.
Πάτησα το κουμπί του μαγνητοφώνου. Συνηθισμένη κίνηση για τον Ιόλα. Ήταν η τελευταία κασέτα αυτή. Σε δύο μέρες θα έφευγε με την αδερφή του τη Νίκη για την Αμερική. Ήμουν σίγουρος ότι δεν θα τον ξαναέβλεπα. Ήθελα πολύ να του μιλήσω. Να γράψω ότι δεν είχα προλάβει στα πέντε χρόνια που δουλεύαμε το υλικό. Ήθελα πάνω απ’ όλα τη γνώμη του, την τελευταία του γνώμη για την Ελλάδα, τη χώρα που αγάπησε, τη χώρα στην οποία αφιέρωσε τα τελευταία του χρόνια, τη χώρα στην οποία πρόσφερε πολλά και η οποία τον διέσυρε κλονίζοντας την υγεία του ανεπανόρθωτα.
-«Ιόλα, ας αφήσουμε όλα αυτά τα προβλήματα και να δούμε τι θα γίνει με τον Μάτα.»
-«Παιδί μου, δε δημιούργησε κανείς πρόβλημα. Αυτοί τα είπανε, αυτούς απασχολούν. Δεν είδες; Με κάλεσε ο Έβερτ μετά την εγκατάσταση του στο Δήμο της Αθήνας και βγήκαν την άλλη μέρα και γράψανε: «Και ο Ιόλας με μπέρτα». Οι βλάκες, ούτε τις εσάρπες δεν ξέρουνε. Έλα τώρα…»
-«Αντιμετωπίζετε ωστόσο σοβαρά προβλήματα με τη δικαιοσύνη.»
-«Εγώ δεν αντιμετωπίζω κανένα πρόβλημα. Απλούστατα δεν ήξερα τι θα πει Ελλάδα και ορισμένα πράγματα της Ελλάδας τα άκουγα για πρώτη φορά. Άλλη Ελλάδα γνώρισα εγώ. Γνώρισα μια χρυσή Ελλάδα, μιας άλλης εποχής που δεν είχε να κάνει τίποτα με τη σημερινή. Αυτή η Ελλάδα μου έδωσε αφορμή να κάνω κάτι, να χτίσω αυτό το σπίτι, να φωνάξω καλλιτέχνες να μείνουν εδώ και να γνωρίσουν την Ελλάδα από κοντά…»
-«Και τώρα γιατί είναι το σπίτι κλειστό;»
-«Αυτό μου έλειψε τώρα, να το ανοίξω. Να κάνω γιορτές, ε; Δεν ήξερα, ούτε φανταζόμουν ποτέ ότι τα ελληνικά πράγματα, αν τα αφήσεις, διαμορφώνονται περίεργα. Αλλά δεν καταλάβαινα. Αυτό είναι το κακό. Δεν εμβάθυνα ποτέ στη ζωή μου στα πράγματα γιατί δεν μου αρέσει να εμβαθύνω. Εμβάθυνα μόνο στην Τέχνη.»
-«Δηλαδή τι; Τα αφήνατε να περνούν έτσι;»
-«Δε ξέρω. Έβρισκα τόσο ωραία πράγματα στη ζωή μου, που δεν μου έμενε καιρός να κοιτάξω αλλού.»
-«Στη Ελλάδα δε βρήκατε ωραία πράγματα;»
-«Πως! Από την Ελλάδα έμεινα κατάπληκτος. Ο πολιτισμός της είναι απίστευτος, ο λαός το ίδιο. Αλλά η Ελλάδα η σημερινή δεν έχει καμία σχέση με την Ελλάδα του ’27»
-«Ναι, μα σήμερα ζούμε στην Ελλάδα του ’87.»
-«Ζω χωρίς να έχω σχέσεις»
-«Έχετε όμως προβλήματα»
-«Όλα τα πράγματα στη ζωή σου δημιουργούν προβλήματα. Ακόμα και της μητέρας να πεις «καλημέρα», είναι πρόβλημα.»
-«Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένα ειδικά προβλήματα. Παραδείγματος χάρη, σας έχουν τυλίξει σε μια κόλα χαρτί»
-«Βεβαίως. Αλλά δεν έχω να κάνω τίποτε άλλο παρά να περιμένω.»
-«Πείτε μου, σας κούρασε όλη αυτή η ιστορία;»
-«Δε με κούρασε, ούτε με απογοήτευσε, ούτε με έκανε να αλλάξω τις ιδέες μου. Απλούστατα ανακάλυψα κάτι που δεν πίστευα ότι είναι δυνατόν να υπάρχει. Υπάρχει μια ιδιαίτερη φόρμα ασχήμιας και χυδαιότητας που δεν αρμόζει στον Έλληνα. Ο Έλληνας που ξέρω εγώ είναι απλός, όμορφος, ειλικρινής, λαϊκός.»
-«Υπήρξαν φίλοι σας που σας ξέχασαν με όλες αυτές τις χυδαίες ιστορίες;»
-«Όχι, ποτέ. Μόνο ο Αντώνης Στρατής, ο γραμματέας του Παπανδρέου, φοβήθηκε…»
-«Από φίλους προδοθήκατε ποτέ;»
-«Και δύο και τρείς φορές στη ζωή μου, αλλά τα γεγονότα αυτά τα αγνοώ.»
-«Είστε σκληρός.»
-«Καθόλου. Άμα κάτι δεν σε ενδιαφέρει, τι πρέπει να κάνεις, δηλαδή; Να τα μασάς και να τα ξαναλές;»
-«Σου σκλήρυναν όμως την προσωπικότητα όλες αυτές οι καταστάσεις. Σε έκαναν να δεις τα πράγματα αλλιώς.»
-«Όχι, διόλου. Ούτε αλλιώς τα πράγματα, ούτε τα πράγματα αλλιώς. Έχασα όμως πολύ καιρό. Time is money. Γι’ αυτό λυπούμε πραγματικά. Αλλά δε με έβγαλε αυτή η χυδαιότητα από το δρόμο μου. Είδες τι έγινε στο Μιλάνο; Ακριβώς όπως το περίμενα.»
-«Συνδέθηκε όμως το όνομά σας με ορισμένες κατηγορίες. Σας είπαν πόρνο, ναρκομανή και αρχαιοκάπηλο. Σε διασύρανε. Δεν πικραίνεσαι γι’ αυτό;»
-«Όχι γιατί δεν είμαι τίποτα απ’ όλα αυτά. Ό, τι και να μου πούνε, δε με πιάνει πια. Το πήραν στα σοβαρά μονάχα αυτοί που έχουν μέσα τους τη χυδαιότητα. Είδες εσύ να γράψει τίποτα η «Καθημερινή»; Μα η Βλάχου είναι κυρία.»
-«Τι έχετε να πείτε σε αυτούς που πήραν όλες αυτές τις κατηγορίες σοβαρά;»
-«Να πάνε να γαμηθούνε. Πιο σοβαρό είναι να πάνε να γαμηθούνε παρά να παίρνουν στα σοβαρά τις βλακείες του ενός και του αλλουνού. Έτσι θα πάνε την Ελλάδα μπροστά; Όλα αυτά παιδί μου, είναι πράγματα που δεν έχουν να κάνουν μαζί μου. Το ξέρεις εσύ καλά αυτό.»
-«Έχετε εχθρούς Ιόλα;»
-«Μα ζωή χωρίς εχθρούς δεν έχει νόημα.»
-«Έχετε όμως και γενναίους φίλους.»
-«Όλη μου η ζωή ήταν οι φίλοι μου. Η φιλία στη ζωή είναι το παν. Είναι το φάρμακο που τα θεραπεύει όλα. Είσαι κουτσός, είσαι τυφλός, είσαι ανάπηρος; Άμα έχεις φίλους, κέρδισες τη ζωή.»
-«Υπήρξε αλλαγή στη συμπεριφορά των φίλων σας εξαιτίας του διασυρμού σου;»
-«Εδώ στην Ελλάδα, ναι. Έξω όμως, όχι. Να, πάρε τα γράμματα που μου στείλανε οι καλλιτέχνες απ’ όλο τον κόσμο. Αλλά σου είπα ότι οι Έλληνες που γνώρισα όταν ήρθα στην Ελλάδα, δεν υπάρχουν πια. Αλλά και η Ελλάδα είναι πια ανύπαρκτη.»
-«Όμως ζείτε εδώ. Επιλέξατε, νομίζω, να περάσετε τα υπόλοιπά σου χρόνια στην Ελλάδα.»
-«Να ζήσει. Να ζήσει και να ευτυχήσει. Να βάλει μυαλό και να μας γαμήσει.»
-«Πείτε μου για τους Έλληνες καλλιτέχνες που συνεργαστήκατε μαζί τους. Τελευταία έμαθα πως τσακωθήκατε με τον Κώστα Τσόκλη, του οποίου το έργο σας άρεσε πολύ.»
-«Έλα τώρα. Δεν είναι ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος. Έχω γνωρίσει τόσους πολλούς καλλιτέχνες στη ζωή μου. Αλλά πρώτη φορά είδα καλλιτέχνη να συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο. Δεν υπάρχει για μένα, όπως δεν υπάρχει και ο Φασιανός. Ενώ άλλοι που μου κάνανε χειρότερα, όπως ο Τάκης… Αλλά ο Τάκης είχε στυλ.»
-«Ο Τάκης λέει ότι σας βοηθούσε.»
-«Μακάρι. Να του είμαι ευγνώμων. Αλλά αυτό είναι ειρωνεία!»
-«Ο Τάκης εννοεί ότι σας βοήθησε στην ιδέα.»
-«Ε, όλοι οι καλλιτέχνες σε βοηθούν στην ιδέα. Παρά να λένε ότι εγώ έδινα στους καλλιτέχνες φαί και νερό και ψωμί…»
-«Ποιος το λέει αυτό;»
-«Η βοήθεια.»
-«Τι νοσταλγείτε περισσότερο, Ιόλα;»
-«Την Ελλάδα του ’27. Αυτή ήταν η καταπληκτική Ελλάδα. Ήταν η Μεγάλη Ελλάδα.»
-«Ε, ωραία. Όμως αυτή πάει πια. Τέλειωσε.»
-«Ναι. Μήπως υπάρχει η Αίγυπτος; Μήπως υπάρχει το Παρίσι ή μήπως υπάρχει η Νέας Υόρκη; Όμως εκεί ακόμη και σήμερα γινόταν απίστευτα πράγματα. Δες τι έκανε ο Πέι στο Παρίσι. Αν το έκανε εδώ θα τον έπαιρναν με τις κλοτσιές. Δες τι έκανε η Ντομινίκ Ντε Μενίλ στο Χιούστον του Τέξας. Αν το έκανε εδώ, θα την διέσυραν κι αυτήν. Γι’ αυτό λυπούμαι, γιατί εδώ σ’ αυτή τη χώρα οι λασπωμένοι είναι οι πρώτοι. Μα είναι λυπηρά πράγματα αυτά.»
-«Θέλετε να πείτε ότι χάσαμε όλες τις αξίες μας;»
-«Όχι. Όλα αλλάζουν. Είναι φυσικό. Αυτό που δεν είναι φυσικό είναι να χάνουμε τις αρετές μας. Έθνος χωρίς αρετές σβήνει, χάνεται. Δες τις αρετές με τις οποίες ήταν γεμάτη η Ελλάδα παλιότερα και είχε κατορθώσει να γίνει ένα ζωντανό παράδειγμα για ολόκληρο τον κόσμο. Σήμερα όμως τι γίνεται; Ο ξένος Τύπος δε γράφει αράδα για την Ελλάδα. Πάνε οι αρετές, πάνε και οι Έλληνες. Γι’ αυτό θέλω να τελειώσω το σπίτι. Όχι για την σημερινή Ελλάδα, αλλά για μια μελλοντική Ελλάδα.»
-«Ας τα αφήσουμε όλα αυτά Ιόλα και ας πάμε πάλι πίσω στο Μιλάνο. Μεγάλη η χειρονομία σας. Ο Τζοβάνι λέει ότι επισκέπτονται την γκαλερί 5.000 άτομα την ημέρα.»
-«Είδες; Ο Andy έχει ένα ταμπεραμέντο απίστευτο. Βέβαια και στον Πικάσο να έλεγα να φτιάξει το «Μυστικό Δείπνο» θα τον έφτιαχνε τελείως διαφορετικό… Οι καλλιτέχνες έχουν μέσα στην ψυχή τους κάτι που χωρίς αυτό μήτε η Τέχνη προχωράει, μήτε η ίδια η ζωή. Είναι το μυστήριο της ζωής η Τέχνη. Είναι το μόνο πράγμα που παραμένει αναλλοίωτο στους αιώνες. Είναι η πεμπτουσία της ζωής…»
-«Πως γεννήθηκε η ιδέα να φτιάξει ο Μatta το «Συμπόσιο» του Πλάτωνα;»
-«Όταν άρχισα να φτιάχνω την αντιγκαλερία μου στο Μιλάνο, φώναξα τον Μatta να την δει και ενθουσιάστηκε. «Για σένα θα κάνω το «Συμπόσιο» του Πλάτωνα» μου είπε. Πήγα προ καιρού και είδα τα έργα του. Να δεις ένα Αγάθωνα καταπληκτικό.
Με γοητεύει αυτή η πορεία των μεγάλων δημιουργών που στο τέλος του αιώνα μας γυρίζουν πίσω σε πολλές αξίες άλλων εποχών: στον Πλάτωνα, στην αρχαία Ελλάδα, στο Μυστικό Δείπνο και στον Χριστιανισμό.
Είναι τι ζητά ο άνθρωπος από τη ζωή του, παιδί μου… είναι θέμα ψυχικής υγείας που μένει αναλλοίωτη και με τίποτα δεν αλλάζει.»
-«Γι’ αυτό δε διαταράχτηκε και η δική σας ψυχική υγεία με τα τελευταία προβλήματα…»
-«Πως, με έβλαψαν. Και πάρα πολύ μάλιστα. Με έβλαψαν οικονομικά. Τα έκανα θάλασσα στα οικονομικά μου. Είναι τρομακτικό. Αλλά τι σχέση έχουν τα οικονομικά όταν μιλάμε για ανώτερα πράγματα. Τι; Θα πεινάσουμε; Και τι μ’ αυτό;»
-«Ε, δεν είστε και στο όριο της πείνας…»
-«Πως δεν είμαι. Έχω ακόμη 56.000 δραχμές. Αν φύγουν κι αυτές, θα είμαι πραγματικά επί ξύλου κρεμάμενος.»
-«Ναι, μα την ίδια στιγμή γεννάτε ιδέες και κάνετε Τέχνη.»
-«Ε, τι ήθελες να κάνω δηλαδή; Να πάρω σοβαρά τις εφημερίδες που με έκαναν δήμαρχο με μπέρτα; Α, δε λέω. Η φωτογραφία που μου έβγαλαν ήταν καταπληκτική, γιατί τελευταία διαλέγουν επίτηδες πόζες για να με βγάζουν σα μαϊμού.»
-«Μη δίνετε σημασία, Ιόλα μου. Το όνομά σας έχει σασπένς.»
-«Μπα; Δεν το ήξερα αυτό. Για ξαναπές το. Υπάρχει χυδαιότητα, παιδί μου, εδώ. Δεν υπάρχει ευγένεια. Παλιότερα ερχόσουν στην Ελλάδα και βαφτιζόσουνα μέσα σε ένα μεγαλείο διαφορετικό από την Αίγυπτο, διαφορετικό από το Βερολίνο, διαφορετικό από οπουδήποτε αλλού.»
-«Τι συντέλεσε σε αυτό;»
-«Το ότι ο ελληνικός λαός δε προόδευσε. Δεν τον άφησαν να προοδεύσει. Θυμάμαι τα εκατό χρόνια της ελευθερίας της Ελλάδας, που γιορτάστηκαν στην Ακαδημία των Αθηνών. Ήταν εκεί ο Βενιζέλος, η Βενιζέλου, ο Παλαμάς που έβγαλε λόγο, η Αγγελική Χατζημιχάλη. Έβλεπες ότι υπήρχαν δέκα άνθρωποι μέσα στους εκατό που ξεχώριζαν και ήταν αυτοί που κρατούσαν τα ηνία. Ενώ σήμερα βλέπεις δέκα εκατομμύρια ανθρώπους κι ανάμεσα σε αυτόν τον κόσμο δε διακρίνεις κανένα αξιόλογο. Είναι λυπηρό αυτό για την Ελλάδα.»
-«Εγώ πάντως λέω να κάνετε ένα πάρτι, Ιόλα, και να καλέσετε κόσμο, τώρα που ετοιμάζεστε να ανοίξετε και το Μουσείο και να το αφήσετε στο ελληνικό κράτος.»
-«Πάρτι; Αυτά τα πράγματα δε πιάνουν εδώ πέρα. Είναι άδικα. Είναι πολύ κακό για το τίποτα. Θα ‘ταν αριστούργημα να κάνει κανείς πάρτι και να προσκαλέσει κόσμο…»
-«Πως θέλετε να σας θυμούνται, Ιόλα;»
-«Άκου να σου πω: Μην κάνεις τίποτα μόνο και μόνο για να σε θυμούνται. Να κάνεις τα πάντα όμως για να θυμάσαι εσύ τον εαυτό σου. Είναι το καλύτερο παράδειγμα αυτό. Όλοι έχουμε την ευθύνη μας για το καλό ή το κακό ενός τόπου. Και στο τεφτέρι που κρατάς στα χέρια σου και σημειώνεις μονάχα τα καλά. Είμαστε υποχρεωμένοι.»
Του έσφιξα τα χέρια. Ήταν παγωμένα. Είχαν ξυλιάσει. Δεν ήταν τα ζεστά χέρια που ήξερα. Του τα ‘σφιξα όσο μπορούσα.
-«Θέλετε να πεθάνετε;» τον ρώτησα.
-«Δε ξέρω, Νίκο. Φοβάμαι ότι δεν γίνεται αλλιώς»
Στο σπίτι επικρατούσε ησυχία. Πριν λίγο τον είχε χαιρετήσει ο Λάζαρος, που ήταν εκεί. Ένας τιρκουάζ σκαραβαίος που κρεμόταν στον αέρα από το πορτατίφ, άρχισε να κουνιέται από τον αέρα.
-« Όλα θα πάνε καλά» του είπα.
Πρώτη φορά φοβήθηκα. Ποτέ μέχρι τώρα ο Ιόλας δεν είχε πει αυτή τη λέξη.
Ήταν τσαλακωμένος. Κατέρρεε. Αυτός ο κορυφαίος της Τέχνης, τραγικά μόνος, ζει τον εφιάλτη του, στη χώρα που αγάπησε.
-«Στη ζωή, το μεγαλύτερο πράγμα είναι να γνωρίζεις, μεγάλους ανθρώπους… Είτε στη ζωή, στη Τέχνη, στη τρέλα… ό, τι να ‘ναι. Αρκεί να είναι μεγάλοι. Στην Τέχνη ή στην Τέχνη της ζωής.»
Ήταν ανεπανάληπτος και τώρα, τραγικά μόνος. Ήταν ανήμπορος. Αυτός ο πλούσιος από τη φύση του, είχε καταντήσει ζητιάνος ελπίδας… Αυτός που έκανε τη ζωή του ό, τι ήθελε, δε μπορεί πλέον.
Τις επόμενες μέρες ήταν ανήσυχος. Τώρα πια ήταν στα χέρια της αδερφής του, ολοκληρωτικά. Στο σπίτι είχε απαγορευτεί οποιαδήποτε κίνηση. Οποιαδήποτε επίσκεψη. Ακόμα και τα σκυλιά του, η Φρύνη και η Αυγή, ήταν έξω. Στη Σούλα είχε απαγορευτεί να του μαγειρεύει.
Μου επιτράπηκε να τον δω, μόνο για πέντε λεπτά. Να κανονίσουμε τις τελευταίες λεπτομέρειες της βιογραφίας. Λες και το ήξερε ότι δεν θα ξαναβρισκόμασταν πια.
-«Ό, τι κι αν γίνει, να θυμάσαι ότι κρατάς στα χέρια σου, ένα υλικό. Μη βιαστείς να το εκδόσεις. Βγάλε το 25 χρόνια μετά. Καλύτερα να μην εκδοθεί, παρά να το αδικήσεις. Έχεις το χρόνο μπροστά σου. Εγώ δεν έχω χρόνο.»



αυριο η συνεχεια

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Ειρήνη Καραγιαννίδου, [64 άπνοιες]



Eirini Karagiannidou
28 Νοεμβρίου 2013
[64 άπνοιες]


Ανάμεσα σε σκιές και φρουρές
περιφραγμένα τετράγωνα
αιφνιδίως μαραμένη
από θέση
υπερνοτισμένης ισχύος
''en passant''
σε πλάγια κίνηση

διάλεξα

το χρώμα του κατάφορου
χηρεμού


Μοναδική παράκληση
που έχω τώρα να 
παίξω
ανάμεσα σε ριπές ''gambit'' φθοριούχες
αξιωματικών
είναι ίπποι λευκοί 
ακαθόριστα


-φευ-
κλείσ' το!


Ο βασιλιάς και το πιόνι
στο ίδιο κουτί βαλσαμώνονται

εν τέλει
Με ή χωρίς δεύτερη παρτίδα.


(Έργο Daniel Krzanowski)


Αλεξάνδρου Ιόλα:" Η Ζωή μου" απο τον Νίκο Σταθούλη

Αλεξάνδρου Ιόλα:" Η Ζωή μου"
απο τον Νίκο Σταθούλη
Συνέχεια διαδικτυακης δημοσίευσης της βιογραφίας του Αλέξανδρου Ιόλα η οποία κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις "Οδός Πανός"
Σε στιγμές κρίσης δεν αξίζει να δίνετε 18 ευρώ να το αγοράσετε και ο συγγραφέας να μη παίρνει γρόσι.
Η τέχνη για να είναι για όλο τον κόσμο, πρέπει να είναι ΔΩΡΕΑΝ!!!
Για να γίνει κτήμα περισσότερων χρηστών εντελώς δωρεαν ΔΙΑΔΩΣΤΕ το...με απλά λόγια ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΤΕ το...

Συνέχεια δημοσίευσης..

Τελευταίο κεφάλαιο
Η επιστροφή μας στην Αθήνα ήταν καταστροφή. Τα δημοσιεύματα συνεχίζονταν και η ατμόσφαιρα άρχιζε να γίνεται αποπνιχτική, η οποία σιγά- σιγά τον έτρωγε. Έπρεπε να φύγει το συντομότερο δυνατόν από εδώ.
Οι Έλληνες είχαν «εθιστεί» στα παραισθησιογόνα που τους προσέφεραν οι εφημερίδες αφειδώς και αηδώς και ζητούσαν όλο και μεγαλύτερες δόσεις. Ο Τύπος είχε τόσο υποβαθμίσει το αναγνωστικό κοινό της εποχής, με αποτέλεσμα να παρασύρει και εκείνο και τον εαυτό του σε ένα φαύλο κύκλο αμοιβαίας εξαθλίωσης.
«Όλη η πολιτική, καλλιτεχνική και κοινωνική σαπίλα τραπεζωνόταν στο ανάκτορο του Ιόλα…», γράφει η «Αυριανή»
«2.000 ντόπιες και ξένες προσωπικότητες μάζεψε ο ανώμαλος αρχαιοκάπηλος, στο Γεύμα του αιώνα…», συνεχιζόταν το σήριαλ εξόντωσης και διαπόμπευσης του Αλέξανδρου Ιόλα.
«Γνωστοί Αθηναίοι σε όργια του Ιόλα. Παραπέμπονται για πορνεία- παιδεραστία…» γράφει πρωτοσέλιδα η «Απογευματινή».
Το ίδιο και το περιοδικό «Εικόνες», τον παρουσίαζαν σαν «Γιό του Σατανά» και οι δημοσιογράφοι έψαχναν ευκαιρίες για να ασχοληθούν μαζί του. Έπρεπε να φύγει από την Ελλάδα, το συντομότερο. Η υγεία του πλέον ήταν κλονισμένη. Άρχισε να μην τρώει. Οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν μέρα με τη μέρα.
Ο διασυρμός, όμως, συνεχιζόταν. Δεν έβγαινε έξω. Ακόμα και οι βόλτες στον κήπο του ήταν σπάνιες.
Αρχές Νοεμβρίου του 1986, ο ταχυδρόμος, έφερε την αλληλογραφία, όπως κάθε πρωί. Ένα γράμμα, όμως, του Μatta, έδωσε τόση δύναμη στον Ιόλα, που βροντοφώναξε: «Μπράβο!!».
«Αγαπημένε μου Ιόλα,
Όταν μου μίλησες για το σχέδιό σου, να ανοίξεις μια αντιγκαλερία στο Μιλάνο, ξεκίνησα σχεδόν αμέσως να δουλεύω το «Συμπόσιο του Πλάτωνα», το οποίο μου ζήτησες. Όπως ήταν φυσικό, σου έκανα μια αναφορά, όμοια του Λεονάρντο Ντα Βίντσι με τον «Μυστικό Δείπνο». Ο Ντα Βίντσι θα πρέπει να σκέφτηκε το «Συμπόσιο του Πλάτωνα», στην τοιχογραφία του, με τη διαφορά ότι σ’ αυτό το έργο, όλοι μιλούν για τον έρωτα, με διαφορετικό άτομο ο καθένας, ενώ στο Χριστιανικό Δείπνο, όλοι πρέπει να αγαπήσουν το ίδιο πρόσωπο, δηλαδή το Χριστό.
Ο Warhol, διαλύει τη φαντασίωση που ο Ντα Βίντσι αντιπροσωπεύει γι’ αυτόν, καμουφλάροντας τον και το καμουφλάζ του είναι επιτυχημένο. Εγώ παραμένω στο Συμπόσιο αλλά εξακολουθεί να με ενδιαφέρει να κάτσω στο τραπέζι του Μυστικού Δείπνου, για να γευτώ τον έρωτα σε όλες του τις μορφές, παρά να αγαπήσω έναν μονάχα.
Έρχομαι, λοιπόν, στην εποχή μας, όπου η Τράπεζα είναι η ρουλέτα, που σκεφτόμαστε πως θα κερδίσουμε λεφτά, κάτω από την «Ηλέκτρα» του Τάκη και τη «Μηχανή της Στιγμής» του Jean Tinguely.
Σε κάθε περίπτωση, το «ταξίδι» με τον Λεονάρντο, θα σου χαρίσει ένα τραγούδι…
Ιόλα σ’ αγαπώ.
Μatta.»
Ο Ιόλας τρελάθηκε. Στιγμιαία ήταν ευτυχισμένος. Μα όταν έβαλε το γράμμα στο φάκελο, ξανάπεσε. Οι μέρες περνούσαν γρήγορα για τον ίδιο. Το κεφάλι του και τα πόδια του, τον πονούσαν αρκετές μέρες. Είχε κόψει το φαγητό. Έτρωγε με το ζόρι. Δεν είχε όρεξη. Δε πλενόταν. Φόραγε όλο το ίδιο κοστούμι του Βαλεντίνο, με τις άσπρες ρίγες, δέκα μέρες τώρα. Κάθε μέρα το ίδιο και αν η Σούλα τολμούσε να του το πάρει για να το πάει στο καθαριστήριο, της έβαζε τις φωνές, λέγοντας της πως είναι το γούρι του.
Ένα απόγευμα είχε έρθει στο σπίτι η ανιψιά του η Ελένη Κουτσούδη. Ήταν συχνές οι συναντήσεις τους. Η Ελένη τον αγαπούσε πολύ. Όταν είδε τον Ιόλα σε αυτή την κατάσταση, επικοινώνησε με τον γιατρό του Ιόλα, στο νοσοκομείο «Υγεία», προκειμένου να εξεταστεί και να δουν που οφείλεται αυτή η απώλεια δυνάμεων.
Την επόμενη μέρα, ο Ιόλας πήγε με την Ελένη στο «Υγεία» για εξετάσεις, όπου έκανε και εισαγωγή. Δύο μέρες μετά, στο τηλέφωνο, ο Ιόλας με παρότρυνε.
-«Νίκο, έλα να με πάρεις από εδώ… Βρες τρόπο!...»
-«Που να ‘ρθω;…»
-«Στο παρκινγκ του νοσοκομείου… Κάνε γρήγορα!»
Έφθασα σε μικρό χρονικό διάστημα στο νοσοκομείο και τον βρήκα στο δωμάτιό του, να ρίχνει πασιέντζες. Καθώς έμπαινα μου λέει αμέσως: «Δε μπορώ! Πάμε να φύγουμε!». Δεν είχαν περάσει σχεδόν ούτε δυο μέρες από την εισαγωγή του. Δεν άντεχε. Φόρεσε γρήγορα μια εσάρπα, πάνω από τη φόρμα γυμναστικής που φορούσε και κατευθυνθήκαμε προς το παρκινγκ, όπου είχα αφήσει το αυτοκίνητο.
-«Τι να κάνω;» μου λέει, «Ένας φίλος μου, που αγαπώ πολύ έχει AIDS…!»
-«Πολύ αγάπη!» του απάντησα «Και να συμβιβαστεί με τη ιδέα, ότι η μάχη του είναι δύσκολη»
-«Θα γίνει καλά με την αγάπη; Τι μαλακίες είναι αυτές!» φώναξε με δύναμη.
-«Φροντίδα και αγάπη, Ιόλα» του απαντώ, «Δεν υπάρχει φάρμακο και αυτό που υπάρχει το AZT είναι τόσο τοξικό, που σε τελειώνει μια ώρα αρχύτερα.»
Δεν μιλάγαμε στην επιστροφή. Τον ρώταγα διάφορα πράγματα και δεν απαντούσε. Ήταν αλλού… Η σκέψη του. Ο ίδιος. Ήταν βυθισμένος μέσα σε μια σιωπή, η οποία κράτησε για τρείς περίπου μέρες. Σκεφτόταν μόνο. Δε μιλούσε. Ούτε στο τηλέφωνο, στο οποίο απαντούσε η Σούλα, λέγοντας ότι δε βρισκόταν εκεί.
Ήταν απόγευμα όταν πληροφορηθήκαμε, από τον γιατρό του κ. Φιλαλήθη, ότι οι εξετάσεις έδειξαν ότι ο Ιόλας έχει AIDS.
Ήταν τρομερό! Πρώτα ο διασυρμός του, η διαπόμπευσή του, η οποία είχε πάρει διαστάσεις πρωτοφανείς. Οι ανακρίσεις, οι κατηγορίες, οι διώξεις και τώρα το AIDS. Tο ήξερα. Φαινόταν. Δεν θα άντεχε για πολλές μέρες.
Ήταν και αυτές οι εκκρεμότητές του, οι δωρεές του, τα σχέδια του για το μέλλον.
-«Φοβάμαι, παιδί μου, για τις μέρες που έρχονται.»
-«Γιατί φοβάστε;» του λέω, «Θα κάνουμε την αγωγή που θα μας δώσει ο γιατρός, θα πάμε στο Μιλάνο. Το όνειρό σου γίνεται πραγματικότητα. Τόσο καιρό περίμενες να έρθει αυτή η στιγμή.»
Με άκουγε σιωπηρός. Δε μίλαγε καθόλου. Η κατάστασή μέρα με τη μέρα, γινόταν ανυπόφορη. Τώρα στον Τύπο, διασύρεται και ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Γιάννης Τσαρούχης… Η διαπόμπευσή τους ήταν τόσο μεγάλη, που ευαισθητοποιήθηκε ο Διεθνής Τύπος, με άρθρα συμπαράστασης:
«Πρωτοφανής διασυρμός προσωπικοτήτων του πνεύματος!» έγραφε η «Monde»,
Ενώ ο σκηνοθέτης Κώστας Γαβράς, κινητοποιήθηκε από μόνος του, παίρνοντας πρωτοβουλία, να συντάξει μια έκκληση, η οποία θα απευθυνόταν στη συνείδηση των Ελλήνων.
Το κείμενο της έκθεσης, υπέγραψαν πολλές προσωπικότητες της Τέχνης και της πολιτικής στην Ευρώπη και την Αμερική. Η κινητοποίηση ήταν τεράστια. Τα φαξ με τις υπογραφές των επωνύμων, είχαν πάρει φωτιά. Ακόμα και ο ίδιος ο Φρανσουά Μιτεράν, υπέγραψε.
Είχαν αρχίσει, πλέον, να έρχονται στο σπίτι, προσωπικές επιστολές συμπαράστασης από ολόκληρο τον κόσμο, ανάμεσά τους: Andy Warhol, Finotti, Μatta, Niki de Saint Phalle, Jean Tinguely, Leo Castelli, η πριγκίπισσα Μαργαρίτα, η βασίλισσα Σοφία…
Εκατό πενήντα προσωπικότητες από το χώρο της πολιτικής, της οικονομίας και της Τέχνης, μέσα σε λίγες μέρες, συστρατεύθηκαν προκειμένου να υπερασπιστούν τον Αλεξανδρινό συλλέκτη.
Το κείμενο αυτό με τις υπογραφές στάλθηκε σε όλες τις εφημερίδες, και καμία –με εξαίρεση την «Καθημερινή» λόγω της Ελένης Βλάχου- δεν το φιλοξένησε στις σελίδες της.
Ο δημοσιογράφος Ντένις Σκρίμπ επικοινώνησε με τον Αλέξανδρο Ιόλα και δημοσίευσε στη «Λιμπερασιόν» άρθρο το οποίο ευαισθητοποίησε τον ίδιο το Γάλλο Πρόεδρο Μιτεράν, ο οποίος ευχήθηκε στον Ιόλα να το ξεπεράσει. :

«Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟΝ ΧΤΥΠΗΣΑΝ ΤΑ ΚΟΥΤΣΟΜΠΟΛΙΑ ΤΟΥ «ΤΡΑΒΕΣΤΙ»
«Η «Μαρία Κάλλας» εκβιάζει πάλι προσωπικότητες της Αθήνας. Κάτω από το ψευδώνυμο αυτό κρύβεται ένας τραβεστί, τριάντα οχτώ χρονών του οποίου το πραγματικό όνομα είναι Αντώνης Νικολάου.
Οι «αποκαλύψεις» του, που γράφονται εδώ και τρείς μήνες από τον αθηναϊκό Τύπο, οδήγησαν τον Εισαγγελέα να κάνει αγωγή στον Αλέξανδρο Ιόλα, έναν από τους πιο περίφημους συλλέκτες Τέχνης.
Ύστερα από τις κατηγορίες, τις οποίες ανέλαβε να συντάξει ένας ανακριτής, ο Ιόλας φέρεται ύποπτος για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, «ακολασία με νεαρούς άνδρες με κερδοσκοπικά κίνητρα» και παράνομη εμπορία αρχαιοτήτων. Απλές εικασίες λοιπόν, επί των οποίων η κοινή γνώμη όπως και μια μερίδα του Τύπου έχουν ήδη προδικάσει την έκβαση της δίκης και έχουν βγάλει απόφαση.
Τέχνη, ομοφυλοφιλία, παρασκήνια της υψηλής κοινωνίας: το ιδεώδες εκρηκτικό μείγμα. Περισσότερο από το ξέσπασμα ενός σκανδάλου γύρω από τον μύθο του Ιόλα, στόχος τους είναι να «γρατζουνιστούν» μερικές προσωπικότητες του αθηναϊκού κατεστημένου. Μπροστά στις διαστάσεις που πήρε αυτή η υπόθεση, ο Ιόλας προσκάλεσε την περασμένη Παρασκευή τον Τύπο στο «παλάτι» του στην Αγία Παρασκευή, ένα προάστιο της πρωτεύουσας.
«Οι κατηγορίες αυτές είναι αποκύημα νοσηρής φαντασίας», δήλωσε. «Η μέχρι τώρα συμπεριφορά μου, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, όπου πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου, μπορεί να χαρακτηριστεί πρωτότυπη και εκκεντρική, αλλά δεν υπήρξε ποτέ παράνομη». Και απέδωσε τις κατηγορίες του τραβεστί σε μια προσπάθεια εκδίκησης: αφού τον βοηθούσε οικονομικά, αναθέτοντάς του μικρές δουλειές στο σπίτι του, ο Ιόλας αναγκάστηκε να τον διώξει με άσχημο τρόπο πριν από δύο χρόνια, θυμωμένος με τις κλοπές του, το μυθομανή χαρακτήρα του και τον αλκοολισμό του.
Στα ογδόντα του χρόνια ο Αλέξανδρος Ιόλας απειλείται με μια πτώση τόσο ιλιγγιώδη, όσο κατακόρυφη υπήρξε η άνοδός του. Ο φάκελός στηρίζεται αποκλειστικά στις κατηγορίες του πρώην προστατευόμενου του. Όλοι οι άλλοι μάρτυρες τις απέσυραν. Αλλά αφού πέρασε τη ζωή του διαμορφώνοντας την εικόνα ενός σύγχρονου Αλκιβιάδη, ο Ιόλας είναι τώρα «εξ’ ορισμού» ύποπτος για «ακρωτηριασμό των Ερμών», ό, τι κι αν λέει, ό, τι κι αν κάνει.
Ο Έλληνας αυτός από την Αλεξάνδρεια, χορευτής ρωσικών μπαλέτων και μοντέλο στη νεότητά του, συναντά τη χάρη του Παρισιού το 1928, ανακαλύπτοντας ένα πίνακα του Ντε Κίρικο στην οδό Matignon. Ανοίγει την πρώτη του γκαλερί το 1945 στη Νέα Υόρκη. Θα ακολουθήσουν άλλες στο Παρίσι, το Λονδίνο, το Μιλάνο, τη Γενεύη, ενώ συνδέεται φιλικά με τους μεγάλους της σύγχρονης Τέχνης. Αργά αλλά σταθερά, δημιουργεί μια επιβλητική συλλογή, στην οποία βρίσκονται Ο Μagritte, ο Ernst, ο Picasso και μετά το 1960 οι κορυφαίοι της Pop Art, όπως ο Andy Warhol.
Απαρνούμενος αυτήν την εμπορική του κλίση, έκλεισε τις γκαλερί και επαναπάτρισε ένα μεγάλο μέρος των θησαυρών του στο σπίτι που έχτισε στην Αγία Παρασκευή. Ρωμαϊκές κολώνες, ελληνικά γλυπτά, βυζαντινές εικόνες, βενετσιάνικοι καθρέφτες, ανακατεύονται με τα κυριότερα σύγχρονα ρεύματα σε ένα άσπρο μαρμάρινο φόντο, όπου οδηγούν χρυσές πόρτες. Εκεί ο επισκέπτης έχει πανοραμική θέα σε ετερόκλητα αλλά μνημειώδη έργα Τέχνης.
Στον πρώτο όροφο, ένα δωμάτιο αφιερωμένο στο γλύπτη Τάκη, στο οποίο κυριαρχεί μια τεράστια κοίλη πλάκα που την ζωντανεύει ένα ρομπότ, ολοκληρώνει το θέαμα με τριγμούς και εκκωφαντικούς θορύβους επιστημονικής φαντασίας. Το σκηνικό είναι στημένο.
Ο Ιόλας οργανώνει εκεί επί δέκα χρόνια τις πιο περιζήτητες βραδιές της αθηναϊκής υψηλής κοινωνίας. Εφοπλιστές, υπουργοί, διασημότητες των τεχνών και των γραμμάτων συνωστίζονται εκεί ή επιθυμούν πολύ να «νοστιμίσουν» τις δεξιώσεις τους με την παρουσία του, που μοιάζει με «γάτας» -το πρόσωπο του φαίνεται να αποτελεί το πιο αινιγματικό κομμάτι της συλλογής του.
Πέρα από το παρόν «σκάνδαλο», που μένει να αποδειχτεί, και που αλλού, εκτός της αθηναϊκής κοινωνίας, η οποία έχει επαρχιώτικη νοοτροπία, θα αντιμετωπιζόταν με αδιαφορία ή και περιφρόνηση, έχουμε να υπενθυμίσουμε το εξής: μια μόνο αίθουσα του παλατιού του Ιόλα έχει περισσότερα αριστουργήματα απ’ ότι ολόκληρη η Πινακοθήκη των Αθηνών.
Πριν ρίξουν λοιπόν τον λίθο του αναθέματος στους Έλληνες μαικήνες αυτοί που σήμερα πολεμούν έξαλλοι τον πιο λαμπρό προστάτη της Τέχνης, καλά θα έκαναν να σκεφτούν πολύ το παράδειγμα που χρόνια τώρα δίνει ο Ιόλας με το ανεκτίμητο έργο του.»
Όλο αυτό το διάστημα, η ανταπόκριση του διεθνούς Τύπου, ήταν άμεση… Μόνο εδώ στην Ελλάδα, καμία συμπαράσταση. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος ς των «Νέων» αρνήθηκε να δημοσιεύσει ένα «πορτρέτο» γραμμένο από τον Κώστα Τσόκλη, γιατί ήταν πολύ εγκωμιαστικό. Ούτε το «Έθνος» δημοσίευσε ένα γράμμα του Μίνου Αργυράκη, γιατί έγραφε καλά λόγια γι’ αυτόν.
Μόνο ο Μάνος Χατζιδάκις, συμπαραστάθηκε, γιατί είχε νιώσει στο πετσί του, και ο ίδιος, τι θα πει διαπόμπευση και διασυρμός. Το μόνο πράγμα που έφερνε μια ψυχική ηρεμία, ήταν τα έργα που ετοίμαζε στην Αγία Παρασκευή, το σπίτι- Μουσείο, την αντιγκαλερία στο Μιλάνο και το Μακεδονικό Μουσείο στη Θεσσαλονίκη.
Ήταν εντυπωσιακός. Αντί να κλονίσει ο Τύπος την ιδέα του για την Ελλάδα και τους Έλληνες, την είχε κάνει πιο δυνατή.
Οι επόμενες μέρες κύλησαν μέσα σε ένα παροξυσμό! Πολιτικοί μηχανικοί, αρχιτέκτονες, καλλιτέχνες, φίλοι του Ιόλα, άνθρωποι του Δήμου της Αγίας Παρασκευής, περνούσαν από το σπίτι του για χίλια- δυο πράγματα… Η ημερομηνία για τα εγκαίνια του Palazzo, πλησίαζε και ο Ιόλας δεν σταματούσε να παραγγέλνει έργα από καλλιτέχνες.
Τα εγκαίνια είχαν οριστεί για τις 21 Ιανουαρίου του 1987. Τι τραγική όμως σύμπτωση! Την ίδια ακριβώς ημέρα είχε οριστεί και η δίκη για αρχαιοκαπηλία. Ο Ιόλας ήταν σοκαρισμένος.
«Σ’ αυτή τη χώρα δεν υπάρχει σεβασμός. Έφερα χιλιάδες κομμάτια θησαυρών εδώ. Να τους τα χαρίσω. Επαναπάτρισα 2.5000 αρχαιότητες που ήταν διάσπαρτες και ένας ολόκληρος κρατικός μηχανισμός, κινητοποίησε τους ρυπαρογράφους του, στηριζόμενος στη μαρτυρία ενός άρρωστου. Ντροπή τους! Δηλαδή τι θέλουν; Να με βάλουν φυλακή; Ας με βάλουν!» φώναζε σε έξαλλη κατάσταση. Οι φωνές του ακούγονταν παντού.
Τη Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου του 1987, ο Ιόλας ταξίδεψε στο Μιλάνο, προκειμένου να παραστεί στα εγκαίνια του Palazzo Stelline, με τον «Μυστικό Δείπνο» του Andy Warhol. Ο Warhol είχε φτάσει, μια μέρα πριν. Τα εγκαίνια είχαν οριστεί για την Τετάρτη. Στο αεροδρόμιο ήθελε να φτάσει τρείς ώρες. Ήθελε να είναι εκεί, να νιώθει ότι φεύγει.
Πήγαμε μαζί. Ήταν ανήσυχος. Δε μίλαγε. Μόνο κάποια στιγμή, γύρισε, με κοίταξε και μου είπε: «Με συμβούλευσε ο δικηγόρος μου, να μην πάω στα εγκαίνια, γιατί μπορεί να δημοσιευτούν φωτογραφίες μου από το opening και να έχω πρόβλημα με το δικαστήριο. Θα πουν ότι είμαι άρρωστος και νοσηλεύομαι στο νοσοκομείο.»
-«Και δε θα πάτε στα εγκαίνια;»
-«Δε ξέρω. Να επικοινωνούμε κάθε μέρα του λέω. Φοβάμαι Νίκο » μου λέει ψιθυριστά.
-«Τι φοβάστε;»
-«Δε ξέρω. Άμα φοβάσαι, φοβάσαι. Δε ξέρω, όμως, γιατί, έτσι είναι αυτό το αίσθημα.»
Χαιρετηθήκαμε και συμφωνήσαμε να επικοινωνήσουμε μόλις φτάσει στο ξενοδοχείο του. Όλη την ημέρα, ο Ιόλας, δεν επικοινώνησε με κανένα. Ούτε με τον Λάζαρο, ούτε με τη Σούλα, ούτε με τον Γιώργο, ούτε μαζί μου.

Ένα αίσθημα ανησυχίας με είχε καταλάβει. Πήρα τηλέφωνο στο Palazzo Stelline και ζήτησα τον Τζιοβάνι Κουάντριο, ο οποίος ήταν αρχιτέκτονάς και ψυχή της έκθεσης, με τον οποίο επικοινωνούσε ο Ιόλας, σχεδόν καθημερινά.
«Ο Ιόλας δεν είναι στο Μιλάνο. Δεν τον έχω δει. Ούτε στο ξενοδοχείο του είχε φτάσει.»
Το επόμενο πρωί, πήρα το πρώτο αεροπλάνο για το Μιλάνο. Ο Ιταλικός Τύπος πρόβαλε το γεγονός των εγκαινίων, σε πρωτοσέλιδα. Ήταν η πρώτη είδηση παντού. Το Μιλάνο ήταν στολισμένο. Πανό γέμιζαν τους δρόμους: «Ο Αλέξανδρος Ιόλας παρουσιάζει Andy Warhol: Μυστικός Δείπνος».
Στο Palazzo τα πάντα ήταν έτοιμα. Έφτασα γύρω στις 2 το μεσημέρι, αμέσως μετά το αεροδρόμιο. Ο Τζιοβάνι Κουάντριο ήταν ανήσυχος… «Δεν έχει δώσει σημεία ζωής ο Ιόλας.».
Μου έδειξε την έκθεση και ήταν ό, τι καταπληκτικότερο είχα δει στη ζωή μου. Μια τεράστια στενόμακρη αίθουσα, δημιουργούσε στο Palazzo Stelline, μια ατμόσφαιρα μοναστηριακή. Τα τεράστια ταμπλό του Andy Warhol στο ύψος των ματιών σου, σε υπέβαλαν.Τέσσερις «Μυστικοί Δείπνοι» 13 μέτρων. Περπατούσες 60 μέτρα και ένοιωθες τον εαυτό σου, να συμμετέχει σ’ αυτόν το Δείπνο. Τον μυστικό!
Άφησα το Palazzo και πήγα κατευθείαν στο ξενοδοχείο, που είχε κλείσει δωμάτιο ο Ιόλας, μαζί με τον Andy Warhol. Βρήκα τον Andy στο δωμάτιο.
-«Πότε έφυγε από την Ελλάδα;» με ρώτησε.
-«Χτες» του απάντησα αλλά δεν μπορούσα να μιλήσω άλλο. Δεν μπορούσα να μείνω με σταυρωμένα χέρια. Έπρεπε να τον βρω.
Γύρισα πίσω στο Palazzo και έβαλα τα παιδιά του γραφείου, να αρχίσουν να παίρνουν όλα τα ξενοδοχεία και τα νοσοκομεία του Μιλάνου.
Αργά το απόγευμα, εντοπίσαμε σε ένα νοσοκομείο του Μιλάνου, τον Αλέξανδρο Ιόλα. Πήρα το πρώτο ταξί που βρήκα μπροστά μου και έφυγα για το νοσοκομείο. Η ομίχλη που είχε πέσει, έκανε το αυτοκίνητο να κινείται πολύ σιγά… Η αγωνία μου είχε κορυφωθεί. Αργά πια, στις 2 το πρωί, φτάσαμε σε μια βιομηχανική περιοχή, όπου το μόνο ψηλό κτήριο ήταν το νοσοκομείο.
Βρήκα τον Ιόλα σε ένα μικρό δωμάτιο, μόνο του, να μην έχει καμία αίσθηση του χρόνου και του χώρου που βρισκόταν. Λες και ήταν ντοπαρισμένος. Δε με γνώρισε.
-«Ποιος είσαι;» με ρώτησε.
-«Ο Νίκος… Είστε καλά;»
-«Ποιος Νίκος;»
-«Ιόλα… Τι σας κάνανε; Γιατί είστε εδώ;»
-«Ο Τζιοβάνι Κουάντριο είσαι» μου λέει και μου έκανε με το χέρι του, την κίνηση που κάνει κάποιος για να ξορκίσει το κακό, με το δείκτη και το μικρό δάχτυλο. Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω.
-«Αύριο είναι η έκθεση, Ιόλα» του λέω. «Ο Andy Warhol σας περιμένει. Το Palazzo Stelline είναι εκπληκτικό. Μαγικό. Τα έργα σε κάνουν να προσεύχεσαι. Όλη η πόλη είναι στολισμένη….Όλοι μιλούν γι’ αυτό!!»
-«Ποια έκθεση; Ποιος Andy; Ποιος είσαι εσύ;» με ρωτούσε.
Τα είχα χάσει. Χαμένα τα είχε και αυτός. Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα του δωματίου και μπαίνει μέσα ένας γιατρός και άρχιζα να του φωνάζω:
-«Πως είναι έτσι; Τι του κάνατε; Τι του έχετε δώσει να πιεί; Γιατί είναι εδώ;»
-«Τίποτα» μου λέει καθησυχαστικά ο γιατρός, «Αύριο, ο κύριος Ιόλας θα κάνει εγχείρηση προστάτη.»
-«Ποίος έδωσε την άδεια να κάνει εγχείρηση στον προστάτη; Ο γιατρός του; Ο καρδιολόγος του το ξέρει; Το γνωρίζει κάποιος δικός του; Η αδερφή του; Ο Ιόλας ήρθε εδώ για τα εγκαίνια. Όχι για να κάνει εγχείρηση.!»
Ο γιατρός άρχισε να μου λέει ότι πρέπει να πάρω την ευθύνη προσωπικά, αν δεν γίνει η εγχείρηση και ότι πρέπει να υπογράψω κάτι χαρτιά. Ζήτησα να μου φέρουν τα χαρτιά, να υπογράψω και σήκωσα τον Ιόλα από το κρεβάτι, λέγοντας:
«Πάμε να φύγουμε από εδώ. Πάμε να φύγουμε.»
Ο Ιόλας σηκώθηκε και όπως ήταν με τις πυτζάμες, έβαλε το παλτό του. Πήρα τα πράγματά του και την τσάντα του και στις 3 το πρωί, πήραμε ένα ταξί και φύγαμε για την πόλη του Μιλάνου.
Φτάσαμε στο ξενοδοχείο. Ο Ιόλας δεν ήταν καλά. Ήταν αλλού. Δεν επικοινωνούσε.Δε μπορεί. Θα συνέλθει, σκέφτηκα. Δε μπορεί να μη θυμάται ότι αύριο είναι μια από τις μεγαλύτερες στιγμές της ζωής του.
Τον έβαλα να κοιμηθεί και ξάπλωσα κι εγώ κοντά του, σε ένα μεγάλο καναπέ που διέθετε η σουίτα του. Νωρίς το πρωί, επικοινώνησα με τον Andy Warhol λέγοντας του ότι ο Ιόλας είναι εδώ στο ξενοδοχείο, αλλά η κατάστασή του, δεν θα του επιτρέψει να παραστεί ο ίδιος, στα εγκαίνια της έκθεσης, ούτε στο δελτίο Τύπου, το οποίο είχε προγραμματιστεί για την προηγούμενη μέρα, στις 11 το πρωί.
Ήδη, όμως, οι ανησυχίες μου είχαν πιάσει τόπο. Οι εφημερίδες «Κοριέρε Ντε Λα Σέρα», «Ρεπούμλικα» και η «Ιλ Τέμπο», έγραφαν, ανήμερα της έκθεσης, πρωτοσέλιδα και μεγάλους τίτλους: «Απήχθη ο Αλέξανδρος Ιόλας και παραμένει απομονωμένος!...»
Ειδοποίησα τον φίλο του, αντικέρ Ντίνο Φραντζίν ότι ο Ιόλας είναι καλά και βρισκόταν στο ξενοδοχείο. Πήρα τηλέφωνο και τον Τζιοβάνι Κουάντριο, ενημερώνοντάς τον, ότι ο Ιόλας δεν ήταν σε θέση να παρευρεθεί στα εγκαίνια.

Η ώρα είχε πάει 10 και 10 το πρωί και ο Τζιοβάνι ήταν σοκαρισμένος.
-«Μας έστειλαν εξώδικο, εδώ στο Palazzo Stelline και μας απαγορεύουν να κυκλοφορήσουμε τον κατάλογο της έκθεσης και την Αφίσα. Ο Warhol είναι πολύ θυμωμένος. Γιατί τα κάνει ο Ιόλας αυτά;»
-«Ποιο εξώδικο; Ο Ιόλας; Αυτός δεν ξέρει τίποτα. Τρείς μέρες ήταν εξαφανισμένος.
Τον βρήκα σε ένα νοσοκομείο. Ποιο εξώδικο;»
Άφησα τον Ιόλα στο ξενοδοχείο και έφυγα αμέσως για το Palazzo Stelline, το οποίο ήταν γεμάτο κόσμο. Φωτογράφοι, δημοσιογράφοι από ολόκληρο τον κόσμο. Οι εφημερίδες, με την απαγωγή, είχαν δημιουργήσει μια εικόνα εκρηκτική. Έξω από το κτήριο, ο κόσμος έστεκε και συζητούσε, ενώ οι καθολικές καλόγριες που έβγαιναν από την Santa Maria de la Gracie, έκαναν το σταυρό τους.
Μόλις έφτασα ο Τζιοβάνι με πληροφόρησε για το εξώδικο, το οποίο είχε σταλεί από την εταιρία: «General Trade Alexander Iolas LTD». Σκοπός της εταιρίας ήταν: «Ακυρώνεται με οποιονδήποτε τρόπο η εμπορία έργων Τέχνης, η διαμεσολάβηση για αγορά και πώληση έργων Τέχνης με τρίτους ή η αντιπροσώπευση καλλιτεχνών και έργων τους και γενικά, η ανάπτυξη κάθε σχετικής με τα πάνω, δραστηριότητας. Η εταιρία μπορεί να συμμετέχει σε άλλες εταιρίες και να συνιστά με άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, κάθε μορφής εταιρείες.»
Πήρα το εξώδικο και έφυγα αμέσως για το ξενοδοχείο. Ο Ιόλας αποδυναμωμένος πλέον, είχε αρχίσει να συνέρχεται και να θυμάται. Άρχιζε να καταλαβαίνει τι γίνεται γύρω του.
«Που είσαι; Τι γίνεται; Τι συμβαίνει εδώ;» με ρώτησε όταν μπήκα στη σουίτα του.
Τον βρήκα με τον Andy Warhol, τον Christopher Mako και τον Fred Huze.
«Δεν είναι καλά ο Ιόλας. Έχει αδυνατίσει πολύ. Σα σκελετός είναι. Γιατί έγινε έτσι;» με ρώτησε ο Warhol.
Τι να απαντήσω. Δεν ήξερα που πατούσαν τα πόδια μου. Από την μια η κατάσταση του Ιόλα, από την άλλη τα εγκαίνια, η «απαγωγή», το νοσοκομείο, η δίκη στη Αθήνα. Τι είχε συμβεί σε αυτόν τον άνθρωπο.
Όταν πληροφόρησα τον Ιόλα και τον Warhol, για την ύπαρξη της εταιρίας που φέρει το όνομά του, ο Ιόλας τα ‘χασε.
-«Ποια εταιρία; Ποιο εξώδικο; Τις στο διάολο εξώδικο είναι αυτό;! Οι αφίσες και ο κατάλογος πρέπει να κυκλοφορήσουν! Πρέπει να μοιραστούν στο κοινό, με οποιονδήποτε τρόπο!. Ποιος τα κάνει όλα αυτά; Να τη η Μαφία της Τέχνης! Αυτή είναι η Μαφία!!»
Γυρνάει απότομα προς τον Andy Warhol και του ζητάει να γράψει ένα κείμενο για τον «Μυστικό Δείπνο» και να το υπογράψει.
«Εγώ, ο υπογράφων Andy Warhol θέλω να κάνω την ακόλουθη δήλωση, προκειμένου να διευκρινιστούν δημοσίως, ορισμένα πράγματα.
Η φιλία μου με τον Αλέξανδρο Ιόλα είναι πολύ βαθιά και μακρόχρονη. Υπάρχει πάνω από 30 χρόνια. Είχαμε την ευχαρίστηση να συνεργαστούμε πάρα πολλές φορές. Ήταν αποκλειστικά ιδέα του Ιόλα, να ζωγραφίσω τον «Μυστικό Δείπνο» του Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Όλα μου τα ερεθίσματα και όλη μου η δημιουργικότητα μου γι’ αυτό το σχέδιο, προήλθαν από τον κύριο Ιόλα, πριν από 3 χρόνια, χάρη σε μια ιδέα του.
Μονάχα για τον Ιόλα έκανα αυτήν την έκθεση και συμφώνησα να έρθω στην Ιταλία. Η σύλληψη και η παραγωγή της έκθεσης αυτής, είναι αποτέλεσμα της προσωπικής μου φιλίας μου μαζί του και κανενός άλλου.
Επιθυμώ να ευχαριστήσω αυτόν τον μεγάλο Φίλο, ο οποίος έχει αφιερώσει τον εαυτό του, ολοκληρωτικά στην Τέχνη.
Αλέξανδρε Ιόλα , σε ευχαριστώ πολύ.
Andy Warhol
Ιανουάριος 1987.

αυριο η συνεχεια...

Αλεξάνδρου Ιόλα:" Η Ζωή μου" απο τον Νίκο Σταθούλη (Ρούντολφ Νουρέγιεφ)

Αλεξάνδρου Ιόλα:" Η Ζωή μου"
απο τον Νίκο Σταθούλη
Συνέχεια διαδικτυακης δημοσίευσης της βιογραφίας του Αλέξανδρου Ιόλα η οποία κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις "Οδός Πανός"
Σε στιγμές κρίσης δεν αξίζει να δίνετε 18 ευρώ να το αγοράσετε και ο συγγραφέας να μη παίρνει γρόσι.
Η τέχνη για να είναι για όλο τον κόσμο, πρέπει να είναι ΔΩΡΕΑΝ!!!
Για να γίνει κτήμα περισσότερων χρηστών εντελώς δωρεαν ΔΙΑΔΩΣΤΕ το...με απλά λόγια ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΤΕ το...

Συνέχεια δημοσίευσης..

Ρούντολφ Νουρέγιεφ
Το καλοκαίρι του 1985, ο Ρούντολφ Νουρέγιεφ, ήρθε στην Ελλάδα για την τελευταία του παράσταση. Ο Ιόλας, δέκα μέρες πριν, τον είχε καλέσει να μείνει στο σπίτι του και είχε οργανώσει δύο δείπνα προς τιμήν του. Ο Ρούντολφ τον είχε ενημερώσει για την αρρώστια του αλλά ο Ιόλας τον καθησύχασε. «Εσένα δε θα σε νικήσει καμιά αρρώστια ποτέ!».
Όταν έφτασε στην Ελλάδα, ο διάσημος χορευτής, ο Αλέξανδρος Ιόλας του είπε ότι ήθελε να τον δει στις πρόβες του στο Ηρώδειο… Το ίδιο, κιόλας, απόγευμα της άφιξής του, πήγαμε με τον Ιόλα στο Ηρώδειο, να παρακολουθήσουμε τις πρόβες.
Ο Νουρέγιεφ, φανερά στεναχωρημένος, είπε στον Ιόλα ότι ήταν η τελευταία του φορά σαν χορευτής και τότε ο Ιόλας, βγάζει το μονόπετρο, χρυσό δαχτυλίδι του και πιάνοντας το δεξί χέρι του Νουρέγιεφ, του το φοράει στο μεσαίο δάχτυλο, λέγοντας του: «Πάρε λίγη από την ενέργειά μου αγόρι μου.»
-«Τον αγαπάτε πολύ τον Ρούντολφ Νουρέγιεφ;» τον ρώτησα.
-«Μα ο ίδιος εκφράζει, την τελειότητα στο χορό για τον 20ο αιώνα. Είναι σκληρός δουλευτής, είναι δύσκολο παιδί, είναι ο ίδιος σταρ και καμιά φορά κακομαθημένος, ενώ λατρεύει και τον λατρεύουν τα φώτα της δημοσιότητας. Του άρεσαν τα πάρτι και οι κοσμικές συγκεντρώσεις και αγαπάει τρελά τον τραγουδιστή των Queen, Φρέντυ Μέρκιουρι, με τον οποίο είναι τρελά ερωτευμένος και έχουν σχέση.
Όλα αυτά μπορεί να σκιαγραφούν ένα χαρακτήρα αλλά σαν καλλιτέχνης, ήταν εξαίσιος. Ο χορός του είχε δραματικότητα. Η ερμηνευτική του ικανότητα και η σκηνική του παρουσία, ήταν ανεπανάληπτη. Η ενέργειά του ήταν απίστευτη. Δουλεύει 10 με 12 ώρες την μέρα. Γλεντάει, χορεύει, πηγαίνει σε πάρτι, ξενυχτάει, κάνει αχαλίνωτο σεξ και αμέσως μετά, χωρίς να ξεκουραστεί, πάει στις πρόβες.
Το 1961 είχε έρθει στην Ευρώπη από την Σοβιετική Ένωση, για τις προγραμματισμένες του παραστάσεις στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Ο Ρούντολφ είδε σαν πρωτάρης της ελευθερίας τη ζωή στην Ευρώπη και δε συμμορφώθηκε με το πρωτόκολλο συμπεριφοράς του συγκροτήματος. Γλεντούσε και ξενύχταγε με αγόρια από τη Δύση, με αποτέλεσμα, να αποφασίσουν να τον στείλουν πίσω στην Σοβιετική Ένωση, ενώ το συγκρότημα θα συνέχιζε την περιοδεία, κανονικά.
Στο αεροδρόμιο του Παρισιού, πήγε προς το μέρος της Γαλλικής Αστυνομίας και του είπε ότι ήθελε να μείνει στο Παρίσι. Μεσολάβησα για τα τον στείλω στα μπαλέτα του Μαρκήσιου Ντε Κουέβας, με τον οποίο τσακώθηκε, μετά από πέντε μήνες….
Είναι μια ατίθαση ηλιαχτίδα της Τέχνης και της ζωής. Είναι ένα ιερό πλάσμα που αξίζει να το αγγίξει κάποιος. Έχει κάτι παιδικό απάνω του. Ξέρει καλά το μέγεθος του ταλέντου του και έχει δουλέψει σκληρά γι’ αυτό. Γι’ αυτό, αυτό το πλάσμα είναι θεϊκό πάνω στη σκηνή. Δεν έχει καταλάβει, βέβαια, ακόμα ότι μεγάλωσε και κάνει πολλά συγχρόνως πράγματα, με αποτέλεσμα, κάπου να είναι υποχρεωμένος να τσαλαβουτήσει και να δεχθεί τη σκληρή κριτική του κοινού και των κριτικών.
Όλοι, ωστόσο, γνωρίζουν την ιδιοφυία του και γι’ αυτό τον στήριξαν. Όλοι τον θέλαμε κοντά μας για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Για να περνάμε καλά. Γιατί νοιώθεις ωραία μαζί με τον Ρούντολφ, επειδή η χάρη του ωραίου, ξυπνά τις αισθήσεις μέσα σου.
Η ψυχή του και το σώμα του, κρύβουν ένα τόσο εξαίσιο μυστήριο , που σε ερέθιζε να το εξερευνήσεις, να το υιοθετήσεις, να το κάνεις δικό σου.»

57. «Μυστικός Δείπνος»

Ήταν Σεπτέμβριος του 1985, όταν ο δικηγόρος του Αλέξανδρου Ιόλα, Αλέξανδρος Λυκουρέζος, τον ενημέρωσε ότι σε μια βδομάδα θα ξαναπάνε στον ανακριτή.
-«Θα με φάνε οι αλήτες!» φώναξε από το τηλέφωνο, στον δικηγόρο του. «Με πήρε τηλέφωνο η Αλίκη Κουτσόγιωργα και μου είπε να φύγω γιατί θα μου κάνουν κακό. Μα πού να πάω; Που να τα αφήσω στη μέση όλα αυτά;»
Ήταν απελπισμένος. Το σημερινό δημοσίευμα της «Αυριανής» τον είχε καταβάλει. Είχε δημοσιεύσει τη διεύθυνση του σπιτιού του και το τηλέφωνό του. Η κατάσταση ήταν εξωφρενική.
Το ίδιο βράδυ, πήρε τηλέφωνο τον Άντυ Γουόρχολ, στη Νέα Υόρκη, παραγγέλνοντας το έργο, το οποίο θα φιλοτεχνούσε για την αντιγκαλερία του, στο Μιλάνο.
-«Andy, παιδί μου, αποφάσισα να παρουσιάσω τον «Μυστικό Δείπνο», του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, απέναντι από τη Santa Maria de la Grazie, όπου βρίσκεται και ο πραγματικός, εσύ θα φτιάξεις την αναπαραγωγή του»
-«Τέλεια, Ιόλα… Έχω ένα εικόνισμα του Μυστικού Δείπνου, στο προσκεφάλι μου. Είναι αυτό του Λεονάρντο»
-«Περίφημα. Μόνο Κοίταξε… Άσε τη θέση του Ιούδα, κενή.»
-«Γιατί Αλέξανδρε;»
-«Για να βάλουμε τον Έλληνα, εκεί!!!
-«Αυτό δε θα μου το επιτρέψει ποτέ ο Λεονάρντο, Ιόλα.»
-«Ε, τότε κάνε ό, τι καταλαβαίνεις. Μόνο ξεκίνα. Δεν έχω χρόνο. Βιάζομαι.»
Είχα πάθει σοκ. Δε πίστευα στα αυτιά μου. Έτσι γεννιούνται τα μεγάλα έργα τέχνης έλεγα μέσα μου.
Για ενάμιση περίπου χρόνο, δούλευε ο Andy Warhol για το έργο αυτό. Η παραγωγή του ήταν πάνω από 60 έργα, τα οποία θεωρήθηκαν από τα σπουδαιότερα της καριέρας του, εκ των οποίων τα 24 μεγαλύτερα, ανήκαν στον Αλέξανδρο Ιόλα. Για όσο διάστημα ο Andy Warhol, δούλευε τον «Μυστικό Δείπνο», ο Ιόλας έπρεπε να φύγει από την Ελλάδα.
Το κλίμα ήταν νοσηρό. Οι καλλιτέχνες του Ιόλα, άρχισαν να απομακρύνονται, μπας και τους πιάσει ο Τύπος στο στόμα τους κι αυτούς. Ο Κώστας Πανιάρας, ο Κώστας Τσόκλης, ο Τάκης, ο Παύλος, σταμάτησαν να έχουν τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του, εκεί που το τηλέφωνό του , έσπαγε κάθε μέρα.
Έφυγε για 20 μέρες στη Νέα Υόρκη, φιλοξενούμενος στο σπίτι της Μάρας Καρέτσου, στην Park Avenue 502, γιατί η ανιψιά του η Σύλβια, δε ήθελε να τον φιλοξενήσει.
«Και να φανταστείς ότι εγώ τη πήρα τη μικρή από την Ελλάδα και την έφερα στην Αμερική.», θα μου πει νευριασμένος, για την ανιψιά του.
Μετά από δεκαπέντε μήνες περίπου ταξιδέψαμε, μαζί , στη Νέα Υόρκη, για να δούμε από κοντά, τα πρώτα έργα του «Μυστικού Δείπνου», στο Factory του Andy Warhol. Ήταν Μάιος του 1986 , όταν με τον Ιόλα διαλέξαμε ένα ξενοδοχείο στην Park Avenue και 57η οδό.
Ο Andy Warhol, την ίδια μέρα που φτάσαμε στη Νέα Υόρκη, στη γκαλερί του Larry Gagoosian, θα παρουσίαζε τα οξειδωμένα- κατουρημένα έργα του. Ο Ιόλας κοίταζε από το παράθυρο, το δρόμο. Δε μίλαγε. Μόνο σκεφτότανε. Κάποια στιγμή, χτύπησε τη γροθιά του, δυνατά πάνω στο γραφείο της σουίτας, φωνάζοντας με όση φωνή διέθετε: «Τους πούστηδες! Εμένα να καταντήσουν, έτσι;!»
-«Ποιοι;» τον ρώτησα.
-«Οι αμόρφωτοι. Που πήρανε στα σοβαρά ένα κακό ηθοποιό, ένα παιδί άρρωστο. Αλκοολικό! Χρησιμοποίησε ο ένας τον άλλον για να κάνουν σκάνδαλο στην πλάτη μου. Τους κακομοίρηδες. Πώς να τα βάλεις μαζί τους;»
-«Σας χρωστάνε, Ιόλα. Δεν το σκέφτεστε;»
-«Αυτό είναι το κακό. Ότι σου χρωστάνε. Και σε ποτίζουν δηλητήριο. Ό, τι έκανα, το έκανα για μένα. Γιατί ευχαριστιόμουν εγώ! Όταν παίρνεις γίνεσαι, όταν δίνεις, είσαι… Όταν είναι μέσα στο DNA σου να ασχολείσαι με κάτι ωραίο και να παραδειγματίζεις και τους άλλους, ιδίως του νεότερους, τότε ευχαριστιέσαι.»
Ήταν ήδη κουρασμένος. Άντεχε, δεν άντεχε να πάμε στα εγκαίνια της έκθεσης του Andy. Τελικά, έριξε μια κάπα γούνινη πάνω του και πήγαμε στην έκθεση. Ο Larry Gagoosian έτρεξε να τον φιλήσει μόλις τον είδε. Ο Andy Warhol ήταν χαμογελαστός και απολάμβανε το show που είχε στήσει, για ακόμα μια φορά.
Ο Ιόλας ξεναγούσε τη Χριστιάνα Βαρδινογιάννη, στην έκθεση, η οποία μόλις είχε φτάσει στη Νέα Υόρκη με concord από το Παρίσι.
-«Μα πως έγιναν αυτά τα έργα;» ρώτησε η Χριστιάνα τον Ιόλα.
-«Μα, παιδί μου, έβγαλαν τα πουλιά τους και τα κατούρησαν, όλα τα παιδιά του Factory…»
Τις επόμενες μέρες, παρατήρησα ότι οποιαδήποτε δραστηριότητα του, την εγκατέλειπε. Ακόμα και τη φροντίδα του σώματος του και της υγείας του είχε παραμερίσει. Είχε παρατήσει τελείως τον εαυτό του. Είχε χάσει 20 κιλά, μέσα σε ελάχιστους μήνες. Το βλέμμα του ήταν πονεμένο για πολύ καιρό.
Δεν πλενόταν. Δεν άλλαζε ρούχα. Τα ρο0ύχα του μυρίζανε. Τα νύχια του ήταν μαύρα, πράγμα ανήκουστο, όταν μια φορά την εβδομάδα- μια ολόκληρη ζωή- έκανε μανικιούρ. Τα μαλλιά του ήταν λιγδιασμένα και άβαφα, ενώ το ήξερε ότι τα μαλλιά του ήταν η δύναμή του.
Ήταν μια σκληρή πραγματικότητα, την οποία αντιμετώπιζε και που ο ίδιος δεν μπορούσε να καταλάβει.
-«Γιατί όλα αυτά; Πως ήταν δυνατόν να μην καταλαβαίνουν την πιθανή αλήθεια μέσα σε αυτό το περίπλοκο και νοσηρό υφάδι κατηγοριών πορνείας, ασέλγεια ανηλίκων, αρχαιοκαπηλίας, ναρκωτικών. Πως είναι δυνατόν να παίρνουν στα σοβαρά ένα άρρωστο άτομο;»
-«Το περπάτημα κάνει καλό. Θέλετε να περπατήσουμε;» τον παρότρυνα.
Διάλεξε ένα μακρύ παλτό από δέρμα κροκοδείλου και πήγαμε απέναντι σχεδόν, στη γκαλερί που είχε ανοίξει ο Κeith Green.
-«Πάμε στο στούντιο του Dennis Oppenheim » είπε ξαφνικά ο Ιόλας. Δεν ήταν προγραμματισμένο. Είχε να μιλήσει με τον Dennis πάνω από πέντε μήνες.
Πήραμε ταξί για την Chinatown, την κινέζική συνοικία, όπου ήταν και το σπίτι- ατελιέ του καλλιτέχνη, χωρίς να τον ειδοποιήσει ότι βρισκόταν στη Νέα Υόρκη.
Ήταν ένας τεράστιος χώρος, υπόγειος, πρώην γκαράζ αυτοκινήτων, όπου ο Dennis, το είχε μετατρέψει σε σπίτι- ατελιέ και εκθεσιακό χώρο. Ο Ιόλας χτύπησε το κουδούνι 4 ή 5 απανωτές φορές. Ο Dennis άνοιξε τη πόρτα και σάστισε, βλέποντας τον Αλέξανδρο Ιόλα μπροστά του.
Μπήκαμε μέσα και από την πρώτη στιγμή, ο Ιόλας, άρχισε να του εξηγεί για το Μουσείο της Θεσσαλονίκης, το Μιλάνο, τη δωρεά του σπιτιού του στην Αγία Παρασκευή, το οποίο είχε επισκεφτεί πολλές φορές ο Dennis.
-«Ιόλα, είσαι πολύ κουρασμένος» τον διέκοψε ξαφνικά ο Dennis.
-«Θέλω να δω τα έργα σου» του απάντησε ο Ιόλας .
Ο Αμερικάνος καλλιτέχνης έμοιαζε με χίπη. Είχε μακριά, ξανθά μαλλιά, φορούσε ένα τζίν παντελόνι και τζίν πουκάμισο, ενώ στο λαιμό είχε ένα κόκκινο ροκ φουλάρι.
Άρχισε να απλώνει τα μεγάλα σχέδιά του στο πάτωμα. Πολλά από αυτά ήταν κολλημένα μεταξύ τους. Μια έκρηξη χρωμάτων γέμισε τον χώρο. Ο Αλέξανδρος Ιόλας ήταν όρθιος, σε τέλεια στάση με το ένα δάχτυλο στο στόμα, χαρακτηριστική στάση του, όταν κοιτούσε κάτι που του άρεσε.
«Τι θαύμα! Καινοτομία!» φώναξε και βγάζοντας από την τσέπη του το μπλοκ των επιταγών του, έγραψε το ποσό των 15.000 δολαρίων.
«Πάρε αυτά!» του λέει, «Θα τα πάρω όλα! Πες μου πόσο κάνουν και όταν φτάσω στην Αθήνα, σου στέλνω τα υπόλοιπα.»
Ο «Αιγύπτιος» παρέμενε μέσα του. Ο Dennis ήταν τόσο ευχαριστημένος και πρότεινε στον Ιόλα να πάμε για γεύμα σε ένα ασιατικό εστιατόριο, το οποίο βρισκόταν κοντά στο σπίτι του. Ήξερε την αγάπη του Ιόλα για την ασιατική κουζίνα.
Ο Ιόλας ξετρελάθηκε με την ιδέα και ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένος στο εστιατόριο, το οποίο ήταν γεμάτο από Ασιάτες εργάτες, οι οποίοι έπαιρναν ένα πλήρες γεύμα, με 6 δολάρια.
Έπρεπε να γυρίσουμε σχετικά νωρίς το μεσημέρι, διότι το απόγευμα είχε κανονίσει ο Andy Warhol, να πάμε να δούμε στο Broadway, την παράσταση: «Flamenco Puro», με ένα καταπληκτικό καστ από την Ισπανία, όπου θα χόρευε μια ρομαντική τσιγγάνα 65 ετών.
Την επόμενη μέρα θα βλέπαμε τον «Μυστικό Δείπνο» του Andy Warhol στο «Factory», για πρώτη φορά από κοντά. Βλέπαμε τα έργα μονάχα από φωτογραφίες που του έστελνε ο Andy στην Αγία Παρασκευή.
Το επόμενο πρωί, στο «Εργοστάσιο», μας άνοιξε μια ηλικιωμένη θυρωρός, η οποία κεντούσε με χρυσή κλωστή, το σήμα του δολαρίου στις μαύρες βελούδινες παντόφλες του Andy. Απέναντί μας ήταν ένας μεγάλος μαύρος καναπές και μας έδειξε να καθίσουμε.
Ξαφνικά, εκεί που περιμέναμε κάποιον να έρθει, μπήκε μέσα ο ζωγράφος Κeith Haring. Τον είδα και τρελάθηκα. Μαζί με τον Warhol, ήταν οι αγαπημένοι μου καλλιτέχνες τότε. Μου είχε μιλήσει και ο Ιόλας και ο Αλέξης Ακριθάκης για τον Κeith Haring.
Ο Αμερικάνος ζωγράφος χαιρέτησε τον Ιόλα, ο οποίος με σύστησε και μας έδειξε ένα πιστόλι tattoo, το οποίο μόλις είχε αγοράσει…
-«Τι, κάνεις και tattoo;» τον ρώτησε ο Ιόλας
-«Σκέφτομαι να πειραματιστώ, σε εμένα και στους φίλους μου» απάντησε ο Κeith Haring και λίγο αργότερα αφέθηκα στα χέρια του προκειμένου να μου χτυπήσει ένα tattoo στο δεξί αστράγαλο.. ένα μωρό που μπουσουλάει,το οποίο προσεχω σαν τα μάτια μου... Ειναι το μόνο που θα παρω μαζι μου....
Μας ενημέρωσαν ότι ο Warhol ήταν στο χώρο του γυμναστηρίου και μπορούσαμε να πάμε να τον δούμε.
Χαιρετηθήκαμε και σχολιάσαμε την χθεσινοβραδινή παράσταση. Μας οδήγησε προς τον χώρο που βρισκόταν ο «Μυστικός Δείπνος».
Ο Ιόλας φορούσε μια γούνινη καπαρντίνα και ήταν γεμάτος αγωνία να δει τα έργα. Οι βοηθοί του Andy Warhol, πήραν τα ταμπλό και άρχισαν να τα ξετυλίγουν στο πάτωμα, στα πόδια του Ιόλα.
Ο «Μυστικός Δείπνος», μήκους 13 μέτρων. Άλλα τέσσερα έργα, μήκους 13 μέτρων το καθένα, σε διαφορετικά χρώματα και άλλα πολλά μικρότερα, 3 μέτρα, 1 μέτρο και τα πρόσωπα του Χριστού 70x100 το καθένα. Όλα σε διαφορετικά χρώματα, σε διαφορετικό φόντο, άλλα καμουφλάζ. Ο Ιόλας φαινόταν ενθουσιασμένος. Και ήταν.
Η συμφωνία για την τιμή των έργου ήταν 1.000.000 δολάρια. Ο Ιόλας εκείνη τη στιγμή, έβγαλε από την τσέπη του ένα μπλοκ επιταγών, δίνοντάς του 500.000 δολάρια. Τα υπόλοιπα, θα τα εύρισκαν μετά. Έτσι, χωρίς χαρτιά, χωρίς υπογραφές.
-«Τι σημαίνει για σας ο «Μυστικός Δείπνος»;» ρώτησα τον Andy Warhol.
-«Με ερέθισε αφάνταστα η ιδέα του Ιόλα, να ανακατέψει το παλιό με το καινούργιο. Με εμπνέει αυτή η συνύπαρξη. Ο Ιόλας ανοίγει μια γκαλερί ακριβώς απέναντι από το Μοναστήρι Santa Maria de la Gracie, όπου βρίσκεται ο πραγματικός Λεονάρντο… Αυτό με εμπνέει, θρησκευτικά.»
-«Αν δεν υπήρχε το πρωτότυπο του Λεονάρντο;… Πως θα ζωγραφίζατε τον Μυστικό Δείπνο;»
-«Θα έκανα, φαντάζομαι, το ίδιο.»
-«Πως σκέφτεστε να αντιδράσουν οι Ιταλοί, οι οποίοι θεωρούν- και έτσι είναι- τον «Μυστικό Δείπνο» ένα αριστούργημα;»
-«Θα φάω πολύ σπαγγέτι, όπως τρώνε κι αυτοί. Οι Ιταλοί είναι σκληροί άνθρωποι, όπως και οι δημοσιογράφοι. Γι’ αυτό δουλεύω εδώ. Εκεί θα ήταν πιο δύσκολα.»
-«Ποιος είναι ο Ιούδας, Andy;»
-«Δε πιστεύω στους κακούς ανθρώπους. Δεν τους ξεχωρίζω από τους άλλους. Μου αρέσουν όλοι.»
-«Έχετε αλλάξει τη «φιλοσοφία» σας από τότε που τη δημοσιεύσατε σε βιβλίο;»
-«Αν και δεν θα το ήθελα, δυστυχώς ναι»
-«Τον Ιησού, τον συναντήσατε ποτέ;»
-«Πως κάθε μέρα αλλά είναι τόσο πληγωμένος.»
Ο Andy σε μισή ώρα περίπου θα είχε ένα σημαντικό ραντεβού. Ήδη είχε φτάσει κοντά, μία το μεσημέρι. Πήγαμε με τον Fred Huze, σε ένα εστιατόριο κοντά στο Factory. Δεν είχα όρεξη να φάω. Ήταν τόσο έντονο αυτό που ζούσα, και όλα αυτά, σε 3-4 μέρες που δεν ήθελα να τελειώσουν ποτέ.
Τις επόμενες ημέρες συναντούσαμε διάφορους φίλους στη Νέα Υόρκη, κάναμε βόλτες με τη Μάρα Καρέτσου, τον Brooks Jackson.

58. Palazzo Stelline

Οι εργασίες, στο Μιλάνο ήταν εντατικές.
«Ο χώρος, δεν είναι τυχαίος.» μου έλεγε, «Δημιουργήθηκε στα όρια του Μεσαίωνα, το Palazzo Stelline και αποτελούσε μέρος ενός φιλανθρωπικού ιδρύματος της εποχής. Την αντιγκαλερία μου αυτή, την έχω νοιώσει σαν έναν εντελώς αντιεμπορικό χώρο.
Δε θέλω να δείχνει κατάστημα ή χώρο εμπορικό ή έστω μια τυποποιημένη αίθουσα Τέχνης… Μέσα εκεί τώρα ξεπλένουν χρήματα. Η Μαφία μπήκε στο χώρο των γκαλερί…Για να έχεις σπουδαία έργα πρέπει να πληρώνεις μπράβους. Ακόμα και η υφή, το είδος του πατώματος, πρέπει να είναι πιο γήινο, πιο αρχέγονο.»
Δύο αρχιτέκτονες είχαν αναλάβει το δύσκολο έργο της αποκατάστασης του χώρου. Ο Ιόλας δεν ήθελε να κάνει προχειρότητες. Δεν έκανε ποτέ. Ακόμα μελετούσε τη λειτουργία του, τη διακόσμηση του, ακόμα και την οργάνωσή του, να μη θυμίζει σε τίποτα Μουσείο ή γκαλερί. Ο Τζιοβάνι Κουάντριο και ο Τζιάνι Τζιακούσι, πρόσεχαν να είναι συνεπείς στις οδηγίες του Ιόλα.
Μέχρι τότε, ήταν πολλές οι προστριβές του με τους αρχιτέκτονες και τους εργάτες, γιατί ο Ιόλας κοίταζε και την παραμικρή λεπτομέρεια. Τρείς μήνες, περίπου, έμειναν για τα εγκαίνια και τους έδωσε εντολή να αλλάξουν ολόκληρο το πάτωμα.
Είχε δώσει εντολή και στον καλλιτέχνη Roberto Matta, να φτιάξει το έργο για το Palazzo Stelline. Του είχε ζητήσει να δημιουργήσει το «Συμπόσιο του Πλάτωνα», μήκους 15 μέτρων και ύψους 2,5 μέτρων. Συνολικά 10 έργα, θα δημιουργούσαν μια ονειρική ατμόσφαιρα, σαν αυτήν που μόνο τα έργα του Μatta, μπορούν να δώσουν.

αυριο η συνεχεια...