Αλεξάνδρου Ιόλα:" Η Ζωή μου"
απο τον Νίκο Σταθούλη
Συνέχεια διαδικτυακης δημοσίευσης της βιογραφίας του Αλέξανδρου Ιόλα η οποία κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις "Οδός Πανός"
Σε στιγμές κρίσης δεν αξίζει να δίνετε 18 ευρώ να το αγοράσετε και ο συγγραφέας να μη παίρνει γρόσι.
Η τέχνη για να είναι για όλο τον κόσμο, πρέπει να είναι ΔΩΡΕΑΝ!!!
Για να γίνει κτήμα περισσότερων χρηστών εντελώς δωρεαν ΔΙΑΔΩΣΤΕ το...με απλά λόγια ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΤΕ το...
Συνέχεια δημοσίευσης.
Είχε σχεδόν μεσημεριάσει. Σε λίγη ώρα στο Palazzo, θα πραγματοποιούνταν η συνέντευξη Τύπου και ο Warhol τουλάχιστον έπρεπε να είναι εκεί. Ο Ιόλας μας παρότρυνε να πάμε.
Φύγαμε για την press conference. Αυτό δεν το είχα ξαναδεί. Κάμερες στημένες δεξιά την αίθουσα συνέντευξης. Δημοσιογράφοι και φωτογράφοι από όλο τον κόσμο. Όλοι οι τηλεοπτικοί σταθμοί ήταν εκεί. Κριτικοί Τέχνης, επιμελητές, καλλιτέχνες, συλλέκτες. Όλοι ήταν εκεί. Το ενδιαφέρον ήταν παγκόσμιο και δικαίως το Μιλάνο ήταν στολισμένο. Ήταν καλλιτεχνικό γεγονός.
Την επόμενη μέρα, τα εγκαίνια της έκθεσης, έχουν προκαλέσει σεισμό. Από όλους τους κεντρικούς δρόμους, ένα ρεύμα ανθρώπων κατευθυνόταν στο Palazzo Stelline.Ήταν τόσο πολύς ο κόσμος, που δεν χωρούσε μέσα στο κτήριο. Ο δρόμος έξω από το Palazzo ήταν γεμάτος. Μας ενημέρωσαν ότι η έκθεση θα έχει πάνω από 5.000 επισκέπτες.
Ο Andy Warhol υπέγραφε ασταμάτητα τις αφίσες και τους καταλόγους των θαυμαστών του. Άλλοι έφερναν μαζί τους κονσέρβες Campbell’s να τις υπογράψει. Πόσο κρίμα που δεν ήταν παρών ο Αλέξανδρος Ιόλας.
Αργά το βράδυ, στη σουίτα του, δεν ήθελε να κοιμηθεί… Ήμασταν όλοι εκεί και ζητούσε συνέχεια να του εξιστορήσουμε, ό, τι ζήσαμε στην έκθεση…
Την επόμενη μέρα το πρωί, Πέμπτη 22 Ιανουαρίου, πήγαμε με τον Ιόλα στο σπίτι του Ντίνο Φραντζίν, ο οποίος θα κανόνιζε ό, τι είχε να κάνει με την επιστροφή του Ιόλα στην Ελλάδα και του είχε διαθέσει οδηγό και αυτοκίνητο για να τον πηγαινοφέρνει στο ξενοδοχείο.
Εντωμεταξύ, πληροφορίες έφθαναν από την εταιρία, η οποία είχε στείλει ένα ακόμα εξώδικο στο Μακεδονικό Μουσείο στη Θεσσαλονίκη, στο οποίο ο Ιόλας είχε δανείσει κάποια έργα του Μatta, για μία έκθεση. Ακόμα, πληροφορίες ανέφεραν ότι ο «Μυστικός Δείπνος» είχε δεσμευτεί από κάποιους συλλέκτες.
Ο Ιόλας τα είχε χαμένα. Δεν ήξερε τι πραγματικά συμβαίνει. Επικοινώνησε με τον δικηγόρο του Αλέξανδρο Λυκουρέζο, εξιστορώντας του ό, τι είχε συμβεί. Μου ζήτησε να βρω ένα αντίγραφο του εξώδικου, προκειμένου να αναζητήσει τα στοιχεία της εταιρίας. Μου είπε ακόμα, ότι έπρεπε να γυρίσει το συντομότερο δυνατόν στην Ελλάδα.
Οι επόμενες μέρες ήταν οδυνηρές για τον ίδιο. Διάβαζε τις Ιταλικές εφημερίδες και ήταν πικραμένος που δεν βρισκόταν εκεί, στα εγκαίνια, τα οποία φιλοξενούσαν με τρόπο διθυραμβικό στις σελίδες τους. Το απολάμβανε μεν, αλλά ήταν πικραμένος που δεν ήταν παρών, στο μεγαλύτερο στοίχημά του.
Πονούσε πολύ. Πονούσε σε όλο του το σώμα. Οι δυνάμεις του, τον είχαν, σχεδόν, εγκαταλείψει. Είχε αδυνατίσει πολύ. Δεν τον ενδιέφερε να προσέξει τον εαυτό του. Δεν πλενόταν. Δεν ξυριζόταν. Φόραγε όλο τα ίδια ρούχα.
Λίγο πριν αναχωρήσουμε για την Αθήνα, το απόγευμα της Πέμπτης, έφτασε η Λίζα Σωτήλη, στο νοσοκομείο, αρκετά θυμωμένη. Οι φωνές της ακούγονταν σε όλο τον όροφο. Έβριζε στα Ιταλικά τον Ιόλα, ο οποίος ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του. Ξαφνικά ο Ιόλα της έβαλε τις φωνές: «Όχι, δε έχεις κανένα δικαίωμα εσύ να οργανώσεις την έκθεση του Μάτα. Αυτά είναι δικά σου. Καμιά εταιρία δεν έφτιαξα εγώ.»
Είχα καταλάβει. Η εταιρία είχε συστηθεί από την Λίζα Σωτήλη.
Η επιστροφή στην Αθήνα ήταν επεισοδιακή! Στο αεροπλάνο, κοιμόταν. Δεν έφαγε τίποτα. Η κατάσταση του είχε χειροτερεύσει. Όταν φτάσαμε στο σπίτι του, η αδερφή του, Νίκη Στάιφελ, ήταν εκεί.
-«Πως κατάντησε έτσι ο αδερφός μου;!» φώναζε. «Τι του κάνατε; Τι χάλια είναι αυτά;!» τσίριζε και ήθελε να μάθει με κάθε λεπτομέρεια τι συνέβη στο Μιλάνο.
Την επόμενη μέρα, η πρώτη του κίνηση, ήταν να επικοινωνήσει με τον Αλέξανδρο Λυκουρέζο, προκειμένου η εταιρία να διαλυθεί. Λίγες μέρες μετά, στις 29 Φεβρουαρίου, έστειλε προς «κάθε δικαστήριο και κάθε αρχή» εξώδικη δήλωση πρόσκληση, η οποία ανέφερε τα εξής: «Δηλώνω ρητά την αντίθεσή μου, στην χρησιμοποίηση του, παγκόσμια γνωστού, ονόματός μου και σας καλώ να προβείτε, πάραυτα, στην αφαίρεση του ονόματός μου από την εταιρική επωνυμία και τον διακριτικό σας τίτλο και να απέχετε από οποιαδήποτε χρησιμοποίησή του, αποσύροντας από την κυκλοφορία του οποιοδήποτε έντυπο υλικό και ανακαλώντας ή τροποποιώντας, οποιαδήποτε εμπορική συναλλαγή που έχει γίνει μέχρι σήμερα, με την εταιρική σας επωνυμία και τον διακριτικό τίτλο που φέρει το όνομά μου.»
Μετά την διάλυση της εταιρίας, φαινόταν πιο ήρεμος, ωστόσο ή κατάσταση του χειροτέρευε. Η Νίκη Στάιφελ, δεν τον άφηνε μόνο, σχεδόν ποτέ. Όλο έβρισκε μια αφορμή να βρίσκεται στο σπίτι, κάτι που τον ενοχλούσε πολύ, αλλά δεν μπορούσε να της το πει γιατί θα γινόταν έξαλλη.
Μια μέρα πριν, την Τετάρτη 28 Ιανουαρίου ήρθε ο Κωνσταντίνος Καρπίδας, συλλέκτης και φίλος του. Σε λίγο άρχισαν να τσακώνονται με τον Ιόλα και οι φωνές τους ακούγονταν σχεδόν, έξω από το σπίτι.
«Είσαι μια μεγαλοφυΐα κατεστραμμένη. Έπρεπε να σε αφήσω να σε κλείσουν μέσα, να δούμε τι θα έκανες. Τα αρχαία που μου είχες δώσει, δεν έπρεπε να στα δώσω πίσω. Σου το έχω πει εκατό φορές: προφυλάξου από την Μανίτα και τον Σταθούλη. Στο δικαστήριο που έπρεπε να ήσουν, δεν ήσουνα. Έτρεχες στο Μιλάνο. Ήταν μιλημένος ο δικαστής, Ιόλα. Ο υπουργός Εξωτερικών , ο Κάρολος Παπούλιας, είναι φίλος μου. Θα σε προστατέψει. Πρέπει να καταλάβεις κάποια πράγματα. Τα αρχαία που θα στείλεις στον Warhol, θα τα πάρω εγώ και θα σου δώσω 500.000 δολάρια. Μη μιλάς για τον «Μυστικό Δείπνο». Τι ξέρουν μωρέ οι Έλληνες; Αυτοί είναι βλάκες. Βρίζε τους, μα μη μιλάς.»
Δεν πίστευα στα αφτιά μου. Κατευθύνθηκα στο υπνοδωμάτιο του και βρήκα τον Ντίνο Καρπίδα να βρίζει τον, ξαπλωμένο στο ανάκλιντρο του, Ιόλα, ενώ παρόντες ήταν ο δικηγόρος Κώστας Αλαβάνος και ο Λάζαρος. Μόλις με είδε ο Ιόλας, μου είπε να περάσω έξω, σε πολύ έντονο ύφος.
Έφυγα από την Αγία Παρασκευή προβληματισμένος. Μόλις είχα αρχίσει να καταλαβαίνω ότι γύρω του είχε στηθεί ένας ιστός που δύσκολα θα μπορούσε να ξεμπλέξει.
Το ίδιο βράδυ, με πήρε στο τηλέφωνο και μου ζήτησε συγνώμη για την συμπεριφορά του, λέγοντάς μου: «Αύριο, θα έχουμε εδώ στο σπίτι, ένα συμβούλιο. Θέλω να είσαι και εσύ εδώ.»
Την επόμενη μέρα το μεσημέρι, τους βρήκα όλου στο υπνοδωμάτιό του. Ήθελε να βάλει τάξη στις εκκρεμότητές του. Πλήρωσε το Ι.Κ.Α. της Σούλας, έδωσε στα παιδιά, σχέδια από το «Μυστικό Δείπνο», τακτοποίησε διάφορες οικονομικές εκκρεμότητες που είχε και συμφιλίωσε τον Γιώργο και τον Λάζαρο, οι οποίοι ήταν τσακωμένοι.
Όταν η κουβέντα έφτασε στην εταιρία, ο Ιόλας γύρισε προς το μέρος μου και με στεντόρεια φωνή μου λέει: «Εσύ φταις! Δεν έπρεπε να μάθει τίποτα η Νίκη! Από την στιγμή που της είπες για την εταιρία, έχει λυσσάξει.»
Τσακωθήκαμε για πρώτη φορά, σε τέτοιο βαθμό. Του φώναξα ότι ήταν «έρμαιο της αυλής του» και ότι ποτέ δεν φανταζόμουνα ότι θα έφτανε σε αυτήν την κατάντια.
-«Δεν έχεις αντιληφθεί ότι μέρα με τη μέρα αυτοκτονείς; Είσαι άρρωστος. Έχεις AIDS και αντί να προσέχεις τον εαυτό σου, τον εγκαταλείπεις. Η Νίκη σε απειλεί, ο Καρπίδας σε απειλεί. Σε τρώνε. Τρώνε τις σάρκες σου, όπως τις τρως και εσύ. Και το μόνο που κάνεις είναι να βρίζεις τον τόπο που έλεγες πως αγαπάς. Θα σε φάει η αυλή σου. Οι δικοί σου άνθρωποι. Η οικογένειά σου, πριν σε ξεσκίσουν οι Έλληνες.»
Χίμηξε πάνω μου. Ο Γιώργος και ο Λάζαρος δεν πίστευαν στα μάτια τους. Τον έσπρωξα στο κρεβάτι. Σηκώθηκα και έφυγα, λέγοντας του ότι δεν πρόκειται να ξαναπατήσω ποτέ εκεί. Ο Ιόλας άρχιζε να φωνάζει: «Μη φεύγεις. Γύρνα πίσω. Μη φεύγεις.»
Στη έξοδό μου από το σπίτι, στο κήπο του σπιτιού του, συνάντησα τον Κώστα Πανιάρα, ο οποίος με είδε ταραγμένο. Έμεινε εμβρόντητος. Όταν του εξιστόρησα τι συνέβη, μου λέει: «Μη φεύγεις από κοντά του. Σε έχει ανάγκη. Σ’ αγαπάει. Μου έχει πει τα καλύτερα λόγια. Μη φεύγεις, ξανασκέψου το.»
Την Παρασκευή 30 Ιανουαρίου, στις 11 το βράδυ, η φωνή της Νίκη Στάιφελ, στο τηλέφωνο, ακούστηκε απελπισμένη.
-«Μην τον αφήσεις μόνο του… Είσαι ο μόνος που εμπιστεύεται… Η ζωή του είναι στα χέρια σου. Είναι απίστευτα ταραγμένος, αφότου έφυγες. Σου ζητώ εγώ συγνώμη για την συμπεριφορά του. Δεν ήθελε να σε προσβάλει.»
Δεν έκλεινε το τηλέφωνο η Νίκη. Είχα πάρει την απόφασή μου. Μόνο όταν της είπα ότι θα το ξανασκεφτώ, ηρέμησε και με καληνύχτισε.
Το επόμενο πρωί, μόλις που είχε ξημερώσει, χτύπησε το τηλέφωνο ξανά.
-«Νίκο, Καλημέρα. Ιόλας. Απόψε το βράδυ θέλω να πάμε στο σπίτι του Σπύρου Μερκούρη. Συγνώμη για χθες. Δεν μπορώ να μιλήσω άλλο από το τηλέφωνο γιατί το παρακολουθούν. Σε παρακαλώ έλα στις 5 το απόγευμα.» και έκλεισε το τηλέφωνο.
Στις 5 το απόγευμα, ακριβώς, ήμουν εκεί. Εκεί ήταν και η Νίκη Στάιφελ, η οποία με το που με βλέπει, μου λέει, ψιθυριστά: «Σε ευχαριστώ που ήρθες.». Ο Ιόλας προσποιήθηκε πως δεν άκουσε τίποτα και μου είπε ότι η Νίκη θα μας έδινε το αυτοκίνητό της, για να πάμε στον Σπύρο Μερκούρη. Μόλις έφυγε η Νίκη, προκειμένου να στείλει με την Φιλιπινέζα της, τα κλειδιά του αυτοκινήτου της, είπα στον Ιόλα για την απίστευτη προχθεσινή του συμπεριφορά. Του έδειξα τα χέρια μου, τα οποία ήταν γεμάτα πληγές από τις γρατζουνιές του.
-«Απέδειξες την αλήθεια! Κι όταν αποδεικνύεις την αλήθεια, κάνεις κακό. Δεν έπρεπε να μάθει τίποτα η Νίκη. Είμαι αυτός που είμαι. Αντέχεις; Δεν έχεις δικαίωμα να μην αντέξεις. Υπολογίζω σε σένα.»
Ήταν μια συγκλονιστική στιγμή ευφυΐας ή ηρεμίας, αυτής της μοναδικής προσωπικότητας. Έβλεπα μπροστά μου τον Μέγα Αλέξανδρο της Τέχνης, ανήμπορο να αντιμετωπίσει τα προβλήματά του. Ήταν ο ίδιος ένα μυστήριο, το οποίο το καλλιεργούσε. Έφτιαχνε κάθε φορά τη ζωή του και ανακατασκεύαζε το μύθο του, αναλόγως με τα συμφέροντά του. Έβλεπα μπροστά μου ένα άστατο τύπο, ο οποίος, όμως, έκρυβε κάτι από το αινιγματικό μεγαλείο της Σφίγγας. Είχε, όμως, και την απροσδιόριστη αίσθηση του παραλογισμού.
Κυνικός. Αδίστακτος. Σνομπ. Υπερόπτης. Κακομαθημένος. Ματαιόδοξος. Γεμάτος προκαταλήψεις. Πετυχημένος. Προικισμένος. Διορατικός. Τολμηρός. Γενναιόδωρος. Έξυπνος. Πληθωρικός. Γοητευτικός. Μια προσωπικότητα που ξεκινούσε από το μεγαλειώδες και έφτανε στο κιτς.
Ξαφνικά, διέκοψε τις σκέψεις μου και ακουμπώντας το χέρι του στον ώμο μου, μου είπε με αποκαρδιωτικό ύφος: «Με διασύρανε με τον χειρότερο τρόπο. Επιτέθηκαν με τον χειρότερο τρόπο στην προσωπική μου ζωή. Δεν έχω φίλους. Είμαι μόνος. Μόνο τα αγάλματα έχω τα σκυλιά μου και τα έργα Τέχνης. Να αυτά μου μείνανε. Μη φύγεις.»
Το απόγευμα κατέβασα τον Ιόλα στην Αθήνα, προκειμένου να πάει στο σπίτι Του Σπύρου Μερκούρη που βρισκόταν στην οδό Τσακάλωφ, λίγα μέτρα από την Πλατεία Κολωνακίου. Δεν ήθελα να ανέβω μαζί του επάνω στο σπίτι. Ήθελα να μείνω μόνος μου… Κανονίσαμε στις 8 το απόγευμα, να χτυπήσω το κουδούνι και να ανέβω πάνω να τον πάρω. Έτσι κι έγινε. Στην επιστροφή προς την Αγία Παρασκευή ήταν ταραγμένος. Δε γνωρίζω τι του είχε πει ο Σπύρος Μερκούρης και τον είχε ταράξει τόσο πολύ.
-«Ιόλα, είστε τρομαγμένος. Τι συνέβη;» τον ρώτησα.
-«Ανησυχώ Νίκο. Τα νέα δεν είναι καλά». Ξαφνικά, σταμάτησε να μιλάει. Κοιτούσε έξω από το παράθυρο, στη Μεσογείων. «Είναι περίεργη αυτή η νύχτα! « μου είπε, παροτρύνοντάς με να κοιτάξω έξω. Εντελώς ξαφνικά, έβαλε τα χέρια του στα χέρια μου, που κρατούσαν το τιμόνι και το τράβηξε προς το μέρος του. Το αυτοκίνητο έχασε την πορεία του.
-«Ιόλα, τι κάνεις;!» φώναξα. Τελικά το αυτοκίνητο έπεσε πάνω σε ένα άλλο, ενός αστυνομικού, προκαλώντας καραμπόλα τριών αυτοκινήτων. Ο ίδιος είχε χτυπήσει από τα τζάμια του αυτοκινήτου. Είχε σπάσει το παρμπρίζ. Είχε αιμορραγία.
«Πάμε σπίτι αμέσως. Όχι νοσοκομείο. Πάμε σπίτι. Κι ας είναι έτσι το αυτοκίνητο.»
Δεν άντεχα άλλο. Η ζωή του ήταν ένα ατελείωτο θέαμα. Μια συνεχής πρόκληση. Τι του ήρθε να μου πάρει τα χέρια από το τιμόνι. Τι είχε στο μυαλό του. Ο ίδιος αιμορραγούσε στο πρόσωπο. Τι να έκανα; Ήξερα ότι έχει AIDS, το ήξερε και ο ίδιος. Δε μιλούσε.
Επιστρέψαμε στο σπίτι και με οξυζενέ του ξέπλυνα τα τραύματα. Ευτυχώς, δεν είχαν καρφωθεί τα γυαλιά στο πρόσωπό του. Ήταν απλά γδαρσίματα και ένα τραύμα πάνω από το δεξί του μάτι, χτύπημα από τη δεξιά κολώνα του αυτοκινήτου στο τρακάρισμα. Αυτή η πληγή, επί μέρες, δεν έλεγε να κλείσει. Οι μέρες, εντωμεταξύ, περνούσαν τόσο γρήγορα.
-«Τι θα κάνετε με τον «Μυστικό Δείπνο» τον ρώτησα ένα απόγευμα στο σπίτι.
-«Θα τον χαρίσω!» μου απάντησε.
-«Που;!» ρώτησα ξανά, με έκπληξη.
-«Η Τέχνη είναι για να χαρίζεται. Τέρμα το εμπόριο!» μου είπε με αποφασιστικό τόνο. «Αγαπάς την Τέχνη; Την πληρώνεις, την παρουσιάζεις και την χαρίζεις… Αυτά τα «πλυντήρια» με τις αγοραπωλησίες. Τέλος!» είπε και ήταν η πρώτη φορά που ήταν τόσο ξεκάθαρος στο τι εννοούσε όταν έλεγε, αντιγκαλερί. «Η αξία ενός έργου Τέχνης, μετριέται με τις δεκαετίες και όχι από τις ετικέτες της τελευταίας στιγμής. Μια μεγαλοφυΐα προχωράει μπροστά, αψηφώντας δημόσιες σχέσεις, μόδες και δημοσιότητες.»
Τώρα κατάλαβα γιατί έλεγε: «Είμαι γκαλερίστας, όχι έμπορος. Βοηθώ μόνο τους πλούσιους να συγκροτήσουν τις συλλογές τους». Μισούσε τη λέξη έμπορος και όταν τον ρωτούσες για την τύχη της ανεκτίμητης συλλεκτικής περιουσίας του, απαντούσε: «Θα τη χαρίσω στους φίλους μου και στο κράτος!.»
Τη Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 1987, έφθασε στην Ελλάδα μια συγγενής του από την Βραζιλία, με το όνομα Σταυρούλα, ειδοποιημένη από την αδερφή του τη Νίκη και ανέλαβε υπηρεσία στο σπίτι της Αγίας Παρασκευής.
Είχε εγκατασταθεί στο υπνοδωμάτιό του, σε μια πολυθρόνα, δίπλα από το κρεβάτι του και έλεγχε τα τηλεφωνήματά του, τις συναντήσεις του, τις εξόδους του από το σπίτι, οι οποίες, φυσικά, είχαν ελαττωθεί.
Την Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου, με κάλεσε στο σπίτι του, να μιλήσουμε για το βιβλίο και να μου παραδώσει ένα πρόσθετο υλικό από φωτογραφίες, δημοσιεύματα Τύπου καθώς και κάποιο αρχειακό υλικό από τις γκαλερί του στην Ευρώπη.
Ήταν κακόκεφος. Η αδερφή του, Ηρώ Ξενάκη, η οποία έμενε κι αυτή απέναντι από το σπίτι του- είχε το δικό της σπίτι, στο ίδιο οικόπεδο με τη Νίκη- χειροτέρευε. Η υγεία της ήταν κλονισμένη και ο καρκίνος την είχε αφήσει μισή. Μου ζήτησε να πάμε να την δούμε. Είχε χάσει σχεδόν όλα της τα μαλλιά. Είχε αδυνατίσει, σε σημείο να διακρίνονται τα οστά.
-«Τη βλέπεις; Έρχονται τα χειρότερα σε λίγο» είπε και κατευθύνθηκε στο πιάνο που βρισκόταν στο σαλόνι. Κάθισε και έπαιξε συγκλονιστικά ένα κομμάτι από το «Πουλί της Φωτιάς» και μόνο όταν η αδερφή του έβαλε τα κλάματα, σταμάτησε να παίζει.
Τη φίλησε και φύγαμε από το σπίτι. Ήθελε να περπατήσουμε λίγο στη γειτονιά.
-«Δεν είμαι καλά. Η Νίκη θέλει να πάμε σε γιατρούς, νοσοκομεία και τέτοια. Στη Νέα Υόρκη. Δεν είμαι καλά. Το ίδιο και η αδερφή μου η Ηρώ. Πεθαίνει. Έχω τόσες εκκρεμότητες με τα σχέδια μου, τα οποία, η κατάσταση της υγείας μου, δε μου επιτρέπει να ολοκληρώσω Δεν έχω κουράγιο. Με φάγανε.»
Ήταν αδύναμος. Στηριζόταν στο μπράτσο μου και περπατούσαμε αργά. Τον ένοιωθα. Άρχισα και εγώ να βλέπω το τέλος να έρχεται περισσότερο από ποτέ.
Την επόμενη μέρα, 6 Φεβρουαρίου, έφτασε στη Ελλάδα, η κόρη της Νίκης, η Σύλβια Ντε Kουέβας, από τη Νέα Υόρκη και εγκαταστάθηκε στο σπίτι της μητέρας της, προκειμένου να οργανώσει το ταξίδι του στην Αμερική.
-«Θα πάρουμε τον Ιόλα στη Νέα Υόρκη. Πρέπει να μπει στο νοσοκομείο» μου είπε.
Μια μέρα μετά, στις 7 Φεβρουαρίου, η Νίκη άρχισε να απαγορεύει σε όλους να πηγαίνουν στο σπίτι του, λέγοντάς τους ότι είναι άρρωστος και πρέπει να ξεκουραστεί. Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν, για τον ίδιο, βασανιστικές. Η κατάστασή του χειροτέρευε από την μια μέρα, στην άλλη. Ο 80χρονος Ιόλας ήταν καταβεβλημένος.
Όλοι περίμεναν το τέλος της αδερφής του, Ηρώς. Κανείς πια δε μιλούσε για τα σχέδιά του. Ούτε ο ίδιος. Έβλεπε μόνο το τέλος να έρχεται. Στο τηλέφωνο, η φωνή του, εκείνο το ηλιόλουστο Κυριακάτικο πρωινό, ήταν χαμηλή.
-«Νίκο Ιόλας εδώ. Θέλω να σε δω. Έλα από το σπίτι.»
Τον βρήκα σε άθλια κατάσταση. Είχα να τον δω σχεδόν μια βδομάδα. Δεν επιτρέπονταν οι συχνές επισκέψεις. και τον βρήκα περισσότερο αδυνατισμένο. Ήξερα ότι ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπα. Δεν έπρεπε να χάσω μια λέξη από τη συνάντησή μας αυτή. Καταγράφοντας την κάθε λεπτομέρεια.
-«Δεν έχω κουράγιο. Με φάγανε. Κάτι μου λέει πως στο τέλος θα με βγάλουν και τρελό!.»
-«Ποιος το λέει αυτό;» τον ρώτησα.
-«Η φροντίδα, παιδί μου. Αυτή!»
Δεν είχα καταλάβει τι εννοούσε. Ήθελα, όμως, έστω αυτήν την τελευταία φορά, να ξανακούσω ό, τι κι αν είχε να μου πει. Η Σταυρούλα και η Νίκη ήταν εκεί, δίπλα μας. Δε ξεκολλούσαν, παρακολουθώντας κάθε μας κίνηση.
Πάτησα το κουμπί του μαγνητοφώνου. Συνηθισμένη κίνηση για τον Ιόλα. Ήταν η τελευταία κασέτα αυτή. Σε δύο μέρες θα έφευγε με την αδερφή του τη Νίκη για την Αμερική. Ήμουν σίγουρος ότι δεν θα τον ξαναέβλεπα. Ήθελα πολύ να του μιλήσω. Να γράψω ότι δεν είχα προλάβει στα πέντε χρόνια που δουλεύαμε το υλικό. Ήθελα πάνω απ’ όλα τη γνώμη του, την τελευταία του γνώμη για την Ελλάδα, τη χώρα που αγάπησε, τη χώρα στην οποία αφιέρωσε τα τελευταία του χρόνια, τη χώρα στην οποία πρόσφερε πολλά και η οποία τον διέσυρε κλονίζοντας την υγεία του ανεπανόρθωτα.
-«Ιόλα, ας αφήσουμε όλα αυτά τα προβλήματα και να δούμε τι θα γίνει με τον Μάτα.»
-«Παιδί μου, δε δημιούργησε κανείς πρόβλημα. Αυτοί τα είπανε, αυτούς απασχολούν. Δεν είδες; Με κάλεσε ο Έβερτ μετά την εγκατάσταση του στο Δήμο της Αθήνας και βγήκαν την άλλη μέρα και γράψανε: «Και ο Ιόλας με μπέρτα». Οι βλάκες, ούτε τις εσάρπες δεν ξέρουνε. Έλα τώρα…»
-«Αντιμετωπίζετε ωστόσο σοβαρά προβλήματα με τη δικαιοσύνη.»
-«Εγώ δεν αντιμετωπίζω κανένα πρόβλημα. Απλούστατα δεν ήξερα τι θα πει Ελλάδα και ορισμένα πράγματα της Ελλάδας τα άκουγα για πρώτη φορά. Άλλη Ελλάδα γνώρισα εγώ. Γνώρισα μια χρυσή Ελλάδα, μιας άλλης εποχής που δεν είχε να κάνει τίποτα με τη σημερινή. Αυτή η Ελλάδα μου έδωσε αφορμή να κάνω κάτι, να χτίσω αυτό το σπίτι, να φωνάξω καλλιτέχνες να μείνουν εδώ και να γνωρίσουν την Ελλάδα από κοντά…»
-«Και τώρα γιατί είναι το σπίτι κλειστό;»
-«Αυτό μου έλειψε τώρα, να το ανοίξω. Να κάνω γιορτές, ε; Δεν ήξερα, ούτε φανταζόμουν ποτέ ότι τα ελληνικά πράγματα, αν τα αφήσεις, διαμορφώνονται περίεργα. Αλλά δεν καταλάβαινα. Αυτό είναι το κακό. Δεν εμβάθυνα ποτέ στη ζωή μου στα πράγματα γιατί δεν μου αρέσει να εμβαθύνω. Εμβάθυνα μόνο στην Τέχνη.»
-«Δηλαδή τι; Τα αφήνατε να περνούν έτσι;»
-«Δε ξέρω. Έβρισκα τόσο ωραία πράγματα στη ζωή μου, που δεν μου έμενε καιρός να κοιτάξω αλλού.»
-«Στη Ελλάδα δε βρήκατε ωραία πράγματα;»
-«Πως! Από την Ελλάδα έμεινα κατάπληκτος. Ο πολιτισμός της είναι απίστευτος, ο λαός το ίδιο. Αλλά η Ελλάδα η σημερινή δεν έχει καμία σχέση με την Ελλάδα του ’27»
-«Ναι, μα σήμερα ζούμε στην Ελλάδα του ’87.»
-«Ζω χωρίς να έχω σχέσεις»
-«Έχετε όμως προβλήματα»
-«Όλα τα πράγματα στη ζωή σου δημιουργούν προβλήματα. Ακόμα και της μητέρας να πεις «καλημέρα», είναι πρόβλημα.»
-«Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένα ειδικά προβλήματα. Παραδείγματος χάρη, σας έχουν τυλίξει σε μια κόλα χαρτί»
-«Βεβαίως. Αλλά δεν έχω να κάνω τίποτε άλλο παρά να περιμένω.»
-«Πείτε μου, σας κούρασε όλη αυτή η ιστορία;»
-«Δε με κούρασε, ούτε με απογοήτευσε, ούτε με έκανε να αλλάξω τις ιδέες μου. Απλούστατα ανακάλυψα κάτι που δεν πίστευα ότι είναι δυνατόν να υπάρχει. Υπάρχει μια ιδιαίτερη φόρμα ασχήμιας και χυδαιότητας που δεν αρμόζει στον Έλληνα. Ο Έλληνας που ξέρω εγώ είναι απλός, όμορφος, ειλικρινής, λαϊκός.»
-«Υπήρξαν φίλοι σας που σας ξέχασαν με όλες αυτές τις χυδαίες ιστορίες;»
-«Όχι, ποτέ. Μόνο ο Αντώνης Στρατής, ο γραμματέας του Παπανδρέου, φοβήθηκε…»
-«Από φίλους προδοθήκατε ποτέ;»
-«Και δύο και τρείς φορές στη ζωή μου, αλλά τα γεγονότα αυτά τα αγνοώ.»
-«Είστε σκληρός.»
-«Καθόλου. Άμα κάτι δεν σε ενδιαφέρει, τι πρέπει να κάνεις, δηλαδή; Να τα μασάς και να τα ξαναλές;»
-«Σου σκλήρυναν όμως την προσωπικότητα όλες αυτές οι καταστάσεις. Σε έκαναν να δεις τα πράγματα αλλιώς.»
-«Όχι, διόλου. Ούτε αλλιώς τα πράγματα, ούτε τα πράγματα αλλιώς. Έχασα όμως πολύ καιρό. Time is money. Γι’ αυτό λυπούμε πραγματικά. Αλλά δε με έβγαλε αυτή η χυδαιότητα από το δρόμο μου. Είδες τι έγινε στο Μιλάνο; Ακριβώς όπως το περίμενα.»
-«Συνδέθηκε όμως το όνομά σας με ορισμένες κατηγορίες. Σας είπαν πόρνο, ναρκομανή και αρχαιοκάπηλο. Σε διασύρανε. Δεν πικραίνεσαι γι’ αυτό;»
-«Όχι γιατί δεν είμαι τίποτα απ’ όλα αυτά. Ό, τι και να μου πούνε, δε με πιάνει πια. Το πήραν στα σοβαρά μονάχα αυτοί που έχουν μέσα τους τη χυδαιότητα. Είδες εσύ να γράψει τίποτα η «Καθημερινή»; Μα η Βλάχου είναι κυρία.»
-«Τι έχετε να πείτε σε αυτούς που πήραν όλες αυτές τις κατηγορίες σοβαρά;»
-«Να πάνε να γαμηθούνε. Πιο σοβαρό είναι να πάνε να γαμηθούνε παρά να παίρνουν στα σοβαρά τις βλακείες του ενός και του αλλουνού. Έτσι θα πάνε την Ελλάδα μπροστά; Όλα αυτά παιδί μου, είναι πράγματα που δεν έχουν να κάνουν μαζί μου. Το ξέρεις εσύ καλά αυτό.»
-«Έχετε εχθρούς Ιόλα;»
-«Μα ζωή χωρίς εχθρούς δεν έχει νόημα.»
-«Έχετε όμως και γενναίους φίλους.»
-«Όλη μου η ζωή ήταν οι φίλοι μου. Η φιλία στη ζωή είναι το παν. Είναι το φάρμακο που τα θεραπεύει όλα. Είσαι κουτσός, είσαι τυφλός, είσαι ανάπηρος; Άμα έχεις φίλους, κέρδισες τη ζωή.»
-«Υπήρξε αλλαγή στη συμπεριφορά των φίλων σας εξαιτίας του διασυρμού σου;»
-«Εδώ στην Ελλάδα, ναι. Έξω όμως, όχι. Να, πάρε τα γράμματα που μου στείλανε οι καλλιτέχνες απ’ όλο τον κόσμο. Αλλά σου είπα ότι οι Έλληνες που γνώρισα όταν ήρθα στην Ελλάδα, δεν υπάρχουν πια. Αλλά και η Ελλάδα είναι πια ανύπαρκτη.»
-«Όμως ζείτε εδώ. Επιλέξατε, νομίζω, να περάσετε τα υπόλοιπά σου χρόνια στην Ελλάδα.»
-«Να ζήσει. Να ζήσει και να ευτυχήσει. Να βάλει μυαλό και να μας γαμήσει.»
-«Πείτε μου για τους Έλληνες καλλιτέχνες που συνεργαστήκατε μαζί τους. Τελευταία έμαθα πως τσακωθήκατε με τον Κώστα Τσόκλη, του οποίου το έργο σας άρεσε πολύ.»
-«Έλα τώρα. Δεν είναι ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος. Έχω γνωρίσει τόσους πολλούς καλλιτέχνες στη ζωή μου. Αλλά πρώτη φορά είδα καλλιτέχνη να συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο. Δεν υπάρχει για μένα, όπως δεν υπάρχει και ο Φασιανός. Ενώ άλλοι που μου κάνανε χειρότερα, όπως ο Τάκης… Αλλά ο Τάκης είχε στυλ.»
-«Ο Τάκης λέει ότι σας βοηθούσε.»
-«Μακάρι. Να του είμαι ευγνώμων. Αλλά αυτό είναι ειρωνεία!»
-«Ο Τάκης εννοεί ότι σας βοήθησε στην ιδέα.»
-«Ε, όλοι οι καλλιτέχνες σε βοηθούν στην ιδέα. Παρά να λένε ότι εγώ έδινα στους καλλιτέχνες φαί και νερό και ψωμί…»
-«Ποιος το λέει αυτό;»
-«Η βοήθεια.»
-«Τι νοσταλγείτε περισσότερο, Ιόλα;»
-«Την Ελλάδα του ’27. Αυτή ήταν η καταπληκτική Ελλάδα. Ήταν η Μεγάλη Ελλάδα.»
-«Ε, ωραία. Όμως αυτή πάει πια. Τέλειωσε.»
-«Ναι. Μήπως υπάρχει η Αίγυπτος; Μήπως υπάρχει το Παρίσι ή μήπως υπάρχει η Νέας Υόρκη; Όμως εκεί ακόμη και σήμερα γινόταν απίστευτα πράγματα. Δες τι έκανε ο Πέι στο Παρίσι. Αν το έκανε εδώ θα τον έπαιρναν με τις κλοτσιές. Δες τι έκανε η Ντομινίκ Ντε Μενίλ στο Χιούστον του Τέξας. Αν το έκανε εδώ, θα την διέσυραν κι αυτήν. Γι’ αυτό λυπούμαι, γιατί εδώ σ’ αυτή τη χώρα οι λασπωμένοι είναι οι πρώτοι. Μα είναι λυπηρά πράγματα αυτά.»
-«Θέλετε να πείτε ότι χάσαμε όλες τις αξίες μας;»
-«Όχι. Όλα αλλάζουν. Είναι φυσικό. Αυτό που δεν είναι φυσικό είναι να χάνουμε τις αρετές μας. Έθνος χωρίς αρετές σβήνει, χάνεται. Δες τις αρετές με τις οποίες ήταν γεμάτη η Ελλάδα παλιότερα και είχε κατορθώσει να γίνει ένα ζωντανό παράδειγμα για ολόκληρο τον κόσμο. Σήμερα όμως τι γίνεται; Ο ξένος Τύπος δε γράφει αράδα για την Ελλάδα. Πάνε οι αρετές, πάνε και οι Έλληνες. Γι’ αυτό θέλω να τελειώσω το σπίτι. Όχι για την σημερινή Ελλάδα, αλλά για μια μελλοντική Ελλάδα.»
-«Ας τα αφήσουμε όλα αυτά Ιόλα και ας πάμε πάλι πίσω στο Μιλάνο. Μεγάλη η χειρονομία σας. Ο Τζοβάνι λέει ότι επισκέπτονται την γκαλερί 5.000 άτομα την ημέρα.»
-«Είδες; Ο Andy έχει ένα ταμπεραμέντο απίστευτο. Βέβαια και στον Πικάσο να έλεγα να φτιάξει το «Μυστικό Δείπνο» θα τον έφτιαχνε τελείως διαφορετικό… Οι καλλιτέχνες έχουν μέσα στην ψυχή τους κάτι που χωρίς αυτό μήτε η Τέχνη προχωράει, μήτε η ίδια η ζωή. Είναι το μυστήριο της ζωής η Τέχνη. Είναι το μόνο πράγμα που παραμένει αναλλοίωτο στους αιώνες. Είναι η πεμπτουσία της ζωής…»
-«Πως γεννήθηκε η ιδέα να φτιάξει ο Μatta το «Συμπόσιο» του Πλάτωνα;»
-«Όταν άρχισα να φτιάχνω την αντιγκαλερία μου στο Μιλάνο, φώναξα τον Μatta να την δει και ενθουσιάστηκε. «Για σένα θα κάνω το «Συμπόσιο» του Πλάτωνα» μου είπε. Πήγα προ καιρού και είδα τα έργα του. Να δεις ένα Αγάθωνα καταπληκτικό.
Με γοητεύει αυτή η πορεία των μεγάλων δημιουργών που στο τέλος του αιώνα μας γυρίζουν πίσω σε πολλές αξίες άλλων εποχών: στον Πλάτωνα, στην αρχαία Ελλάδα, στο Μυστικό Δείπνο και στον Χριστιανισμό.
Είναι τι ζητά ο άνθρωπος από τη ζωή του, παιδί μου… είναι θέμα ψυχικής υγείας που μένει αναλλοίωτη και με τίποτα δεν αλλάζει.»
-«Γι’ αυτό δε διαταράχτηκε και η δική σας ψυχική υγεία με τα τελευταία προβλήματα…»
-«Πως, με έβλαψαν. Και πάρα πολύ μάλιστα. Με έβλαψαν οικονομικά. Τα έκανα θάλασσα στα οικονομικά μου. Είναι τρομακτικό. Αλλά τι σχέση έχουν τα οικονομικά όταν μιλάμε για ανώτερα πράγματα. Τι; Θα πεινάσουμε; Και τι μ’ αυτό;»
-«Ε, δεν είστε και στο όριο της πείνας…»
-«Πως δεν είμαι. Έχω ακόμη 56.000 δραχμές. Αν φύγουν κι αυτές, θα είμαι πραγματικά επί ξύλου κρεμάμενος.»
-«Ναι, μα την ίδια στιγμή γεννάτε ιδέες και κάνετε Τέχνη.»
-«Ε, τι ήθελες να κάνω δηλαδή; Να πάρω σοβαρά τις εφημερίδες που με έκαναν δήμαρχο με μπέρτα; Α, δε λέω. Η φωτογραφία που μου έβγαλαν ήταν καταπληκτική, γιατί τελευταία διαλέγουν επίτηδες πόζες για να με βγάζουν σα μαϊμού.»
-«Μη δίνετε σημασία, Ιόλα μου. Το όνομά σας έχει σασπένς.»
-«Μπα; Δεν το ήξερα αυτό. Για ξαναπές το. Υπάρχει χυδαιότητα, παιδί μου, εδώ. Δεν υπάρχει ευγένεια. Παλιότερα ερχόσουν στην Ελλάδα και βαφτιζόσουνα μέσα σε ένα μεγαλείο διαφορετικό από την Αίγυπτο, διαφορετικό από το Βερολίνο, διαφορετικό από οπουδήποτε αλλού.»
-«Τι συντέλεσε σε αυτό;»
-«Το ότι ο ελληνικός λαός δε προόδευσε. Δεν τον άφησαν να προοδεύσει. Θυμάμαι τα εκατό χρόνια της ελευθερίας της Ελλάδας, που γιορτάστηκαν στην Ακαδημία των Αθηνών. Ήταν εκεί ο Βενιζέλος, η Βενιζέλου, ο Παλαμάς που έβγαλε λόγο, η Αγγελική Χατζημιχάλη. Έβλεπες ότι υπήρχαν δέκα άνθρωποι μέσα στους εκατό που ξεχώριζαν και ήταν αυτοί που κρατούσαν τα ηνία. Ενώ σήμερα βλέπεις δέκα εκατομμύρια ανθρώπους κι ανάμεσα σε αυτόν τον κόσμο δε διακρίνεις κανένα αξιόλογο. Είναι λυπηρό αυτό για την Ελλάδα.»
-«Εγώ πάντως λέω να κάνετε ένα πάρτι, Ιόλα, και να καλέσετε κόσμο, τώρα που ετοιμάζεστε να ανοίξετε και το Μουσείο και να το αφήσετε στο ελληνικό κράτος.»
-«Πάρτι; Αυτά τα πράγματα δε πιάνουν εδώ πέρα. Είναι άδικα. Είναι πολύ κακό για το τίποτα. Θα ‘ταν αριστούργημα να κάνει κανείς πάρτι και να προσκαλέσει κόσμο…»
-«Πως θέλετε να σας θυμούνται, Ιόλα;»
-«Άκου να σου πω: Μην κάνεις τίποτα μόνο και μόνο για να σε θυμούνται. Να κάνεις τα πάντα όμως για να θυμάσαι εσύ τον εαυτό σου. Είναι το καλύτερο παράδειγμα αυτό. Όλοι έχουμε την ευθύνη μας για το καλό ή το κακό ενός τόπου. Και στο τεφτέρι που κρατάς στα χέρια σου και σημειώνεις μονάχα τα καλά. Είμαστε υποχρεωμένοι.»
Του έσφιξα τα χέρια. Ήταν παγωμένα. Είχαν ξυλιάσει. Δεν ήταν τα ζεστά χέρια που ήξερα. Του τα ‘σφιξα όσο μπορούσα.
-«Θέλετε να πεθάνετε;» τον ρώτησα.
-«Δε ξέρω, Νίκο. Φοβάμαι ότι δεν γίνεται αλλιώς»
Στο σπίτι επικρατούσε ησυχία. Πριν λίγο τον είχε χαιρετήσει ο Λάζαρος, που ήταν εκεί. Ένας τιρκουάζ σκαραβαίος που κρεμόταν στον αέρα από το πορτατίφ, άρχισε να κουνιέται από τον αέρα.
-« Όλα θα πάνε καλά» του είπα.
Πρώτη φορά φοβήθηκα. Ποτέ μέχρι τώρα ο Ιόλας δεν είχε πει αυτή τη λέξη.
Ήταν τσαλακωμένος. Κατέρρεε. Αυτός ο κορυφαίος της Τέχνης, τραγικά μόνος, ζει τον εφιάλτη του, στη χώρα που αγάπησε.
-«Στη ζωή, το μεγαλύτερο πράγμα είναι να γνωρίζεις, μεγάλους ανθρώπους… Είτε στη ζωή, στη Τέχνη, στη τρέλα… ό, τι να ‘ναι. Αρκεί να είναι μεγάλοι. Στην Τέχνη ή στην Τέχνη της ζωής.»
Ήταν ανεπανάληπτος και τώρα, τραγικά μόνος. Ήταν ανήμπορος. Αυτός ο πλούσιος από τη φύση του, είχε καταντήσει ζητιάνος ελπίδας… Αυτός που έκανε τη ζωή του ό, τι ήθελε, δε μπορεί πλέον.
Τις επόμενες μέρες ήταν ανήσυχος. Τώρα πια ήταν στα χέρια της αδερφής του, ολοκληρωτικά. Στο σπίτι είχε απαγορευτεί οποιαδήποτε κίνηση. Οποιαδήποτε επίσκεψη. Ακόμα και τα σκυλιά του, η Φρύνη και η Αυγή, ήταν έξω. Στη Σούλα είχε απαγορευτεί να του μαγειρεύει.
Μου επιτράπηκε να τον δω, μόνο για πέντε λεπτά. Να κανονίσουμε τις τελευταίες λεπτομέρειες της βιογραφίας. Λες και το ήξερε ότι δεν θα ξαναβρισκόμασταν πια.
-«Ό, τι κι αν γίνει, να θυμάσαι ότι κρατάς στα χέρια σου, ένα υλικό. Μη βιαστείς να το εκδόσεις. Βγάλε το 25 χρόνια μετά. Καλύτερα να μην εκδοθεί, παρά να το αδικήσεις. Έχεις το χρόνο μπροστά σου. Εγώ δεν έχω χρόνο.»
αυριο η συνεχεια
απο τον Νίκο Σταθούλη
Συνέχεια διαδικτυακης δημοσίευσης της βιογραφίας του Αλέξανδρου Ιόλα η οποία κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις "Οδός Πανός"
Σε στιγμές κρίσης δεν αξίζει να δίνετε 18 ευρώ να το αγοράσετε και ο συγγραφέας να μη παίρνει γρόσι.
Η τέχνη για να είναι για όλο τον κόσμο, πρέπει να είναι ΔΩΡΕΑΝ!!!
Για να γίνει κτήμα περισσότερων χρηστών εντελώς δωρεαν ΔΙΑΔΩΣΤΕ το...με απλά λόγια ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΤΕ το...
Συνέχεια δημοσίευσης.
Είχε σχεδόν μεσημεριάσει. Σε λίγη ώρα στο Palazzo, θα πραγματοποιούνταν η συνέντευξη Τύπου και ο Warhol τουλάχιστον έπρεπε να είναι εκεί. Ο Ιόλας μας παρότρυνε να πάμε.
Φύγαμε για την press conference. Αυτό δεν το είχα ξαναδεί. Κάμερες στημένες δεξιά την αίθουσα συνέντευξης. Δημοσιογράφοι και φωτογράφοι από όλο τον κόσμο. Όλοι οι τηλεοπτικοί σταθμοί ήταν εκεί. Κριτικοί Τέχνης, επιμελητές, καλλιτέχνες, συλλέκτες. Όλοι ήταν εκεί. Το ενδιαφέρον ήταν παγκόσμιο και δικαίως το Μιλάνο ήταν στολισμένο. Ήταν καλλιτεχνικό γεγονός.
Την επόμενη μέρα, τα εγκαίνια της έκθεσης, έχουν προκαλέσει σεισμό. Από όλους τους κεντρικούς δρόμους, ένα ρεύμα ανθρώπων κατευθυνόταν στο Palazzo Stelline.Ήταν τόσο πολύς ο κόσμος, που δεν χωρούσε μέσα στο κτήριο. Ο δρόμος έξω από το Palazzo ήταν γεμάτος. Μας ενημέρωσαν ότι η έκθεση θα έχει πάνω από 5.000 επισκέπτες.
Ο Andy Warhol υπέγραφε ασταμάτητα τις αφίσες και τους καταλόγους των θαυμαστών του. Άλλοι έφερναν μαζί τους κονσέρβες Campbell’s να τις υπογράψει. Πόσο κρίμα που δεν ήταν παρών ο Αλέξανδρος Ιόλας.
Αργά το βράδυ, στη σουίτα του, δεν ήθελε να κοιμηθεί… Ήμασταν όλοι εκεί και ζητούσε συνέχεια να του εξιστορήσουμε, ό, τι ζήσαμε στην έκθεση…
Την επόμενη μέρα το πρωί, Πέμπτη 22 Ιανουαρίου, πήγαμε με τον Ιόλα στο σπίτι του Ντίνο Φραντζίν, ο οποίος θα κανόνιζε ό, τι είχε να κάνει με την επιστροφή του Ιόλα στην Ελλάδα και του είχε διαθέσει οδηγό και αυτοκίνητο για να τον πηγαινοφέρνει στο ξενοδοχείο.
Εντωμεταξύ, πληροφορίες έφθαναν από την εταιρία, η οποία είχε στείλει ένα ακόμα εξώδικο στο Μακεδονικό Μουσείο στη Θεσσαλονίκη, στο οποίο ο Ιόλας είχε δανείσει κάποια έργα του Μatta, για μία έκθεση. Ακόμα, πληροφορίες ανέφεραν ότι ο «Μυστικός Δείπνος» είχε δεσμευτεί από κάποιους συλλέκτες.
Ο Ιόλας τα είχε χαμένα. Δεν ήξερε τι πραγματικά συμβαίνει. Επικοινώνησε με τον δικηγόρο του Αλέξανδρο Λυκουρέζο, εξιστορώντας του ό, τι είχε συμβεί. Μου ζήτησε να βρω ένα αντίγραφο του εξώδικου, προκειμένου να αναζητήσει τα στοιχεία της εταιρίας. Μου είπε ακόμα, ότι έπρεπε να γυρίσει το συντομότερο δυνατόν στην Ελλάδα.
Οι επόμενες μέρες ήταν οδυνηρές για τον ίδιο. Διάβαζε τις Ιταλικές εφημερίδες και ήταν πικραμένος που δεν βρισκόταν εκεί, στα εγκαίνια, τα οποία φιλοξενούσαν με τρόπο διθυραμβικό στις σελίδες τους. Το απολάμβανε μεν, αλλά ήταν πικραμένος που δεν ήταν παρών, στο μεγαλύτερο στοίχημά του.
Πονούσε πολύ. Πονούσε σε όλο του το σώμα. Οι δυνάμεις του, τον είχαν, σχεδόν, εγκαταλείψει. Είχε αδυνατίσει πολύ. Δεν τον ενδιέφερε να προσέξει τον εαυτό του. Δεν πλενόταν. Δεν ξυριζόταν. Φόραγε όλο τα ίδια ρούχα.
Λίγο πριν αναχωρήσουμε για την Αθήνα, το απόγευμα της Πέμπτης, έφτασε η Λίζα Σωτήλη, στο νοσοκομείο, αρκετά θυμωμένη. Οι φωνές της ακούγονταν σε όλο τον όροφο. Έβριζε στα Ιταλικά τον Ιόλα, ο οποίος ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του. Ξαφνικά ο Ιόλα της έβαλε τις φωνές: «Όχι, δε έχεις κανένα δικαίωμα εσύ να οργανώσεις την έκθεση του Μάτα. Αυτά είναι δικά σου. Καμιά εταιρία δεν έφτιαξα εγώ.»
Είχα καταλάβει. Η εταιρία είχε συστηθεί από την Λίζα Σωτήλη.
Η επιστροφή στην Αθήνα ήταν επεισοδιακή! Στο αεροπλάνο, κοιμόταν. Δεν έφαγε τίποτα. Η κατάσταση του είχε χειροτερεύσει. Όταν φτάσαμε στο σπίτι του, η αδερφή του, Νίκη Στάιφελ, ήταν εκεί.
-«Πως κατάντησε έτσι ο αδερφός μου;!» φώναζε. «Τι του κάνατε; Τι χάλια είναι αυτά;!» τσίριζε και ήθελε να μάθει με κάθε λεπτομέρεια τι συνέβη στο Μιλάνο.
Την επόμενη μέρα, η πρώτη του κίνηση, ήταν να επικοινωνήσει με τον Αλέξανδρο Λυκουρέζο, προκειμένου η εταιρία να διαλυθεί. Λίγες μέρες μετά, στις 29 Φεβρουαρίου, έστειλε προς «κάθε δικαστήριο και κάθε αρχή» εξώδικη δήλωση πρόσκληση, η οποία ανέφερε τα εξής: «Δηλώνω ρητά την αντίθεσή μου, στην χρησιμοποίηση του, παγκόσμια γνωστού, ονόματός μου και σας καλώ να προβείτε, πάραυτα, στην αφαίρεση του ονόματός μου από την εταιρική επωνυμία και τον διακριτικό σας τίτλο και να απέχετε από οποιαδήποτε χρησιμοποίησή του, αποσύροντας από την κυκλοφορία του οποιοδήποτε έντυπο υλικό και ανακαλώντας ή τροποποιώντας, οποιαδήποτε εμπορική συναλλαγή που έχει γίνει μέχρι σήμερα, με την εταιρική σας επωνυμία και τον διακριτικό τίτλο που φέρει το όνομά μου.»
Μετά την διάλυση της εταιρίας, φαινόταν πιο ήρεμος, ωστόσο ή κατάσταση του χειροτέρευε. Η Νίκη Στάιφελ, δεν τον άφηνε μόνο, σχεδόν ποτέ. Όλο έβρισκε μια αφορμή να βρίσκεται στο σπίτι, κάτι που τον ενοχλούσε πολύ, αλλά δεν μπορούσε να της το πει γιατί θα γινόταν έξαλλη.
Μια μέρα πριν, την Τετάρτη 28 Ιανουαρίου ήρθε ο Κωνσταντίνος Καρπίδας, συλλέκτης και φίλος του. Σε λίγο άρχισαν να τσακώνονται με τον Ιόλα και οι φωνές τους ακούγονταν σχεδόν, έξω από το σπίτι.
«Είσαι μια μεγαλοφυΐα κατεστραμμένη. Έπρεπε να σε αφήσω να σε κλείσουν μέσα, να δούμε τι θα έκανες. Τα αρχαία που μου είχες δώσει, δεν έπρεπε να στα δώσω πίσω. Σου το έχω πει εκατό φορές: προφυλάξου από την Μανίτα και τον Σταθούλη. Στο δικαστήριο που έπρεπε να ήσουν, δεν ήσουνα. Έτρεχες στο Μιλάνο. Ήταν μιλημένος ο δικαστής, Ιόλα. Ο υπουργός Εξωτερικών , ο Κάρολος Παπούλιας, είναι φίλος μου. Θα σε προστατέψει. Πρέπει να καταλάβεις κάποια πράγματα. Τα αρχαία που θα στείλεις στον Warhol, θα τα πάρω εγώ και θα σου δώσω 500.000 δολάρια. Μη μιλάς για τον «Μυστικό Δείπνο». Τι ξέρουν μωρέ οι Έλληνες; Αυτοί είναι βλάκες. Βρίζε τους, μα μη μιλάς.»
Δεν πίστευα στα αφτιά μου. Κατευθύνθηκα στο υπνοδωμάτιο του και βρήκα τον Ντίνο Καρπίδα να βρίζει τον, ξαπλωμένο στο ανάκλιντρο του, Ιόλα, ενώ παρόντες ήταν ο δικηγόρος Κώστας Αλαβάνος και ο Λάζαρος. Μόλις με είδε ο Ιόλας, μου είπε να περάσω έξω, σε πολύ έντονο ύφος.
Έφυγα από την Αγία Παρασκευή προβληματισμένος. Μόλις είχα αρχίσει να καταλαβαίνω ότι γύρω του είχε στηθεί ένας ιστός που δύσκολα θα μπορούσε να ξεμπλέξει.
Το ίδιο βράδυ, με πήρε στο τηλέφωνο και μου ζήτησε συγνώμη για την συμπεριφορά του, λέγοντάς μου: «Αύριο, θα έχουμε εδώ στο σπίτι, ένα συμβούλιο. Θέλω να είσαι και εσύ εδώ.»
Την επόμενη μέρα το μεσημέρι, τους βρήκα όλου στο υπνοδωμάτιό του. Ήθελε να βάλει τάξη στις εκκρεμότητές του. Πλήρωσε το Ι.Κ.Α. της Σούλας, έδωσε στα παιδιά, σχέδια από το «Μυστικό Δείπνο», τακτοποίησε διάφορες οικονομικές εκκρεμότητες που είχε και συμφιλίωσε τον Γιώργο και τον Λάζαρο, οι οποίοι ήταν τσακωμένοι.
Όταν η κουβέντα έφτασε στην εταιρία, ο Ιόλας γύρισε προς το μέρος μου και με στεντόρεια φωνή μου λέει: «Εσύ φταις! Δεν έπρεπε να μάθει τίποτα η Νίκη! Από την στιγμή που της είπες για την εταιρία, έχει λυσσάξει.»
Τσακωθήκαμε για πρώτη φορά, σε τέτοιο βαθμό. Του φώναξα ότι ήταν «έρμαιο της αυλής του» και ότι ποτέ δεν φανταζόμουνα ότι θα έφτανε σε αυτήν την κατάντια.
-«Δεν έχεις αντιληφθεί ότι μέρα με τη μέρα αυτοκτονείς; Είσαι άρρωστος. Έχεις AIDS και αντί να προσέχεις τον εαυτό σου, τον εγκαταλείπεις. Η Νίκη σε απειλεί, ο Καρπίδας σε απειλεί. Σε τρώνε. Τρώνε τις σάρκες σου, όπως τις τρως και εσύ. Και το μόνο που κάνεις είναι να βρίζεις τον τόπο που έλεγες πως αγαπάς. Θα σε φάει η αυλή σου. Οι δικοί σου άνθρωποι. Η οικογένειά σου, πριν σε ξεσκίσουν οι Έλληνες.»
Χίμηξε πάνω μου. Ο Γιώργος και ο Λάζαρος δεν πίστευαν στα μάτια τους. Τον έσπρωξα στο κρεβάτι. Σηκώθηκα και έφυγα, λέγοντας του ότι δεν πρόκειται να ξαναπατήσω ποτέ εκεί. Ο Ιόλας άρχιζε να φωνάζει: «Μη φεύγεις. Γύρνα πίσω. Μη φεύγεις.»
Στη έξοδό μου από το σπίτι, στο κήπο του σπιτιού του, συνάντησα τον Κώστα Πανιάρα, ο οποίος με είδε ταραγμένο. Έμεινε εμβρόντητος. Όταν του εξιστόρησα τι συνέβη, μου λέει: «Μη φεύγεις από κοντά του. Σε έχει ανάγκη. Σ’ αγαπάει. Μου έχει πει τα καλύτερα λόγια. Μη φεύγεις, ξανασκέψου το.»
Την Παρασκευή 30 Ιανουαρίου, στις 11 το βράδυ, η φωνή της Νίκη Στάιφελ, στο τηλέφωνο, ακούστηκε απελπισμένη.
-«Μην τον αφήσεις μόνο του… Είσαι ο μόνος που εμπιστεύεται… Η ζωή του είναι στα χέρια σου. Είναι απίστευτα ταραγμένος, αφότου έφυγες. Σου ζητώ εγώ συγνώμη για την συμπεριφορά του. Δεν ήθελε να σε προσβάλει.»
Δεν έκλεινε το τηλέφωνο η Νίκη. Είχα πάρει την απόφασή μου. Μόνο όταν της είπα ότι θα το ξανασκεφτώ, ηρέμησε και με καληνύχτισε.
Το επόμενο πρωί, μόλις που είχε ξημερώσει, χτύπησε το τηλέφωνο ξανά.
-«Νίκο, Καλημέρα. Ιόλας. Απόψε το βράδυ θέλω να πάμε στο σπίτι του Σπύρου Μερκούρη. Συγνώμη για χθες. Δεν μπορώ να μιλήσω άλλο από το τηλέφωνο γιατί το παρακολουθούν. Σε παρακαλώ έλα στις 5 το απόγευμα.» και έκλεισε το τηλέφωνο.
Στις 5 το απόγευμα, ακριβώς, ήμουν εκεί. Εκεί ήταν και η Νίκη Στάιφελ, η οποία με το που με βλέπει, μου λέει, ψιθυριστά: «Σε ευχαριστώ που ήρθες.». Ο Ιόλας προσποιήθηκε πως δεν άκουσε τίποτα και μου είπε ότι η Νίκη θα μας έδινε το αυτοκίνητό της, για να πάμε στον Σπύρο Μερκούρη. Μόλις έφυγε η Νίκη, προκειμένου να στείλει με την Φιλιπινέζα της, τα κλειδιά του αυτοκινήτου της, είπα στον Ιόλα για την απίστευτη προχθεσινή του συμπεριφορά. Του έδειξα τα χέρια μου, τα οποία ήταν γεμάτα πληγές από τις γρατζουνιές του.
-«Απέδειξες την αλήθεια! Κι όταν αποδεικνύεις την αλήθεια, κάνεις κακό. Δεν έπρεπε να μάθει τίποτα η Νίκη. Είμαι αυτός που είμαι. Αντέχεις; Δεν έχεις δικαίωμα να μην αντέξεις. Υπολογίζω σε σένα.»
Ήταν μια συγκλονιστική στιγμή ευφυΐας ή ηρεμίας, αυτής της μοναδικής προσωπικότητας. Έβλεπα μπροστά μου τον Μέγα Αλέξανδρο της Τέχνης, ανήμπορο να αντιμετωπίσει τα προβλήματά του. Ήταν ο ίδιος ένα μυστήριο, το οποίο το καλλιεργούσε. Έφτιαχνε κάθε φορά τη ζωή του και ανακατασκεύαζε το μύθο του, αναλόγως με τα συμφέροντά του. Έβλεπα μπροστά μου ένα άστατο τύπο, ο οποίος, όμως, έκρυβε κάτι από το αινιγματικό μεγαλείο της Σφίγγας. Είχε, όμως, και την απροσδιόριστη αίσθηση του παραλογισμού.
Κυνικός. Αδίστακτος. Σνομπ. Υπερόπτης. Κακομαθημένος. Ματαιόδοξος. Γεμάτος προκαταλήψεις. Πετυχημένος. Προικισμένος. Διορατικός. Τολμηρός. Γενναιόδωρος. Έξυπνος. Πληθωρικός. Γοητευτικός. Μια προσωπικότητα που ξεκινούσε από το μεγαλειώδες και έφτανε στο κιτς.
Ξαφνικά, διέκοψε τις σκέψεις μου και ακουμπώντας το χέρι του στον ώμο μου, μου είπε με αποκαρδιωτικό ύφος: «Με διασύρανε με τον χειρότερο τρόπο. Επιτέθηκαν με τον χειρότερο τρόπο στην προσωπική μου ζωή. Δεν έχω φίλους. Είμαι μόνος. Μόνο τα αγάλματα έχω τα σκυλιά μου και τα έργα Τέχνης. Να αυτά μου μείνανε. Μη φύγεις.»
Το απόγευμα κατέβασα τον Ιόλα στην Αθήνα, προκειμένου να πάει στο σπίτι Του Σπύρου Μερκούρη που βρισκόταν στην οδό Τσακάλωφ, λίγα μέτρα από την Πλατεία Κολωνακίου. Δεν ήθελα να ανέβω μαζί του επάνω στο σπίτι. Ήθελα να μείνω μόνος μου… Κανονίσαμε στις 8 το απόγευμα, να χτυπήσω το κουδούνι και να ανέβω πάνω να τον πάρω. Έτσι κι έγινε. Στην επιστροφή προς την Αγία Παρασκευή ήταν ταραγμένος. Δε γνωρίζω τι του είχε πει ο Σπύρος Μερκούρης και τον είχε ταράξει τόσο πολύ.
-«Ιόλα, είστε τρομαγμένος. Τι συνέβη;» τον ρώτησα.
-«Ανησυχώ Νίκο. Τα νέα δεν είναι καλά». Ξαφνικά, σταμάτησε να μιλάει. Κοιτούσε έξω από το παράθυρο, στη Μεσογείων. «Είναι περίεργη αυτή η νύχτα! « μου είπε, παροτρύνοντάς με να κοιτάξω έξω. Εντελώς ξαφνικά, έβαλε τα χέρια του στα χέρια μου, που κρατούσαν το τιμόνι και το τράβηξε προς το μέρος του. Το αυτοκίνητο έχασε την πορεία του.
-«Ιόλα, τι κάνεις;!» φώναξα. Τελικά το αυτοκίνητο έπεσε πάνω σε ένα άλλο, ενός αστυνομικού, προκαλώντας καραμπόλα τριών αυτοκινήτων. Ο ίδιος είχε χτυπήσει από τα τζάμια του αυτοκινήτου. Είχε σπάσει το παρμπρίζ. Είχε αιμορραγία.
«Πάμε σπίτι αμέσως. Όχι νοσοκομείο. Πάμε σπίτι. Κι ας είναι έτσι το αυτοκίνητο.»
Δεν άντεχα άλλο. Η ζωή του ήταν ένα ατελείωτο θέαμα. Μια συνεχής πρόκληση. Τι του ήρθε να μου πάρει τα χέρια από το τιμόνι. Τι είχε στο μυαλό του. Ο ίδιος αιμορραγούσε στο πρόσωπο. Τι να έκανα; Ήξερα ότι έχει AIDS, το ήξερε και ο ίδιος. Δε μιλούσε.
Επιστρέψαμε στο σπίτι και με οξυζενέ του ξέπλυνα τα τραύματα. Ευτυχώς, δεν είχαν καρφωθεί τα γυαλιά στο πρόσωπό του. Ήταν απλά γδαρσίματα και ένα τραύμα πάνω από το δεξί του μάτι, χτύπημα από τη δεξιά κολώνα του αυτοκινήτου στο τρακάρισμα. Αυτή η πληγή, επί μέρες, δεν έλεγε να κλείσει. Οι μέρες, εντωμεταξύ, περνούσαν τόσο γρήγορα.
-«Τι θα κάνετε με τον «Μυστικό Δείπνο» τον ρώτησα ένα απόγευμα στο σπίτι.
-«Θα τον χαρίσω!» μου απάντησε.
-«Που;!» ρώτησα ξανά, με έκπληξη.
-«Η Τέχνη είναι για να χαρίζεται. Τέρμα το εμπόριο!» μου είπε με αποφασιστικό τόνο. «Αγαπάς την Τέχνη; Την πληρώνεις, την παρουσιάζεις και την χαρίζεις… Αυτά τα «πλυντήρια» με τις αγοραπωλησίες. Τέλος!» είπε και ήταν η πρώτη φορά που ήταν τόσο ξεκάθαρος στο τι εννοούσε όταν έλεγε, αντιγκαλερί. «Η αξία ενός έργου Τέχνης, μετριέται με τις δεκαετίες και όχι από τις ετικέτες της τελευταίας στιγμής. Μια μεγαλοφυΐα προχωράει μπροστά, αψηφώντας δημόσιες σχέσεις, μόδες και δημοσιότητες.»
Τώρα κατάλαβα γιατί έλεγε: «Είμαι γκαλερίστας, όχι έμπορος. Βοηθώ μόνο τους πλούσιους να συγκροτήσουν τις συλλογές τους». Μισούσε τη λέξη έμπορος και όταν τον ρωτούσες για την τύχη της ανεκτίμητης συλλεκτικής περιουσίας του, απαντούσε: «Θα τη χαρίσω στους φίλους μου και στο κράτος!.»
Τη Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 1987, έφθασε στην Ελλάδα μια συγγενής του από την Βραζιλία, με το όνομα Σταυρούλα, ειδοποιημένη από την αδερφή του τη Νίκη και ανέλαβε υπηρεσία στο σπίτι της Αγίας Παρασκευής.
Είχε εγκατασταθεί στο υπνοδωμάτιό του, σε μια πολυθρόνα, δίπλα από το κρεβάτι του και έλεγχε τα τηλεφωνήματά του, τις συναντήσεις του, τις εξόδους του από το σπίτι, οι οποίες, φυσικά, είχαν ελαττωθεί.
Την Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου, με κάλεσε στο σπίτι του, να μιλήσουμε για το βιβλίο και να μου παραδώσει ένα πρόσθετο υλικό από φωτογραφίες, δημοσιεύματα Τύπου καθώς και κάποιο αρχειακό υλικό από τις γκαλερί του στην Ευρώπη.
Ήταν κακόκεφος. Η αδερφή του, Ηρώ Ξενάκη, η οποία έμενε κι αυτή απέναντι από το σπίτι του- είχε το δικό της σπίτι, στο ίδιο οικόπεδο με τη Νίκη- χειροτέρευε. Η υγεία της ήταν κλονισμένη και ο καρκίνος την είχε αφήσει μισή. Μου ζήτησε να πάμε να την δούμε. Είχε χάσει σχεδόν όλα της τα μαλλιά. Είχε αδυνατίσει, σε σημείο να διακρίνονται τα οστά.
-«Τη βλέπεις; Έρχονται τα χειρότερα σε λίγο» είπε και κατευθύνθηκε στο πιάνο που βρισκόταν στο σαλόνι. Κάθισε και έπαιξε συγκλονιστικά ένα κομμάτι από το «Πουλί της Φωτιάς» και μόνο όταν η αδερφή του έβαλε τα κλάματα, σταμάτησε να παίζει.
Τη φίλησε και φύγαμε από το σπίτι. Ήθελε να περπατήσουμε λίγο στη γειτονιά.
-«Δεν είμαι καλά. Η Νίκη θέλει να πάμε σε γιατρούς, νοσοκομεία και τέτοια. Στη Νέα Υόρκη. Δεν είμαι καλά. Το ίδιο και η αδερφή μου η Ηρώ. Πεθαίνει. Έχω τόσες εκκρεμότητες με τα σχέδια μου, τα οποία, η κατάσταση της υγείας μου, δε μου επιτρέπει να ολοκληρώσω Δεν έχω κουράγιο. Με φάγανε.»
Ήταν αδύναμος. Στηριζόταν στο μπράτσο μου και περπατούσαμε αργά. Τον ένοιωθα. Άρχισα και εγώ να βλέπω το τέλος να έρχεται περισσότερο από ποτέ.
Την επόμενη μέρα, 6 Φεβρουαρίου, έφτασε στη Ελλάδα, η κόρη της Νίκης, η Σύλβια Ντε Kουέβας, από τη Νέα Υόρκη και εγκαταστάθηκε στο σπίτι της μητέρας της, προκειμένου να οργανώσει το ταξίδι του στην Αμερική.
-«Θα πάρουμε τον Ιόλα στη Νέα Υόρκη. Πρέπει να μπει στο νοσοκομείο» μου είπε.
Μια μέρα μετά, στις 7 Φεβρουαρίου, η Νίκη άρχισε να απαγορεύει σε όλους να πηγαίνουν στο σπίτι του, λέγοντάς τους ότι είναι άρρωστος και πρέπει να ξεκουραστεί. Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν, για τον ίδιο, βασανιστικές. Η κατάστασή του χειροτέρευε από την μια μέρα, στην άλλη. Ο 80χρονος Ιόλας ήταν καταβεβλημένος.
Όλοι περίμεναν το τέλος της αδερφής του, Ηρώς. Κανείς πια δε μιλούσε για τα σχέδιά του. Ούτε ο ίδιος. Έβλεπε μόνο το τέλος να έρχεται. Στο τηλέφωνο, η φωνή του, εκείνο το ηλιόλουστο Κυριακάτικο πρωινό, ήταν χαμηλή.
-«Νίκο Ιόλας εδώ. Θέλω να σε δω. Έλα από το σπίτι.»
Τον βρήκα σε άθλια κατάσταση. Είχα να τον δω σχεδόν μια βδομάδα. Δεν επιτρέπονταν οι συχνές επισκέψεις. και τον βρήκα περισσότερο αδυνατισμένο. Ήξερα ότι ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπα. Δεν έπρεπε να χάσω μια λέξη από τη συνάντησή μας αυτή. Καταγράφοντας την κάθε λεπτομέρεια.
-«Δεν έχω κουράγιο. Με φάγανε. Κάτι μου λέει πως στο τέλος θα με βγάλουν και τρελό!.»
-«Ποιος το λέει αυτό;» τον ρώτησα.
-«Η φροντίδα, παιδί μου. Αυτή!»
Δεν είχα καταλάβει τι εννοούσε. Ήθελα, όμως, έστω αυτήν την τελευταία φορά, να ξανακούσω ό, τι κι αν είχε να μου πει. Η Σταυρούλα και η Νίκη ήταν εκεί, δίπλα μας. Δε ξεκολλούσαν, παρακολουθώντας κάθε μας κίνηση.
Πάτησα το κουμπί του μαγνητοφώνου. Συνηθισμένη κίνηση για τον Ιόλα. Ήταν η τελευταία κασέτα αυτή. Σε δύο μέρες θα έφευγε με την αδερφή του τη Νίκη για την Αμερική. Ήμουν σίγουρος ότι δεν θα τον ξαναέβλεπα. Ήθελα πολύ να του μιλήσω. Να γράψω ότι δεν είχα προλάβει στα πέντε χρόνια που δουλεύαμε το υλικό. Ήθελα πάνω απ’ όλα τη γνώμη του, την τελευταία του γνώμη για την Ελλάδα, τη χώρα που αγάπησε, τη χώρα στην οποία αφιέρωσε τα τελευταία του χρόνια, τη χώρα στην οποία πρόσφερε πολλά και η οποία τον διέσυρε κλονίζοντας την υγεία του ανεπανόρθωτα.
-«Ιόλα, ας αφήσουμε όλα αυτά τα προβλήματα και να δούμε τι θα γίνει με τον Μάτα.»
-«Παιδί μου, δε δημιούργησε κανείς πρόβλημα. Αυτοί τα είπανε, αυτούς απασχολούν. Δεν είδες; Με κάλεσε ο Έβερτ μετά την εγκατάσταση του στο Δήμο της Αθήνας και βγήκαν την άλλη μέρα και γράψανε: «Και ο Ιόλας με μπέρτα». Οι βλάκες, ούτε τις εσάρπες δεν ξέρουνε. Έλα τώρα…»
-«Αντιμετωπίζετε ωστόσο σοβαρά προβλήματα με τη δικαιοσύνη.»
-«Εγώ δεν αντιμετωπίζω κανένα πρόβλημα. Απλούστατα δεν ήξερα τι θα πει Ελλάδα και ορισμένα πράγματα της Ελλάδας τα άκουγα για πρώτη φορά. Άλλη Ελλάδα γνώρισα εγώ. Γνώρισα μια χρυσή Ελλάδα, μιας άλλης εποχής που δεν είχε να κάνει τίποτα με τη σημερινή. Αυτή η Ελλάδα μου έδωσε αφορμή να κάνω κάτι, να χτίσω αυτό το σπίτι, να φωνάξω καλλιτέχνες να μείνουν εδώ και να γνωρίσουν την Ελλάδα από κοντά…»
-«Και τώρα γιατί είναι το σπίτι κλειστό;»
-«Αυτό μου έλειψε τώρα, να το ανοίξω. Να κάνω γιορτές, ε; Δεν ήξερα, ούτε φανταζόμουν ποτέ ότι τα ελληνικά πράγματα, αν τα αφήσεις, διαμορφώνονται περίεργα. Αλλά δεν καταλάβαινα. Αυτό είναι το κακό. Δεν εμβάθυνα ποτέ στη ζωή μου στα πράγματα γιατί δεν μου αρέσει να εμβαθύνω. Εμβάθυνα μόνο στην Τέχνη.»
-«Δηλαδή τι; Τα αφήνατε να περνούν έτσι;»
-«Δε ξέρω. Έβρισκα τόσο ωραία πράγματα στη ζωή μου, που δεν μου έμενε καιρός να κοιτάξω αλλού.»
-«Στη Ελλάδα δε βρήκατε ωραία πράγματα;»
-«Πως! Από την Ελλάδα έμεινα κατάπληκτος. Ο πολιτισμός της είναι απίστευτος, ο λαός το ίδιο. Αλλά η Ελλάδα η σημερινή δεν έχει καμία σχέση με την Ελλάδα του ’27»
-«Ναι, μα σήμερα ζούμε στην Ελλάδα του ’87.»
-«Ζω χωρίς να έχω σχέσεις»
-«Έχετε όμως προβλήματα»
-«Όλα τα πράγματα στη ζωή σου δημιουργούν προβλήματα. Ακόμα και της μητέρας να πεις «καλημέρα», είναι πρόβλημα.»
-«Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένα ειδικά προβλήματα. Παραδείγματος χάρη, σας έχουν τυλίξει σε μια κόλα χαρτί»
-«Βεβαίως. Αλλά δεν έχω να κάνω τίποτε άλλο παρά να περιμένω.»
-«Πείτε μου, σας κούρασε όλη αυτή η ιστορία;»
-«Δε με κούρασε, ούτε με απογοήτευσε, ούτε με έκανε να αλλάξω τις ιδέες μου. Απλούστατα ανακάλυψα κάτι που δεν πίστευα ότι είναι δυνατόν να υπάρχει. Υπάρχει μια ιδιαίτερη φόρμα ασχήμιας και χυδαιότητας που δεν αρμόζει στον Έλληνα. Ο Έλληνας που ξέρω εγώ είναι απλός, όμορφος, ειλικρινής, λαϊκός.»
-«Υπήρξαν φίλοι σας που σας ξέχασαν με όλες αυτές τις χυδαίες ιστορίες;»
-«Όχι, ποτέ. Μόνο ο Αντώνης Στρατής, ο γραμματέας του Παπανδρέου, φοβήθηκε…»
-«Από φίλους προδοθήκατε ποτέ;»
-«Και δύο και τρείς φορές στη ζωή μου, αλλά τα γεγονότα αυτά τα αγνοώ.»
-«Είστε σκληρός.»
-«Καθόλου. Άμα κάτι δεν σε ενδιαφέρει, τι πρέπει να κάνεις, δηλαδή; Να τα μασάς και να τα ξαναλές;»
-«Σου σκλήρυναν όμως την προσωπικότητα όλες αυτές οι καταστάσεις. Σε έκαναν να δεις τα πράγματα αλλιώς.»
-«Όχι, διόλου. Ούτε αλλιώς τα πράγματα, ούτε τα πράγματα αλλιώς. Έχασα όμως πολύ καιρό. Time is money. Γι’ αυτό λυπούμε πραγματικά. Αλλά δε με έβγαλε αυτή η χυδαιότητα από το δρόμο μου. Είδες τι έγινε στο Μιλάνο; Ακριβώς όπως το περίμενα.»
-«Συνδέθηκε όμως το όνομά σας με ορισμένες κατηγορίες. Σας είπαν πόρνο, ναρκομανή και αρχαιοκάπηλο. Σε διασύρανε. Δεν πικραίνεσαι γι’ αυτό;»
-«Όχι γιατί δεν είμαι τίποτα απ’ όλα αυτά. Ό, τι και να μου πούνε, δε με πιάνει πια. Το πήραν στα σοβαρά μονάχα αυτοί που έχουν μέσα τους τη χυδαιότητα. Είδες εσύ να γράψει τίποτα η «Καθημερινή»; Μα η Βλάχου είναι κυρία.»
-«Τι έχετε να πείτε σε αυτούς που πήραν όλες αυτές τις κατηγορίες σοβαρά;»
-«Να πάνε να γαμηθούνε. Πιο σοβαρό είναι να πάνε να γαμηθούνε παρά να παίρνουν στα σοβαρά τις βλακείες του ενός και του αλλουνού. Έτσι θα πάνε την Ελλάδα μπροστά; Όλα αυτά παιδί μου, είναι πράγματα που δεν έχουν να κάνουν μαζί μου. Το ξέρεις εσύ καλά αυτό.»
-«Έχετε εχθρούς Ιόλα;»
-«Μα ζωή χωρίς εχθρούς δεν έχει νόημα.»
-«Έχετε όμως και γενναίους φίλους.»
-«Όλη μου η ζωή ήταν οι φίλοι μου. Η φιλία στη ζωή είναι το παν. Είναι το φάρμακο που τα θεραπεύει όλα. Είσαι κουτσός, είσαι τυφλός, είσαι ανάπηρος; Άμα έχεις φίλους, κέρδισες τη ζωή.»
-«Υπήρξε αλλαγή στη συμπεριφορά των φίλων σας εξαιτίας του διασυρμού σου;»
-«Εδώ στην Ελλάδα, ναι. Έξω όμως, όχι. Να, πάρε τα γράμματα που μου στείλανε οι καλλιτέχνες απ’ όλο τον κόσμο. Αλλά σου είπα ότι οι Έλληνες που γνώρισα όταν ήρθα στην Ελλάδα, δεν υπάρχουν πια. Αλλά και η Ελλάδα είναι πια ανύπαρκτη.»
-«Όμως ζείτε εδώ. Επιλέξατε, νομίζω, να περάσετε τα υπόλοιπά σου χρόνια στην Ελλάδα.»
-«Να ζήσει. Να ζήσει και να ευτυχήσει. Να βάλει μυαλό και να μας γαμήσει.»
-«Πείτε μου για τους Έλληνες καλλιτέχνες που συνεργαστήκατε μαζί τους. Τελευταία έμαθα πως τσακωθήκατε με τον Κώστα Τσόκλη, του οποίου το έργο σας άρεσε πολύ.»
-«Έλα τώρα. Δεν είναι ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος. Έχω γνωρίσει τόσους πολλούς καλλιτέχνες στη ζωή μου. Αλλά πρώτη φορά είδα καλλιτέχνη να συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο. Δεν υπάρχει για μένα, όπως δεν υπάρχει και ο Φασιανός. Ενώ άλλοι που μου κάνανε χειρότερα, όπως ο Τάκης… Αλλά ο Τάκης είχε στυλ.»
-«Ο Τάκης λέει ότι σας βοηθούσε.»
-«Μακάρι. Να του είμαι ευγνώμων. Αλλά αυτό είναι ειρωνεία!»
-«Ο Τάκης εννοεί ότι σας βοήθησε στην ιδέα.»
-«Ε, όλοι οι καλλιτέχνες σε βοηθούν στην ιδέα. Παρά να λένε ότι εγώ έδινα στους καλλιτέχνες φαί και νερό και ψωμί…»
-«Ποιος το λέει αυτό;»
-«Η βοήθεια.»
-«Τι νοσταλγείτε περισσότερο, Ιόλα;»
-«Την Ελλάδα του ’27. Αυτή ήταν η καταπληκτική Ελλάδα. Ήταν η Μεγάλη Ελλάδα.»
-«Ε, ωραία. Όμως αυτή πάει πια. Τέλειωσε.»
-«Ναι. Μήπως υπάρχει η Αίγυπτος; Μήπως υπάρχει το Παρίσι ή μήπως υπάρχει η Νέας Υόρκη; Όμως εκεί ακόμη και σήμερα γινόταν απίστευτα πράγματα. Δες τι έκανε ο Πέι στο Παρίσι. Αν το έκανε εδώ θα τον έπαιρναν με τις κλοτσιές. Δες τι έκανε η Ντομινίκ Ντε Μενίλ στο Χιούστον του Τέξας. Αν το έκανε εδώ, θα την διέσυραν κι αυτήν. Γι’ αυτό λυπούμαι, γιατί εδώ σ’ αυτή τη χώρα οι λασπωμένοι είναι οι πρώτοι. Μα είναι λυπηρά πράγματα αυτά.»
-«Θέλετε να πείτε ότι χάσαμε όλες τις αξίες μας;»
-«Όχι. Όλα αλλάζουν. Είναι φυσικό. Αυτό που δεν είναι φυσικό είναι να χάνουμε τις αρετές μας. Έθνος χωρίς αρετές σβήνει, χάνεται. Δες τις αρετές με τις οποίες ήταν γεμάτη η Ελλάδα παλιότερα και είχε κατορθώσει να γίνει ένα ζωντανό παράδειγμα για ολόκληρο τον κόσμο. Σήμερα όμως τι γίνεται; Ο ξένος Τύπος δε γράφει αράδα για την Ελλάδα. Πάνε οι αρετές, πάνε και οι Έλληνες. Γι’ αυτό θέλω να τελειώσω το σπίτι. Όχι για την σημερινή Ελλάδα, αλλά για μια μελλοντική Ελλάδα.»
-«Ας τα αφήσουμε όλα αυτά Ιόλα και ας πάμε πάλι πίσω στο Μιλάνο. Μεγάλη η χειρονομία σας. Ο Τζοβάνι λέει ότι επισκέπτονται την γκαλερί 5.000 άτομα την ημέρα.»
-«Είδες; Ο Andy έχει ένα ταμπεραμέντο απίστευτο. Βέβαια και στον Πικάσο να έλεγα να φτιάξει το «Μυστικό Δείπνο» θα τον έφτιαχνε τελείως διαφορετικό… Οι καλλιτέχνες έχουν μέσα στην ψυχή τους κάτι που χωρίς αυτό μήτε η Τέχνη προχωράει, μήτε η ίδια η ζωή. Είναι το μυστήριο της ζωής η Τέχνη. Είναι το μόνο πράγμα που παραμένει αναλλοίωτο στους αιώνες. Είναι η πεμπτουσία της ζωής…»
-«Πως γεννήθηκε η ιδέα να φτιάξει ο Μatta το «Συμπόσιο» του Πλάτωνα;»
-«Όταν άρχισα να φτιάχνω την αντιγκαλερία μου στο Μιλάνο, φώναξα τον Μatta να την δει και ενθουσιάστηκε. «Για σένα θα κάνω το «Συμπόσιο» του Πλάτωνα» μου είπε. Πήγα προ καιρού και είδα τα έργα του. Να δεις ένα Αγάθωνα καταπληκτικό.
Με γοητεύει αυτή η πορεία των μεγάλων δημιουργών που στο τέλος του αιώνα μας γυρίζουν πίσω σε πολλές αξίες άλλων εποχών: στον Πλάτωνα, στην αρχαία Ελλάδα, στο Μυστικό Δείπνο και στον Χριστιανισμό.
Είναι τι ζητά ο άνθρωπος από τη ζωή του, παιδί μου… είναι θέμα ψυχικής υγείας που μένει αναλλοίωτη και με τίποτα δεν αλλάζει.»
-«Γι’ αυτό δε διαταράχτηκε και η δική σας ψυχική υγεία με τα τελευταία προβλήματα…»
-«Πως, με έβλαψαν. Και πάρα πολύ μάλιστα. Με έβλαψαν οικονομικά. Τα έκανα θάλασσα στα οικονομικά μου. Είναι τρομακτικό. Αλλά τι σχέση έχουν τα οικονομικά όταν μιλάμε για ανώτερα πράγματα. Τι; Θα πεινάσουμε; Και τι μ’ αυτό;»
-«Ε, δεν είστε και στο όριο της πείνας…»
-«Πως δεν είμαι. Έχω ακόμη 56.000 δραχμές. Αν φύγουν κι αυτές, θα είμαι πραγματικά επί ξύλου κρεμάμενος.»
-«Ναι, μα την ίδια στιγμή γεννάτε ιδέες και κάνετε Τέχνη.»
-«Ε, τι ήθελες να κάνω δηλαδή; Να πάρω σοβαρά τις εφημερίδες που με έκαναν δήμαρχο με μπέρτα; Α, δε λέω. Η φωτογραφία που μου έβγαλαν ήταν καταπληκτική, γιατί τελευταία διαλέγουν επίτηδες πόζες για να με βγάζουν σα μαϊμού.»
-«Μη δίνετε σημασία, Ιόλα μου. Το όνομά σας έχει σασπένς.»
-«Μπα; Δεν το ήξερα αυτό. Για ξαναπές το. Υπάρχει χυδαιότητα, παιδί μου, εδώ. Δεν υπάρχει ευγένεια. Παλιότερα ερχόσουν στην Ελλάδα και βαφτιζόσουνα μέσα σε ένα μεγαλείο διαφορετικό από την Αίγυπτο, διαφορετικό από το Βερολίνο, διαφορετικό από οπουδήποτε αλλού.»
-«Τι συντέλεσε σε αυτό;»
-«Το ότι ο ελληνικός λαός δε προόδευσε. Δεν τον άφησαν να προοδεύσει. Θυμάμαι τα εκατό χρόνια της ελευθερίας της Ελλάδας, που γιορτάστηκαν στην Ακαδημία των Αθηνών. Ήταν εκεί ο Βενιζέλος, η Βενιζέλου, ο Παλαμάς που έβγαλε λόγο, η Αγγελική Χατζημιχάλη. Έβλεπες ότι υπήρχαν δέκα άνθρωποι μέσα στους εκατό που ξεχώριζαν και ήταν αυτοί που κρατούσαν τα ηνία. Ενώ σήμερα βλέπεις δέκα εκατομμύρια ανθρώπους κι ανάμεσα σε αυτόν τον κόσμο δε διακρίνεις κανένα αξιόλογο. Είναι λυπηρό αυτό για την Ελλάδα.»
-«Εγώ πάντως λέω να κάνετε ένα πάρτι, Ιόλα, και να καλέσετε κόσμο, τώρα που ετοιμάζεστε να ανοίξετε και το Μουσείο και να το αφήσετε στο ελληνικό κράτος.»
-«Πάρτι; Αυτά τα πράγματα δε πιάνουν εδώ πέρα. Είναι άδικα. Είναι πολύ κακό για το τίποτα. Θα ‘ταν αριστούργημα να κάνει κανείς πάρτι και να προσκαλέσει κόσμο…»
-«Πως θέλετε να σας θυμούνται, Ιόλα;»
-«Άκου να σου πω: Μην κάνεις τίποτα μόνο και μόνο για να σε θυμούνται. Να κάνεις τα πάντα όμως για να θυμάσαι εσύ τον εαυτό σου. Είναι το καλύτερο παράδειγμα αυτό. Όλοι έχουμε την ευθύνη μας για το καλό ή το κακό ενός τόπου. Και στο τεφτέρι που κρατάς στα χέρια σου και σημειώνεις μονάχα τα καλά. Είμαστε υποχρεωμένοι.»
Του έσφιξα τα χέρια. Ήταν παγωμένα. Είχαν ξυλιάσει. Δεν ήταν τα ζεστά χέρια που ήξερα. Του τα ‘σφιξα όσο μπορούσα.
-«Θέλετε να πεθάνετε;» τον ρώτησα.
-«Δε ξέρω, Νίκο. Φοβάμαι ότι δεν γίνεται αλλιώς»
Στο σπίτι επικρατούσε ησυχία. Πριν λίγο τον είχε χαιρετήσει ο Λάζαρος, που ήταν εκεί. Ένας τιρκουάζ σκαραβαίος που κρεμόταν στον αέρα από το πορτατίφ, άρχισε να κουνιέται από τον αέρα.
-« Όλα θα πάνε καλά» του είπα.
Πρώτη φορά φοβήθηκα. Ποτέ μέχρι τώρα ο Ιόλας δεν είχε πει αυτή τη λέξη.
Ήταν τσαλακωμένος. Κατέρρεε. Αυτός ο κορυφαίος της Τέχνης, τραγικά μόνος, ζει τον εφιάλτη του, στη χώρα που αγάπησε.
-«Στη ζωή, το μεγαλύτερο πράγμα είναι να γνωρίζεις, μεγάλους ανθρώπους… Είτε στη ζωή, στη Τέχνη, στη τρέλα… ό, τι να ‘ναι. Αρκεί να είναι μεγάλοι. Στην Τέχνη ή στην Τέχνη της ζωής.»
Ήταν ανεπανάληπτος και τώρα, τραγικά μόνος. Ήταν ανήμπορος. Αυτός ο πλούσιος από τη φύση του, είχε καταντήσει ζητιάνος ελπίδας… Αυτός που έκανε τη ζωή του ό, τι ήθελε, δε μπορεί πλέον.
Τις επόμενες μέρες ήταν ανήσυχος. Τώρα πια ήταν στα χέρια της αδερφής του, ολοκληρωτικά. Στο σπίτι είχε απαγορευτεί οποιαδήποτε κίνηση. Οποιαδήποτε επίσκεψη. Ακόμα και τα σκυλιά του, η Φρύνη και η Αυγή, ήταν έξω. Στη Σούλα είχε απαγορευτεί να του μαγειρεύει.
Μου επιτράπηκε να τον δω, μόνο για πέντε λεπτά. Να κανονίσουμε τις τελευταίες λεπτομέρειες της βιογραφίας. Λες και το ήξερε ότι δεν θα ξαναβρισκόμασταν πια.
-«Ό, τι κι αν γίνει, να θυμάσαι ότι κρατάς στα χέρια σου, ένα υλικό. Μη βιαστείς να το εκδόσεις. Βγάλε το 25 χρόνια μετά. Καλύτερα να μην εκδοθεί, παρά να το αδικήσεις. Έχεις το χρόνο μπροστά σου. Εγώ δεν έχω χρόνο.»
αυριο η συνεχεια





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου