Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

Ολβία Παπαηλίου, Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό έβδομο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό έβδομο)



Πώς άραγε να είναι ο πρώτος χρόνος μιας ζωής σε σπίτι με καθρέφτες καλυμένους; Η Γαρδενία μεγάλωνε σαν κάπως παραμάσχαλη της νεαρής της Κεριμέ, που κάποτε να ήτανε γλυκιά - κι άλλοτε, από την εξάντληση γινότανε μία Τουρκιάν Σοράι και δάγκανε με πίκρα τα σουφρωτά χειλάκια της - είχε πολλές δουλειές, να μη μπορεί ούτε καλώς να κοιμηθεί από του βρέφους κάποιους κολικούς και κλαψονιαουρίσματα - κι αμέ μετά που θα εβγάζε δόντια; Αλλά, όταν την κοίταζε με τα πηγαδομάτια του σαν τις σοκολατένικες ελίτσες - αχ, να χαρώ το, που τότε είναι για το ρούφηγμα! Όσο για το μωρό, τί να γνωρίζουμε να πούμε; Ότι φαινότανε καλό κι όλο καλόχαρο, και ότι έλεγε κι εκείνη η μαγεροΜαριγώ πως - η άσημμ' στην κούνια είν όμορφη στη ρούγα, μηδές και θα ΄καφτε καρδιές! Κι ήτονα σα ζωγραφιστό, το ξάπλωγες και έκλεινε τα κοντηλογραμμένα βλεφαρίδια, κι άμα το σήκωνες - τ' άνοιγε πάλε, σαν την ανατολή! Όμως, δεν είχε μια γλώσσα μητρική, παρά και πόσες! Τα τραγουδάκια που τα άκουγε εντός από τη μάνα του όταν ακόμα ασχημάτιστο ψαράκι την κολυμπούσε και πώς άκουγε το αίμα της και τους ήχους της τους θαλασσινούς, κι ύστερα, πρώτα του επί γης ακούσματα ήτον οι λέξεις που φαινόταν πως ετονίζοντο στη λήγουσα γιαβρούμ, μπαμπά, χαλά, αμτζά - αμπλά - εδώ έδειχνε η Κεριμέ τον εαυτό της - κι έπειτα: Αν-νέ, σενί σεβιόρουμ, Μάνα μου, σ' αγαπώ... Μια γλώσσα που εν τω καιρώ θα θέλει ήτο ξένη. Έτσι, θα ήντονα η Γαρδένια πάντοτε συνεπής ως προς τη μητρική επιθυμία περί καταγωγής της, θα σχηματίζετο το πλέκι της ζωής της ως Σιμπολέθ, σα μια άγνωστη λέξη για να τη δένει και πολλαπλώς Γιαρντίνα κόρη ρέουσα του Ιορδάνη (Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό, κάθεται η Κυρά μας η Παναγιά. Σπάργανα βαστάει, κερί κρατεί και για τ' ορφανό της παρακαλεί) - κι έτσι μεγάλωνε το κοριτσάκι εν μέσω των τονικοτήτων και των προφορών, και μεταξύ των Γιλεαδιτών και Εφραιμήτων - Αφέτε να περάσω, θα έλεγε στους Εφραιμήτες και θα τη σκότωναν ως ήτο Γιλεάδισσα - και με τους Γιλεαδίτες να βρίσκετο ανεστημένη - θα την πετροβολούσανε νεκρή ως Εφραιμίτισσα. Μα σταναμεταξύ, της τραγουδούσε η Κεριμέ, Παμούκταν κάλμπιν σολμαντάν, χαγιάτ γιουζούνε βουρμαντάν - το νάνι-νάνι το σοφό που έλεγε τις άγριες αλήθειες: Πρωτού η καρδούλα από μπαμπάκι σου ξεφτίσει, πριν η ζωή απέναντι σε στήσει... Γιατί άραγε ήτον αφημένο εκείνο το παιδάκι στα χέρια και στις άγριες αγάπες και στις παραπονέσες της καντίν της Κεριμέ; Δεν είχε και τη θεία του, από τον πατερούλη του - τη Χαλά Ευταξία - σα να το πούμε; Καλά, πως ο μπαμπάς του ήτον σε θέση δύσκολη, μα πώς και πέρναγε η Ευταξία να ακούγει τέτοια τα νανουρίσματα, και να μην το ηπαίρνει το βρέφος, να το έβαζε της αγκαλιάς, να το κοιμίσκε και στην κάμαρή της με τις κότες, να το ξυπνά με τους κορυδαλούς; Μαθές, η Ευταξία πόσο ανταριάστηκε όταν μια ώρα ανύποπτη και μάλιστα κακή και ήτον κρύα - ν΄ακούσει ότι το αεροβαπτισμένο μίλησε, και τί η λέξη ήτον; Αν-νέ! Αν-νέ, λες και δεν είχε μάνα, μάλιστα τι! Αντί να πει μμμμμακαιμμμαμαμα - ένα ψέλισμα τραύλισμα, μια φωνοτακτική, να πει ακούς Αν-νέ! Και στάθει αποσβολωμένη κι επερίμενε, μαθές - αλίμονο! Σε λίγο να ειπεί τη δούλα μας αμπλά και αδερφή της τη μεγαλύτερη - άντε, δε λέγω, όλοι ίσοι να είμαστε στον κόσμο - και δεν ήτανε κι η Ευταξώ καμμιά περίτρανη - αλλά να γίνουμε όλοι μας ένα σόγι - κάτσε αυτό δεν ήτονα πρεπό, τόσοι οι μήνες να περνούν και η ανηψούδα της να απολείπεται μια μάνα! Και πού, μαρή, θα καθρεφτίσειται το μούτρο της; Τα έβαλε γενναία η Αειπάρθενος με το δικό της είδωλο - ήρθε η μέρα να τραβήξουν οι κουρτίνες, να μπει ο ήλιος, να έρθετε να μάσετε τα κρέπια - έξω ο ήλιος κι εμείς όπως γινούμε σαν το χλωμολέμονο! Και να ηπάγετε να καθαρίσκετε την κάμαρη από δεξά της εδικής μου, ναι, μάλιστα εκείνηνα που φύλαε η Ωραία μας τα ρούχα της και τα μυρωδικά της, εκεί να αφήκετε ότι χαρούμενο που είχεται της κατοχής της, αμέ να πάμε να τα ξεσυνάξωμε μαζί. Εσύ, την καθαρίστρα, και το σάρωθρο. Εσύ, να κάμεις τα τζαμένια. Εσύ, να τρέξε και να ηφέρεις τις βελέτζες, εσύ τα πανωκατωσέντουνα και τη μικρή κουνίτσα, τα τριανταφυλλιά καπιτονέ, τρία ανθογυάλια να σταθεί η τρυφερότητα, δυο λάμπες (μια με το ηλεκτρικό και μια του πετρελαίου - αν έχωμε και μία της θυέλλης, να φερε την κι αυτήν). Και να της φτιάχνατε εξέρατε κοκκώνα, με τα πανάκια και σαν παραγεμισμένη με τα κουρέλια. Θε μου ντροπή, που είχε το παιδάκι ούτε παιχνίδι, παρά να παίζει με τους ίσκιους και τα σχεδιακά της αντηλιάς! Αλλά, να μην τη λένε Ευταξία! Αυριο κιόλας, αύριο ακριβώς - να τρέξει και να παραγγείλει κούκλα ντυμένη με τους φραμπαλάδες, να τηνε ακουμπήσει και με τα πόδια ανοιχτά στο ονταδάκι, να περιμένει το κουκλί να μεγαλώσει η κούκλα η πραγματική - ωχού κι αν έμοιαζε στη μάνα της, σπίτια που θα εκλείσει! Ούτε και να πηγαίνει εις το παρχάρι και στην αγορά, να μη μας την εκλέψουν! Αλλά, σε λέγω, μια ξανθή, μια καστανή και μια μαυρομαλούσα, να έχει να διαλέγει πώς θα τις παίξει, μα και να μη με λένε Ευταξώ! Και αρκετά, Κερά μου (είπε στου εαυτού το κάτοπτρο, τραβώντας μανικά ένα κρεπάκι που σαν ακόμα άθιχτο σκέπαζε χρυσοβάλαντο καθρέφτη). Αυτή, και θα την μάθω να ιππεύγει, και θα της πάρουμε και ένα αρκουδάκι να μη φοβείται τα αγρίμια από μικιό. Το αρκουδάκι Τέντη, να της φυλά τα όνειρα. Ακούς εκεί, Αν-νέ! Τι είναι το παιδάκι μας, τουρκοσπορίτικο; Ακούς - ούγιου γιαβρούμούγιου, μπουντούν΄για ντίπσιζ μπιρ κουγιού - ούγιου μέλεκ ούγιου, μπουντούν΄για ντίπσιζ μπιρ κουγιού - κοιμήσου το μωράκι μου κι είν ο ντουνιάς η άββυσο, κοιμήσου αγγελουδάκι μου κι άβυσσος είν΄η πλάση! Ακούτε λόγια, λες και δεν υπήρχε ο θεός, κι η Παναγία με το μέγα έλεός της να του κρατάει τέτοιου αγγελοπρόσωπου τα ρουχαλάκια του να του τα πλέγει μέσα στο Γιορδάνη - θέ μου και φύλαε το στόμα μου, μην πιάκω και να τον ανοίξω - αβυσσοχασιδιάρικοι κι αμαρτωλοί του κόσμου! Αμέσως, δίπλα από την κάμαρή μου, και να εβγάλετε την πόρτα από το μεντεσέ, ξαπαρταλώστε την και άμα δε μπορείτε, να φωναχτεί ο ξυλουργός ο Ιωακείμ, ο Ζεβεδαίος αμέσως τώρα. Και να μου βγάλετε τη Νάζλη και να τηνε καπιστρώσετε, διότι έχουμε κι ένα κορίτσι να το μεγαλώσουμε, όχι μονάχα να το νανουρίζομε. Και να μου φέρετε το φωνογράφο στο κρεβατάκι της απέ τα δίπλα, να τηνε εκοιμίζομε μ΄ωραίες μουσικές τρίτου προγράμματος, αλοίμονο στη μοίρα της, να έχει λέμε κάτι να το θυμάται, όταν οι μέρες της θα φέρουν δυσκολίες. Νεσούν ντόρμα, ω Πριντσιπέσσα - σ' αυτό το σπίτι, έχω αναλάβει τώρα εγώ, ουδείς δε θα κοιμάται και θα σταθείτε όλοι σούζα, αυτό το κοριτσούδι θα έχει ότι και δεν εδέησε η μάνα της. Κι άμα θα λέει πηδήχτε, θα πηδάτε - κι άμα θα λέει να πάτε να πνιγείτε, και όλοι σας στο φούντο, ή αλλιώς να μη με λένε Ευταξία - θα σας γανώσω τον αδόξαστο που θέτε να την κάνετε τουρκάλα. Όχι, καντίνες μου, αυτή, θα τηνε κάνω Βαλιντέ, μην είναι κι απ΄τα ίδια μου τα χέρια, η γελαστή Χιουρρέμ αυτοπροσώπως θα είναι, δε θα μου το μαραζώσετε με τα λυπητερά σας, ή μή - να πάω να φορέσκω γιαταγάνι και να αρχίσκω να ηπαίρνω κεφαλές - να δούμε ποιός θε να λακίσει τότες πρώτος. Και πήρε απ΄τα δίπλα την καημένη την Κεριμέ όπου είχε κερώσει, και της ομίλησε γλυκύτατα - ότι καλά κι έκανε κι εφρόντισε το αρφανό, κι ότι βεβαίως, και η Αν-νέ της ήταν, κι η μάνα της, κι ότι η Γαρδενία είχε ανάγκη από μια αμπλά, μια μεγαλύτερη αδέλφιδα. Αλλά, ήτο η ώρα τώρα να αναλάβει τα γκέμια τα πεσμένα η Ευταξία, να οδηγήσει το ασκέρι με χέρι σταθερό - κι ότι σ΄αυτήν την Κεριμέ -βεβαίως πώς - απέβλεπε, όπως τηνε βοηθήσει, αλλιώς μην πήγαινε όλο το κράτος άπατο, ακούς εκεί, να λέει η μαγέρισσα την ανηψούδα της Κεράς - να τηνε λέει άσκημη - ήτανε λόγια τα αυτά για να ακούγονται; Κι η Κεριμέ, την είδε και την παραδέχτηκε, ήξερε η Κερά ετούτη τα άλλα κόλπα, άλλες τις φωνές από την άλλη, την ψυχομάνα της τη μακαρίτισσα που τραγουδούσε τέτοια όμορφα νανί για νανουρίσματα - αλλά, ωχού! Ετουτη δώ, ωχ Φατιμέ Σουλτάνα! Ήτον αυτή σαν του Προφήτη την προφητεία τη σκοτεινότερη - έπεσε η Κεριμέ στα γόνατα και δόξασε το μεγαλείο όπου κι αν το εγνώρισε, έπεσε και εδώ στην Αειπάρθενο που ήξερε τόσο να έχει επιβάλλον!

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013


Η Ευταξία όταν ξαναπήρε το χαλινό - και πριν να ξεκινήσει για το εμπορικό του Kεχαγιά που ήφερνε κούκλες ωραίες από τη Λόντρα και την Αγία Πετρούπολη.
28 Νοεμβρίου 2013 στις 1:43 π.μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου