ΤΟ ΚΛΙΚ
Πόσες φορές ξαναπήγα, πόσες πόρτες, ασανσέρ, φράσεις του τύπου "λυπούμαστε, το αίτημά σας θα το δούμε αύριο, μεθαύριο, του χρόνου... δεν υπάρχει αρχείο ενημερωμένο, έχουμε έλλειψη προσωπικού, οι ώρες εξυπηρέτησης κοινού είναι περιορισμένες, με τους ωρομίσθιους δεν προχωράει, τα ξέρετε τώρα..."
Ούτε χθες τα κατάφερα, όλα διαλυμένα, λάθη και παραλήψεις τους στην πλάτη μου, ο άλλοτε ακμαίος Δημόσιος Οργανισμός έσερνε τα σακατεμένα πόδια του μπροστά μου χωρίς νοιάξιμο για τίποτα, μα τίποτα πια.
Πριν βάλω το κεφάλι κάτω, είπα να κάνω το τελευταίο καθήκον ως Ελλην πολίτης και να φιλήσω κατουρημένες ποδιές μια φορά κι εγώ, μήπως πάει γούρι. Να τα πω χύμα, αδύνατον, δυστυχώς με συγκρατούν πάντα εκείνο το πιάνο και τα Γαλλικά. Αλλά θα εύρισκα τρόπο, το σθένος, το ευθύ βλέμμα, την υπόγεια ικεσία, το επείγον του ιερού θέματος και ό,τι άλλο διέθετε το φτωχό μου οπλοστάσιο.
"Στον 6ο όροφο, ο Διευθυντής, αλλά δεν θα καταφέρετε τίποτα, να το ξέρετε" με απείλησε ο υπάλληλος. Κι εκείνο το όνομα "6ος" ... αλλά τώρα δεν ψαρώνουν, προχωρούν και παλεύουν. Άνθρωποι σκυθρωποί στον προθάλαμο περίμεναν τον Διευθυντή. Τοίχοι θλιβεροί, το μοναδικό κάδρο με το θέμα ξεκολλημένο που κρεμόταν πίσω από το πλαίσιο, μια γλάστρα κάποτε δροσερή.
Πονούσε το σώμα μου από κάθε κούραση. Πλησίασα το παράθυρο που έβλεπε σε φωταγωγό - στον 6ο ακόμα κι οι φωταγωγοί δίνουν φως. Ακούμπησα το κεφάλι στο τζάμι. Μπροστά μου, στον παρακάτω όροφο της απέναντι πολυκατοικίας μια σειρά από παλιά θρανία κολλητά στο παράθυρο περίμεναν, τι; Μετανάστες; Παιδιά; Εργάτες να τα κάνουν καυσόξυλα;
Έμεινα ακουμπησμένη στο τζάμι, τα μάτια να αρνούνται να δεχτούν τα δάκρυα που ξαφνικά ζητούσαν να αναβλύσουν. Ποια παιδιά κάποτε κάθισαν εκεί για μια καλύτερη ζωή; Ποια όνειρα χάραξαν το ξύλο εκείνων των θρανίων; Ποιες προσμονές, ποιοι έρωτες, ποιες τιμωρίες 100 φορές "δεν θα ξαναμιλήσω στο μάθημα", τι άλλο ζητάει ως αντάλλαγμα, το αύριο;
Χάθηκε ο 6ος και οι κρυμμένοι άσσοι στο μανίκι μου, που θα πετούσα έναν-έναν σε κάθε δισταγμό του Διευθυντή. Αν κατάλαβε κανείς τι με έπιασε, τι κλικ με έστειλε κατ' ευθείαν σπίτι να ξεσπάσω ανεμπόδιστα, ας μου το πει κι εμένα.
Ioanna Frangia
13 Μαΐου στις 3:37 μ.μ. ·

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου