Το πρόσωπο μιας μέρας.
Ι.
Μάταιος κόπος;
Κάθε πρωί να βγεις
Από τα όνειρα
Τα δύσχρηστα βαριά υλικά
Να ψηλαφίσεις
-η ανάγκη βλέπεις-
Κι’ έπειτα στον τροχό που τρίζει μέταλλο
Λίγο από το τρυφερό της νύχτας,
Μια σταλιά, ν’ αφήνεις,
Μήπως και γύρει ανάλαφρα η στροφή,
Να μη μασάει τα γρέζια της
Να μη ματώνει.
ΙΙ.
Ελάχιστο, και δύσκολο
Χωρίς καμίαν έξαρση,
εξόν φροντίδα,
Και μοιάζει σαν το φτάνεις κάπως θεϊκό
Γιατί πηγαίνει μοναχό μακρύτερα απ’ το πάθος
Κι έτσι συμβαίνει να κρατάς τους φίλους ...
Συμβιβασμός, μια τέχνη ταπεινή
Σαν του παλιού μπαλωματή.
Τα πόδια δεν κρυώνουν πια, κι ίσως τον βγάλεις το χειμώνα -
(Πρόσεξε μόνο μη βρεθείς γονατιστός, με τις παντόφλες.)
ΙΙΙ.
Άστρο
Και λάμπει αδιάφορο
Τα κουρελιάρικα αποφόρια μας τινάζοντας
Ξύνει μια ζέστη
Στις πλατείες τριγυρνά
Ρίχνοντας το τυφλό του μάτι πάνωθέ μας.
Στήνοντας ξώβεργες
Στα μαγαζιά και τα σκουπίδια μας
Και στις ρωγμές της πλάκας του πεζοδρομίου.
Γελώντας την αδικαιολόγητη, πες ανυπόφορη,
Την καλημέρα του.
Μ.Π. μικρα χαμηλόφωνα, 2009
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου