Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Πριν τη λευκή σελίδα Τα Άνθη του Κακού, Σαρλ Μπωντλαίρ




Πριν τη λευκή σελίδα Τα Άνθη του Κακού, Σαρλ Μπωντλαίρ

Γράφει: Αλέξανδρος Στεργιόπουλος - 21/08/2014 http://www.toperiodiko.gr/

Τι υπάρχει στο «πριν» κάθε συγγραφέα, κάθε ποιητή; Σαν αναγνώστες βρισκόμαστε πάντα στο «μετά», στη στιγμή που «περπατάει» το έργο του κάθε λογοτέχνη. Τη στιγμή που κατεβάζουμε το βιβλίο από το ράφι και το ξεσκονίζουμε, ο δημιουργός «ξεσκονίζει» τις σκέψεις του, τις προσλαμβάνουσες και τα ερεθίσματα που θα οδηγήσουν το χέρι του στο χαρτί για να γράψει κάτι καινούριο. Η διαδικασία ίσως είναι επίπονη και κοπιαστική πνευματικά για τον ίδιο, όμως θέλουμε να συμμετάσχουμε. Το διάβασμα είναι απόλαυση, αλλά τι ήταν αυτό που άναψε τη σπίθα για να πάρει φωτιά η πένα και να «ζωντανέψει» η λευκή σελίδα; Ποια ήταν η αφορμή για να «γεννηθούν» τα μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας; Ψάχνουμε, βρίσκουμε και απαντάμε.

Τα αναστημένα άνθη περιμένουν εμάς

Η Ποίηση δεν ζητά τίποτα από τον αναγνώστη. Μόνο μια απαίτηση έχει: Να τη δεχτούμε όπως είναι. Έτσι σκαμμένη, ιδρωμένη, ματωμένη και ολόφωτη, όπως βγαίνει από τη μήτρα-μυαλό του ποιητή. Κάθε άλλη παρέμβαση πλην της ανάγνωσης, συνιστά αλλοίωση, προσβολή, ύβρι. Η ανάγνωση πρέπει να κατευθύνει τη δέσμη φωτός των ματιών πάνω στις λέξεις. Να αποκαλυφθούν τα ατσαλένια, ανάλαφρα φτερά τους και με την αγωνία μας να ανυψωθούν και να συνεχίσουν τον δρόμο τους. Οι ήχοι των φθόγγων να γίνουν γέφυρα και να ενώσουν τα αναστημένα άνθη της άχρονης και ασύνορης ύπαρξης μας. Αυτό περιμένουν και τα αμάραντα άνθη του σκοτεινού Δανδή Σαρλ Μπωντλαίρ.



Πώς «γεννήθηκαν» Τα Άνθη του Κακού

Ο Μπωντλαίρ ολοκλήρωσε δύο ποιητικές συλλογές. Αυτή που εξετάζουμε κυκλοφόρησε το 1857 και αμέσως καταδικάστηκε, διότι αποτέλεσε προσβολή για τα ήθη της τότε κοινωνίας. Το ίδιο έγινε και με την Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ.Βέβαια, η νουβέλα του τελευταίου βρήκε δικαίωση, τα «Άνθη» όχι. Εξαφανίστηκαν. Τέσσερα χρόνια αργότερα επανεμφανίστηκαν, αλλά με έξι ποιήματα αποκομμένα. Αρκετά προστέθηκαν. Έξι χρόνια αργότερα, έξι χρόνια έκλυτου βίου, ο ποιητής πέθανε. Στο Παρίσι. Αύγουστος ήτανε.

«Δέκα μόλις μέρες μετά την έκδοση, δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Figaro», 5 Ιουλίου 1857, άρθρο κάποιου Γκυστάβ Μπουρντέν που στηλιτεύει με τρόπο σκαιό την ανηθικότητα της συλλογής: «Είναι στιγμές που αμφιβάλλει κανείς για τη διανοητική κατάσταση του κ. Μπωντλαίρ. Το βρομερό παραγκωνίζει το χυδαίο και ενώνεται με το αισχρό. Ποτέ δεν είδαμε να δαγκώνονται τόσα στήθη σε τόσο λίγες σελίδες. Ένα όργιο από δαίμονες, έμβρυα, γάτες, διαβόλους. Ένα νοσοκομείο για κάθε παραφροσύνη του πνεύματος»» (από το http://ritsamasoura.blogspot.gr/2011/01/blog-post_13.html)

……

«Πράγματι το 1861 κυκλοφορεί η νέα έκδοση του βιβλίου χωρίς τα συγκεκριμένα ποιήματα. Όμως ο Μπωντλαίρ είναι συντετριμμένος. «Στη βλασφημία αντιτάσσω την ανάταση στον ουρανό. Στην αισχρότητα αντιτάσσω πλατωνικά λουλούδια» είχε πει στην απολογία του στο δικαστήριο. Η δίκη στάθηκε για τον ποιητή η αρχή του τέλους.» (ο.π.)



Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν έγραψε γι’ αυτόν: «Τίποτα δεν πλησιάζει περισσότερο το εγχείρημα του αρχαίου ήρωα στην μπωντλερική αίσθηση, πέρα από το να δοθεί μορφή στη νεωτερικότητα». Ο Μπωντλαίρ έδειχνε να συμφωνεί εκ των προτέρων με τον Μπένγιαμιν. Αναρωτιόταν: «Ποιος από μας, στις φιλόδοξες στιγμές του, δεν ονειρεύτηκε μια ποιητική πρόζα, μουσική, χωρίς ρυθμό και χωρίς ρίμα, αρκετά εύπλαστη και τραχιά, ώστε να προσαρμόζεται στις λυρικές παρορμήσεις της ψυχής, τους κυματισμούς της ονειροπόλησης, τους σαρκασμούς της συνείδησης;» Η απορία αυτή καρφώθηκε απευθείας στην αστικοποιημένη αίσθηση της εποχής με τις νέες αποξενώσεις και τους παλιούς της λαβύρινθους. Και συνεχίζει ο Μπωντλαίρ. «Αυτό το στοιχειωμένο ιδανικό γεννήθηκε μακριά από την εξερεύνηση μεγάλων πόλεων, μακριά από τους αναρίθμητους συσχετισμούς».

Τον Φεβρουάριο του 1848, η Ευρώπη συνταράσσεται από την Άνοιξη των Εθνών ή αλλιώς το Έτος της Επανάστασης. Ο Μπωντλαίρ βρίσκεται στα οδοφράγματα κρατώντας ένα κλεμμένο τουφέκι. Κατηγορείται για τον πυροβολισμό του στρατηγού Απικ. Μήνες αργότερα τα βάζει με τους εξεγερμένους και υπερασπίζεται το νέο συντηρητικό καθεστώς! Τότε και στη διάρκεια της μεγάλης ανοικοδόμησης του Παρισιού άρχισαν να σχηματίζονται Τα Άνθη του Κακού.

Τα ποιήματα ανακαλύπτουν εικόνες της εισβολής της μοντέρνας ζωής, αλλά η μορφή τους μένει κλασική. Η παραδοξότητα έχει την εξήγησή της. Για κάθε ριζική αλλαγή στην πόλη, υπήρχαν παλαιότερες κοινωνικές επιταγές που προσπαθούσαν να επιβάλλουν τη δύναμη τους. Τα ποιήματα του Μπωντλαίρ εισέρχονται σε αυτό το δραματικό πλαίσιο με απαράμιλλη μελαγχολική απόγνωση.

Διείσδυση στη δέσμη της φευγαλέας λάμψης

Ο Μπωντλαίρ είχε απαυδήσει με την πολιτική. Έτσι, οδηγήθηκε στην απόρριψη της πραγματικότητας. Συνέταξε, λοιπόν, ένα βασανιστικό δικό του κόσμο. Εμπνευσμένο από τα ναρκωτικά, την εξωτική ομορφιά της Μεσογείου και την αναζήτηση της αγάπης. Επηρεάστηκε έντονα, όχι μόνο από τις εμπειρίες του στη Μεσόγειο, αλλά και από τον Έντγκαρ Άλλαν Πόε, τα γραπτά του οποίου μετέφραζε. Γοητευόταν από την επίκληση του Πόε στην σκοτεινή πλευρά της φαντασίας. Παράλληλα, του ασκούσε έλξη η μοχθηρή γοητεία των έργων τωνΝτελακρουά και Μονέ. Όπως και η μουσική του Βάγκνερ. Οι επιρροές αυτές έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη σύνθεση της πασίγνωστης, πια, συλλογής του. Σε αυτήν αντιπαραθέτει τα αρνητικά θέματα της εξορίας, της αποσύνθεσης και του θανάτου με ένα ιδανικό σύμπαν ευτυχίας.

Ο Μπωντλαίρ είναι παρακμιακός στη δημιουργία, αλλά κλασικός στη στιχουργία. Η δομή σφιχτοδεμένη. Τα περισσότερα ποιήματα απλώνονται σε τετράστιχα. Ο ρυθμός είναι σταθερός. Στιβαρός. Αυτό που τον κάνει ξεχωριστό είναι η διείσδυση στη δέσμη της φευγαλέας λάμψης που ραγίζει την ψυχή από μέσα. Την κάνει εύθραυστη.

[…]

Θεριό πιο βρόμικο, κακό, την ασκήμια να δείξει!

Κι αν δε σαλεύει κι ούτε ακούει κανένας το ουρλιαχτό του,

όλη τη γης θα ρήμαζε, και στο χασμουρητό του

θα ’θελε να κατάπινε τον κόσμο˙ αυτό ΄ναι η Πλήξη,

Με αλληγορικό, συμβολικό λόγο αποκαλύπτει τη μοναχική, βασανισμένη περσόνα του Ποιητή στοΆλμπατρος. Γι’ αυτόν, η Σκέψη είναι μεταφραστής της γλώσσας των βουβών πραγμάτων, των ανθών. Η τρέλα οδηγεί στην Ανάταση. Η ρευστότητα της ύλης τον απασχολεί. Παραθέτει πεζολογική παραβολή για την αρετή της ταπεινότητας. Πειθαρχημένος στη φόρμα, όμως οι λέξεις αποκτούν το βάρος της πυρωμένης σκέψης του. Στο ποίημα Σισίνα φιλοτεχνεί πάνω στο μουσικό ποτάμι των λέξεων ένα μοναδικό πορτραίτο. Ο Μπωντλαίρ είναι εικονοποιός και σχηματίζει ξεκάθαρα την Αγωνία. Αυτή που μας κρατά ζωντανούς.

Το Ωραίο που ενυπάρχει στο Κακό

Ο ίδιος είχε ξεκαθαρίσει την πρόθεση του λέγοντας:

Ένδοξοι ποιητές έχουν ήδη καταλάβει, εδώ και καιρό, τους πιο ανθηρούς τρόπους της Ποίησης. Από την πλευρά μου, θεώρησα ότι θα ήταν ευάρεστο –και μάλιστα, όσο πιο δύσκολο, τόσο πιο ευχάριστο- να συλλέξω το Ωραίο που ενυπάρχει στο Κακό. Το βιβλίο αυτό, κατά βάσιν άχρηστο και απολύτως αθώο, γράφτηκε αποκλειστικά και μόνο για να με διασκεδάσει και να ασκήσει το πάθος μου για τους σκοπέλους.

Αν θέλουμε να συνοψίσουμε τι εστί Μπωντλαίρ και Άνθη του Κακού τα λόγια του Γκυστάβ Φλωμπέρπρος αυτόν είναι η καλύτερη κατακλείδα:

Αγαπητέ μου φίλε. Διάβασα πρώτη φορά μονορούφι τα Άνθη του Κακού, καταβροχθίζοντάς τα, όπως η μαγείρισσα τα ρομάντσα του σωρού, κι είναι τώρα οκτώ μέρες που τα ξαναδιαβάζω, στίχο στίχο, λέξη λέξη. Ναι, μου αρέσουν πολύ. Και με μαγεύουν. Είσθε σκληρός σαν μάρμαρο και διαπεραστικός σαν την εγγλέζικη ομίχλη.

Ακολουθεί απόσπασμα από το «Σε κάποια πολύ πρόσχαρη», ένα εκ των απαγορευμένων ποιημάτων της συλλογής. (Μετάφραση Ερρίκος Σοφράς, εκδόσεις Μεταίχμιο)

Κάποια νυχτιά πώς θα “θελα να έρθω,
Οταν της ηδονής ηχήσει η ώρα,
Στ” ασύγκριτα του σώματός σου δώρα
Αθόρυβα, σαν το δειλό, ν” ανέβω,

Το χαρωπό κορμί να τιμωρήσω,
Το στήθος σου να κάνω να πονέσει,
Και ξάφνου, στην ανύποπτή σου μέση,
Βαθιά λαβωματιά να σου ανοίξω,

Τι ζάλη ηδονική, μέθη δική μου!
Και μες σε τούτο το καινούριο στόμα,
Το πιο όμορφο και δροσερό απ” όλα,
Θα χύσω το φαρμάκι μου, αδερφή μου!

Πηγές

-Μπωντλαίρ, Τα άνθη του κακού, μτφρ. Γιώργης Σημηριώτης, εκδ. γράμματα

-nytimes, book review

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

Βασίλης Αλεβίζος (Hanibal Lekter)




Eνα μπουκέτο ηλιοτρόπια,
μια αγκαλιά ήλιοι, αιχμάλωτοι
στο γέρμα υποταγμένοι της ημέρας,
απελπισμένα γέρνουν τα στολίδια τους,
και τα φτερά κι αυτά κρεμάσανε στο πλάι'
γνωρίζουν το σκοτάδι που έρχεται κάθε ηλιοβασίλεμα,
μα κουβαλάνε την πρωινιάτικη δροσούλα μέσα τους.
Και η νύχτα τους δικαίωσε,
ανάμεσά τους θρόισε τ'αγέρι τ'Αυγουστιάτικο
κι ο ηγεμόνας στο ορίζοντα ξεμύτισε.
Σηκώσανε το μπόι και ανάστημα
ορθώσανε την κεφαλή στεφανωμένη χρυσοποίκιλτα χαμόγελα.
Την καλημέρα υποκλίθηκαν ,και έφυγα.

Σπύρος Τσακνιάς Καπνίζοντας μ’ ένα φίλο


Σπύρος Τσακνιάς


Καπνίζοντας μ’ ένα φίλο


Κάποτε θα μετακομίσω. Θα εγκατασταθώ μονίμως σ’ ένα ευρύχωρο παρελθόν δίπλα στη θάλασσα. Το σούρουπο θ’ ακούω τον ουρανό να ψιθυρίζει μυστικά στις μολόχες και τα χαμομήλια. Μετά θ’ ανοίγω τα παράθυρα στις σκιές της νύχτας. Περνούν

Τα χρόνια, ασπρίζουν, γίνονται σαν τις λαμπάδες της Αναστάσεως. Και τι ποιήματα θα γράψεις που θα τα πάρουνε τα κύματα. Προσπαθώ απλώς να διατηρήσω μερικά φαντάσματα, όμως το σπίτι είναι γεμάτο χαραμάδες, βγαίνουν στο δρόμο, τα πατάνε τ’ αυτοκίνητα.

Πώς μπορεί να μένει αδιάφορος κανείς μπροστά σε τόση καταστροφή; Κι όμως, τον περισσότερο καιρό δεν συλλογίζομαι τίποτε ή θυμάμαι κάτι ξεχαρβαλωμένες μελωδίες και στεναγμούς αποχαιρετισμών ή παίρνω μια γομολάστιχα και σβήνω λογαριασμούς που μια ζωή κρατούσα με σχολαστική ακρίβεια. Τότε

Έρχεται ένας ηλικιωμένος άντρας με πράο ύφος κι άσπρα μαλλιά, κάθεται διστακτικά στην άκρη του καναπέ όπως κάνουν πάντα οι φτωχοί. Η ανάσα του μοσχοβολάει άγια σοφία, θέλω να του πω πως έτσι φανταζόμουν πάντα τη δικαιοσύνη, αλλά φοβάμαι ότι κι οι πιο ανώδυνες λέξεις θα σκοντάψουν στην άτρωτη αμηχανία του.

Του μιλώ απλώς για τα μελλοντικά μου σχέδια και για τη μετακόμιση, εκείνος ακούει με προσήνεια ώσπου το σούρουπο γυρίζει σε βαθύ σκοτάδι και δεν διακρίνονται παρά οι καύτρες των τσιγάρων μας. Φεύγει αθόρυβα ψιθυρίζοντας καληνύχτα κι εγώ ντρέπομαι που μια καλή φιλία σκέφτηκα προς στιγμήν να την πω δικαιοσύνη.

Πηγή http://idrymapoiisis.blogspot.gr/2015/05/blog-post_55.html

Γλυκερία Μπασδέκη : αναλγητικά* {πάντα να’χεις κάνα καλοκαίρι πρόχειρο στο φαρμακείο}


αναλγητικά* {πάντα να’χεις κάνα καλοκαίρι πρόχειρο στο φαρμακείο}

Εμείς οι σταχομαζώχτρες, οι κόρες οι τακτικές με το κουντεπιέ τζίτζικα και το φυλλοκάρδι μυρμηγκιού δεν πετάμε κανένα καλοκαίρι στο αχρήστων. Τα μαζεύουμε προσεκτικά ένα ένα-μαζί με χαρτοπετσέτες από καντίνες εθνικών οδών, ληγμένα αντηλιακά, σεζλόνγκ για λιποθυμίες και αποδείξεις διοδίων. Αχρείαστα να 'ναι, κάποτε όλοι θα τα χρειαστούμε. Θα 'ρθουν άλλα καλοκαίρια πιο θυμωμένα και θ' ανοίξουμε το φαρμακείο με τα παλιά κολλύρια να δροσίσουν τα νέα δάκρυα. Θα έρθουν αύγουστοι τόσο σκληροί που κάτι προδεκαετείς λυγμοί με πανσέληνο θα φαντάζουν παραδείσιοι.

 Τα νέα καλοκαίρια θα έχουν γενικές αίματος, μαγνητικές, υπέρηχους, ορφάνιες στη στροφή, ανήμπορα σώματα, φοβισμένα μάτια, πάνω κάτω γραφειοκρατίες, λεφτά να μην φτάνουν για αξιοπρέπειες, καθόλου αξιοπρέπειες, ξεχάστε τις αξιοπρέπειες. 

Και τότε θα καθήσουμε στην παραλία της αναμονής, θα κλείσουμε τα μάτια και θα βγάλουμε τα αναλγητικά απ΄το κουτάκι το χωμένο στην κροταφική. 'Ενας Δ. θα μας λέει ότι αγαπάει άλλη και να μαζέψουμε μπουρνούζια και ομπρέλλες, ένας Π. θα μας αφήσει ξημερώματα στη στροφή της Γαρίτσας χωρίς παπούτσια, ένας Γ. δε θα μας κάνει τίποτα και θ' ανοίξει η μύτη μας μεσαυγουστιάτικα. Αυτά που κάποτε μας τζάκισαν τώρα θα μας περιθάλψουν. 

 Το κλιματιστικό θα δροσίζει τρυφερά ,η ξανθειά στις πληροφορίες θα μοιάζει με την Ανν Λόμπεργκ, το πόρισμα θα είναι ένα παθιασμένο γράμμα κάποιου άγνωστου θαυμαστή με μετεκπαίδευση στο Tζονς Xόπκινς. 

Πηγή: www.lifo.gr

Στρατής Φάβρος κι αν κάποτε βίαια αποθάνω και χαθώ


κι αν κάποτε βίαια αποθάνω και χαθώ

Φυλακισμένοι ακινητούμε σκαιοί σαν από φόβο
στη σύμβαση ή και την συγκυρία στης λήθης τη φαυλότητα
σε τούτη δω την απειρία ή μιαν αφάνταστη μοναδικότητα,
θε να χαθούμε με κρίματα και μ’ανομήματα, σε μια χεσά τόπο


Ο φτωχός είτε δεν ξέρει είτε στρεβλά αποφασίζει
τι φληναφήματα τι ταξικά στρεβλά νομοθετήματα
που είναι η γνώση η ελευθερία και τα φρονήματα
στο ψέμα βουλιάζουν και στη θεωρία που νόθα απεικάζει

κι αν κάποτε βίαια αποθάνω και χαθώ
καλύτερα θα ‘ναι από στρεβλά να νουθετώ
Ναι ρε σαν τον Τσε ή τον Άρη το προτιμώ
παρά συρμένος από αρρώστια ή τον κακό σκοπό

Σ.Φάβρος (ανέκδοτο)




Posted by Στρατής Φάβρος in Ασκήσεις Θανάτου

Πόπη Συνοδινού


Όταν γνώρισα την Τερέζα, βρισκόταν σε μια ταβέρνα, όπου η θάλασσα ακροβατούσε, παίζοντας με τα δάχτυλα των ποδιών της.
Εγώ ήμουν ένας τυπικός άντρας που μέσα από το καλοκαίρι έψαχνα γυναικείες παρουσίες για ερωτική παρέα, τα μάτια της ήταν αυτό που με προδιέθεσαν κυρίως, κι ύστερα το κορμί της.
Αδυσώπητες λάμψεις έβγαιναν από μέσα τους και με πυρπολούσαν μαλακά, σαγηνευτικά, γοητευτικά ύπουλα.
Με δέχτηκε εύκολα στο τραπέζι της σπάζοντας την μοναξιά της, ήταν μόνη της γιατί έτσι επιδίωκε, μου είπε.
Μας βρήκε η βαριά νύχτα και αστέρια βυθίζονταν στο χαος θυμίζοντας μας την ματαιότητα όλων αυτών που μαζεύουμε σαν ύλη, η μουσική του Μάρκου μας υπνώτιζε και μας έφερνε πιό κοντά. Η θάλασσα και το αλκοόλ μας θύμιζαν πόσο ερωτική είναι η ζωή μέσα στην νύχτα.
Εξιστορήσαμε τις ζωές μας σαν να απλώναμε τις ψυχές μας σε ένα βωμό για εξαγνισμό.
Μαζί της, δεν με ενδιέφερε να ξαπλώσω στο κρεβάτι αμέσως, ήθελα να την κατακτήσω αφήνοντας της όλα τα περιθώρια να σκεφτεί πως αυτό που μου έβγαζαν εκείνα τα μελένια της μάτια ήταν να την ακούσω και να την νιώσω με όλη μου την ουσία, αυτή που είχε δημιουργηθεί ζώντας και σκορπίζοντας κομμάτια μου από εδώ κι από εκεί.
<<Έχεις αγαπήσει πραγματικά>>; την ρώτησα γεμίζοντας το ποτήρι της.
<<Εσύ>>; με ρώτησε παίζοντας με ένα τσιγάρο στα δάχτυλα των χεριών της.
<<Ίσως πιό πολύ ερωτεύτηκα και θαύμασα την γυναίκα>>, είπα καλύπτοντας την ερωτομανία μου με λέξεις, γιατί δεν θαύμασα δα και πολλές γυναίκες, μου άρεσε να τις ζω πίνοντας και δαμάζοντας τους ερωτκούς χυμούς τους, ύστερα πολύ σύντομα τις βαριόμουν.
<<Δεν λες όλη την αλήθεια, όμως θα σου πω για μένα μια διαπίστωση που την κάνω μόλις τώρα μαζί σου>>, είπε κι άναψε το τσιγάρο, κοιτάζοντας τον μακρινό αστροβαμμένο ορίζοντα.
<<Αγάπησα πολύ κάποτε έναν άντρα, μου έφερνε στον νου μια φράση του Οθέλου, αυτήν, - μ αγάπησε για τους κινδύνους που έχω διατρέξει-, διέτρεξα πολλους κινδύνους για εκείνον κι έμεινα με την απορία, ήταν ο κίνδυνος που αγάπησα εξαιτίας του ή η μεταμόρφωση μου σε μια άλλη γυναίκα, αυτήν την γυναίκα που μεθάει εξαιτίας του ιλίγγου που φέρνει ο κίνδυνος; ή αγάπησα μονάχα την επίδραση αυτή που είχε επάνω μου , την δύναμη δηλαδή να αλλάζω, όμως αν τα δεχτώ αυτά τότε πως μπορώ να σου πω πως τελικά αγάπησα αυτόν τον ίδιο κι όχι αυτά που σου είπα πριν>.;
<<Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε>>; ρώτησα μαγεμένος από τις απορίες που μου δημιουργούσε.
<< Άπειρα κι ίσως ελάχιστα, είναι όλα στον νου και στην καρδιά μου σαν ένας κύκλος, μισός σκοτεινός και μισός γεμάτος φως>>.
<<Τον αγάπησες λοιπόν>>, είπα και της χάιδεψα το χέρι, ύστερα το έφερα στα χείλη μου και το φίλησα.
<<Τον αγάπησα, ναι, μαζί του διέτρεξα σε λίγες μέρες μια αιωνιότητα, αυτό είναι που καταρρίπτει όλα τα άλλα που συμβαίνουν ή που έχουν συμβεί, όποιος δεν έζησε έτσι, συνηθίζει να λέει, -ζω για το παιδί μου, ή παίρνω δ'υναμη μόνο από το παιδί μου-, θα τους ακούς γύρω σου συνεχώς, αυτό είναι η μισή διαπίστωση για την ζωή>>.
Την κοίταξα και με συνεπήρε μια διάθεση αλητείας, αυτή που είχαν όσοι συνήθιζαν να γράφουν περπατώντα ολομόναχοι στον μεγάλο δρόμο, η Τερέζα ήταν ένας από αυτούς...

-Με την Τερέζα στην Αμοργό-

Υγ, κι αυτή η φωτογραφία θέλει και συνοδεύει ένα κείμενο έτσι, απλά και μόνο γιατί το επιθυμεί..




Popi Synodinou
27/08/2015

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2015

Κωνσταντίνος Κόλιος Η Μορφή του που Ξεθώριαζε






Πριν καιρό, ένα μουδιασμένο καλοκαίρι, ξεκινούσα με την κοπέλα μου για μια εκδρομή στη Χαλκιδική. Καθώς οδηγούσα, εκεί, σε μια στροφή του δρόμου, σε ένα παρεκκλήσι, είδα έναν παιδικό μου φίλο, να ακουμπάει με τον ώμο στον κορμό ενός κυπαρισσιού και να μου χαμογελά. Το χαμόγελό του ήταν αθώο, η ψυχή του γαληνεμένη, οι κινήσεις του ήρεμες, χαλαρές, η μορφή του αχνή, σαν να ξεθώριαζε. Όλη αυτή η εντύπωση ήρθε ως εμένα μα δεν έμεινε, γιατί ο Γ. δεν ήταν καθόλου αυτός που με πλησίασε με την αίσθησή του, αντίθετα ήταν ένας νευρικός, καβγατζής τύπος, διαρκώς επιθετικός, με αύρα μισοσκότεινη.
"Ποιος ήταν αυτός που χαιρέτισες?" Με ρώτησε η κοπέλα.
"Ένας παιδικός φίλος", απάντησα, "τον είδες κι εσύ?"
"Φυσικά τον είδα, μα τι ερώτηση είναι αυτή?"
"Δεν ξέρω, κάτι συμβαίνει".


Ακόμα πιο πίσω στο χρόνο είμαι νεαρός και φτιάχνω παρέα με τα πλουσιόπαιδα. Έχουμε στην παρέα Τζιπ και Μερτσέντες, πηγαίνουμε για σκι, συχνάζουμε στα καλύτερα ρεστοράν και τα πιο φημισμένα μπαρ, πίνουμε τα πιο ακριβά ποτά, ντυνόμαστε πάντα με ρούχα φίρμες κι έχουμε τις πιο λουστραρισμένες γκόμενες, είμαστε μια παρέα χλιδή και περνούμε τον καιρό μας στα γυμναστήρια και τα πιο φίνα ξενοδοχεία.
Είμαστε σφιγμένοι μέσα σε γραβάτες και κολλαριστά πουκάμισα, φορούμε παπούτσια όχι και τόσο βολικά που όμως αστράφτουν, κι είτε μας θαυμάζουν είτε μας φτύνουν, όμως για εμάς και το φτύσιμο ακόμα, μας φτάνει με εκείνη την εντύπωση πως το κάνουν για να μη μας ματιάσουν.


Όμως σε εμένα, αυτή η κατάσταση με τον καιρό περνά στην πλήρη αδιαφορία. Μια άλλη τάση αρχίζει μέσα μου να διαφαίνεται. Ένας τύπος - που είναι ο Γ. και δεν ανήκει στην παρέα – κερδίζει το ενδιαφέρον μου και με συγκινεί, αρχίζω να τον θαυμάζω, γίνεται για μένα κάτι σαν ίνδαλμα, σαν ξεσηκωμός, σαν επανάσταση.
Περιφρονεί τους πάντες και τα πάντα, γίνεται κάθε βράδυ σκνίπα στο μεθύσι στα πιο κακόφημα μπαρ, έχει χεσμένη τη γνώμη του κόσμου και μάλιστα το φωνάζει επιδεικτικά, κυκλοφορεί με τα πιο φρικιά γκόμενες, έχει μια αξιοθαύμαστη ελευθερία στην φυσιογνωμία του που με συναρπάζει, η ζωή του μπροστά στην βαρετή πλούσια ζωής μας μου μοιάζει σαν μια έκρηξη των αισθήσεων.
Το αποτέλεσμα είναι να ξεκόψω αργά απ’ την λουστραρισμένη παρέα και να τον ακολουθήσω, γιατί εκτός των άλλων μου ασκεί μια παράξενη, απόκοσμη γοητεία, σε εμένα κι όλους. Είναι ίδιος ο Ντόριαν Γκρέυ, με τα μακριά σγουρά του μαλλιά, τα κυματιστά, τα αρχαιοελληνικά κι έντονα ανδροπρεπή χαρακτηριστικά του προσώπου του, την κάπως μεγάλη μύτη του.
Τον αγαπώ αυτόν τον τύπο εκτός του ότι τον θαυμάζω, ενώ είναι ένα ρεμάλι, πραγματικό ρεμάλι. Όμως με βγάζει από μια πλήξη, πραγματική πλήξη και γίνομαι κολλητός του, με μεγάλη απογοήτευση κι απορία απ’ την νεόπλουτη παρέα μου, αδυνατώντας να καταλάβουν πως αφήνω με τόση ευκολία τα τζιπ για να κυκλοφορώ με ένα ζευγάρι τρύπιες αρβύλες. Αργότερα θα καταλάβω πως απ΄το τζιπ ως την τρύπια αρβύλα είναι μια σκέψη δρόμος.

Όμως εμένα με σώζει απ’ τον εαυτό μου αυτή η κίνηση, αυτή η μετάθεση και μου χαρίζει ένα τόσο πλούσιο νόημα στη ζωή… που ο πλούτος μπροστά του ωχριά. Με βάζει σε έναν άλλο κόσμο που ως τότε δεν τον ξέρω, ωστόσο είναι μια πλευρά μου αυτή που με παρακινεί να τον γνωρίσω, κι αργότερα κατανοώ, πως ετούτη η αθέατη πλευρά μου, με βάζει σ’ αυτόν τον νέο σκοτεινό κόσμο για να γνωρίσω εκείνη, την σκοτεινή πλευρά μου.


Όμως τώρα είναι δύο μέρες που έχω φτάσει Χαλκιδική κι απολαμβάνω το μπάνιο όταν χτυπάει το τηλέφωνο και μια φωνή μου λέει πως ο Γ. πέθανε, μια νύχτα στον ύπνο του. "Την προηγουμένη μέρα πέρασε απ’ όλα τα στέκια και μας χαιρέτισε όλους με χειραψία", μου λένε. "...Κι όταν τον ρωτούσαμε γιατί το κάνει αυτό απαντούσε: εγώ τώρα φεύγω".
Μένω με ένα τεράστιο κενό κι ένα ερωτηματικό, προσπαθώντας να καταλάβω και να συνταιριάσω το χρόνο, αν τον είδα εκεί στο παρεκκλήσι πριν ή μετά τον θάνατό του, γιατί το ότι πέρασε να με χαιρετίσει είναι βέβαιο.
Κι ακόμα δεν έχω δώσει την απάντηση. Ήταν τόσο ήρεμος, γαλήνιος, λυτρωμένος απ΄τα βάσανά του, και το πρόσωπό του γλυκό, έχει χαραχτεί στην μνήμη μου η μορφή του που ξεθώριαζε.

http://triala.blogspot.gr/2015/08/blog-post_62.html

Όλγα Βλαχοπούλου : Ωραία η θεωρία…






Ωραία η θεωρία…

Την κοιτούσα για ώρα να χαζεύει από το παράθυρο... Τι να ζωγράφιζε άραγε με το μυαλό της; Έναν άλλο ήλιο, χρωματιστά σύννεφα ίσως, χαμόγελα που ξέχασε την δύναμή τους, ή μήπως ζωγράφιζε σκιές… Δεν μου είπε τι σχέδια αποτυπωνόταν στην σκέψη της. Ούτε ξέρω αν θα μου πει ποτέ. Προσπαθούσα να καταλάβω τι κρύβεται κάτω από το βάρος της ψυχής της, έτσι όπως παραπλανιότανε ανάμεσα στις ατέλειωτες ώρες σε εκείνο το δωμάτιο, που είχε φυλακίσει με τόσο ξαφνικό τρόπο τα όνειρά της… Μάλλον ένιωθε πολύ μόνη… Τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότερο.

Ποια εξήγηση αλήθεια θα ταίριαζε σε τούτη την μοναξιά; Ποια περιττά λόγια θα ανακούφιζαν την αγωνία της; Ωραία η θεωρία πολύ ωραία… Θα μπορούσα να της μιλώ για ώρες, για να την παρηγορήσω… Ίσως γιατί ήθελα κατά βάθος να παρηγορήσω τον εαυτό μου… Έψαχνα με μανία να αποκαλύψω τον πόνο της και να τον δαμάσω για να νιώσω άραγε ότι νίκησα μια μάχη χωρίς να ξέρω αλήθεια με τι πολεμάω… Με την κατάσταση της, το βλέμμα της που έπεφτε από το παράθυρο στο κενό, τις μικρές πιτσιλιές που άφηνε η ανάσα της στον αέρα;

Χαμογελούσα αμήχανα σχεδόν σπασμωδικά, ενώ στην πραγματικότητα ήθελα να κλάψω με όλη μου την δύναμη ή καλύτερα με όλη μου την αδυναμία… Γιατί δεν άντεχα να την βλέπω να υποφέρει… Ωραία η θεωρία… Πολύ ωραία… Σου δίνει την ψευδαίσθηση ότι τα έχεις καταφέρει, ότι έχεις πάει ένα βήμα παραπέρα, ότι νίκησες τους δαίμονες σου, αυτούς ξέρεις, που έχεις πιο κοντινούς σου. Που σε ξεγελάνε πως η ιδέα από μόνη της κάνει θαύματα… Δεν κάνει τελικά…

Και αυτή εκεί κουλουριασμένη σαν μια μικρή κουκίδα από ηλιοβασίλεμα στον ορίζοντα. Με τα μάτια της να σχηματίζουν τις πιο βαθιές λίμνες που είχα δει ποτέ…Τόσα χρόνια δεν είχα αναγνωρίσει πόσο βαθιές ήταν στα αλήθεια. Ίσως γιατί ποτέ δεν χρειάστηκε να βουτήξω στον βυθό τους. Τώρα όμως, με ρουφούσαν από μόνες τους μέσα στην δίνη τους και γω ανήμπορη να αντισταθώ βυθιζόμουν με απόλυτη ηρεμία μέσα τους, λες και αυτό θα απάλυνε το προνόμιο μου πως εγώ είμαι καλά.. Ενώ εκείνη όχι… Ήθελα να την αγκαλιάσω… Και να την φέρω στο μυαλό μου όπως ήτανε παλιά. όταν λέγαμε αστεία, θυμώναμε, ερωτευόμασταν, και σημειώναμε σε μικρά χαρτάκια τα μυστικά μας.. Αυτές οι θολές λίμνες που βολεύτηκαν τώρα στα μάτια της τότε ήταν θάλασσες…

Ωραία η θεωρία… Πολύ ωραία… Στέκεσαι μπροστά στα κομμάτια σου προσπαθώντας να φιλοσοφήσεις την ζωή… Ποιος σου είπε τελικά πως η ίδια (η ζωή) θέλει να φιλοσοφηθεί… Δεν έχει ώρα για τέτοιες άσκοπες ενέργειες. Τι νιώθεις τι δεν νιώθεις ,τι περιμένεις, τι έχασες, τι κέρδισες, τι είπες και τι θα έπρεπε να είχες πει… Δεν έχει ώρα για ατελείς σκέψεις… Είναι φτιαγμένη μόνο για να εκμεταλλεύεσαι τις στιγμές της. Στιγμές φορτωμένες στα βαγόνια του χρόνου, στριμωγμένες στα κουπέ, ελπίζουν πως ίσως θα κατέβουν στην επόμενη στάση… Και κάποιος από εμάς θα είναι εκεί να τις περιμένει. Άραγε μετράει και εκείνη τώρα τις στιγμές που άφησε να φύγουν, χωρίς να παρατάξει το χέρι της στην ανοιχτή πόρτα του τρένου για τις βοηθήσει να κατέβουν; Μακάρι να ήξερα…

Λένε πως η υγεία είναι μια κορόνα στα κεφάλια των υγειών ανθρώπων που μόνο οι ασθενείς μπορούν να δουν… Λες αυτήν να βλέπει τώρα; Τόσα πολλά κεφάλια γεμάτα κορόνες να περνάνε από δίπλα της στον διάδρομο… Ανάμεσα σε άλλα τόσα που έπαψαν να την φορούν… Λες αυτό να έβλεπε τόση ώρα και γέμισε το δωμάτιο βροχή; Ενώ εκεί έξω έχει λιακάδα… Δεν μπορεί κάτι θα βρω να πω..

Ωραία η θεωρία… Σαν άλλοθι τόσο πειστικό όσο η πραγματικότητα..

Την κοιτούσα για ώρα… Τα χέρια της σαν μακριά κλαδιά, τυλιγμένα, επάνω στο αδύναμο σώμα της… Από πιο δέντρο κόπηκαν βίαια και ποιος τα άφησε εδώ πέρα; Αυτά ήταν ακόμα δυνατά και αντίκριζαν τον ουρανό με περηφάνια… Ποιος σκέφτηκε πως ήταν καιρός να καούν στην φωτιά… Δεν χειμώνιασε καν…

… στη θεωρία τουλάχιστον. Γιατί στην πράξη, άνοιξη είναι ακόμα…

Στην Άννα..

Όλγα Βλαχοπούλου

Αφιερωμένο σε όλους αυτούς που έχουν κάποιο δικό τους σε ένα ψυχρό δωμάτιο νοσοκομείου. .


δημοσιεύθηκε τις 26 Αυγούστου 2015
By Νίκος Μουρατίδης

————————————————————————-

Η Όλγα Βλαχοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1974 αλλά κατάγεται από την Δράμα. Έχει εργαστεί στη Γερμανία σε ίδρυμα για παιδιά χωρίς οικογένεια. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται τόσο με τη συγγραφή όσο και με την στιχουργική. Έχει συνεργαστεί με σημαντικούς Έλληνες συνθέτες τραγουδιστές όπως: Αντώνη Βαρδή, Πυξ Λαξ, Ελευθερία Αρβανιτάκη, Αντώνη Ρέμο, Νίκο Βέρτη, Δημήτρη Μητροπάνο, Φίλιππο Πλιάτσικα, Μπάμπη Στόκα, Δέσποινα Βανδή, Ελεωνόρα Ζουγανέλη, Μελίνα Ασλανίδου κ.α. Σήμερα ζει στην Δράμα και είναι παντρεμένη και μητέρα δυο παιδιών.

https://www.facebook.com/olia.vima.7

https://www.facebook.com/groups/50790242805/

https://www.facebook.com/OlgaVlachopoulou?fref=ts

ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΟΥ!!! ΑΜΑΡΤΙΑ ΜΟΥ...Της ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ



ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΟΥ!!! ΑΜΑΡΤΙΑ ΜΟΥ...Της ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ

Τη βραδιά αυτή, ακολούθησαν κι άλλες με μοναδικό σινιάλο το τραγούδι που κάθε βράδυ ένας Έλληνας τραγουδιστής, έλεγε στο γειτονικό μας κλαμπ, στην Κύπρο.

‘’Μη μου κρατάς κλειστή την πόρτα
Βρέχει ο Θεός και θα βραχώ’’

Μόλις λοιπόν άκουγα το ρεφραίν αυτό, έτρεχα στο θείο μας λημέρι να τη συναντήσω, όπως εκείνη τη νύχτα, που όμοια της δεν θα ήθελα να ξαναζήσω.

Ήταν μία τα μεσάνυχτα κι εγώ κρυμμένος στις φυλλωσιές του κήπου της στο πίσω μέρος της έπαυλης, να προσδοκώ την άφιξή της.
Κάποια στιγμή την είδα στην τζαμαρία της κουζίνας, να μου κάνει νόημα να φύγω. Καμώθηκα ότι δεν κατάλαβα και άρχισα να μπουσουλώ ως τη σκαλίτσα της υπηρεσίας και μ΄ένα σάλτο, μπήκα μέσα.

-Φύγε, φύγε, Άγγελε, μου ψιθύρισε ενοχικά, αυτός δεν κοιμήθηκε ακόμα.
Της έκλεισα το στόμα κι αφουγκράστηκα. Τα ουρλιαχτά των ενοχών μου άκουγα μονάχα.
Το ανθρώπινο σώμα όμως, με τις επιτακτικές ανάγκες της ψυχής, στραγγάλισαν με μιας τις ενοχές μου.

Ελεύθερο πουλί ο έρωτας και πώς να τον μαντρώσεις!
Την άρπαξα στην αγκαλιά μου και την ξάπλωσα πάνω στην μοκέτα.

Στης ζήσης την ουσία, μίζερες σκέψεις δεν χωρούν!

Γονάτισα μπροστά της. Το Διονυσιακό γιορτάσι φλόγιζε τώρα με ηδονικούς ψαλμούς τη σάρκα, όταν…..
Όταν ακούσαμε πίσω μας βήματα του άντρα της, που όλο και πλησίαζαν.
Με μια ενστικτώδικη ορμή την κάλυψα ολόκληρη με το κορμί μου, σαν τον ξεβρασμένο ναυαγό από μεγάλη τρικυμία.
Αυτήν τη γυναίκα που εγώ την είχα οδηγήσει σε τούτο τον κλεψίγαμο έρωτα, έπρεπε με κάθε τρόπο να τη σώσω.
Να τη σώσω! Πώς; Μ΄αυτήν την ημίγυμνη ''μοιχεία'' που εγκυμονούσε διασυρμό;

Μαστιγώνομαι από ντροπή.
Θέλω να κλάψω, να κλάψω σαν άντρας που δεν έκλαψε ποτές του.
Οι πατημασιές του όλο και δυνάμωναν τώρα, μαχαιρώνοντας και την τελευταία ελπίδα σωτηρίας.

Έκλεισα τα μάτια μου σφιχτά, για να μη δω την ψυχή μου ανυπεράσπιστη να αναδύεται, στων ματωμένων Αγγέλων τη μανία.
-Αν δεν πεθάνω απόψε, ποτέ δεν θα φοβηθώ το θάνατο ξανά, συλλογίστηκα με όσο λογισμό μπορεί να διαθέτει την ύστατη στιγμή ένας μελλοθάνατος.

Θα πρέπει να μείναμε κει, ίσαμε μισό αιώνα, κουλουριασμένοι σε στάση σιαμαίων εμβρύων, προσμένοντας την καταδίκη της διχοτόμησής μας, που αργούσε όμως να φανεί.

Κάποια στιγμή, πήρα τη μεγάλη απόφαση.
Να ανοίξω τα μάτια μου και ν΄ αντικρύσω κατάματα το δήμιό μας.

Να τολμήσω θέλω.
Να εξαγνιστώ στην τιμωρία της ταπείνωσης.
Να παραδοθώ γυμνός και ντροπιασμένος.
Αιμορραγώ από ντροπή ως το μεδούλι της ασυδοσίας μου. Κόλαση.

Ανοίγω τα μάτια. Νεκρικό σκοτάδι μέσα.
Ήμαρτον Θεέ μου! Και ο διακόπτης που άκουσα, πού είχε ανάψει; Ανασηκώθηκα. Ένα φως αντιφέγγιζε στο μπάνιο και κείνος βρισκόταν μέσα.
Το ζορισμένο ένστικτο, με ώθησε αστραπιαία να σηκώσω το χέρι μου και να στομώσω τα χείλια της Χριστίνας που έβγαζαν επιθανάτιους ρόγχους, ενώ με το άλλο την ακινητοποιούσα. Και ο παραμικρός θόρυβος θα τον οδηγούσε στην επ΄αυτοφώρω σύλληψή μας.

Κόλαση. ‘’Μάχαιραν έδωκας, μάχαιραν θα λάβεις’’

Άλλος μισός αιώνας αυτοκαταδίκης, ως τη στιγμή που τα βήματά του άρχισαν να απομακρύνονται από τον Ιερό τόπο του Εγκλήματος!
Η τιμωρία, είχε δώσει για άλλη μια φορά συγχωροχάρτι στη ζωή μου, που είχε μισέψει πριν καλά, καλά, τη ζήσω!

Εκείνη τη νύχτα, είπα στη Χριστίνα...
Κάποια μέρα που θα΄ναι κοντινή, θα νιώσεις, τι σημαίνει να ανεβαίνεις τα σκαλιά της εκκλησίας, μ΄αυτόν που αγαπάς!!

Με μιας, άνθισαν οι ουρανοί !!!
Κι εκείνη, μοσχοβόλησε!!!

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΛΟΝΙ
Μάριον Μίντση


ΠΙΝΑΚΑΣ: Γ. ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΣ ‘’ΣΥΜΠΛΕΓΜΑΤΑ’’

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2015

Κωνσταντίνος Κόλιος Ανοιχτό Τοπίο


Πολλές φορές με απασχόλησε το ζήτημα του θεού
εάν υπάρχει και εάν είναι σύμφωνος με τις εντολές του
και διαπίστωσα - όπως και άλλοι φαντάζομαι -
ένα πολύχρωμο παζλ να επικρατεί γύρω απ’ το ζήτημα
όπου η σκέψη ακυρώνει την έννοια του καλού θεού
επειδή το καλό δεν το βλέπεις.
Μα δίχως βιασύνη και βιαστικά συμπεράσματα...
χωρίς εκείνη τη διάθεση να πετάξω από πάνω μου
του χρόνου τις περιοριστικές κατασκευές...
χωρίς εκείνη τη διάθεση για μια ελευθερία
του να κάνεις ό,τι θέλεις χωρίς τιμωρία ...
κοίταξα μέσα μου βαθιά και βρήκα τα λόγια
του θεού σωστά.
Κι όχι σωστά για μια άλλη ζωή αλλά για την τωρινή
είπα πως αν υπάρχει και κάποια άλλη παντοτινή
της τωρινής συνέχιση θα είναι·
μετά έριξα γύρω μου μια ματιά
και είδα όλους να διψούν για αυτά τα λόγια τα απλά.


Είπα τότε: αν αφαιρέσει κανείς απ’ τις γραφές
μερικά μόνο συστατικά - όπως είναι η τιμωρία, ο φόβος
κι η δουλεία - τότε ό,τι απομένει είναι φως.
Γιατί η τιμωρία, ο φόβος κι η δουλεία
αποκλείεται να είναι συστατικά του φωτός
εφόσον κάτι τέτοιο δεν είναι ελευθερία
κι ό,τι δεν είναι ελευθερία γεννά το κακό
την οργή και τον θυμό, όπως εξάλλου και η καταπίεση.


Όμως ακόμα και τότε προσπάθησα να δικαιολογήσω τις γραφές
είπα πως ίσως κάτι περισσότερο γνωρίζουν
και γέμισαν τον τόπο με παρόμοιες διδαχές
πως ο θεός τάχα είναι τιμωρός
θρέφεται απ’ τον ανθρώπινο φόβο
και θέλει δούλους, υπηρέτες κι υποτακτικούς
γιατί θα ήταν τότε, σαν άνθρωπος να θέλει
απ’ τα μυρμήγκια υποταγή.
Τι άνθρωπος θα ήταν αυτός?


Έριξα μια ματιά στο σύμπαν κι είπα:
Μα είναι δυνατόν! Τα μεγέθη ήταν δυσανάλογα
ήταν σαν μια θάλασσα να έχει
παράλογες απαιτήσεις απ’ τις σταγόνες της.


Κι είπα μια νύχτα τότε βαθιά:
Να αγαπάς χωρίς όρους
να είσαι καλός, να συμπονάς
να σέβεσαι, να εκτιμάς
να αναγνωρίζεις, να γελάς
να είσαι φιλικός, ευτυχισμένος
να θέλεις, να ποθείς το φως
όλα αυτά μου μοιάζουν
να τα κάνεις γιατί τα νιώθεις καλά·
για τη ζωή την τωρινή, για την ψυχή
την κοινωνία, την ανθρωπότητα
κι όλα του κόσμου τα παιδιά,
για την ειρήνη και την ομορφιά·
μα αν τα κάνεις καταναγκαστικά
γιατί περιμένεις κάποια ανταμοιβή
μου φαίνεται να είναι
πεταμένα λεφτά.

Δημήτρης Δημητριάδης


δεν ξέρω αν υπάρχουν σταθερές αξίες.
ούτε που τις ξέρω φίλε μου.
δηλαδή θα 'πρεπε να τις γνωρίζω, για να τις αντιληφθώ;
άλλοθι για τις πράξεις μας, μην ψάχνεις.
--
έξω από την πόρτα, κάποιος κάτι είπε. 
κάτι μέσα στη νύχτα ακούστηκε, μα έξω βρέχει. 
ποιος να βγαίνει τώρα.
πες, πως δε νιώθεις καλά κι άστο για άλλην ώρα.
--


δεν ξέρω αν υπάρχουν σταθερές αξίες.
ούτε που τις ξέρω φίλε μου.
ξέρω μόνο πως, υπάρχουν ευθύνες πολλές.
ευθύνες, που άλλοι με δυσκολία τις ακολουθούν 
και άλλοι με ευκολία, σαν ξέμπαρκοι ναύτες τις αγνοούν.

Δ. Δημητριάδης







όταν κάποιος σας σχολιάζει αρνητικά, 
να μη συμμετέχετε.
--
ούτε να του ζητήσετε τον λόγο ποτέ. ανώφελο είναι.
με μια χαμένη μάχη, δεν αρχίζεις ποτέ διάλογο μαζί της.
--
κι άλλωστε, μόνον οι χαμένες μάχες φανερώνουν
τις επόμενες γνώσεις.




Δ. Δημητριάδης


αν το καλοσκεφτείς, παντού, δίκες.
δίκες στη γη, δίκες στον ουρανό,
δίκες στις θρησκείες.
--
μη εδώ, μη εκεί, μη πιο πέρα.
κι όμως χανόμαστε. χωρίς να γνωρίσουμε ποτέ
αυτούς, που στ' αλήθεια δικαιώθηκαν.
--
παράνοια θα μου πεις.
να 'ταν όμως μόνον αυτό;
ώσπου, μόλις χτες, κάποιος μου είπε: 
οι όμορφοι στο σώμα, που παν' φιλόσοφε;


Δ. Δημητριάδης



κανένας νους δεν θριάμβευσε 
χωρίς να κυβερνήσει πρώτα τα πάθη του.
''η μάστιγα προηγείται και ο νικητής έπεται''. 
--
όμως, όλα αυτά δεν είναι απαραίτητα 
αν θέλεις μόνον να ζήσεις.
--
όσο συντάσσεται η ζωή, άλλο τόσο ξεμακραίνει.
κι όσο την τιθασεύεις, άλλο τόσο σε γερνά.
--
ποιος, τελικά ειν' ο νικητής.
μάλλον, 
η αυτογνωσία όλων αυτών που μας καταστρέφει.
--
μη γελιέστε. χωρίς πάθη, δεν θα υπήρχε εξέλιξη.
ούτε τέχνη θα υπήρχε. 
μόνον υπερβολικό και περίσσιο οξυγόνο η ζωή, θα είχε.


Δ. Δημητριάδης





δεν γίναμε άνθρωποι για ν' αρέσουμε 
στους εαυτούς μας.
γίναμε, για ν' αρέσουμε στους άλλους.
--
ποιος είπε, ότι δε νοιάζεται, για τον υπόλοιπο κόσμο.
τότε αυτός, κάνει όνειρα μόνος του.
άραγε, τι να βλέπει. εμάς βλέπει.


Δ. Δημητριάδης




Καλύτερα να χαρίσεις μια επιπλέον νίκη σ' αυτούς που σε απογοήτευσαν, 
παρά να τους βλέπεις καθημερινά στο ίδιο πεδίο μάχης. 
ποτέ δεν χάθηκε ο κόσμος με λιγότερους θορύβους.

Δ. Δημητριάδης



ποιος νοιάστηκε νομίζεις για τις νέες πατρίδες.
γίνε πρόσφυγας και θα μάθεις.
γενιά τσαλακωμένη. στις ίδιες εικόνες, αραξοβόλι. 
1922.
--
λίγο σαν θες, άντρας γίνε.
σαν θες, λίγο μάνα. μικρο αδερφάκι γίνε.
άφησε πίσω σου χιλιάδων ετών προηγούμενα
και έλα πες μου.
--
έλα πες μου, αν, 
αν θυμάσαι κάποια παλιά σου συγγένεια
σ' αυτά που βλέπεις.


Δ. Δημητριάδης


Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

Ελένη Φωτάκη Μαύρη Πεταλούδα


Κάτασπρα κι άσπρα, κάτασπρα νερά
δε σε ξεπλένουν τούτη τη φορά
σε ψάχνει ο άγγελος σου με κερί
βγες μαύρη πεταλούδα να σε βρει

Κοιμούνται τα μαχαίρια στα βουνά
κι η μαύρη πεταλούδα τα ξυπνά.
Αλλού χαρίζει ο χάρος το φιλί
κι η μαύρη πεταλούδα τον καλεί

Ποιόν πόθο είδες να 'μεινε κρυφός
κι εσύ πετάς πολύ κοντά στο φως.
Λιβάνι καιν και κλαιν οι ουρανοί
κι η νύχτα δε θα σ' έβρει ζωντανή

Κάτασπρα κι άσπρα, κάτασπρα νερά
δε σε ξεπλένουν τούτη τη φορά
ανάβει ο άγγελος σου τρεις φωτιές
βγες έξω μαύρη πεταλούδα, βγες...

Στίχοι: Ελένη Φωτάκη
Μουσική: Μίνως Μάτσας
Ερμηνεία : Γιάννης Χαρούλης

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2015

Μπέττας Φώτιος



Τι αναστάτωση που προκαλεί στα φυλλοκάρδια,

τούτος ο θόρυβος ο εκκωφαντικός,

στη ατέρμονη του Σίσυφου τη διαδρομή,

το κενό της ανυπαρξίας έντονο,

αναδύει τσαλακωμένο ήχο στριγκλιάς,

από ανοξείδωτες λαμαρίνες, σε τενεκέδες αδειανούς…

η απουσία του εντός περιεχομένου,

σε ευθύ συσχετισμό, με την δύναμη της έντασης,

χάνουν οι δονήσεις το νόημα,

των απαράμιλλων μελωδικών κραδασμών,

της συμπαντικής επικοινωνίας…


άμετρες κ ασυνάρτητες, δίχως αιδώ κραυγές,

απελπισμένων νεκροζώντανων υπάρξεων,

η αδυναμία ενσυναίσθησης αλίμονο,

οδηγεί μοιραία στην απώλεια συνείδησης…


φοβίζει το λυκόφως σαν χάνεται

μοιραία στου σκοταδιού τα πέπλα,

μα πιο τρομερό φαντάζει,

της χαραυγής το φώς, σαν γλιστρά κ τρυπώνει,

στου ορίζοντα το στερέωμα απ άκρη σ άκρη…


αχ πως μας καταδυναστεύει τούτη η λάμψη,

ανυπόφορη μες τις σκιές φανερώνεται,

σπορά στο προσωπικό μας μελόδραμα,

ψάχνει την χαμένη αρμονική του,

στου παιδικού ονείρου τις θύμησες...


Μπέττας Φώτιος


Πίνακας : A Sea Spell Dante Gabriel Rossetti

Φώτιος Μπέττας
18 Αυγούστου 2015 ·


Μαρία Κατσοπούλου ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΩΝΑΞΩ [Από την ποιητική συλλογή «Ποιήματα για τσακισμένες καρδιές και σαλεμένα μυαλά»]


ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΩΝΑΞΩ


Θέλω να φωνάξω στον κόσμο

Να σπάσει τις τηλεοράσεις του

Θέλω να φωνάξω στον κόσμο

Να τα παρατήσει όλα και να βγει

Στο δρόμο να φωνάξουμε μαζί

Ν’ αδειάσει τους τραπεζικούς λογαριασμούς

Να σταματήσει να καταναλώνει θάλασσα, αέρα, γη

Θέλω να φωνάξω στον κόσμο

Να ζητήσει πίσω την ελευθερία που πούλησε

Για μια BWM, για μια οθόνη plasma, για ένα i-pod

Για τη μεταμοντέρνα πρέζα του

Μ’ ακούτε;

Είστε όλοι σας πρεζάκηδες των MHz και των φούρνων μικροκυμάτων

Είστε το δημιούργημα των ηλεκτρικών κενώσεων

Μιας κοπρολάγνας εξουσίας

Τροφή για τη μαύρη τρύπα που ονομάζεται πλανήτης Γη

Πουλημένοι!


[Από την ποιητική συλλογή «Ποιήματα για τσακισμένες καρδιές και σαλεμένα μυαλά»]


http://ekebi.wordpress.com/2011/10/26/%CE%B8%CE%B5%CE%BB%CF%89-%CE%BD%CE%B1-%CF%86%CF%89%CE%BD%CE%B1%CE%BE%CF%89/

Μιχάλης Γκανάς στον όμορφο τον τόπο



Άσε με εδώ που κάθομαι
Στον όμορφο τον τόπο
Βαρέθηκα να τριγυρνώ
Χωρίς ν' αλλάζω τρόπο

Άσε με εδώ να σε χαρώ
Στον όμορφο τον τόπο
Με γέλασαν ματάκια μου
Τα μάτια των ανθρώπων

Κι αν μ' αγαπούσες κάποτε
Κι αν σ' αγαπώ ακόμα
Δεν λησμονιούνται μάτια μου
Τόσα φιλιά στο στόμα

Άσε με εδώ που κάθομαι
Στον όμορφο τον τόπο
Βαρέθηκα να τριγυρνώ
Χωρίς ν' αλλάζω δρόμο

Άσε να βλέπω τα βουνά
Ν' ακούω τα ποτάμια
Και να λυγίζω στον βοριά
Σαν τα χλωρά καλάμια

Να βρεις κι εσύ τον δρόμο σου
Και μιαν αγάπη άλλη
Στρωτή σαν λιμνοθάλασσα
Ρηχή σαν ακρογιάλι


Μουσική: ΜΙΝΩΣ ΜΑΤΣΑΣ*
Στίχοι: ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ*
Ερμηνεία: ΜΑΝΩΛΗΣ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΗΣ*
β΄ φωνή: ΑΘΗΝΑ ΜΟΡΑΛΗ*
δίσκος: Ο μάγος της πόλης*
Minos 1997 _

«Το φιλί του θανάτου», του Γάλλου Ζιλ Βενσάν (σε μετάφραση της Ρίτας Κολαΐτη) εκδόσεις Καστανιώτη.


Περίληψη

Γρανάδα, Αύγουστος 1936: οι φρανκιστές δολοφονούν τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα.
Μασσαλία, Αύγουστος 2011: το παρελθόν ζωντανεύει και σκοτώνει˙ στο σιδηροδρομικό σταθμό βρίσκουν το απανθρακωμένο πτώμα μιας γυναίκας πεταμένο στις ράγες.
Ανάμεσα σε αυτούς τους δυο θανάτους εγγράφονται οι τραγωδίες του 20ού αιώνα, κρατικά μυστικά, τα παρασκήνια της εύθραυστης ισπανικής δημοκρατίας και το απίστευτο πάθος μιας νεαρής γυναίκας, στοιχειωμένης από τη σκιά του ποιητή…
Με φόντο τον ισπανικό Εμφύλιο, ένα συγκλονιστικό νουάρ μυθιστόρημα όπου συνυπάρχουν η τραγωδία, το αίμα, τα δάκρυα, οι πικρές μνήμες, ο έρωτας, η τρέλα, η εκδίκηση…
Ένα καυτό φιλί του θανάτου που πλανεύει…

Ένα βραβευμένο μυθιστόρημα από τον συγγραφέα του Ντζεμπέλ.

PRIX CEZAM INTER CE 2014

Βιογραφικά στοιχείαΖιλ Βενσάν

Ο Ζιλ Βενσάν γεννήθηκε το 1958 στο Ισί-λε-Μουλινό. Η παράδοση της οικογένειάς του (ο παππούς του ήταν βουλευτής του Λαϊκού Μετώπου, εξέχουσα φυσιογνωμία της Αντίστασης) τον σημαδεύει από μικρή ηλικία. Ως έφηβος μαγεύεται από τα βιβλία, τις ιστορίες, τους φανταστικούς κόσμους. Έχει ήδη πάρει την απόφασή του: όταν μεγαλώσει, θα αφηγείται κι αυτός ιστορίες. Στα είκοσί του, παρατάει τις σπουδές του και φεύγει για το Νότο: τον μαγεύει η πόλη της Μασσαλίας και αφιερώνεται ολοκληρωτικά στην «περιπέτεια των λέξεων» … Έχει γράψει πολλά μυθιστορήματα, μεταξύ άλλων: Ντζεμπέλ([Prix EuroPolar 2014], τα κινηματογραφικά δικαιώματα του έργου έχει αγοράσει η Ιζαμπέλ Αντζανί), Sad Sunday (Prix Marseillais du Polar 2010), Peine Maximum, Parjures, Flamencos, Beso de la muerte ([Το φιλί του θανάτου] το οποίο θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις Εκδόσεις Καστανιώτη), Trois heures avant l’ aube κ.ά.



Βιβλιογραφία
Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν:
Το φιλί του θανάτου, 2015
Ντζεμπέλ, 2014
Ντζεμπέλ (ePUB), 2014


Κριτικές - Παρουσιάσεις
Όλγα Σελλά, Ο θάνατος του Φεντερίκο Γκ. Λόρκα και το φιλί μιας γυναίκας, "Η Καθημερινή", 20.6.2015Φίλιππος Φιλίππου, Ερωτευμένη με τον Λόρκα, "Το Βήμα"/ "Βιβλία", 24.5.2015Κώστας Αθανασίου, Το πάθος για τον Λόρκα και η ακροδεξιά τρομοκρατία, "Η Εποχή", 6.5.2015Μανώλης Πιμπλής, «Το μέλλον θα έρθει από τον Νότο», "Τα Νέα"/ "Βιβλιοδρόμιο", 2.5.2015Ελένη Γκίκα, «Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει…», "Fractal", Απρίλιος 2015
Πηγές :
http://www.biblionet.gr/

«Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει…» *

Γράφει η Ελένη Γκίκα //

«Το φιλί του θανάτου» του Ζιλ Βενσάν. Μετάφραση από τα Γαλλικά: Ρίτα Κολαίτη, εκδ. Καστανιώτη, σελ. 273

Μυθιστόρημα που αποδεικνύει ότι συχνά η λογοτεχνία προηγείται της ζωής και ότι η ιστορία είναι πάντοτε εκεί, ζωντανή και καθοριστική στον χρόνο που ακολουθεί.

Ο Ζιλ Βενσάν που αγαπά την Ιστορία και το νουάρ επιστρέφει μετά από την «Ντζεμπέλ» και τον πόλεμο της Αλγερίας, αυτή τη φορά με ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που έχει τις ρίζες του στον Ισπανικό Εμφύλιο και στα εγκλήματα του Φράνκο.

«Εσένα, που κατάγεσαι απ’ την Αλγερία, δε σου ‘ρθε ποτέ να φτιάξεις απ’ την αρχή την ιστορία των δικών σου, να επανορθώσεις τις αδικίες, ν’ αποκαταστήσεις τους αθώους; Εσένα, ποτέ δε σε στοίχειωσαν τέτοια πράγματα;»

Οι ήρωές του, στοιχειωμένοι από το παρελθόν, ερωτεύονται φαντάσματα και συμβιούν μαζί τους. Επανορθώνουν αδικίες, εγκλήματα, αναβιώνουν τα σκοτεινά εκείνα ιστορικά σημεία που αφορούν, επί τω προκειμένω, την δολοφονία του Λόρκα αναζητώντας τον τάφο του τον οποίο γνωρίζει μονάχα ο δολοφόνος του.

Ταυτοχρόνως λοιπόν με την αποκάλυψη ότι η δολοφονία του Ποιητή ήταν έργο Φρανκικής δολοφονικής έμπνευσης, ο Ζιλ Βενσάν κυκλοφορεί ήδη την δική του πανομοιότυπη μυθιστορηματική εκδοχή. Και η οποία είναι αυτή ακριβώς, η αποδεδειγμένα ιστορική.

Κινούμενο σε δυο χρόνους, παρελθόν και παρόν, «Το φιλί του θανάτου» αρχίζει στη Γρανάδα το 1936 όταν οι φρανκιστές, υπό την επίβλεψη του El Capitan, ψευδώνυμο ενός υψηλόβαθμου αξιωματούχου, δολοφονούν τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Στη Μασσαλία, 75 χρόνια μετά, τον Αύγουστο του 2011, στο απανθρακωμένο πτώμα μιας γυναίκας που βρίσκεται πεταμένο στις ράγες, το παρελθόν ζωντανεύει , μυστικές συμφωνίες αναδύονται απ’ το σκοτάδι και η ιστορία στοιχειώνει τη ζωή της Κλερ.

«Δηλαδή, πιστεύεις πως την αιτία του θανάτου της πρέπει να την αναζητήσουμε ακριβώς στα πάθη της;»

Την ημέρα του γάμου του ο αστυνόμος Ρουσέλ θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει την προηγούμενη ζωή του και η αστυνόμος Αϊσά με τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Σεμπαστιέν Τουρέν να αναζητήσουν τον δολοφόνο διασχίζοντας αντίστροφα χώρο και χρόνο:

«Τρελό πράμα τα γυρίσματα της ζωής». Καθώς κι εκείνη η υπόνοια ότι τίποτα, τελικά, δεν μένει κρυφό. Ο τίτλος του βιβλίου, δάνειο από την σχέση των πρωταγωνιστών με την ιστορική αλήθεια:

“«Το φιλί του θανάτου; Αυτό σημαίνει;»

«Ακριβώς. Ήθελε να πει πως όταν ερευνάς ένα καυτό θέμα, τη στιγμή που ακουμπάς την αλήθεια, πρέπει να την πλησιάσεις κι άλλο, την αλήθεια εννοώ, μέχρι ν’ ακουμπήσεις τα χείλη σου πάνω της. Κι αυτό το φιλί, όπως έλεγε, ίσως είναι και θανατηφόρο».

«Τι σχέση είχαν όλα αυτά με τις σπουδές της;»

«Το να μελετάς τη σύγχρονη Ισπανία, καταλαβαίνεις, σημαίνει να ρίχνεις φως εκεί που επιμένει η σκιά. Αυτό ακριβώς έκανε ασταμάτητα η Κλερ. Σκάλιζε τις πληγές του Εμφυλίου, ήθελε ν’ αποκαλύψει ατιμώρητα εγκλήματα, να δημοσιοποιήσει ονόματα που, μέχρι τότε βολεύονταν στη σιωπή»”.

Ένα νουάρ μυθιστόρημα δρόμου όπου η λύση κρύβεται στα κλειστά σπίτια, σε σφραγισμένα χρηματοκιβώτια και στη μνήμη των ελάχιστων πια ζωντανών:

«Πάει καιρός που είχε πειστεί πως τα σπίτια κρατούσαν μέσα τους ένα ψήγμα απ’ ό,τι είχε συμβεί σο εσωτερικό τους».

Η αλήθεια, κυριολεκτικά κάτω απ’ τη μύτη τους. Εντελώς παράλληλη με ό,τι ζήσαμε μόλις προχθές, η λογοτεχνία ενίοτε σαν την ποίηση, είναι προφητική:

«Απ’ τον φροντιστή, που περνούσε στον διάδρομο σπρώχνοντας το κυλιόμενο μπαρ, ζήτησε ανθρακούχο νερό, ύστερα άνοιξε το ατομικό του τραπεζάκι και ξαναδιάβασε το άρθρο για τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα.

Εξιστορούσε τη νιότη του, τη φιλία του με τον Νταλί και τον Πικάσο, το έργο του, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του αφιερώματος είχε να κάνει με τον τραγικό θάνατο του ποιητή. Καμιά σοβαρή μαρτυρία δεν επέτρεψε την ακριβή αναφορά των συνθηκών της εκτέλεσής του, κι ακόμα λιγότερο τον ακριβό προσδιορισμό , μετά από εβδομήντα χρόνια, του σημείου όπου βρισκόταν η σορός του.

19 Αυγούστου 1936, 19 Αυγούστου 2011. Οι αρχές, οι θαυμαστές, οι αναγνώστες, όλοι οι λάτρεις του μεγάλου Γκαρθία Λόρκα, είχαν δώσει ραντεβού, την επομένη το μεσημέρι, σ’ έναν απ’ τους λόφους του Βίθναρ, ένα χωριουδάκι βόρεια της Γρανάδας. Εκεί, μολονότι δεν βρέθηκε ποτέ ίχνος απ’ το σώμα του, πιστεύουν ότι δολοφονήθηκε ο ποιητής από ομάδα φρανκιστών πολιτοφυλάκων».

Και το σημαντικότερο πρόσωπο, η παθιασμένη με τον Λόρκα Κλερ, η ζώσα απόδειξη: υπάρχουν και περιπτώσεις στις ζωές των οποίων εντελώς ταυτίζονται τέχνη και ζωή:

«… Κατά τον Ρουσέλ ήταν σαν στοιχειωμένη. Ο πεθαμένος πριν από εξήντα χρόνια Ισπανός παρείσφρησε μέσα της, ανάμεσά τους, και τίποτα πια δε φαινόταν στ’ αλήθεια να την αγγίζει».

Το φινάλε απροσδόκητο, αλλά το επίκεντρο πάντα εκεί και σαφές: «Προτού αφεθεί στον ύπνο, μονολογεί ότι έχει τρελαθεί λίγο, αλλά τι να γίνει, έτσι είναι. Αυτή και ο Φεδερίκο της θα πορεύονται πια αντάμα. Μακριά απ’ τον κόσμο, απ’ την αλλοφροσύνη του πλήθους. Μακριά, επιτέλους, απ’ τα δικά της πεδία της μάχης, θα είναι η χήρα που ονειρεύεται. Μια άγρυπνη φρουρός, μια σιωπηλή και μυστική σύντροφος».

Με ιστορικές και πολιτικές αναφορές, ατμοσφαιρικά και με ψυχαναλυτικό τρόπο ο Βενσάν αποδεικνύει ότι μας στοιχειώνουν η ιστορία, τα αναγνώσματα, τα παιδικά μας χρόνια, η καταγωγή. Εξάλλου, έτσι ακριβώς έχει συμβεί με τον ίδιο: Ο Ζιλ Βενσάν γεννήθηκε το 1958 στο Ισί-λε-Μουλινό. Η παράδοση της οικογένειάς του (ο παππούς του ήταν βουλευτής του Λαϊκού Μετώπου, εξέχουσα φυσιογνωμία της Αντίστασης) τον σημαδεύει από μικρή ηλικία. Ως έφηβος μαγεύεται από τα βιβλία, τις ιστορίες, τους φανταστικούς κόσμους. Έχει ήδη πάρει την απόφασή του: όταν θα μεγαλώσει, θα αφηγείται κι αυτός ιστορίες. Στα είκοσί του, παρατάει τις σπουδές του και φεύγει για το Νότο: τον μαγεύει η πόλη της Μασσαλίας και αφιερώνεται ολοκληρωτικά στην «περιπέτεια των λέξεων»… Έχει γράψει πολλά μυθιστορήματα, μεταξύ άλλων: «Ντζεμπέλ (Prix Euro Polar 2014), τα κινηματογραφικά δικαιώματα του έργου έχει αγοράσει η Ιζαμπέλ Αντζανί και το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη, «Trois heures avant’ aube», «Beso de la muerte» δηλαδή «Το φιλί του θανάτου» που μόλις κυκλοφόρησε.

Ένα μυθιστόρημα έκπληξη, που επαληθεύτηκε από την επικαιρότητα, από την εποχή.







* Στίχοι του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στο βιβλίο.
http://fractalart.gr/gilles-vincent/





Ο θάνατος του Φεντερίκο Γκ. Λόρκα και το φιλί μιας γυναίκας
Στη Γρανάδα και στη Μασσαλία εκτυλίσσονται τα δύο αυτά εγκλήματα, του παρόντος και του παρελθόντος.
Γράφει η ΟΛΓΑ ΣΕΛΛΑ 20.06.2015
Εχει γεύση από την προπολεμική Ισπανία, τη Γρανάδα, και από τη σύγχρονη Μασσαλία, που κάλλιστα μπορεί να θεωρηθεί μητέρα του σύγχρονου αστυνομικού μυθιστορήματος. Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτης, με τον τίτλο «Το φιλί του θανάτου», του Γάλλου Ζιλ Βενσάν (σε μετάφραση της εξαιρετικής Ρίτας Κολαΐτη).

Το βιβλίο κινείται σε δύο πόλεις: Στη Γρανάδα του 1936, όπου οι φρανκιστές δολοφονούν τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, και στη Μασσαλία το 2011. Εκεί, στην πόλη του γαλλικού Νότου το παρελθόν ζωντανεύει και σκοτώνει. Ξανά. Και στον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης βρίσκουν το απανθρακωμένο πτώμα μιας γυναίκας, πεταμένο στις ράγες. Και παρότι φαίνεται περίεργο, ο θάνατος του Λόρκα και ο θάνατος αυτής της γυναίκας συνδέονται. Στις δύο αυτές δολοφονίες υπάρχουν κρατικά μυστικά, η εύθραυστη ισπανική δημοκρατία και το πάθος μιας γυναίκας για τον φλογερό Ισπανό ποιητή.

Κοιτάζω το βιογραφικό του συγγραφέα: ο παππούς του Ζιλ Βενσάν ήταν βουλευτής του Λαϊκού Μετώπου και εξέχουσα φυσιογνωμία της γαλλικής αντίστασης. Αυτό σημαδεύει από νωρίς τον Ζιλ Βενσάν. Από μικρός μαγεύεται από ιστορίες, από βιβλία, από φανταστικούς κόσμους. Και από νωρίς αποφασίζει ότι στη ζωή του αυτό θα κάνει: θα αφηγείται ιστορίες. Οταν έγινε 20 χρόνων άφησε τον γενέθλιο τόπο του, το Ισί-λε-Μουλινό, και εγκαθίσταται στη Μασσαλία. Γοητεύεται από την πόλη κι εκεί ζει από τότε και γράφει ιστορίες.

Σ’ αυτή την ιστορία του, η γυναίκα που συνεχίζει να μαγεύεται από τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα βρίσκει τα οστά του! «Γονάτισε στην άκρη της τρύπας, με το κρανίο ακουμπισμένο στα γόνατά της. Αναλογίστηκε τα μεγάλα σκούρα μάτια των φωτογραφιών που είχε στο διαμέρισμά της, προσπάθησε νοερά να τα βάλει μες στις κογχικές κοιλότητες. Κρατούσε στα χέρια της την ανθοδόχη μιας απ’ τις ωραιότερες ψυχές του κόσμου.

Ανάμεσα σε τούτα τα φθαρμένα από τη διάβρωση του εδάφους οστά συναρμόζονταν οι σκέψεις, οι λέξεις, οι φράσεις κι όλες οι εικόνες που τόσο την είχαν συγκλονίσει».1


http://www.kathimerini.gr/820035/article/politismos/vivlio/o-8anatos-toy-fenteriko-gk-lorka-kai-to-fili-mias-gynaikas

Παρασκευάς Καρασούλος - Τον εαυτό του παιδί



Τον εαυτό του παιδί απ' το χέρι κρατάει
στα ίδια μέρη κι απόψε η ζωή θα τους πάει.
θα περάσουν ξανά απ' της μνήμης τα σπίτια
από θάλασσες άδειες, απ' του φόβου τα δίχτυα.

Θα σταθούνε μαζί και θα δουν να περνάνε
σαν καράβια οι στιγμές που ποτέ δε γερνάνε
και τα πρόσωπα που έγιναν δρόμοι κι αιώνες
και τα όνειρα που έσκαψαν μες στα χρόνια κρυψώνες.

Όταν ήμουν παιδί είχα βρει έναν κήπο
για να κρύβομαι εκεί απ' τη ζωή όταν λείπω
όταν ήμουν παιδί είχα κρύψει έναν ήλιο
να 'χει ο δρόμος μου φως κι η σιωπή μου έναν φίλο.

Τον εαυτό του παιδί απ' το χέρι θα πιάσει
σαν γυαλί μια στιγμή θα ραγίσει, θα σπάσει
θα χωρίσουν μετά κι ο καθένας θα πάει
σ' έναν κόσμο μισό που τους δυο δεν χωράει.
Φωτογραφία και Βίντεο από την αγαπημένη μου Θάλασσα μαυροθάλασσα
Aπό το cd : Ο Κήπος Των Ευχών
Στίχοι: Παρασκευάς Καρασούλος
Μουσική - ερμηνεία : Μάριος Φραγκούλης

Τρίτη 18 Αυγούστου 2015

Ο Τρελός Λαγός Σαχτούρης Mίλτος



Γύριζε στους δρόμους ο τρελός λαγός
γύριζε στους δρόμους
ξέφευγε απ' τα σύρματα ο τρελός λαγός
έπεφτε στις λάσπες

Φέγγαν τα χαράματα ο τρελός λαγός
άνοιγε η νύχτα
στάζαν αίμα οι καρδιές ο τρελός λαγός
έφεγγε ο κόσμος

Bούρκωναν τα μάτια του ο τρελός λαγός
πρήσκονταν η γλώσσα
βόγγαε μαύρο έντομο ο τρελός λαγός
θάνατος στο στόμα



(από τα Ποιήματα 1945-1971, Kέδρος 1977)



Ο Τρελός Λαγός (ανάγνωση: 280 Kb - 00:39)
(διαβάζει: Σαχτούρης Mίλτος, O Mίλτος Σαχτούρης διαβάζει Σαχτούρη, Διόνυσος 1977)


http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=234&author_id=43

Χίου Δημήτρης - Στον Federico Garcia Lorca


Στον Federico Garcia Lorca - που δολοφονήθηκε εν ψυχρώ από τις φασιστικές ορδές της πέμπτης φάλαγγας, μόλις στα τριάντα εφτά του χρόνια, στις 19 Αυγούστου 1936…
“…Μηνύστε το στα γιασεμιά
Με την αέρινη ασπράδα.
Η θύμησή μου καίγεται!...”
.
Χωρίς βαρύτητα πετάω πάνω από τους μυστικούς ψίθυρους της ανταλουζιάνικης γης… μυστικοί ψίθυροι από λιοστάσια, πορτοκαλιώνες, λεμονιές, αμπέλια, κουβέλια και λουλούδια, πολλά λουλούδια… κρίνα, γιασεμιά, ανεμώνες, λιγαριές, νάρδοι… ο Γουαδαλκιβίρ κυλάει ακατάπαυστα, αιώνες τώρα ανάμεσα σ΄ αυτή τη γη της γοητείας των ανθρώπων και της ύλης…

Ο ήλιος κατηφορίζει λούζοντας μ΄ ένα εκκωφαντικό πορφυρόχρωμα όλα ένα γύρω…
Χαμηλώνω ανάλαφρα και περπατάω τέλεια ελεύθερος σ΄ αυτή την ελεύθερη γη του 1936 σιγοσφυρίζοντας… με τα χέρια στις τσέπες κι ανοιχτό πουκάμισο σ΄ ένα σκονισμένο χωριό με τις λουλουδιασμένες αυλές των φτωχών χωριατόσπιτων… ξυπόλητα, αθώα ninños τρέχουν εδώ κι εκεί φωνάζοντας και παίζοντας τα παιχνίδια τους… τσέρκια και πετροπόλεμο… γέροι αγρότες κρατώντας τις αξίνες τους στα ροζιασμένα απ΄ το κάματο του όργου χέρια, γυρίζουν απ΄ τα χωράφια τους… παλληκάρια μελαμψά κι ιδρωμένα, καβάλα στις ατίθασες φοράδες τους βλαστημάνε κι οδηγάνε βιαστικά τους ταύρους και τα γελάδια στα μαντριά τους… κοπέλλες όμορφες, ερωτιάρες, ετοιμάζονται για τη πλατεία του χωριού να τα συναντήσουν και να χορέψουν με τις κιθάρες… μανάδες κρεμασμένες στα παράθυρα, κοιτάζουν με διαπεραστικά μάτια πέρα στα καρπισμένα χωράφια…
Όλα, ίδια κι απαράλλαχτα, συμβαίνουν κάθε απομεσήμερο στο μικρό αυτό χωριό, πολλά πολλά χρόνια τώρα…

Μα ξαφνικά, μια φωνή τρυπάει τον ζεστό αέρα: “Έρχονται, έρχονται” !!! Και το ίδιο ξαφνικά, όλες, όλοι και όλα αλλάζουν… ό,τι έκαναν μέχρι εκείνη την ώρα το παρατάνε… κι η αμεριμνησία της καθημερινότητας μετατρέπεται σε ένα βουητό από ηχηρά γέλια, φωνές χαράς και τρεχαλητά προς το ακροχώρι για το καλωσόρισμα…
Κοιτάζω προς τους πέρα λόφους κατά τη μεριά των λιόδεντρων, και μέσα στο μακρινό κουρνιαχτό του χωματόδρομου, μια περίεργη πομπή αχνοφαίνεται να προχωράει αργά… μια πομπή από πνιγμένους στη σκόνη καβαλάρηδες που προπορεύονταν και πίσω τους ένα μακρύ βαγόνι παλιού τραίνου που ακολουθούσε πάνω στους τέσσερις ξύλινους, χοντρούς, μεγάλους τροχούς του… μπροστά, μια μεγάλη επιγραφή λαμπύριζε από τον ήλιο αλλά μέσα από τον κουρνιαχτό μπορούσες να διακρίνεις: La Barraca - Teatro Universitario…

La Barraca !!! Το περιπλανώμενο θεατρικό τσούρμο του φοιτηταριού της επαναστατημένης Ισπανίας, πασίγνωστο πλέον σ΄ όλα τα χωριά της Ανταλούζια, της Καταλούνια, της Καστίλιας … νάτο επιτέλους και στο χωριό τους !!!
Είχαν ακούσει και περίμεναν να τον γνωρίσουν κι από κοντά… τον εμπνευστή, δημιουργό και ψυχή αυτουνού του θεατρικού μπουλουκιού, που δίδασκε θέατρο, ποίηση, πολιτισμό σε όλα τα χωριά… τον αντάρτη που από τη πρώτη στιγμή της Επανάστασης του FAI/CNT τάχθηκε στο πλευρό της... Να γνωρίσουν και ν΄ ακούσουν τον Federico τους να διαβάζει ο ίδιος τα ποιήματά του... που όσες φορές έτυχε ν΄ ακούσουν τυχαία κάποια απ΄ αυτά ή σκόρπιους στίχους τους, λες κι όλα τ΄ αστέρια του κόκκινου ουρανού της Ισπανίας κατέβαιναν και χόρευαν στη πλατεία του φτωχού χωριού τους...
...
Ο Federico Garcia Lorca… πασίγνωστος, πια, και έξω απ΄ τα σύνορα της Ισπανίας ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, μουσικός, σκηνοθέτης κι ηθοποιός κι ο ίδιος στο μπουλούκι, μαζί με τα κορίτσια κι αγόρια της La Barraca…
Αργότερα, όλοι οι κάτοικοι του μικρού αυτού ανταλουζιάνικου χωριού, οι γέροι αγρότες, οι μανάδες, οι όμορφες μελαχρινές κοπέλλες και τα ξαναμμένα παλληκάρια, ακόμη κι αυτοί οι ξυπόλητοι γαβριάδες μαζεύτηκαν στη μικρή πλατεία του χωριού τους... Η πρόχειρη σκηνή ήταν έτοιμη και μέσα σε μια γενική αγαλλίαση ανάμικτη με δάκρυα, είδαν μπροστά τους να διαδραματίζονται από το μπουλούκι των φοιτητών και του Lorca, ζωντανεμένα έργα του Lope de Vega και του ίδιου του Lorca, όπως η Yerma ή οι περίφημοι Bodas de Sangre κ.ά.
...
Εκεί στην ίδια σκηνή άκουσαν και καμάρωναν τον ίδιο τον αντάρτη τους, που τα σκηνοθετούσε όλα αυτά κι έπαιζε κι ο ίδιος, έγραφε την τόσο γοητευτική μουσική τους, εμπνευσμένη πάντοτε από τη δημοτική τους παράδοση με κορυφαίο το Poema del cante jondo, 1921. Εκεί τον άκουσαν και τον καμάρωναν να διαβάζει κομμάτια από τα σπουδαία ποιήματά του – που αργότερα θα τον έκαναν πασίγνωστο κι αγαπημένο σ΄ ολάκερο τον κόσμο – Romancero Gitano ή από το Llianto por Ignacio Sanchez Mejias, κι αβίαστα η φαντασία τους θα ταξίδευε στη πραγματικότητα και στ΄ όνειρο, φυσικά, ανθρώπινα, έτσι που δεν κάθονταν να το καλοσυλλογιστούν...
Οι άνθρωποι του μικρού χωριού άκουγαν μαγεμένοι και ταυτόχρονα κοιτάζονταν μεταξύ τους και σταυροκοπιόνταν... Για σκέψου ! Μπροστά τους, αλλά και ένα μ΄ αυτούς δεν βρίσκονταν κανένας από εκείνους τους «μορφωμένους» των πόλεων ή των βιβλίων κι εφημερίδων που θα τους έλεγαν πλαδαρά, επίπεδα λόγια που όμως δεν θα τα καταλάβαιναν... μάλλον δεν θα γλύκαιναν την ψυχή τους, όπως τα ποιήματα του Lorca, έστω κι αν τα ποιήματα του αντάρτη λέγανε περίεργα πράγματα, που όμως δεν τα άκουγαν ως τρέλες ή παραλογισμούς, αλλά πόσο περίεργο... η αγνή ψυχή τους δέχονταν τόσο εύκολα τη συγκίνηση από τους παράξενους αυτούς στίχους που τους κατανοούσαν σαν να ήταν το πιο απλό πράγμα στο κόσμο...
...
Ο Lorca απομάκρυνε όλους τους πειρασμούς που θα τον έκαναν έναν ακόμη «γραφειοκράτη» της Επανάστασης και θα τον έσπρωχναν μακριά απ΄ τον σπουδαίο σκοπό που ο ίδιος είχε τάξει απ΄ αρχής στον εαυτό του... ούτε μια στιγμή δεν έγινε ο ψευτοσοφός του μονόλογου ή ο προπαγανδιστής πολιτικάντης... ήταν αντάρτης πραγματικός και μέσα από τα ποιήματά του ή τα θεατρικά του στάθηκε μακρυά από ακαδημαϊκές αντιλήψεις, και πλάθοντας την τεχνική του, έγινε για πρώτη φορά αυτό που λέμε «λαϊκός ποιητής», πάντα κοντά στο λαό που αγάπησε, και στην επιθυμία του για μια πιο ανθρώπινη κοινωνία, πάντα χορεύοντας με τους στίχους του με το φεγγάρι και τ΄ αστέρια, με τις σκιές των εραστών της ακροποταμιάς, με τα όνειρα των παιδιών... Αλλά και κοντά στη μυστική αιτία της ομιλίας της γης της Ισπανίας... που έκρυβε στα σπλάχνα της χιλιάδες θανάτους, μαζί με το απαλό χάιδεμα του ανέμου της στα δέντρα, στα λουλούδια, στα αγριόχορτα... Αυτή τη γη που ο Federico Garcia Lorca αγάπησε αγέρωχα και μεγαλόπρεπα μέχρι και την άνανδρη δολοφονία του, χωρίς ποτέ να ζητήσει ανταλλάγματα ή τιμές...
...
Ο δικός μας Οδυσσέας Ελύτης, ανάμεσα στα πολλά που έγραψε για τον Lorca, έγραψε και τούτο και μ΄ αυτό τελειώνω: «... Γειά σου, Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα! Η πιστολιά που σε σώριασε στο πέτρινο τοίχο ενός χωριού της πατρίδας σου τίποτε δεν κατάφερε να κάνει! Του λαού η δύναμη, που αγάπησες, ανασταίνει τώρα τα λόγια σου για πάντα, και ξέρεις εσύ πόσο το δάκρυ ενός χωριάτη αξίζει περισσότερο απ΄ όλα τα βραβεία των Ακαδημιών, πόσο από ένα κομμάτι χρυσάφι γίνεται δείγμα ζωής ανώτερο, το πλατανόφυλλο εκείνο που μέσα στα θαμπά πρωινά στέλνει συνοδειά ο βοριάς στους ώμους των αντάρτηδων που πολεμάνε !»...
Γειά σου κι από μένα αγαπημένε μου αντάρτη ποιητή Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα !
.
Αθήνα 18 Αυγούστου 2015

Αυτός ο έρωτας Ζακ Πρεβέρ



Αυτός ο έρωτας

Τόσο ορμητικός

Τόσο εύθραυστος

Τόσο απαλός

Τόσο απεγνωσμένος

Αυτός ο έρωτας

Όμορφος σαν τη μέρα

Κι άθλιος σαν τον καιρό

Όταν ο καιρός είναι κακός

Αυτός ο έρωτας τόσο αληθινός

Αυτός ο έρωτας τόσο ωραίος

Τόσο ευτυχισμένος

Τόσο εύθυμος

Και τόσο γελοίος

Tρέμοντας από φόβο όπως ένα παιδί μέσα στο σκοτάδι

Και τόσο σίγουρος για τον εαυτό του

Όπως ένας άντρας ήσυχος στη μέση της νύχτας

Αυτός ο έρωτας που τρόμαζε τους άλλους

Που τους έκανε να μιλούν

Που τους έκανε να χλωμιάζουν

Αυτός ο έρωτας που τον παραμονεύουν

Γιατί κι εμείς τον έχουμε παραμονεύσει

Περικυκλωμένος ,τραυματισμένος ,ποδοπατημένος

σκοτωμένος , απαρνημένος , ξεχασμένος

Γιατί εμείς τον έχουμε καταδιώξει τραυματίσει ποδοπατήσει

σκοτώσει απαρνηθεί ξεχάσει

Αυτός ο έρωτας ολόκληρος

Ακόμα τόσο ζωντανός

Και τόσο ηλιόλουστος

Είναι ο δικός σου

Είναι ο δικός μου

Αυτός που ήταν

Εκείνο το πράγμα το πάντα νέο

Και που δεν έχει αλλάξει

Το ίδιο αληθινός όσο κι ένα φυτό

Το ίδιο να τρέμει όσο και ένα πουλί

Το ίδιο ζεστός το ίδιο ζωντανός όσο και το καλοκαίρι

Μπορούμε εμείς οι δυο

Να φεύγουμε και να ξαναγυρίζουμε

Μπορούμε να ξεχάσουμε

Και μετά να κοιμηθούμε πάλι

Να ξυπνήσουμε να υποφέρουμε να γεράσουμε

Κι άλλο να κοιμηθούμε

Το θάνατο να ονειρευτούμε

Να ξυπνήσουμε να χαμογελάσουμε και να γελάσουμε

Και να ξανανιώσουμε

Ο έρωτας μας εκεί στέκεται

Σα μια γαϊδούρα πεισματάρης

Ζωντανός όπως ο πόθος

Άσπλαχνος όπως η μνήμη

Βλάκας όπως η κλάψα

Τρυφερός σαν την ανάμνηση

Κρύος σαν το μάρμαρο

Όμορφος σαν τη μέρα

Εύθραυστος σαν το παιδί

Μας κοιτά χαμογελώντας

Και μας μιλά χωρίς να λέει τίποτα

Κι εγώ τρέμοντας τον ακούω

Και φωνάζω

Φωνάζω για σένα

Φωνάζω για μένα

Σε ικετεύω

Για σένα για μένα και για όλους αυτούς που αγαπιούνται

Και που έχουν αγαπηθεί

Ναι του φωνάζω

Για σένα για μένα και για όλους τους άλλους

Που δεν τους γνωρίζω

Μείνε εκεί

Εκεί που είσαι

Εκεί που ήσουν παλιά

Μείνε εκεί

Μην κουνιέσαι

Να μη φύγεις

Εμείς που έχουμε αγαπηθεί

Σε έχουμε ξεχάσει

Εσύ μη μας ξεχνάς

Δεν έχουμε παρά μόνο εσένα πάνω στη γη

Μη μας αφήσεις να γίνουμε ψυχροί

Πολύ πιο μακριά πάντα

Και δεν έχει σημασία σε ποιο μέρος

Δώσε μας ένα σημάδι ζωής

Πολύ πιο αργά στη γωνιά κάποιας συστάδας

Μέσα στο δάσος της μνήμης

Ξεπρόβαλλε απότομα

Τέντωσέ μας το χέρι

Και να μας σώσεις


http://negrarosanr.blogspot.gr/2013/07/blog-post_14.html