Λίγα χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα, στα μέσα της δεκαετίας του ’60, τίποτα δε θύμιζε κάτι από τους ρυθμούς και τις συνήθειες της ζωής στην πόλη. Οι ελάχιστες παρενθέσεις χαράς άνοιγαν στις ονομαστικές γιορτές και τα πανηγύρια του Αυγούστου.
Εμείς, παιδιά ανέμελα, περιμέναμε τέτοιες μέρες να φορέσουμε καινούργια ρούχα, να φάμε καλό και χορταστικό φαγητό. Το εκκλησάκι της Παναγιάς βρισκόταν περίπου ενάμιση χιλιόμετρο νότια από τα χαμόσπιτα, περικυκλωμένο από ψηλές βελανιδιές.
Την ημέρα του Δεκαπενταύγουστου κατηφορίζαμε όλοι πεζοί με τα καθαρά μας ρούχα και τις αγνές ψυχές. Στη διαδρομή έπεφτε και καμία καρπαζιά από τους ενήλικες, επειδή κλωτσάγαμε τις πέτρες σημαδεύοντας τους μπροστινούς, λες και ήμασταν στην αλάνα και παίζαμε ποδόσφαιρο.
Το μυαλό μας έτρεχε στους απλωμένους πάγκους των πραματευτάδων που έστεκαν πολύχρωμοι πειρασμοί με παιχνίδια. Θα τα χαζεύαμε μόνο, γιατί περίπτωση να τα αγοράσουμε δεν υπήρχε. Άντε κανένα φτηνό, με δυο τρία αυγά από το κοτέτσι, αλλά για μας ο κόσμος όλος ήταν το ταξίδι των ματιών και της ψυχής.
Η θεία λειτουργία δε μας ενδιέφερε ούτε επιδιώκαμε να καταλάβουμε το νόημά της. Το παρόν μας τραγουδάγαμε με όνειρα και ελπίδες σαν μακρόσυρτο κι επίμονο αμανέ. Περιμέναμε να τελειώσει το συντομότερο το «μαρτύριο», γιατί μας περίμενε το κρέας στη λαδόκολλα που μοσχομύριζε όλο το χωριό. Οι φούρνοι με τα ξύλα είχαν καεί αποβραδίς και το φαγητό σιγοψηνότανε όλη τη νύχτα. Δεν ξέρω αν η νοστιμιά του οφειλόταν στη διαδικασία και τη μυρωδιά του σκίνου ή στην πείνα που είχαμε από την ανέχεια των δυστυχισμένων καιρών. Μπορεί κι η επισημότητα της ημέρας, γιατί καθόμασταν γύρω από το στρογγυλό τραπέζι με τα λευκά τραπεζομάντιλα και τα καθαρά μαχαιροπήρουνα σαν μεγάλοι.
Το βράδυ συνεχίζαμε με τους χορούς στην πλατεία. Τραπέζια στρωμένα μ’ αγάπη υποδέχονταν τις οικογένειες που μαζικά κατέφθαναν να πάρουν θέση. Οι καταστηματάρχες κατάβρεχαν τα χαλίκια και τη σκόνη που καθόταν κάθε τόσο αναπαυτικά σ’ όλες τις επιφάνειες κι αλλοίωνε τα χρώματα και τις αναπνοές.
Όμως, μικρή σημασία είχε, γιατί τα όργανα που μας συντρόφευαν στη διασκέδαση ήταν σπάνια απόλαυση, δεν υπήρχε ραδιόφωνο, κι η τηλεόραση θα έκανε δειλά την πρώτη της εμφάνιση στα επόμενα χρόνια. Μη φανταστείτε, βέβαια, κάποιο συγκρότημα περιωπής. Άνθρωποι του μόχθου κι αυτοί, που οι περισσότεροι δεν είχαν καμία σχέση με την τέχνη της μουσικής, έκαναν μια κομπανία για να ζήσουν. Ο ένας με ξεκούρδιστο το βιολί του, που άφηνε παράταιρους ήχους, ο άλλος με τραγούδι φάλτσο. Αν υπήρχε και χορεύτρια με ντέφι, ακόμα καλύτερα.
Παρ' όλα αυτά το κέφι περίσσευε. Όλοι χόρευαν με τη σειρά. Εμείς χαζεύαμε με τα γλειφιτζούρια στο στόμα ή γλείφαμε τα χωνάκια παγωτό με τη μουσούδα μας χωμένη βαθιά στη γλυκιά κρέμα.
Καθισμένοι στην απέναντι μάντρα, με το αγιόκλημα συντροφιά, είχαμε προνομιακή θέα, με εξαίρεση τις νυχτερίδες που βούταγαν στα όρια του σκοταδιού και της λάμπας.
Απόσπασμα από τα διηγήματα " Περι- Διαβαίνοντας "
Κώστας Βασιλάκος / Εκδόσεις Αγγελάκη
Φωτογραφία του Κώστα Βασιλάκου όπου γράφει : Το πανέμορφο εκκλησάκι της Παναγίας στο Πολυδένδρι .
Kostas Vassilakos
15/8/2015
Kostas Vassilakos
15/8/2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου