
Konstantinos Komianos
25/3/2014
25η Μαρτίου 1821
Μιάν ασπαθιά υπερήφανη
να μετατρέψω σέ ζωή που δεν υπήρξε
Στο σκοτάδι ανάσαινα
μυριάδες χρόνια μπαλωμένος
Με του κουράγιου την κλωστή
βαλάντωνα τη δίκορφη σκισιά
σάν απόστημα που δέν εγένει
της πρέπουσας οργής του
Ο ταραγμένος του αφρός
που τρόμαζε τους μαλθακούς
όσων διασπάθισε η ραστώνη
όπου αδιάφοροι ερθήκαν
ανάσαινε συνεκτικός κι αψύς
με της ανάλωσής μου το θυμό
Κι εγώ, την σύνταξή μου να συνδράμω
ευθυτενής κι αμάλγαμ’ ατσαλένιο
διάρρηξα στου δόλου την απάθεια
Nα ορθοποδήσω μέ πυγμή
της έντασης τον πόθο
και να σαλέψω τον εμπύρετο
της αλλαγής βωμό
Στη σύννομη των ομοθρήσκων μου
αγέλη ζωντανός το πόδι να πατήσω
της ύβρης το θυμίαμα ν’ αφήσω
γι’ άλλους αλλόθρησκ’ ασεβείς
Και σάν το ικμάδι της ψυχής μου καταθέσω
να διαλαλήσω ημιθανής!
© Κων/νος Κομιανός
Σημ. Επειδή οι καιροί είναι παράξενοι και γιά να μήν στοχοποιηθώ ως εθνικιστής ή ενάντιος του δικαιώματος της ανεξιθρησκίας, σπεύδω να αποσαφηνίσω πώς το ποίημα μπαίνει στο πετσί του ‘Ελληνα επαναστάτη εκείνης της εποχής που επιθυμούσε διακαώς ν' αποτινάξει από πάνω του ένα μακραίωνο και βάναυσο ζυγό υποτέλειας. Απλά και ξάστερα, όσο ξάστερο είναι το δίκιο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου