Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

Γιώργος Σεφέρης, Ἀφήγηση


Ἀφήγηση


Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας
Κανεὶς δὲν ξέρει νὰ πεῖ γιατί
Κάποτε νομίζουν πὼς εἶναι οἱ χαμένες ἀγάπες
Σὰν κι αὐτὲς ποὺ μᾶς βασανίζουνε τόσο
Στὴν ἀκροθαλασσιὰ τὸ καλοκαίρι μὲ τὰ γραμμόφωνα

Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι φροντίζουν τὶς δουλειές τους
Ἀτέλειωτα χαρτιὰ παιδιὰ ποὺ μεγαλώνουν
Γυναῖκες ποὺ γερνοῦνε δύσκολα
Αὐτὸς ἔχει δυὸ μάτια σὰν παπαροῦνες
Σὰν ἀνοιξιάτικες κομμένες παπαροῦνες
Καὶ δυὸ βρυσοῦλες στὶς κόχες τῶν ματιῶν

Πηγαίνει μέσα στοὺς δρόμους ποτὲ δὲν πλαγιάζει
Δρασκελώντας μικρὰ τετράγωνα στὴ ράχη τῆς γῆς
Μηχανὴ μιᾶς ἀπέραντης ὀδύνης
Ποὺ κατάντησε νὰ μὴν ἔχει σημασία

Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ μιλᾶ μοναχὸ καθὼς περνοῦσε
Γιὰ σπασμένους καθρέφτες πρὶν ἀπὸ χρόνια
Γιὰ σπασμένες μορφὲς μέσα στοὺς καθρέφτες
Ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συναρμολογήσει πιὰ κανεὶς
Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ λέει γιὰ τὸν ὕπνο
Εἰκόνες φρίκης στὸ κατώφλι τοῦ ὕπνου
Τὰ πρόσωπα ἀνυπόφορα ἀπὸ τὴ στοργή

Τὸν συνηθίσαμε εἶναι καλοβαλμένος κι ἥσυχος
Μονάχα ποὺ πηγαίνει κλαίγοντας ὁλοένα
Σὰν τὶς ἰτιὲς στὴν ἀκροποταμιὰ ποὺ βλέπεις ἀπ᾿ τὸ τρένο
Ξυπνώντας ἄσχημα κάποια συννεφιασμένη αὐγὴ

Τὸν συνηθίσαμε δὲν ἀντιπροσωπεύει τίποτα
Σὰν ὅλα τὰ πράγματα ποὺ ἔχετε συνηθίσει
Καὶ σᾶς μιλῶ γι᾿ αὐτὸν γιατὶ δὲ βρίσκω τίποτα
Ποὺ νὰ μὴν τὸ συνηθίσατε
Προσκυνῶ
(μελοποίηση: Μίλτος Πασχαλίδης)
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/george_seferis/various.htm

Γιώργος Τζώρτζης



Εσύ...
Γιώργος Τζώρτζης
30/7/2014



Μη με δοκιμάζεις 

Αν βρεθώ αντιμέτωπος με το δίλημμα 
να κάνω κακό στον εαυτό μου 
η να τα κάνω όλα "πουτάνα" 
μην έχεις αμφιβολία 
ότι θα επιλέξω το δεύτερο. 

Μη με δοκιμάζεις... 

Όταν πιέζομαι 
δεν έχω καλή γεύση. 


Τετάρτη 30 Ιουλίου 2014

Σονέτο 116 Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Πολὺ κακὸ για το τίποτα, πρ. Β´, Σκ. 3, Ξένα Λυρικά, μτφ. Βασίλης Ρώτας, ἐκδ. Ἴκαρος, Ἀθήνα 1955, σελ. 32



Let me not to the marriage of true minds
Admit impediments. Love is not love
Which alters when it alteration finds,
Or bends with the remover to remove:
O no! it is an ever-fixed mark
That looks on tempests and is never shaken;
It is the star to every wandering bark,
Whose worth's unknown, although his height be taken.
Love's not Time's fool, though rosy lips and cheeks
Within his bending sickle's compass come:
Love alters not with his brief hours and weeks,
But bears it out even to the edge of doom.
If this be error and upon me proved,
I never writ, nor no man ever loved.

Κανένα εμπόδιο να ενωθούν καρδιές πιστές
Εγώ δε δέχομαι. Δεν είναι αγάπη η αγάπη
που αλλάζει μ' όλες του καιρού τις αλλαγές
και ξεστρατάει σε κάθε σκούντημα σαν τόπι
Όχι, είναι ένα σημάδι αιώνια σταθερό
που απαρασάλευτο τις μπόρες αντικρύζει
του ναύτη τ' άστρο, που κι αν έχει μετρημό
πόσο μακριά είναι, δε μετριέται πόσο αξίζει
Δεν είν' η αγάπη παίγνιο του καιρού
που αυτός θερίζει ροδομάγουλα και χείλια
η αγάπη δεν πηγαίνει μ' ώρες και με μίλια
γιατί θα βρει την άκρη πάντα και παντού.
Αν τούτο ειν' πλάνη κι αποδείχνεται σε με
ούτ' έγραψα, ούτε αγάπησε άνθρωπος ποτέ.

(μετάφραση Βασίλης Ρώτας)
Οὐίλλιαμ Σαίξπηρ, (Πολὺ κακὸ γιὰ τὸ τίποτα,
πρ. Β´, Σκ. 3, Ξένα Λυρικά, μτφ. Βασίλης Ρώτας,
ἐκδ. Ἴκαρος, Ἀθήνα 1955, σελ. 32
http://n-tomaras.blogspot.gr/2013/08/116.html

Πόλυ Χατζημανωλάκη, Έναστρη νύχτα ΙΙ (στον Vincent van Gogh)


Έναστρη νύχτα ΙΙ (στον Vincent van Gogh)

Κοίταξα χτες τον ουρανό, στην παραλία, τη νύχτα. Τα άστρα ήταν εκεί, τα ίδια όπως τα βλέπω κάθε καλοκαίρι. Ο ποταμός Ιορδάνης, ο Σκορπιός, η ουρά του, ο Τοξότης - το σπιτάκι και ο Στάχυς της Παρθένου που δεν φαινόταν. Και σκέφτηκα ένα ποίημα που θα έγραφα, τόσο όμορφο, σαν το σονέτο 116 του Σαίξπηρ.

Τόσο γνώριμα όλα… έβλεπα τον εαυτό μου σε άλλες εποχές, ανυποψίαστες να κοιτά ψηλά. Ψηλά. Το πιο σταθερό μου στερέωμα. Ένα καλοκαίρι ήταν (πάντα) ο ουρανός, εκείνο το θαρραλέο πάντα, το μέσα μου, το σταθερό σημείο για κάθε περιπλανώμενο. Απαρασάλευτο. Και άρχισε το ποίημα να απομακρύνεται και εγώ σε μια βαρκούλα να το χαιρετώ. Ή το ποίημα ήταν μια βαρκούλα. Γιατί έτσι είναι αυτά. Μεταφορές. Και μια βεβαιότητα, ότι το ποίημα, για να γίνει ποίημα, πρέπει να το διώξεις μακριά σου… Μια μοίρα κοινή, όχι μόνο η δική σου εκεί να γράφεται. Όπως και στα άστρα, η μοίρα όλων των ανθρώπων, σαν σε βιβλίο, διαβάζεται.


Πόλυ Χατζημανωλάκη
Ιούλιος 2014
Poly Hatjimanolaki 

Πίνακας VanGogh-The Starry Night Βίνσεντ βαν Γκογκ - Έναστρη νύχτα (1889) Στο έργο του αυτό ο Βαν Γκογκ έχει απεικονίσει χαοτικές δίνες που ακολουθούν την κλιμάκωση Κολμογκόροφ, όπως προκύπτει από μαθηματική ανάλυση της εικόνας. Ο Βαν Γκογκ αναπαράγει σε πίνακές του, επακριβώς, νόμους της φύσης. 

Διονύσης Μαρίνος



και είπα: τι ομορφιά αυτός ο κόσμος 
τι ομορφιά το ήρεμο κομμάτιασμα 
με το χρώμα του ωκεανού 
στα δόντια 

(Anamneza, 2014, εκδ. Γαβριηλίδης) 


Να σου χτενίζω τα νερά 
Εκεί που κάποτε μαλλιά 
Πλήγηκαν 
Απ’ τη θλίψη 

*** 
Μόνο η θάλασσα 
θνητή 
εκείνη ξέρει τι θα πει 
ναυάγιο 

Τι να σου πω 
Για το κάρβουνο της φωνής 
Και για΄κείνη τη λαίλαπα φλέβα 
Μας πήραν τα μεσημέρια 
Μας βόσκησαν 

Πόπη Συνοδινού, Στους μαγικούς ανθρώπους


Η Μπλάνς κατέρρευσε, ήταν μόνη μέσα σε έναν κόσμο που ξέρναγε χολή. Κι η Βίβιαν κατέρρευσε, σαν ήρθε η στιγμή. Έγινε αέρας η τέφρα της πάνω από μια ήρεμη λίμνη.
Μαζί της πετούσαν και λίγες εικόνες από τα μάτια της, ένα πλάσμα κυριευμένο από φωτιά και θέλω.

Την γνώρισα όταν την είδα με τον Μπράντο στο φλεγόμενο έργο του Τένεσι Ουίλιαμς, την κατάλαβα γιατί ανήκω στο ίδιο ζώδιο με εκείνην, αν θέλεις να σου μιλήσω λίγο αστρολογικά.
Είχε πει σε μια συνέντευξη της, είμαι σκορπιός και οι σκορπιοί τρώγονται από μέσα τους.
Αν πάλι δεν θέλεις την αστρολογική όψη δεν έχεις παρά να δεις τα μάτια της στην Μπλανς και στην Σκάρλετ -σκορπιός κι η συγγραφέας του όσα παίρνει ο άνεμος-. Τα μάτια της ήταν κυρίαρχα σε όλο το πρόσωπο και φώτιζαν τις σκιές ενός ψυχισμού τεράστιου.
Τι γίνονται οι άνθρωποι με αυτόν τον τεράστιο ψυχισμό;
έχω δει κάποιους από αυτούς μέσα από τα έργα τους και έχω δαγκώσει τα χείλια μου από θαυμασμό ενώ η καρδιά μου φώναζε σαν λύκος.

Ο φιλάσθενος Προυστ που έγραφε σημειώματα στην μητέρα του η οποία ήταν ξαπλωμένη στο διπλανό δωμάτιο, ο Φιλάσθενος και ανέραστος Προυστ που άλλαξε την όψη της λογοτεχνίας, αυτός που έγραφε όσα δεν είχε ζήσει.
Μάλλον θα έκανε πτήσεις έξω από το σώμα του..

Ο Αντρέ Ζιντ με τις γήινες τροφές του και τον Προμηθέα Δεσμώτη που έβαλε φωτιά στον ηλίθιο σνομπ κόσμο της αστικής τάξης με τις λέξεις του.
Ο Όσκαρ Ουάιλντ που αντί για μίσος στον ανάξιο εραστή του τον έκανε μέρος ενός θαυμάσιου μυθιστορήματος που έγραψε στην φυλακή (De Profundis ), αυτός ο αδαμάντινος θησαυρός της τέχνης που με το πορτρέτο του ταξίδεψε στην αδάμαστη σάρκα του νάρκισσου.

Ο Μπωντλαίρ που ταξίδεψε πολύ μακριά, άρρωστος βαριά για να πεθάνει τελικά στην αγκαλιά της μητέρας του, μια αγάπη που δεν μπόρεσε ποτέ να απαρνηθεί και να σκοτώσει.

Όλα αυτά τα πλάσματα κι άλλα τόσα,διακατέχονται από ατόφια, καθαρή μαγεία. Η αύρα τους υπάρχει κοντά σου και μόνο σαν τους σκέφτεσαι.

Μαγικά πλάσματα που κατέρρευσαν.
Που για την ακρίβεια είχαν καταρρεύσει πολύ πιο πριν, ίσως κι επάνω στην γέννα τους.
Ένα χρωματιστό γυαλάκι μπαίνει μέσα στην καρδιά τους μόλις βγουν και κολυμπήσουν έξω από την μήτρα.
Και πολλούς από αυτούς τους συνδέει μια αφιλόξενη μήτρα...
Η ανθρωπότητα χρωστάει πολλά σε αυτές τις αφιλόξενες μήτρες...

Άραγε υπάρχουν τετράδια της ευτυχίας;
Και πόσο αντέχουν να υπάρχουν αν υπάρχουν;

Με ενδιαφέρουν βαθιά οι άνθρωποι που υποφέρουν, που πάσχουν με την αρρώστια της ανθρωπότητας.
Που τους νιώθω να καίγονται σαν τα φτερά μιας πεταλούδας πάνω από ένα σπίρτο.

Πες μου ειλικρινά,
προλαβαίνεις να κάψεις τα φτερά σου στο άναμμα ενός σπίρτου;

Σε ενδιαφέρει να ζήσεις θυελλωδώς ως το τέλος χωρίς να κάνεις θόρυβο γύρω σου;

Μπορείς να γράψεις στα<< αρχίδια>> σου όλα όσα σου απαγορεύουν;
Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να ζήσεις όπως θέλεις.

Πες μου,
όταν βλέπεις τις ηρωίδες του Τένεσι Ουίλιαμς ματώνεις;
Εγώ ματώνω.
Και καίγομαι.
Κάποτε θα θριαμβεύσουν οι ήττες του κόσμου.
Δεν θέλω νικητές, ακούς;
Τους ηττημένους θέλω.
Κι όλους τους αδικημένους του Ντοστογιέφσκι.

Κάποτε θα κάψω όλους τους αγαπημένους μου ήρωες στα βιβλία και στις ταινίες.
Ίσως έτσι καταφέρω και καώ μαζί τους ενώ θα ζωντανεύουν.
Σίγουρα δεν θα υπάρχει πιο ωραίος θάνατος..

(Στους μαγικούς ανθρώπους)

Τρίτη 29 Ιουλίου 2014

Ποιητές και πεζογράφοι της γενιάς του '30

Ποιητές και πεζογράφοι της γενιάς του '30.
Όρθιοι από αριστερά: Πετσάλης, Βενέζης, Ελύτης, Σεφέρης, Καραντώνης, Ξεφλούδας, Θεοτοκάς.
Καθήμενοι: Τερζάκης, Δημαράς, Κατσίμπαλης, Πολίτης, Εμπειρίκος.


Με τον όρο ‘γενιά του Τριάντα’ εννοούμε στη λογοτεχνία, κατά τρόπο γενικό και συμβατικό, τους νέους συγγραφείς που εμφανίστηκαν μέσα στη δεκαετία 1930 με 1940. Λέγω «κατά τρόπο γενικό και συμβατικό», επειδή αν προσέξουμε καλύτερα τη ληξιαρχική ηλικία ορισμένων συγγραφέων, που θεωρούνται όχι μόνο εκπρόσωποι της γενιάς αυτής, αλλά και κάπως ηγετικές μορφές της, θα διαπιστώσουμε ότι παραβιάζουν τα αρχικά χρονολογικά πλαίσια, εφόσον το 1930 είχαν ήδη αρχίσει να μορφοποιούν το έργο τους. Αυτό συμβαίνει, λόγου χάρη, με τον Μυριβήλη, που γεννημένος το 1892, παρουσιάζει μια προσωπικότητα συγκροτημένη ήδη στους Βαλκανικούς Πολέμους· είτε με τον Σεφέρη, που, γεννημένος το 1900, λίγο νεότερος από τον Καρυωτάκη, ξεκινά περίπου τη στιγμή που κλείνει απότομα η δραστηριότητα του Καρυωτάκη. Με ένα αυστηρότερο χρονολογικό κριτήριο, μηχανικά εφαρμοσμένο, προσωπικότητες σαν τους δυο μεγάλους λογοτέχνες που ενδεικτικά μνημόνεψα, θα έπρεπε να μείνουν έξω από τη γενιά που μας απασχολεί. Για την αδυναμία να καθοριστεί μια χρονολόγηση ασφαλής, ας σκεφτούμε και την περίπτωση του Ελύτη που γεννήθηκε το 1911 και παρουσιάζεται στη μέση της δεκαετίας, το 1935. Σχετικά με την ομάδα των πραγματικά νέων μέσα στη γενιά συμβαίνει και τούτο επίσης: υπάρχει η περίπτωση, λόγου χάρη, του Τερζάκη που, παρ’ όλο ότι υπήρξε μια από τις πρώτες συνειδήσεις που ανάγγειλαν ώριμα και μαχητικά την ανανέωση του 1930, έμεινε οργανικά δεμένος στη μισοσκότεινη ατμόσφαιρα του καρυωτακικού χώρου.
Ωστόσο, και παρά την έλλειψη μιας συντονισμένης εμφάνισης της γενιάς του Τριάντα, είναι αναμφισβήτητο ότι εκεί γύρω στα 1930 γίνεται αισθητή μια αλλαγή, μια ρήξη με το παρελθόν, ενώ παράλληλα εμφανίζονται προβληματισμοί που τεκμηριώνουν τη γέννηση μιας νέας συνείδησης, στηριγμένης σε μορφωτικά εφόδια και σε ψυχική διάθεση διαφορετικά από τα πριν γνωστά.
Mario Vitti, Η ‘Γενιά του Τριάντα’. Ιδεολογία και μορφή. Με μια νέα εισαγωγή, Ερμής, Αθήνα 2006, 21-22.

Η Γενιά του ’30. Παράδοση και Μοντερνισμός

Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 αποτελεί ορόσημο του Μεσοπολέμου για την Ελλάδα. Η τραυματική αυτή εμπειρία δημιούργησε την ανάγκη μιας εθνικής αυτοβεβαίωσης που εκφράστηκε με τη στροφή προς την παράδοση. Άλλωστε η στροφή προς την τάξη και την παράδοση χαρακτηρίζει και την ευρωπαϊκή τέχνη του Μεσοπολέμου. Στη δεκαετία του ’20 διαμορφώνονται τα χαρακτηριστικά που θα επικρατήσουν στους καλλιτέχνες της Γενιάς του ’30. 

Η Γενιά του ’30 έχει καθιερωθεί ως όρος στο χώρο της λογοτεχνίας και αναφέρεται σε μια ομάδα νέων λογοτεχνών, κυρίως ποιητών, οι οποίοι συνδέονται με την εισαγωγή των πρωτοποριακών ρευμάτων στην Ελλάδα και τη συνειδητή προσπάθειά τους να τα πολιτογραφήσουν και να τους δώσουν ελληνική ιθαγένεια. Σεφέρης, Ελύτης, Εγγονόπουλος, Εμπειρίκος είναι μερικοί από τους εκπροσώπους του ελληνικού Μοντερνισμού. 

Σε ό,τι αφορά τις εικαστικές τέχνες, τον πρώτο ελληνικό υπαιθρισμό διαδέχεται τώρα μια ζωγραφική που τείνει να γίνει ανθρωποκεντρική. Βασικό της γνώρισμα είναι η κυριαρχία της νόησης πάνω στην αίσθηση, που εκδηλώνεται με ισχυρές σχηματοποιήσεις στη σύνθεση και στο σχέδιο, ενώ το χρώμα απομακρύνεται από τη φύση και γίνεται πιο πνευματικό. Το ώριμο έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη μαρτυρεί αυτές τις αλλαγές. Στις αλληγορικές και θρησκευτικές συνθέσεις του συγχωνεύονται επιδράσεις από την Αρχαιότητα, το Βυζάντιο και τα νεότερα ρεύματα. Ο Μικρασιάτης Φώτης Κόντογλου αναζητεί πηγές έμπνευσης αποκλειστικά στο Βυζάντιο και στην ανατολική παράδοση, απορρίπτοντας κάθε επαφή με τη δυτική τέχνη. Η προσωπικότητα και οι ιδέες του θα επηρεάσουν πολλούς καλλιτέχνες της Γενιάς του ’30. Σε αντίθεση με τον Κόντογλου, ο φίλος του Σπύρος Παπαλουκάς προσεγγίζει την παράδοση μέσα από την εμπειρία της σύγχρονης τέχνης. Ο Γιάννης Τσαρούχης επίσης κατανοεί το αδιέξοδο της διδασκαλίας του Κόντογλου και ανοίγει έναν γόνιμο διάλογο με πολλές παραδόσεις (ελληνιστική ζωγραφική, Βυζάντιο, Αναγέννηση, λαϊκή τέχνη), πάντα μέσα από τον προβληματισμό της σύγχρονης τέχνης, ιδιαίτερα του Ανρί Ματίς. Το δίδαγμα του Κόντογλου συμφιλιώνεται με τους κώδικες της μεταφυσικής ζωγραφικής στο έργο του Νίκου Εγγονόπουλου. 

Μέσα σε αυτό το κλίμα η Γενιά του ’30 ανακαλύπτει την αξία της τέχνης λαϊκών καλλιτεχνών, όπως είναι ο ζωγράφος του Μακρυγιάννη και ο Θεόφιλος. 

Ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας ζωγραφίζει τοπία, εσωτερικά και νεκρές φύσεις σε ένα ύφος μετακυβιστικό, με φως και χρώμα ελληνικό. Σε αρκετούς καλλιτέχνες της Γενιάς του ’30 ανιχνεύεται η επίδραση της κλασικιστικής φάσης του Αντρέ Ντεραίν, που έφτασε στην Ελλάδα μέσω του χαράκτη και ζωγράφου Δημήτρη Γαλάνη. 

Για τη Γενιά του ’30 παράδοση και Μοντερνισμός λειτούργησαν σαν αμφίδρομοι καταλύτες• καθένας βοήθησε στη βαθύτερη κατανόηση και οικειοποίηση του άλλου. 

Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά (1936 - 1940) βρήκε διαμορφωμένο το ρεύμα της επιστροφής στην παράδοση και το υιοθέτησε, θεωρώντας ότι μπορούσε έτσι να εκφράσει την εθνικιστική ιδεολογία του καθεστώτος. http://www.nationalgallery.gr/site/content.php?sel=396

Ο ανταγωνισμός των «νέων» συγγραφέων […] προς τους «παλαιούς», με κύριο ζητούμενο το «συγχρονισμό» με τις διεθνείς λογοτεχνικές αναζητήσεις, είναι έντονος από τις αρχές της δεκαετίας του 1920 και ακόμη ενωρίτερα. Η σύγκρουση των λογοτεχνικών «γενεών», ωστόσο, παίρνει διαφορετική τροπή στα τέλη της ίδιας δεκαετίας, όταν μια καινούργια ομάδα νέων (εκείνη που ο Θεοτοκάς πρώτος ονόμασε «γενεά του 1930») έκανε, σύμφωνα με τον Ελύτη, «την εμφάνισή της γεμάτη τόλμη, αξιοπρέπεια, ενημέρωση και πολιτισμό» για να εκτοπίσει —κάπως πρόωρα— στο παρελθόν τους «νέους του 1920» με την επιβολή του δικού της ισχυρού μύθου. […]

Οι «νέοι του 1930» προωθούσαν δυναμικά τη ρήξη με το «μίζερο» λογοτεχνικό παρόν, προβάλλοντας —στη θέση της «άρνησης» που του καταλόγιζαν— την ισχυρή κατάφαση που παιάνιζε με μπαρεσική «αφτάδεια» το 1929 ο Θεοτοκάς στο Ελεύθερο Πνεύμα: πίστη στο μέλλον, στην ταχύτητα του σύγχρονου κόσμου, στη ρώμη της γυμνασμένης και υγιούς νεότητας, στην ατομικότητα και την ελεύθερη βούληση, στη δημιουργική φιλοδοξία, στη δύσκολη τέχνη. Ο αυτοπροσδιορισμός των νέων του ’30 παρέπεμπε εξαρχής σε μια διπλή (και αντιφατική) ταυτότητα: ήταν «οι ανυπόταχτοι, οι ανικανοποίητοι, οι τυχοδιώκτες της ψυχής και του πνεύματος» και, συγχρόνως, «οι νέοι διανοούμενοι, ανεκδήλωτοι ακόμα και άγνωστοι, που θα αναλάβουν αύριο την πνευματική καθοδήγηση του Ελληνισμού» και θα προωθήσουν «μια ελληνική πνευματική αναγέννηση». […]

Τάκης Καγιαλής, Η επιθυμία για το μοντέρνο. Δεσμεύσεις και αξιώσεις της λογοτεχνικής διανόησης στην Ελλάδα του 1930, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, 183-185.


Το πρώτο τεύχος των «Νέων Γραμμάτων» (1935).
Με το 1935, φτάνουμε στον πιο σημαντικό χρόνο της νέας ποίησης. Είναι μια χρονιά δημιουργική, μια χρονιά θεμελιωμάτων, μια χρονιά-μήτρα. Τον Γενάρη του 1935, πρωτοεκδίδεται το περιοδικό Τα Νέα Γράμματα, που σε λίγο θα αποβεί το κύριο όργανο της νέας ποίησης, ο καθρέφτης όλων των νεωτέρων τάσεων, ο κριτικός απολογητής και ο ενισχυτής κάθε πραγματικά νέας ποιητικής προσπάθειας. Το Μάρτη του ίδιου χρόνου, κυκλοφορούν δυο από τα πιο βασικά έργα της νεώτερης ποίησης, το Μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη, που μ’ αυτό ο ποιητής της Στροφής θα μας παρουσιαστεί περπατώντας σταθερά στους καινούριους ποιητικούς δρόμους, και η κλασική πλέον Υψικάμινος του Ανδρέα Εμπειρίκου, το βιβλίο με το οποίο έκαμε ο υπερρεαλισμός την επίσημη και την υπεύθυνη εμφάνισή του στην Ελλάδα. Και το Νοέμβριο του 1935, από τις σελίδες των Νέων Γραμμάτων θα πρωτοεμφανιστεί ο Οδυσσέας Ελύτης, ένας από τους πιο δυνατούς μοχλούς της νέας ποίησης, η σημαντικότερη ποιητική μορφή έπειτα και μαζί με τον Σεφέρη. Ό,τι αργότερα θ’ αποτελέσει το σώμα της νέας ποίησης, πρωτοδηλώνεται μέσα στα χρονικά όρια του 1935. Ο χρόνος αυτός είναι ένας από τους πιο ιστορικούς της νεοελληνικής ποίησης, γιατί από κει και πέρα, κυρίως, άλλαξε τελειωτικά η μορφή του ποιητικού μας λόγου· από κει και πέρα, διαχωρίζεται το μοντέρνο ρεύμα από την παράδοση, όχι πια με έργα προδρομικά και αβέβαια, αλλά με γνήσιους ποιητικούς καρπούς…

Ανδρέας Καραντώνης, Εισαγωγή στη νεώτερη ποίηση, Δίφρος, Αθήνα 1958, 164-165.

Η επιθυμία για ενεργό και ισότιμη συμμετοχή στην πνευματική ζωή της Ευρώπης αποτελεί τυπικό στοιχείο του αυτοπροσδιορισμού της «γενιάς» [του 1930] και ίσως το ισχυρότερο κίνητρο για την απόπειρα αφομοίωσης του μοντέρνου. […]


Η εκσυγχρονιστική επιθυμία εκδηλώνεται από τις αρχές της δεκαετίας του ’30 με ποικίλους τρόπους. Από τη μια πλευρά, στο επίπεδο της ενημέρωσης, με μεταφράσεις λογοτεχνικών κειμένων (του Βαλερύ, του Έλιοτ, του Αραγκόν, του Ελυάρ, του Μαγιακόβσκι, του Τζόυς κ.ά.) και με ορισμένα κατατοπιστικά δοκίμια (όπως, π.χ., εκείνο του Δημ. Μεντζέλου για τον υπερρεαλισμό, το 1931, ή η εισαγωγή του Σεφέρη στον Έλιοτ, το 1936)· και από την άλλη, με τις πρώτες απόπειρες για ανανέωση της πρωτότυπης λογοτεχνικής παραγωγής. Στην πεζογραφία, το συγγραφικό ενδιαφέρον μετατοπίζεται από το ποιητικότροπο πεζό και το διήγημα προς το μυθιστόρημα και το δοκίμιο. Το νέο μυθιστόρημα του ’30 επιχειρεί ως επί το πλείστον τη συνθετική αναπαράσταση της σύγχρονης (κυρίως αστικής) κοινωνικής ζωής· μια περισσότερο προωθημένη εκδοχή του πειραματίζεται προς την κατεύθυνση της απόδοσης της «εσωτερικής», υποκειμενικής πραγματικότητας και των νοητικών διεργασιών που τη συνθέτουν (με τα πρώτα έργα του Στ. Ξεφλούδα και των άλλων πεζογράφων των Μακεδονικών Ημερών, αλλά και του Σκαρίμπα, του Μπεράτη κ.ά.). Στην ποίηση, εξάλλου, όπου στη διάρκεια της δεκαετίας του ’30 κατοχυρώνεται η ηγεμονία του ελεύθερου στίχου, νεωτερικές εκδηλώσεις εμφανίζονται από νωρίς (Ντόρρος, Σεφέρης, Δρίβας, Σαραντάρης, Ράντος, Παπατσώνης, Μάτσας κ.ά.)· η αλλαγή παραδείγματος, ωστόσο, γίνεται κοινή συνείδηση από το 1935 και ύστερα, με την εμφάνιση δύο έργων (την Υψικάμινο του Εμπειρίκου και το Μυθιστόρημα του Σεφέρη), που εφεξής σηματοδοτούν τις δύο κεντρικές κατευθύνσεις του ελληνικού ποιητικού μοντερνισμού. Το 1935, όμως, είναι η χρονιά κατά την οποία αναγνωρίζεται από πολλούς κριτικούς η σημαντική συνεισφορά της γενιάς και στον χώρο της πεζογραφίας.


Τάκης Καγιαλής, Η επιθυμία για το μοντέρνο. Δεσμεύσεις και αξιώσεις της λογοτεχνικής διανόησης στην Ελλάδα του 1930, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, 189-192.

Η λεγόμενη «γενιά του 1930», οι λογοτέχνες δηλ. που παρουσιάστηκαν γύρω από τη χρονολογία αυτή, ανανέωσαν δημιουργικά όχι μόνο την ποίηση αλλά και την πεζογραφία, η οποία […] στα χρόνια 1920-30 φυτοζωούσε σε μια καθυστερημένη επιβίωση της ηθογραφίας περιγράφοντας τη μίζερη ζωή της φτωχογειτονιάς. Οι νέοι λογοτέχνες έστρεψαν τη ματιά τους προς ευρύτερους ορίζοντες, ζήτησαν να ανιχνεύσουν ψυχολογικές καταστάσεις συνθετότερες, να αντιμετωπίσουν προβλήματα κοινωνικά και ανθρώπινα, προσπάθησαν ακόμη να ξεπεράσουν τα στενά ελληνικά όρια και να πορευτούν παράλληλα με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή πεζογραφία. Τέλος δοκίμασαν επίμονα, ξεπερνώντας τα όρια του διηγήματος και της νουβέλας, να εκφραστούν με το κατ’ εξοχήν σύγχρονο μέσο, το μυθιστόρημα. Με συνείδηση καθαρά λογοτεχνική ζήτησαν ακόμα μιαν ανανέωση και στο ύφος και στη γλώσσα, ξαναπιάνοντας την παράδοση των πιο δόκιμων πεζογράφων του δημοτικισμού (του Καρκαβίτσα π.χ. ή του Βλαχογιάννη), πλουτίζοντας όμως την εκφραστική γραφικότητα εκείνων με μια σύγχρονη, μεστότερη γλωσσική αίσθηση.


Ένα γεγονός άσκησε μεγάλη επίδραση στους λογοτέχνες της γενιάς αυτής, γεγονός που ρίχνει τη βαριά σκιά του σε όλη τη μετέπειτα λογοτεχνική παραγωγή και σε όλη την πνευματική και την κοινωνική οργάνωση: η Μικρασιατική καταστροφή και η ανταλλαγή των πληθυσμών που ακολούθησε […]. Ιδέες και όνειρα που έτρεφαν τις προηγούμενες γενιές για την αποκατάσταση του ελληνισμού στα πρωτυτερινά όρια του βυζαντινού κράτους, κατέρρευσαν μονομιάς τον Σεπτέμβριο του 1922, και μια καινούρια τραγικότητα και σοβαρότητα αντικατέστησαν τον προγενέστερο κάπως χιμαιρικό ρομαντισμό. Η γενιά του 30 εκφράζει στη λογοτεχνία την καινούρια αυτή ωρίμανση.


Λίνος Πολίτης, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1998 (9η έκδ.), 302.


Οι συγγραφείς που δημοσίευσαν το πρώτο τους μυθιστόρημα αυτή την περίοδο μπορούν να διαιρεθούν σε τρεις ομάδες. Στο κέντρο κάθε ομάδας υπάρχει ένας κύκλος ατόμων, που συνεργάζονταν και είχαν κοινούς στόχους, τους οποίους συχνά υιοθετούσαν, αφού πρώτα τους προσάρμοζαν, και άλλοι συγγραφείς έξω από τα στενά όρια της ομάδας. Η πρώτη ομάδα που εμφανίστηκε ήταν αυτή που ονομάστηκε ‘Αιολική Σχολή’. Και οι τέσσερεις μυθιστοριογράφοι της ‘σχολής’ αυτής [Φώτης Κόντογλου, Ηλίας Βενέζης, Στράτης Μυριβήλης, Στρατής Δούκας] είχαν προσωπικές εμπειρίες από το βίαιο ξεριζωμό του ελληνικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας το 1922. Αυτοί είδαν τη μυθιστοριογραφία ως τρόπο για να επικοινωνήσουν και να κρατήσουν ζωντανά στη μνήμη τα ιστορικά γεγονότα. Οι συγγραφείς της δεύτερης ομάδας, μερικοί από τους οποίους επίσης ξεριζώθηκαν από τη Μικρά Ασία, συμμερίζονταν τους, σε γενικές γραμμές, ρεαλιστικούς στόχους της πρώτης ομάδας, αλλά επέμεναν να προσβλέπουν στο μέλλον παρά πίσω στο παρελθόν. Κάποιοι από αυτή την ομάδα συνδέθηκαν με το περιοδικό Τα Νέα Γράμματα, που ιδρύθηκε το 1935, και η δράση στα μυθιστορήματα και τα διηγήματά τους εκτυλισσόταν κατά κύριο λόγο σε ένα σύγχρονο αστικό περιβάλλον. Πολλά έργα τους αντιμετώπιζαν, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, κοινωνικά και/ή ιδεολογικά θέματα και τα περισσότερα έφεραν ένα βαρύ ιδεολογικό φορτίο. Τέλος, σε πλήρη αντίθεση προς τις δύο προηγούμενες ομάδες, βρίσκεται η ομάδα των συγγραφέων που έχουν κέντρο τη Θεσσαλονίκη και το περιοδικόΜακεδονικές Ημέρες, που ιδρύθηκε το 1932. Αυτοί οι συγγραφείς αδιαφόρησαν πλήρως για την ακριβή αναπαράσταση της πραγματικότητας και έδωσαν αποχρώσεις δικές τους στους εσωστρεφείς πειραματισμούς που χαρακτήρισαν το Μοντερνισμό της περασμένης δεκαετίας στην Ευρώπη.


Roderick Beaton, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία. Ποίηση και Πεζογραφία, 1821-1992, μτφ. Ευαγγελία Ζουργού-Μαριάννα Σπανάκη, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1996, 180.


Πηγή : http://www.greek-language.gr/Resources/literature/education/literature_history/search.html?details=39

Ελένη Νταϊνά Ό,τι αρχίζει ωραίο



Ό,τι αρχίζει ωραίο τελειώνει με πόνο
Οι πικραμένες καρδιές το ξέρουνε μόνο

Είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια
Ο βοριάς θα στα κάνει συντρίμμια, κομμάτια

Στη ζωή ξεκινάμε με όνειρα χίλια
Τα γκρεμίζει ο πόνος, η φτώχεια κι η ζήλεια

Είναι κακό στην άμμο...

Πικραμένοι κι οι δυο κλαίμε τη συμφορά μας
Τη χαμένη αγάπη, την πρώτη χαρά μας


Είναι κακό στην άμμο...






Στίχοι: Ελένη Νταϊνά

Μουσική: Σπύρος Σκορδίλης

Ερμηνείες :
1. Σπύρος Σκορδίλης Φωνητικά: Λένα Νταϊνά
2. Λίτσα Διαμάντη & Μπάμπης Τσετίνης
3. Πάνος Γαβαλάς
4. Γεράσιμος Ανδρεάτος Φωνητικά: Ελένη Τσαλιγοπούλου
5. Γιάννης Κότσιρας
6. Πόλυ Πάνου
7. Τόλης Βοσκόπουλος

http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=7821

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Έμυ Τζωάννου, Σαν ήλιοι !




Έλαμψαν οι ζωές μας
σαν ήλιοι
στις παραλίες των αστεριών

Σήμαναν τα σήμαντρα
το σμίξιμό μας
στα σεντόνια των κυμάτων

Άστραψαν τα καλοκαίρια μας
σαν ζωγραφιές
στους θριάμβους της χαράς !

© Έμυ Τζωάννου

Δημήτρης Ιατρόπουλος, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ



ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ

*Επιτέλους! Ας ανοίξει ο μυστικός δρόμος, Ας περάσουν μπροστά Τα αλλιώτικα μηνύματα Έστω κι αν λυγίσει, -Όμως δεν θα σπάσει- Η ατσάλινη ίνα της διαδρομής μας..

*Θα μας πουν ιδιαίτερους οι φίλοι Ξεχωριστούς οι αγαπημένοι μας Παράδοξους οι επιφυλακτικοί Επικίνδυνους οι κακόβουλοι Ανατρεπτικούς οι εχθροί μας Εξεγερμένους οι ιστορικοί..

*Επιτέλους λοιπόν! Βγάλε Ελλάδα, τα Κλειδιά, Κι άνοιξε τη μεγάλη πόρτα Να ξεχυθούν τα Απροκάλυπτα Όνειρα Να θριαμβεύσουν τα Απόκρυφα Περάσματα Να θεραπεύσουν τις ανωμαλίες Τα Ιερά Προστάγματα Να ξαναγεννήσουν την ένδοξη χαρά Οι Φοβεροί Παιάνες..

*Επιτέλους ανδρωθείτε! Μεσήλικες λυγμοί Κουρασμένα παράπονα, Θλιβερά τοπία, διαγραφείτε, Απ το χάρτη της ανάσας μας

*Ζητάω μια Νεολαία Να φορέσει την ώρα της Ιστορίας Να δικάσει τους κήνσορες της παρακμής Να χαράξει την καινούργια ανάγκη Να οδηγήσει τον λαό μου στο δρόμο του..

*Επιτέλους Ελλάδα μου! Βγάλε απ το μυστικό ερμάρι, Τα δοξασμένα σπαθιά Τους χάρτες με των άστρων τα περάσματα Τους Ιερούς Στοχαστές Και τους Άγιους Στρατηλάτες σου, Τους Ποιητές σου και τους Γεωμέτρες..

*Μια φούχτα κρυμμένος ήλιος Ένα δακρυσμένο πεύκο Κι ένα παμπάλαιο τραγούδι Είναι όλο κι όλο το προσφάι μου, Πατρίδα μου, χιλιοπροδομένη Κυρά της Ανθρωπότητας..

*Δεν έχω τίποτε άλλο να σου δώσω, Λίγα γραμμένα λόγια Κι ακόμη πιο λίγα άγραφτα Είναι η ζωή μου όλη..

* Όμως αν μου βγάλεις μπροστά Ένα πανάξιο τέκνο σου, Να πάρει τον Καιρό στα χέρια του, Να ξέρεις, εγώ θα έρθω δίπλα του, Να προστατέψω τη γλώσσα του, Να ξεσκονίσω το Χρέος του, Να τραγουδήσω τη Μοίρα του..

*Επιτέλους Ελλάδα μου! Φέρε μου εδώ, τώρα, αμέσως, Έναν Αληθινό Μπροστάρη..

*Γιατί, Δεν δέχομαι να έρθω στην κηδεία σου, Δεν καταδέχομαι να ζήσω σκλάβος Δεν παραδέχομαι πως όλα τέλειωσαν Μπότζι είναι, θα περάσει, Θα ξανανθίσουν οι πασχαλιές Θα ξαναπαίξουν τα παιδιά στις γειτονιές Θα ξανατραγουδήσουν τα πουλιά..

*Μόνο ν’ ανέβει τα σκαλιά της Ιστορίας, Ένα ένδοξο πρωί, Αυτός, Ο Ένας!

*Θα τον περιμένω, όσο η ανάσα μου Θα λάμπει στα σπλάχνα μου Όσο η ψυχή μου Θα φωτίζει τους δρόμους μου Όσο το μυαλό μου Θα κεντάει μεθοδικά την αλήθεια..

*Κι όσο οι Αγέννητοι Έλληνες Θα μου στέλνουν μηνύματα Όπως ετούτο που μόλις τώρα σου χάραξα Με τη ματωμένη πένα μου, Πατρίδα μου.

*Μεγάλη Κυρά της Ανθρωπότητας..
------------------------------------------

ΙατροπουλοςΑ Δημητρης
27/7/2014

Πόπη Συνοδινού, -Η ευδαιμονίζουσα γαλήνη-



Η ευδαιμονία μου σήμερα, μάλλον μοιάζει με την γλυκύτητα που έχει το μετάξι.
Δεν φυσάει, και αυτήν την ώρα οι ταράτσες είναι σαν μισογερμένες στον ήλιο.
Μια ησυχία απλώνεται στο χωριό που σπάει από τις φωνές των παιδιών και των σκύλων. Και ναι, που και που κάποιο γαιδούρι φωνάζει στο άλλο που βρίσκεται στο απέναντι χωριό.

Καθώς ανέβαινα στο σπίτι γυρίζοντας από μια υπέροχη θάλασσα φαντάστηκα μια γκέισσα να ανοίγει ένα τεράστιο κλουβί σαν δωμάτιο κι από μέσα του να λευτερώνονται και να πετούν στον ουρανό χιλιάδες πουλιά με κόκκινες και μπλε ουρές. Γέμισαν τα μάτια μου χρώμα..
Η ευδαιμονία συνήθως συνοδεύεται από πολλά πυρακτωμένα συναισθήματα και μια απέραντη κοιλάδα υψηλής συγκίνησης. Εγώ σήμερα έχω την σιγουριά της, ξέρω πως την έχω αλλά έχω και μια απέραντη γαλήνη.
Αυτήν πως ξέρω που είμαι και τι είμαι.

Είμαι ένας σπόρος που αντιλαμβάνεται διαφορετικά το δέντρο και την φτιαξιά του, δεν μπορώ να μην δω πως είμαι ίδια με τους άλλους μα και τόσο διαφορετική.
Από παιδί έψαχνα αυτό που δεν φαίνεται με τα μάτια, τούτο το νησί με βοήθησε σε αυτό και με καθοδήγησε με τον τρόπο του.
Αυτόματα μυήθηκα στα μυστήρια και στην ανακάλυψη του κόσμου εδώ..

Αγαπώ τις γυναίκες που μπορούν να πουν αν δεν σε ξαναδώ θα πεθάνω, όχι εκβιαστικά ή με ύπουλα κι υπόγεια αισθήματα, απλά θα πεθάνουν χωρίς την θωριά εκείνου του άντρα στην καρδιά τους.
Αγαπώ τους άντρες που μπορούν να πουν σε μια γυναίκα είσαι όλος ο κόσμος και να εννοούν όλος ο κόσμος, όχι απλά ο δικός τους..
Η ευδαιμονία που έχω σήμερα υπάρχοντας μέσα στο νησί μου είναι η απλή αίσθηση πως θέλω και μπορώ να φτάσω μέχρι το τέλος του κόσμου..
Ανάβω τσιγάρο, τακτοποιώ ένα σι ντι με μπλουζ και χαμογελάω, έτσι αβίαστα.
Σήμερα δεν θέλω να καταλάβω κανέναν και να μην συγχωρήσω κανέναν.
Δεν μου γουστάρουν τα εν βρασμώ ψυχής, γουστάρω τα εγκλήματα που σκοτώνουν μονάχα όλα τα άρρωστα εγώ.

Μαλάκα, τίποτε δεν είσαι, μου λεω απλά, είσαι όμως και τα πάντα.
Όλα αυτά που δεν βλέπουν τα μάτια μου αγαπώ κι από αυτά που βλέπω αγαπώ
τα περισσότερα..
-Η ευδαιμονίζουσα γαλήνη-

Δήμητρα Καββαδία




Ας συνεχίσουμε να πετάμε κι ίσως κάποτε μάθουμε να πατάμε γερά στη γη.

Δ.Κ.

Δήμητρα Καββαδία

27/7/2014




Ζωή Μοναστηριώτη με Δήμητρα Καββαδία.
27/7/2014

Ένα τετράδι() '' ντυμέν() '' μπλε,

μια ετικέτα - τάξη ΣΤ΄-

΄()μ()ρφα γράμματα, στρωτά.

Μ()΄ν() εκείν() τ() -΄()μικρ()ν- ξεχώριζε.

Πάντα αν()ικτ()΄... ακ()΄μη και σήμερα.
Η απ()στρ()φή στ() μηδέν;

Η αντίσταση στ()ν κύκλ() ;

΄

΄()τι και να φταίει αρν()ύμαι να τ() γράψω σωστά.

Αρν()ύμαι να τ() ζήσω !!!


Δ.Κ. 25/07/2014

Δήμητρα Καββαδία25 Ιουλίου

Χθες βράδυ μ ένα όνειρο μιλούσα.
Ένα βιβλίο με ποίηση, ψυχή, με πόνο γραμμένο.
Είχα πιστέψει σ αυτό. Μ΄ έκαναν κι άλλοι να το πιστέψω.
Μα υπήρξαν και κάποιοι που στάθηκαν στο πλάι μου σαρκαστικά γελώντας, με ψεύτικα λόγια, κολακείες γεμάτα και μ ΄ πεισαν πως αξίζει τ΄ όνειρο να κυνηγήσω, να το ζήσω.
Αχ ψυχή μου πάνσοφη εσύ…
Για λίγο τους πίστεψες και ήθελες ανάσες να χαρίσεις σ’ όσους ποτέ δεν έζησαν.
Μα όχι … η ψυχή δεν αποτυπώνεται, ούτε τυπώνεται, ούτε πουλιέται …
Κι εμείς θα συνεχίσουμε να γράφουμε κι ας παίρνει τις λέξεις ο αέρας, για μας, μόνο για μας.
Όταν η ψυχή έχει την ανάγκη να μιλήσει, κανείς μα κανείς, ούτε εσύ ο ίδιος δεν μπορείς να τη φιμώσεις.
Δ.Κ.·
Δήμητρα Καββαδία
24 Ιουλίου

Θεόφιλος Γιαννόπουλος, Για όλα τα Παιδιά του Κόσμου....Ανθέ μου αγέννητε



Ανθέ μου αγέννητε
Στων στερνών μου λογισμών τα χρόνια 
μια ευχή που χρωστώ θα σου δώσω Παιδί μου: 
Μην ευλογήσεις πόλεμο ποτέ σου 
τίμα τον φτωχό 
και τον αγράμματο σεβάσου 
το χέρι γίνε του τυφλού 
χάρισε ταπεινά λίγη Ελπίδα 
κι ελέησε κι εμένα σιωπηλά 
με της καρδιάς σου την απλότητα 
Αυτά σ’ εμπιστεύομαι καθώς θα φεύγω Γιέ μου 
ένα δαφνόφυλλο 
και χούφτα από λιβάνι να προσεύχεσαι 
έζησα φτωχός, συγχώρα με 
μα όταν το άδικο βιώνεις στη ψυχή 
θα ‘μαι στη σκιά το αναφιλητό σου να μοιράζομαι 
Τούτα σου προικεύω όσο θα γερνάω Κόρη μου 
παρακαλώ, μη μου θυμώσεις 
καμπούρα έκανα να προσκυνώ 
όμως εσύ μην γονατίσεις σε άνθρωπο ποτέ σου 
και σαν κουράζεσαι απ’ του κόσμου το σκοτάδι 
θ’ ανάβω στη καρδιά μου φώς για να κουρνιάσεις 
Όσα περίσωσα με μόχθο, 
σου τα δωρίζω Ανθέ μου αγέννητε 
πέτρα στη γή, καμένη κι άγονη 
ιδρώτα στο μέτωπο και χείλη στεγνά 
λειψά από όμορφα λόγια και χαμόγελα 
μα να ‘ξερες πόσο ντρέπομαι γι’ αυτό… 
Ας λευτερώσουμε τα χέρια των Παιδιών 
να σμιλεύσουν ουρανό 
ν’ αδράξουν σύννεφα 
και στην λιακάδα των ονείρων τους 
αστέρια να γινόμαστε 
πραγματοποιώντας την κάθε ευχή τους 
λυτρωτικά.. 
© Θεόφιλος Γιαννόπουλος 
Για όλα τα Παιδιά του Κόσμου.... 
2ΟΣ ΠΟΙΗΤΙΚΌΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΌΣ 
ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΎ ΟΜΊΛΟΥ ΜΕΛΊΚΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΧΏΡΩΝ 2014 
Τιμητική Διάκριση 
(Φωτογραφία Στράτος Γιαννόπουλος) 

Θεόφιλος Γιαννόπουλος


28/7/2014 ·


http://taxidiidewn.blogspot.gr/2014/07/blog-post_34.html



Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

Πόπη Συνοδινού, -Η μοναξιά μιας γερασμένης βάρκας-



΄΄Oταν κοιτάζεις μια βάρκα που είναι έρημη, αφημένη κάτω από ένα σμήνος πουλιών,

μια βροχή που δεν έρχεται, που μπορεί να ακούει, την κατακόρυφη και υπόγεια συνομιλία των πλασμάτων που κατοικούν στην θάλασσα, πες μου τι σκέφτεσαι;

Σκέφτεσαι πως ο χρόνος διαστέλλεται και συστέλλεται με την ίδια ευκολία που ένα κατσίκι καθισμένο στην άκρη ενός γκρεμού αγναντεύει το Αιγαίο;

Τα κλαδιά των δέντρων μοιάζουν με τις σκέψεις, κάθε φύλλο ενός δέντρου και μια αισθητήρια απόληξη ή ένα οπλισμένο γερά σύστημα σκέψεων που απελευθερώνουν την δύναμη που διαθέτει το κεντρί μιας σφίγγας.

Ο χρόνος είναι η μέτρηση του θάνατου, όσο υπάρχεις μέσα στον χρόνο με τρόπο αποκλειστικό κι απόλυτο, τόσο ο θάνατος είναι μια μετρήσιμη και υπαρκτή δύναμη..

Όταν κοιτάζεις μια βάρκα που είναι έρημη, αφημένη έξω στην αμμουδιά, σπασμένη και κατεστραμμένη, πες μου μπορείς να ακούσεις μέσα από τα ξύλα της , μπορείς να ακούσεις τις χαρούμενες φωνές των παιδιών που κουβαλούσαν κουβαδάκια και παιχνίδια για την θάλασσα, τις ματιές των εραστών που πήγαιναν σε μια άλλη παραλία , πιο καθαρή, πιο διάφανη, τα χάδια τους τα απαλά, τα χέρια τους κλεισμένα σφιχτά το ένα μέσα στο άλλο και το μυρμήγκιασμα της κοιλιάς τους από την διάχυτη ευδαιμονία;

Μπορείς να φανταστείς το τιμόνι στα χέρια ενός νέου άντρα μελαχρινού σαν παξιμάδι, την ματιά του να σκίζει τον ορίζοντα, την θάλασσα να γλείφει τις πλευρές της βάρκας κι αυτός να σκίζει μαζί της ΄΄ολες τις ακρογιαλιές με την βάρκα που σαν γυναίκα φιλόξενη κάνει μικρά ταξίδια σε ένα άγονο νησί, άγουρο, σεμνό, γεμάτο αγριάδα και μια ταπεινοφροσύνη που μόνο στο Αιγαίο κατοικεί από αιώνες;

Στέκομαι τώρα δίπλα σε αυτήν την έρημη βάρκα που μοιάζει σαν μια πικρή ερωμένη που εγκαταλείφθηκε νωρίς, μπορώ να ακούσω τους στεναγμούς της για την αδυναμία της να τρέξει στα γαλαζοπράσινα νερά της μάνας της και αισθάνομαι.

Κι όπως σαν σκέφτεσαι έναν άνθρωπο είναι σαν να τον σώζεις γιατί τον απομονώνεις από την άβυσσο της μνημης και τον ζωντανεύεις, έτσι νομίζω πως κάνω κι εγώ.
Πως σώζω μια βάρκα, πως κάνω απαλότερο τον πόνο της μιλώντας της και ακούγοντας τους τριγμούς από τα γερασμένα ξύλα της.

Έπειτα σκέφτομαι με πικρία πως προτιμότερο είναι να σώζεις μια βάρκα με την σκέψη σου παρά έναν άνθρωπο.
Ο άνθρωπος έχει την ζωώδη συνήθεια ότι δεν τον εξυπηρετεί να το πετάει και να ξεχνάει την προηγούμενη ζωή του με αυτό...

Γι αυτό πες μου, μπορείς να κλάψεις για μια βάρκα;
Μια βάρκα σε εγκατάλειψη είναι σαν μια καρδιά δίπλα σε ερείπια...

-Η μοναξιά μιας γερασμένης βάρκας-
 

Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος, ορίζοντας

26.7.14

ορίζοντας 

πήγαινε πέρα δώθε
στα σύνορα μιας παρενθέσεως
σαν λέξη ξεχασμένη από τη βιασύνη
του σύντομου επιλόγου

αργότερα στάθηκε στο προάστιο μιας σκέψης
και μάζευε τσουκνίδες και περιστατικά
στιγμές και γεγονότα

λίγα μαυροπούλια σηκώθηκαν
από το κλαδί μιας απόφασης
και χάθηκαν στον ορίζοντα της προσμονής
η πίκρα έγραφε με το χνώτο
στο τζάμι του αποχωρισμού 

άγγιξε την αδιαφορία μιας φήμης
πάγωσαν τ’ ακροδάχτυλά του
μελάνιασαν τα νύχια του
τσακίστηκαν οι καρποί του

ο ορίζοντας στένευε σε μάτι βελόνας
κι από κει περνούσε η μεγάλη έρημος
τα ξεκολλημένα οστά 
και οι ανήλιαγες αποφάσεις

κάποια στιγμή σταμάτησε
άνοιξε το πορτόνι της αγκύλης
και χάθηκε στον αμμόλοφο της συνήθειας

Κωνσταντίνος Κυπριανός Θεοδούσης, Εύφλεκτη φιλία ήσουν…


Εύφλεκτη φιλία ήσουν…
Υψηλόφρονος μανία
στο ακριανό πλήκτρο ενός πιάνου 
όπου τα δάχτυλα γνωρίζουν την υφή του έρωτα
ενόσω ο ιδρώτας μου αγγίζει τον άνεμο.
Ένα κουαρτέτο αυγινό προχωράει στο νησί μας
προδίδοντας τις αναλογίες των ερωτικών ψιθύρων.
Προφορικά διαδίδοντας την ομορφιά σου η μέρα 
καίγεται νεραϊδοπαρμένη στο ζηλευτό σου φως.
Κοκκινόχωμα στο Κυριακομεσήμερο 
παρηγορητικό ελιξήριο το φιλί 
κι η νύχτα φωσφορίζει ασελγώς από το 23ο φεγγάρι
του τελευταίου τέλους…


Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

Γιάννης Στρατής



Κάποιοι Κάνουν Μακροβούτι Σε Θάλασσες

& Κάποιοι Άλλοι Σε Ψυχές. 


Πίνακας :"King Minos Amorgos Island" - Giannis Stratis - Agora Gallery New York City (Φωτογραφία του πίνακα από το αρχείο του ζωγράφου Γιάννη Στρατή στο fb : Giannis Stratis Paintings

Γιούλη Τσουρεκά




Πόσο ακόμη να βυθιστώ στις σκέψεις και στους στοχασμούς μου..! Μία Θάλασσα βαθειά λαχταράω, να βουτήξω μέσα της ώσπου να μου κοπεί η ανάσα.. Όμορφη Μέρα.. Καλημέρα με Χαμόγελα κι Όνειρα Θαλασσινά, για όλους όσους τα Γεύονται.. Για τον Κόσμο Μας Παγκόσμια Ειρήνη, γιατί το αίμα πνίγει, δεν αρκούν πέντε ωκεανοί να το ξεπλύνουν..!! Καλή Συνέχεια με Αγάπη στη Ζωή Μας!! {Γιούλη Τ.}

Γιούλη Τσουρεκά
25/7/2014

Μαίρη Μπριλή, ένα νεογέννητο ποίημα



ένα νεογέννητο ποίημα

Δεν θέλει συμπόνια 
Αληθινή καλοσύνη χρειάζεται
και να είσαι εκεί
όταν ξυπνά ένα νεογέννητο ποίημα.


Την ώρα που διπλώνει τα ποδαράκια του
στα σεντόνια του σύννεφου
και παίζει ξυπόλητο.

Λίγο πριν ακούσεις 
τους ασυνάρτητους φθόγγους
από το κλάμα του

Να σκύψεις στην κούνια
που σαν άστρα έρχονται οι ψυχές
και έχουν την ανάγκη σου
στα πρώτα βήματα της ζωής τους.

Να το κρατήσεις τρυφερά
με τρόπους ευγένειας
και σε κατάσταση απλότητας

Να του μάθεις
τα πρώτα του λογάκια.
Μαίρη Μπριλή
24-7-14
πίνακας Nικόλαος Λύτρας

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

Ιωάννα Φραγκιά, ΓΕΝΝΗΤΟΥΡΙΑ




ΓΕΝΝΗΤΟΥΡΙΑ


- Έχω μέσα μου εικόνες, που θέλω... που πρέπει να γίνουν λέξεις...

- Μίλησέ μου γι' αυτές.

- Δεν μπορώ, θέλω να τις γράψω.

- Να τις γράψεις, λοιπόν.

- Ντρέπομαι να τις δουν...

- Πες μου, ποιες είναι, να πάρεις θάρρος.

- Ντρέπομαι να στις πω.

- Γράψ' τες και κρύψε το γραπτό σου στο συρτάρι.

- Θέλω να τις μοιραστώ με τους άλλους.

- Αλλά ντρέπεσαι.

- Είναι... τολμηρές...

- Να τολμήσεις.

- Λογοκρίνομαι συνέχεια, έχω ένα ψαλίδι στο μυαλό μου και χρουτς! Κόβει κάθε τολμηρή εικόνα, πριν γίνει λέξη.

- Μα αυτό είναι το γράψιμο, η μεταμόρφωση των εικόνων σε λέξεις.

- Θα διαβάσουν ξένοι άνθρωποι, θα δούν λέξεις και θα πλάσουν εικόνες...

- Αυτό είναι το διάβασμα, η μεταμόρφωση των λέξεων σε εικόνες.

- Πώς θα με κρίνουν, γεννώντας μέσα τους τολμηρές εικόνες απ' τις λέξεις μου ; Αλλά ούτε μπορώ να περιμένω άλλο, ήρθε η ώρα της γέννας, θέλω να γεννήσω λέξεις, πάνω στο χαρτί...

- Ποννάει η γέννα, μα βγάζει θησαυρό...

- Κι αν βγάλει τέρας; Αν χάσω το μυαλό μου κάνοντας ωθήσεις πάνω απ' τις αντοχές μου; Αν δω μπροστά μου λέξεις που δεν αντέχω να τις έχω γεννήσει; Αν πουν, κοίτα τον τι πήγε κι έγραψε, τον μασκαρά;


Έριξε κάτω το βλέμμα αποφεύγοντας το χαμόγελό μου, που ήξερε πως έβγαινε από χείλια έμπιστα, από καρδιά ταγμένη στην αξία που ήξερα πως είχε. Κάθισε στο γραφείο αναστενάζοντας, καμπούριασε πάνω απ' τη λευκή σελίδα να μη βλέπω πίσω από την πλάτη του κι άρχισε μυστικά να σκαλίζει λέξεις, Έβγαζε τον αέρα με βογγητά και φυσήματα, γέννα αληθινή, παιδιού πρωτότοκου, θηρίου ολόκληρου που έπρεπε, έτσι είπε, έπρεπε να γεννηθεί!

Πήγα για ύπνο με μουσική υπόκρουση τους αναστεναγμούς του πάνω στο χαρτί. Πότε πότε μουρμούριζε κάποια βρισιά ή μερικές τυχαίες νότες, κάπως παιδικές, ένα λα λα λα άρρυθμο, που με έκανε να χαμογελώ στο σκοτάδι. Τόσο συνεπαρμένος που είχε στήσει όλοκληρο κόσμο μέσα του, φωνές, σάλπιγγες, πόλεμο κι τραγούδια, κοσμογονία αυθαίρετη, παντοδύναμη. Έτριζε η καρέκλα, χτυπούσε πότε το χέρι, πότε το πόδι και πότε ξερόβηχε πριν από εκείνο το αστείο λα λα λα. Ήξερα πως το πρωί θα κρατούσε στα χέρια το νεογέννητο, και λυτρωμένος θα καμάρωνε γι' αυτό, όσο κι αν θα ήταν αμήχανος και ντροπαλός να επιτρέψει στο φως να εισχωρήσει. Επιτέλους...!

Ιωάννα


φωτο: Colin Campbell













Ioanna Frangia


21/7/2014

Κώστας Καρυωτάκης, Είσαι ψυχή μου





Είσαι, ψυχή μου, η κόρη που τη σβήνει
ολοένα κάποιος έρωτας πικρός, 
που λησμονήθηκε κοιτώντας προς
τα περασμένα, κι έτσι θ’ απομείνει.

Κατάμονη σε μι’ άκρη, όπως εκείνη, 
σε παρατούν ο κόσμος, ο καιρός.
Ένας ακόμη θα `σουνα νεκρός, 
αν οι νεκροί δεν είχαν τη γαλήνη.


Στίχοι: 
Κώστας Καρυωτάκης

Μουσική: 
Λουκάς Θάνου

1. Νίκος Ξυλούρης

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Γαβρίλης Ιστικόπουλος, Κόκκινη κλωστή δεμένη...


Κόκκινη κλωστή δεμένη
νέο ταξίδι σε προσμένει
δώσ' του όραμα να ζήσει
κι από έρωτα ν' ανθίσει!

Γαβρίλης Ιστικόπουλος / 20 - 7 - 2014
Παράφραση παραδοσιακού τετράστιχου

Ειδικά αφιερωμένο
στον γιο μου Ορέστη
και σ' όλες τις νέες
και στους νέους
αυτού του τόπου,
που κάτω από άθλιες συνθήκες
ξεκινούν ν' αδράξουν τη ζωή!