28.6.14

αφήγηση
είχε χωθεί στην άκρη μιας αφώτιστης ανάμνησης
και μασούλαγε μελανές στιγμές
και στραγγισμένα ημίωρα
έξω τα βράδια πηγαινοέρχονταν
σαν βιαστικά γκαρσόνια
και ο αέρας κούμπωνε και ξεκούμπωνε
το παλτό της θλίψης
έψαξε με τα δάχτυλα
τους χτύπους μιας διήγησης
τα νύχια του μαύρισαν
οι καρποί του ξεράθηκαν
μετά από λίγο σίγησαν και οι χτύποι
το φως φάνηκε στην αρχή
σαν υπαινιγμός
αργότερα σαν αναστολή
θανατικής ποινής
έγειρε το κεφάλι
ανάμεσα στις χούφτες
η θλίψη του πήρε τ’ ακροδάχτυλα
και τους καρπούς
του άφησε μια ανάμνηση
να την διηγείται
τις αφώτιστες νύχτες
στο νεκρό παιδί
που φύλαγε μέσα του

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου