Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

Γιώργος Δουατζής, από την ποιητική συλλογή του "Σχεδίες", εκδόσεις ΚΑΠΟΝ 2012



Γιώργος Δουατζής, "Σχεδίες"











ΖΩΟΓΟΝΕΣ ΡΙΠΕΣ

Οι ριπές ήταν αδιάλειπτες
με ένα στιγμιαίο σκύψιμο
θα έσωζε την άδεια πια ζωή του
μα το σωτήριο σκύψιμο
θα σκότωνε την περηφάνεια του

Δεν έσκυψε
και οι θανάσιμες ριπές
του χάρισαν ζωή αληθινή
αφού με αυτόν τον τρόπο
πήρε ουσία η ύπαρξή του

Έπειτα
άνοιξε τη μοναδική πόρτα
όπου υπήρχε βήμα
πέρα από το κατώφλι
εκεί που βρίσκονται έφηβες ψυχές
με ίχνη γηρατειών

Όπως ανακαλύπτεις ένα γίγαντα σε παιδικές παλάμες
ή
όπως τρυπούν την κουρτίνα τα χελιδόνια για να φωτίσει
ο άνεμος

Δεν επέτρεψα να του στήσουν ανδριάντα
πάντα σιχαινότανε τις κουτσουλιές...


Κόκκινο
.
Στάζαν οι λέξεις κάτι κόκκινο
αίμα χρώμα
κάτι κόκκινο έσταζαν οι λέξεις
και το ποίημα έδειχνε αιμόφυρτο
.
αλλά κι αν ήτανε κρασί
κόκκινο κατακόκκινο
και μεθυσμένο το ποίημα
πάλι αιμόφυρτο θα έδειχνε
.
σαν το πρώτο παιδικό ποδήλατο
που σκουριασμένο στο υπόγειο
ανακαλεί μνήμες δεκαετιών
κι ακόμα κοκκινίζει τα γόνατα
από παλιές ματωμένες αταξίες
.
Η Ποίηση είναι
— μην ανησυχείς —
με τη σιωπή της γνώσης
κάνει τα όνειρα αληθινά
κι ας είναι αιμόφυρτα ή μεθυσμένα
και φεύγει
μόνο στην πλήρη αποδόμηση κυττάρων

.

, σελ. 33.






ΔΕΚΕΜΒΡΗ ΔΩΔΕΚΑΤΗ

Τούτη η φεγγαροστιχίδα


το ωραιότερο τραγούδι


στα πιο ερημικά γενέθλια


χρόνια μετά


ή



Σαν τον αυτόχειρα


που με το ένα χέρι βουλώνει το αυτί


μην τον ξεκουφάνει


ο πυροβολισμός στον κρόταφο


ή

Εισπράττουν τη μοναδικότητα


εκείνου που φεύγει


μόνο με τη βεβαιότητα της μη επιστροφής


κι έτσι μακραίνουν οι μικροί τους επικήδειους



ΔΕΚΑΝΙΚΙΑ
Μνήμη Γιάννη Βαρβέρη

Μητέρα φέρε εκείνο το κηροπήγιο είπα κι άρχισα να


γράφω με τα δάχτυλα στο σκοτάδι και τότε πήρε να


μικραίνει ο ίσκιος της ώσπου χάθηκε στο φως διότι τι


σκοτάδι θα ήταν αυτό χωρίς το φως έστω πυγολαμπίδας

κι άρχισαν να με κατακλύζουν οι λέξεις


με σκέπασαν ολόκληρο


αλλά αναπνέω βαθιά


γιατί πάντα με στήριζαν οι λέξεις


σαν εκείνα τα ποιήματα


που ήταν δεκανίκια


για να περάσω απέναντι


μα κάθε πέρασμα


είχε ένα ρέμα πιο βαθύ



Μη μου τα πάρετε φώναξα


βασιλιάδες ή πιερότοι


δεν με διασκεδάζετε


κι έδειξα το μηδενικό στην πλάτη μου



Αυτοί θαρρούσαν ότι έπαιζα με τις λέξεις


δεν κατάλαβαν ότι τα δεκανίκια μου


ήταν τα τεράστια στέρεα γεφύρια


που με πήγαιναν πέρα κι από τους ουρανούς


προς...




Γιώργος Δουατζής, από την ποιητική συλλογή του "Σχεδίες", εκδόσεις ΚΑΠΟΝ 2012


























Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου