Κάνε ψαρά, πεζόβολο στ’ ακροθαλάσσι να πετάς,κάνε σε κάδο τρυγητή γλυκά σταφύλια να πατάς·κάνε γκαμήλες να ποτίζεις σ’ έρημο πηγάδι·κάν’ αναγνώστη στο Ναό να ψέλνεις και να θυμιατάς—25πού σ’ είδα, γνώριμη αστραψιά στου νου μου το σκοτάδι; Ήσουν ωραίος σαν άγγελος με δυο φτερούγες ανοιχτές,η μια βυθούσε στ’ αύριο, η άλλη χανότανε στο χτες·κάτι στο χέρι κράταγες, γιά φλάμπουρο γιά κρίνο—χορός, που ζεστοκόπησε τις φλέβες μου τις τιναχτές!—30ό,τι ποθώ με πότισες κι ως αγιασμό το πίνω. Μα γιατί μου ’δειξες, καλέ, δόξα πολλή για το παιδί;Αχ, η καρδιά μου δε βαστά, το μέγα ψήλος ναν το δει!Δεν τον αφήνω η Μάνα του μιαν πιθαμή να φύγει!Μη μεγαλώσει μου ποτές κι όλα τα χρόνια, αυγή βραδί,35πάντα μωρό να σφίγγεται στου κόρφου μου τα ρίγη. ................................... Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;Σε ποιό νησί του Ωκεανού, σε ποιάν κορφή ερημική;Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις.Ξέρω, πως θα ’χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,40που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράξεις. Συ θα ’χεις μάτια γαλανά, θα ’χεις κορμάκι τρυφερό,θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό.45Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης. Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό,να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλικι ύστερ’ απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι θα κοιτώ50που θα παγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι… Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,κι η Αλήθεια σού χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μην τα πεις.Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.55Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν. Όχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά.Στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!—Ω! πώς βελάζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσο…—Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά60την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω! Κώστας Βάρναλης Σκλάβοι πολιορκημένοι, Μέρος πρώτο Το Θεϊκό ήτοι Το Ανθρώπινο Πάθος, Πόνοι της Παναγιάς Πηγή : https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=4&text_id=466
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου