Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

Το Κάψιμο της Στέγης Κωνσταντίνος Κόλιος






Πήρε φωτιά το σπίτι μου, όχι μεταφορικά, κυριολεκτικά πήρε φωτιά.
Πάντα το έλεγα πως αυτή η φωτιά που με καίει μία μέρα θα εξακοντιστεί.
Για την ακρίβεια κάηκε η σκεπή, ζω σε ένα σπίτι ξεσκέπαστο, η μανία μου να ξηλώνω...
Απ’ τη μία με παγώνει ο χειμώνας, απ’ την άλλη με πυρώνει το τζάκι,
γυρίζω εναλλάξ τις πλευρές μου και διατηρώ φθινόπωρο.


Το πήρα καλά, ψύχραιμα είπαν οι πυροσβέστες. Η αλήθεια είναι πως έδειχνα ψύχραιμος αλλά ήμουν απορημένος, προσπαθούσα να καταλάβω. Τη ζωή να καταλάβω. Έλειψα για δύο ώρες, έφυγα με καλή διάθεση και κατέβηκα μία βόλτα ως τη θάλασσα, κι όταν επέστρεψα βρήκα ένα πλήθος συγκεντρωμένων ανθρώπων, να κοιτάζουν το σπίτι έντονα, δύο πυροσβεστικά οχήματα και πέντε αξιέπαινα παλικάρια της πυροσβεστικής, να δίνουν μάχη με τις φλόγες.
Από κάποια απόσταση ακόμα κατάλαβα. Άκουγα σαν από μακριά να μού λένε κουράγιο και κουράγιο. Εγώ δεν είχα αισθήματα. Κουράγιο; Για ποιο πράγμα να κάνω κουράγιο.
To κουράγιο σε μένα στοίχειωσε, ενσωματώθηκε στην ύπαρξή μου, δεν χρειάζομαι επιπλέον κουράγιο για μία ζημιά, η ζωή μας είναι τέτοια που χρειάζεται κουράγιο.

Είπαν πως έφταιγε η ξυλόσομπα κι η ξυλόσομπα έφταιγε. Για όλους εκτός από μένα. Η δική μου ερμηνεία είναι πως η ζωή ευθύνεται απ’ τη γέννηση ως το θάνατο. Τα μυστήρια και τα ανεξήγητά της. Οι δρόμοι και τα σταυροδρόμια της, οι συγκυρίες και οι δοκιμασίες, οι κρυφοί λόγοι που έχουν να συμβαίνουν τα πράγματα. Κι αυτά δεν μπορείς να τα δικάσεις, ούτε να τα καταδικάσεις και να τα κρίνεις. Μα στα χαρτιά γράφτηκε πως έφταιξε η ξυλόσμπα. Ωραία λοιπόν, και ποιος είμαι εγώ που θα το αμφισβητήσω. Η ξυλόσομπα θέλετε; Η ξυλόσομπα έφταιξε.


Το πήρα καλά, το πήρα ζεστά χειμώνα καιρό. Κάνει λίγο κρύο, δεν βαριέσαι, και μες το καλοκαίρι πάντα λίγο κρύο έκανε.
Ταβάνι έχασα, δεν έχασα δα και πάτωμα.


Γνώρισα, έμαθα, δύο παλικάρια είδα πρώτα τον καπνό, κι αφού όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά ανησύχησαν. Έτρεξαν, φοβήθηκαν πως είμαι στο σπίτι, σε κάποια γωνιά λιπόθυμος, έσπασαν το τζάμι του παραθύρου, διέσωσαν όσα πράγματα μπόρεσαν, έκαναν επάξια το καθήκον του συνανθρώπου. Κάλεσαν την πυροσβεστική, ήρθαν γοργά, όλα κύλησαν τέλεια. (Τέλεια?) Ναι, τέλεια, καταστροφικά βέβαια αλλά τέλεια.


Όσο για τη σκεπή ποτέ μου δεν την χώνεψα. Τώρα βλέπω, μίλησαν οι φλόγες κι είπαν θα σου πάρουμε την σκεπή. Και την πήραν. Τώρα μπορώ να κοιμηθώ ήσυχος.


Κι αν κλάψω και λιγάκι σε μια γωνιά μοναχός δεν χάθηκε κι ο κόσμος.
Νομίζω πως χαίρομαι και λίγο κατά βάθος, γιατί λιγοστεύουν αυτά που θα μπορούσα να χάσω, και να μείνω άτρωτος στην απώλεια.
Να μην έχω τίποτα να χάσω. Θα ήμουν ελεύθερος.

Το Κάψιμο της Στέγης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου