Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2013

Το άνθος της μπαμπακιάς, Γαβρίλης Ιστικόπουλος

Αποσπάσματα από την ποιητική συλλογή 
"Το άνθος της μπαμπακιάς" του Γαβρίλη Ιστικόπουλου - Άνεμος εκδοτική

Γνωριμία 
Σ’ αυτόν εδώ τον χώρο

πάνω στο άνθος 

της μπαμπακιάς,

απλώνομαι

αιθέριος εραστής

πέρα από κάθε τέλος

και η ζωή μου

λυμένη

απ’ το κράτημα του χρόνου,

αγγίζει για πρώτη φορά

τ’ αληθινό της σώμα.

Έτσι περπάτησα...

...Ύστερα, αντέταξα τα χέρια μου
στο πέτρινο φως της λήθης,
άφησα τα μάτια μου να σηκώσουν
στα χωρίς σιτάρι χωράφια
τις γαλβανισμένες βροχές,
ανοίχτηκα με την ώρα μου
σ' όλους τους ουρανούς,
πλησίασα, μπήκα στην κάψα
των αστρικών Σου λογισμών,
ήπια επανάσταση και ...μέθυσα...

Έτσι περπάτησα, όλο τον δρόμο
π' ανοίχτηκε πάνω στ' αστέρι
π' αφήσανε τα μάτια Σου,
χαϊδεύοντας τη θύμηση μου
με τα δαχτυλικά Σου αποτυπώματα
και το κορμί Σου
με το ύστατο αγκομαχητό μου...
Ακούστε το (Βίντεο: Χρήστος Ζουλιάτης [Christos Zo])


Διαδρομή
Αυτό το σώμα
το φτιαγμένο δίχως κλώνους,
το ξεχασμένο
σε μια του κίνηση
της εφηβείας,
το με τέσσερα θηλυκά
αστέρια
σε κάθε αυγή του,

αυτό το σώμα
της υπομονής
και της οργής,
το σχισμένο απ’ αρμονίες
κόκκινων τόπων,
το του Ηλιακού φάσματος
και το με άνθη
των Ζωδιακών λειμώνων στολισμένο,
το σώμα
των απόμακρων ψίθυρων
και των άγουρων μπλάβων ουρανών,

κουβάλησα σήμερα
μπροστά σου,
πληρώνοντας διπλά
τα μεταφορικά
στους ανιστόρητους
κουβαλητές μου,
για μια μόνο στιγμή

της μεγάλης μου δικαιολογίας.

... κι είπα μέσα μου·
πώς και δεν έμαθες
ν’ αλλάζεις
αυτό το πετσί του σπαραγμού,
πώς και δεν άκουσες
τις φωνές των αστεριών
π’ αργυρώνουν το σκοτάδι,
τις ρυτιδιασμένες αλήθειες
των γέρικων δέντρων,
που ενεδρεύουν
να πουν
το στερνό τους παραμύθι;

το ακροτελεύτιο ποίημα της ενότητας - Διαδρομή -


Αίμα μου πικρό...

Α, αίμα μου πικρό
μαστιγωμένου ελαφιού,
σε βύζαξαν μονορούφι
κι η μοίρα σου απονήρευτη,
με φωτοστέφανο από νέον,
σε κανακεύει με σπασμούς
και νάιλον αρχαγγέλους.

Α, αίμα μου πικρό,
αύριο, με δύο στάρια,
ας φτιάξουμε ψωμί για όλους.


Ωσαννά του Μεγάλου Πόθου.

Τώρα πορεύομαι με τα βλέμματα 
που το 'σκασαν τη νύχτα.
Μέσα τους αστράφτουν οι προπάτορες μου
ντυμένοι Μούσες και Απόλλωνες
και στις φτερούγες τους ο λόγος μου,
στυλώνοντας το κορμί του
στ' ανάμεσο δύο αναρχικών ανέμων,
ακροβατεί στους ισημερινούς
ενός καινούργιου χάους.

Απατώ τον χρόνο με τις ίδιες του τις φλέβες.

Τα λόγια μου μεθούν 
με τους ήχους του παράλογου
κι ένα ένα λιώνουν σαν κόμποι από μολύβι
μες στα πάθη μου.

Είμαι ταμένος του Θεού μου
τα ερωτικά καπρίτσια να υπομένω, σκέφτομαι.

Η μνήμη μου μπερδεύεται
στα πόδια ενός Πήγασου,
ιονίζει τα μόρια της,
ξεφεύγει απ' το κέντρο της
και αυτοπυρπολούμενη γίνεται Ωσαννά
του Μεγάλου Πόθου.


Η γλυκιά πλάνη...

''... Κι είπα μέσα μου...
Πως και δεν έμαθες ν' αλλάζεις
αυτό το πετσί του σπαραγμού,
πως και δεν άκουσες
τις φωνές των αστεριών
π' αργυρώνουν το σκοτάδι,
τις ρυτιδιασμένες αλήθειες
των γέρικων δέντρων,
που ενεδρεύουν να πουν
το στερνό τους παραμύθι;

... Κι είπα μέσα μου...
Η γλυκιά πλάνη της ψυχής σου
φυγαδεύτηκε απ' την ελπίδα σου.
Που πας;






Γαβρίλης Ιστικόπουλος









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου