Ολβία Παπαηλίου, Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό ένατο)
Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό ένατο)
30 Νοεμβρίου 2013 στις 12:04 π.μ.
Είχε ο ΧατζηΡεΐσης το δώρο του να ξεμυαλίζει τα πουλάκια και να 'ρχονται να του ετραγουδούνε - και άρα είχε την καρδιά ησυχασμένη ότι η Γαρδενιώ με τον καιρό θα ξεφοβείτο το μουστακάκι του και το μικρό σπαθάκι, και γενικώς θα του 'δειχνε αγάπες - μόνο λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο και πολύ σύντομα θα του ερχόταν ο ένας ο ταμπλάς! Την πρώτη μέρα που την είδε ως η δεσποινίδα (γιατί τις πιο παλιές φορές θυμόντα την που σκλήριζε και μπουσουλώντας επήγαινε επάνω στα χαλιά - και τώρα με τα λουστρινάκια της και τα καλτσούδια της που πέφταν σοσονιστά, και τα τσουλούφια από το καπελάκι εκατέρωθεν των παριών), ήτανε ένα χάρμα! Αλλά, για ντροπαλή και φοβισμένη - μόνο για μερικά λεπτά, και ύστερα - να πιάνει το σπαθάκι, να τον ρωτάγει και μαθές, πόσους καλέ κουρσάρους έχειτε σκοτώσει; Και ήθελε να μάθει - άμα ήξερε εκείνος τη μαμά της, άμα ήτον εκείνη τόσο ωραία σαν που οι όλοι λέγανε, κι αυτό, κι εκείνο - και που τον φλόμωσε: σκεφτόταν πόσο και να την άντεχε η παραμάνα της, αυτή η τουρκοπούλα της Εσθέρας η παλαιά η καμαριέρα - την είχαν φέρει ο Ντημίτ κι η Αταξία - όνομα πράμα, έπρεπε να της το δώσει της μικρής πως ήτανε το μάτι της σαν όπως κοφτερό είναι και αληθές ωσάν το στόμα των ανηλίκων - από τρελό κι από παιδί μαθεύγεις την αλήθεια - και η αλήθεια ποιά να ήτον, αυτή η Ευταξία, σαν κάπως βάδιζε στρατάρχικα, αμέ όμως του άτακτου στρατού, μιας ανταρσίας. Τι να σημαίνει άραγε αυτό; Όμως, την ταλαιπωρημένη Κεριμέ, όπου την είχε η Γαρδενίς η δεσποινίς κατακατσιάσει, και δώστου αγκαλιές δώστου αγάπες, λες και της περισσεύγαν τα μπρατσάκια της και ήθελ' επειγόντως όπως τα μοιραστεί. Έτσι λοιπόν, αφού γαρδέλιζε όλο τιτιβισμούς, κι έτρωγε πεταχτά την Πες Μελμπά της, μετά κάποια στιγμή βαραίναν τα ματάκια της, μισοκοιμότανε πάνω στην Κεριμέ - ενώ οι άλλοι, οι μεγάλοι - συζητούσανε για μετοχές, για το γερμανικό το σιδερόδρομο που υποσχόταν όπως ενώσει την ΕιςτηνΠόλη με τ' Αφιόν Καραχισάρ - και με τη Σμύρνη! Είχαν οι δυο φίλοι ταξιδέψει και με το Οριάν Εξπρές - κι αναρωτιούνταν πίνοντας καφέ και με τα πούρα τους, πότε θα ερχόταν μια τέτοια πολυτέλεια στις πιο κοντινές περιοχές - Ευταξί Χανίμ - θα σε άρεζε να βλέπεις τον κόσμο να προσπερνείται όπως ακουαρέλα - και όπως περνούγαμε από τις εξοχές τις γαλλικές, βαμμένα τα χωράφια από τις παπαρούνες, κατακόκκινα ήταν τα γκελιντζίκια τους, μη βλέπεις που εδώ έχουμε παπαρούνες μπλε, χώρια τις άλλες! Επίσης, για το πώς προχώραγε ο κήπος του Ρεΐση - είχε κι ακόμα πιο πολύ γεμίσει με νεραγκούλες άλλοτε ολόσφιχτες που μοιάζανε ολάνθιστα κρεμμύδια, τροφαντά. Τις πεονίες, που έπεφταν χορεύοντας σα μπαλαρίνες. Τα δέντρα της μαγνόλιας όπου ήτον τα άνθη ωσάν κεριά μεγάλα και όποτε φυλλορόιζαν ήτανε σαν το χιόνι οπού ΄πεφτε σαν τη σιωπή - όμως εκείνες οι σιωπές οι μοιρασμένες, εκεί εις την πατισερία-κομφισερία με το πολίτικο καϊμάκι - ήτανε μια σιωπή της άνεσης, μια διάκριση τίτλων στρατιωτικών, ανήκαν όλοι τους εις το επιτελείο της Γαρδινέλας - που είχε πάρει καλή συνήθεια όπως να κάθεται και να της στερεώνει η Κεριμέ της στα μαλλιά με τσιμπιδάκια δυο γαρδενίτσες αρχικά που ασημόασπρες και που μέσα στ' απόγευμα είχανε πλέον κιτρινίσει μα μύριζαν το ίδιο ή γλυκύτερα - το κομπλιμάν από τον κήπο του Ρεΐς, που ήθελ' η μικρή όπως κουρσέψει - και απαιτούσε: Αυτά είναι δικά μου, να με τα δώκετε. Έτσι λοιπόν είχε συμβεί να γίνει το Σαμπάτ ξανά αλήθεμα, κι ας παίζανε άλλοι οι πρωταγωνιστές τους ίδιους ρόλους! Και μια φορά, τί γέλιο που είχαν κάνει εκείνοι οι μεγάλοι, οι φίλοι και η Ευταξώ, που άρχισε μιαν ημέρα κι εκείνη να φουμέρνει, ήφερε ένα χρυσαφί πλακέ κουτάκι, ήβγαλε κεχριμπάρινο ματσούκι κι ήβαλε το δικό της σιγαρέττο - και ο ουδείς δεν είχε και εμίλησε, μόνο που κόπει ο Ρεΐς - της άναφκε κι επήρε εκείνη μια βαθία ρουφηξιά - και συνεχίσανε τα λόγια τους, περί των τραπεζών και των επιτοκίων, τα νέα χαράτσια εις την τάξην των εμπόρων, πόσο εκόστιζαν οι ποικιλίες της μαργαρίτας και ποιά σκολεία ήτανε της προκοπής, βλέπετε, πρέπει οπωσδήποτε να μάθει ξένες γλώσσες και ευρωπαϊκές, είμαστε μέλη αυτοκρατορίας, όπως και αν το δγείτε - φίλτατε Σελίμ! Βεβαίως, προπαντός αυτό, Αταξί Χανίμ - είχε περάσει βλέπεις ο καιρός - το όνομά της το καινούργιο της έφερν' ευθυμία της Αταξώς - αχ, το γαρδέλι το Γαρδένι, τους ήφερε το γέλιο πάλι πίσω! Κι έπιασε τότε και ο Δημητρός να τους θυμίζει, δύο Σαββάτα πρι - πώς σε κουτούπωσε παλιόφιλε Σελίμ, και που 'σαι και Ρεΐσης και Χατζής, πολύ που κόφτηκε η νεαρά μας, δε σε τα έλεγα εγώ πώς ήτονα σπιρτόζα; Γιατί, εδώ να δγεις! Είχαν ηπάγει με την άμαξα να πάρουνε γαρδένιες και το ΧατζηΡεΐς μες από το γιαλί - και κεί που ήτανε για να τον περιμένουν - βγαίνει αυτός, και λέει ο μπαμπάς της στη νεαρή αντάρτισσα ή μήπως να την πούμε Καντίνα Βαλιντέ σε μινιατούρα; Της λέγει, το λοιπόν - δε θα του δώκεις του αμτζάΣελίμ ένα φιλάκι; Κι απήντησε με φρύδι σηκωμένο - ίδια σου λέγω ήτονα η μάνα της, την είδες; Άμα το θέλει, να έρθει να μου το ζητήσκει, και θα δγιώ. Και ούτε που κουνήθει από τη θέση της - μέχρι που ήρθες και την παρακάλεσες, και επειδή σου έχει μία αδυναμία - άειντε και σε ηλέησ' ο θεός! Η αλήθεια είναι, πώς ξέρει να κρατεύγει τα γκέμια στη Ναζλού, ξέρει και να την κάμνεικαι πώς να ροβολά - ξέρει και να λυγίζει χωρίς να σπα τα μούτρα της σαν πέβει - αλλά έχει μια δυσκολία ως παίξει με τα συνομήλικα παιδιά που με φοβίζει. Έχει πια έρθει ώρα να πάγει σε σχολείο - αλλά δε θέλουμε να πάγει στις καλόγριες, ούτε στο Παρθεναγωγείον του Πετροκόκκινου - υπάρχει βέβαια η σχολή της Μίσσες Γουίλκινς. Αλλά καταλαβαίνετε - Σελίμ, (έπαιρν' εκεί το λόγο η Αειπάρθενος η Αταξώ) πρέπει και να το προφυλάξουμε, τέτοιο το λουλουδάκι μας - γιατί ειν' οι κεράδες του Μπουρνόβα πολύ καλόγνωμες αλλά γλωσσευτικές, μη μάθει για το πώς απόθαν' η μανούλα της! Ενώ, ελέγαμε - αν πάγαινε στη Σμύρνη, ίσως και να το βάζαμε να είναι εσωτερικό, εσείς τί λέγειτε; Μιλάμε να το στείλωμε εις το Ελληναμερικανικόν - έχουν πολύ ωραίο πρόγραμμα, να τες μορφώνουνε τα κοριτσούδια, και μάλιστα ως και λατινικά, και τους αρχαίους! Μα να ηκούστε, ένα έμβλημα που έχουν - θυμάσαι το, μπρέ Δημητρό; Κι έλεγ' αυτός - κάτι για να υπηρετούνε, ποιός θε να γίνει υπηρέτης; Όμως, του άρεσκε και κείνου του Ρεΐση, όσο και νάναι - να είναι μια γυναίκα αρκούντως υπηρετική, κατά πως πρέπει - κι αυτός, από μεριά του, άμα θα ερχόταν ο καιρός - να την υπηρετήσει ως το γαϊδούρι, ήδη όποτε ειχε θέλει, δεν την εσήκωνε στους ώμους; Και να πηγαίνει το παιδάκι στο σχολείο, είναι αλλιώτικοι καιροί - και είναι και ξυπνή, να μάθευγε να κάμει συζητήσεις - να την έχει σα λαμπερή παρέα, και να λύνουνε κουβέντες για το θεό και για τη φύση των υβριδίων και τις τουλίπες και να τη μαθαίνει λύσεις της άλγεβρας, της φυσικής της αλχημείας. Ναι, και θα μπορούσε να την παίρνει να τη βγάζει περίπατο στη Σμύρνη, όταν επιτρέπετο - να έχει έναν εδικό της τώρα που είχανε οι σχέσεις συσφυχτεί - κι αφού ούτε τον εφοβείτο, και να ηρχόνται και οι φίλοι του οι δύο, ο ΝτημίτΜπέης κι η αδρεφή του η Χανίμ - είμαστε όλοι μας εδώ για να την αγαπήσουμε, να πάγει στη ζωή όπως βρατσέρα, καραβέλα - όμορφο πλοιάριο με περηφανοπλώρη. Θα πάγει κιόλας αύριο να μάθει του σχολειού αυτού το έμβλημα - να είναι η Ευταξία πλέον ήσυχη. Και ναι, θα συμφωνήσει με τα όλα, αρκεί να του εκάμνουν τη χαρά να έρχονται να μένουν μεθ' εκείνου, τους ομολόγησε πως έτσι η ζωή, είχε μια χάρη - και πόση είχε πια αυτός φιλοξενία χαρεί όταν στο κονακλί στο Μπουρναμπάτ; Στο μεταξύ, η Κεριμέ είχε κι αυτή γλαρώσει τα ματάκια της, βρίσκονταν το Γαρδενιώ να έχει πέσει κάτω απ΄το τραπέζι και κοιμότανε στο πάτωμα, η άλλη η μεγαλύτερη να έχει κοιμηθεί εκεί ολόρθη και με την πλάτη της στητή - κι οι άλλοι τρεις να λύνουν και να δένουν για τα πολιτικά, και τις τιμές φορολογίας - τις δυσκολίες να βρουν έναν καλό πεταλωτή, πώς φαινόταν δύσκολο να ζούνε σ' αυτόν τη νέα εποχή της ανυπακοής - έλεγε ο ΧατζηΡεΐσης ότι σ' αυτόν τον πόλεμο, είχε ο ίδιος του και οι άλλοι τριακόσιοι κι εννενηντατρείς οι άντρες του Χαμίντιγιε είχανε παρασημοφορηθεί, αλλά και τί; Ο νέος και ο γενναίος ετούτος κόσμος λίγο τον αφορούσε, προτιμούσε τα παλιά μυστικά και τα μυστήρια του κήπου του, και ας τον έλεγαν οπισθοδρομικό. Σ' αυτό, ίσως να συμφωνούσε κι η Ευταξία, η οποία μόλις είχε θελήσει να τους εκμυστηρέψει τί της είχε συμβεί ίσα εκείνη τη βδομάδα, που είχε πάγει ν' αγοράσει ένα καρότσι για τη Γαρδενία. Ότι είχε υπάγει στο εμπορικό του Κεχαγιά, με τα παιχνίδια - πόλεμος για ξεπόλεμος, έπρεπε τα παιδία να μένουνε παιδία - άσχετον ότι είχε μία σφίξη, και δεν ηρχόντανε παιχνίδια όπως πριν, ώστε, καταλαβαίνει ο καθείς - πώς έπρεπε να διεκδικεί κανείς τη θέσην του. Κι είναι που είναι αυτό το κοριτσάκι μας αγρίμι, χρειάζειται να επειγόντως της αγοράσω ένα καροτσάκι, που τις κουκλίτσες της ακόμα δεν τις παίζει, παρά τις έχει και τις σέρνει όπως βρεθεί, ανάποδες, πιασμένες να χαρείς απέ τα πόδια! Και χρειαζόμην να της φέρω το καρότσι, ήτανε όμως βλέπεις, ένα και μοναχό - κι υπάγω να το πιάκω, να το ιδώ - και ήρχεται από το πουθενά κι απ΄την αντάρκαλε μια ύαινα, και με τ' αρπάσκει απέ τα χέρια! Και πώς να το ομολογήσω πως εστηλώθηκα ωσάν τη στήλη άλατος, δεν είναι αυτή η Σμύρνη ως την ήξευρα, έχει αρχίσκει και δε νοιώθειται για σπίτι μου - μα ευτυχώς, ήρθε μία Κερά και μου επρόσφερε το μπράτσο της, με πήρε αλαμπρατσέτα και μου έλεξε - Αφέτε την, Κερά μου - δε συντρέχει ο λόγος για ν' ανησυχεύεισθε - και θα βρεθούνε καροτσάκια άλλα, βεβαίως καλύτερα. Τόσο συγχίστηκα, της έπιακα το χέρι και την εψύχρανα - Ευχαριστώ σας, Δέσποινα, μα δε νομίζω πως σας έχω μία δοσμένη γνωριμία - και να σκεφτεί κανείς, στις άλλες μας συνθήκες, βεβαίως, θα το εχαίρομην - και μάλιστα πολύ. Ειδέτε όμως τώρα, άλλοι οι καιροί, άλλα τα ήθη - και ούτε έμαθα και πώς να τηνε λέγανε - Ω Τέμπορα, Ω Μόρες, έφυγα τόσο μέσα σε μια πίκα - Σελίμ, πάγει και το Χαμίντιγιε, πάγει κι ο κόσμος όλος!
(συνεχίζεται)
© Ολβία Παπαηλίου, 2013

Η Γαρδένια όταν ακόμα ροβολούσε στις εξοχές του Μπουρναμπάτ, προτού να γίνει πιθανώς εσώκλειστη σε κείνο το σχολείο που είχε ως έμβλημά του το ευγενές ρητό Non ministrari sed ministrare.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου