
Η νύφη, πάντοτε φορούσε μαύρα. Θρηνούσε, λέγανε -
τα άνθη της πορτοκαλιάς, της λεμονιάς και το νεράντζι.
Ξέρεις, τη μυρωδιά της νεραντζιάς όταν σε έκλαιγε, και
τις μικρές ραφές της λεπτομέρειας στα κτίρια που έπεφταν
περήφανα: ο εικοστός αιώνας θα είχε πια περάσει: από εκείνον
πλέον μονάχα απομένουν τα λίγα ψίχουλα κάτω απ΄το τραπέζι,
να έλκουνε τα πλουμιστά πουλάκια. Ζούμε το τέλος, με την ανεμελιά
του αρχαίου γύψου που θρυμματίζεται σε νοσταλγία πούδρας. Οι τέφρες μας,
ενδέχεται ν' αξίζουν το έλεος του κάθε τριαντάφυλλου που βρέθηκε να 'χει
λοξοδρομήσει, αφού ο δρόμος του θα ήταν πάντα ένας, να ενθυμείται τ' άρρητα.
Όμως, υπήρχε πάντοτε μια γλάστρα με ένα μωβ φυτό, τοιχογραφίες που λέγανε
τα σύνορα του πόθου, και πώς αυτός μέσα στο σώμα ίσως να κατοικεί και να εδρεύει,
ελεύθερης βουλής, αναίμακτης μετάγγισης. Τα απογεύματα ήταν μενεξεδένιων ουρανών
κι η νύχτα έπεφτε όχι πολύ απότομα - όταν οι θύρες έκλειναν εις τα νεκροταφεία και στον κήπο.
© Ολβία Παπαηλίου, 2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου