Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

10/12/1963. Ο Γιώργος Σεφέρης γίνεται ο πρώτος Ελληνας που βραβεύεται με Νόμπελ Λογοτεχνίας



«Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, η Σουηδική Ακαδημία έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την υψηλή διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να - εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγγνώμη που ζητώ πρώτα-πρώτα από τον εαυτό μου. (...)»

Στοκχόλμη, 10/12/1963. Ο σπουδαίος ποιητής και διπλωμάτης Γιώργος Σεφέρης γίνεται ο πρώτος Ελληνας που βραβεύεται με Νόμπελ Λογοτεχνίας. Με αυτά τα λόγια ξεκίνησε η ομιλία του, κατά τη λαμπρή απονομή. Διαβάστε το πλήρες κείμενο, καθώς και σημαντικά στοιχεία της πορείας του.

Ο Γιώργος Σεφέρης (Βουρλά Σμύρνης 29 Φεβρουαρίου 1900 – Αθήνα 20 Σεπτεμβρίου 1971) είναι ένας από τους σημαντικότερους Eλληνες ποιητές και ο 1ος εκ των 2 μοναδικών βραβευμένων Ελλήνων με Νόμπελ Λογοτεχνίας -ο άλλος είναι ο Οδυσσέας Ελύτης, έλαβε το Nobel το 1979.


Η ομιλία του Γιώργου Σεφέρη κατά την απονομή του βραβείου Νομπέλ στη Λογοτεχνία



Στοκχόλμη, 10 Δεκεμβρίου 1963

«Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, η
Σουηδική Ακαδημία έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη
επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την
υψηλή διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να - εκφράζω τώρα
τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη
συγγνώμη που ζητώ πρώτα-πρώτα από τον εαυτό μου.

Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν
έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως
του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι
τεράστια και το πράγμα που μας χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε
χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται.
Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν
παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης
είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά· κανόνας της είναι η δικαιοσύνη.
Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που
ξεπερνά το μέτρο, πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες. Ο ίδιος νόμος
ισχύει και όταν ακόμα πρόκειται για φυσικά φαινόμενα: Ήλιος ουχ
υπερβήσεται μέτρα λέει ο Ηράκλειτος, ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης
επίκουροι εξευρήσουσιν.

Συλλογίζομαι πως δεν αποκλείεται ολωσδιόλου να ωφεληθεί ένας σύγχρονος
επιστήμων, αν στοχαστεί τούτο το απόφθεγμα του Ίωνα φιλοσόφου. Όσο για
μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πως η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε
τόσο πολύ διαποτίσει την ελληνική ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας και του
φυσικού κόσμου. Και ένας από τους διδασκάλους μου (εννοεί τον
Μακρυγιάννη), των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: ...θα χαθούμε
γιατί αδικήσαμε... Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράμματος· είχε μάθει να
γράφει στα τριανταπέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλά στην Ελλάδα των
ημερών μας, η προφορική παράδοση πηγαίνει μακριά στα περασμένα όσο και
η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικό το γεγονός
ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την
ποίηση γενικά, ακόμη και όταν αναβρύζει ανάμεσα σ ένα λαό
περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε,
ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την
ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα, και τι θα
γινόμασταν αν η πνοή μας λιγόστευε; Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης κι
ένας Θεός το ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση
εμπιστοσύνης.

Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο γύρω από τούτο το τραπέζι, την πολύ
μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης και
στη λογοτεχνία· παρατήρησαν πως ανάμεσα σ ένα αρχαίο ελληνικό δράμα
και ένα σημερινό, η διαφορά είναι λίγη. Ναι, η συμπεριφορά του
ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως
νιώθει πάντα την ανάγκη ν ακούσει τούτη την ανθρώπινη φωνή που
ονομάζουμε ποίηση. Αυτή τη φωνή που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμή
από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει πού να
βρει καταφύγιο· απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στους
πιο απροσδόκητους τόπους. Γι αυτή δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρά μέρη
του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της
γης. Έχει τη χάρη να αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτή τη βιομηχανία.
Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδική Ακαδημία που ένιωσε αυτά τα
πράγματα· που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης
χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες όπου πνίγεται ο παλμός της
ανθρώπινης καρδιάς· που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανός:

να κρίνει με αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής,

για να θυμηθώ τον Σέλεϋ, τον εμπνευστή, καθώς μας λένε, του Αλφρέδου
Νόμπελ, αυτού του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη
βία με τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του.

Σ αυτόν τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται
όλους τους άλλους. Πρέπει ν αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου κι αν
βρίσκεται.

Όταν, στο δρόμο της Θήβας, ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα, κι αυτή του
έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή
λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας
συλλογιστούμε την απόκριση του Οιδίποδα.»


ΠΗΓΗ: Το κείμενο στα Ελληνικά από τον Τόμο Ένας αιώνας Νόμπελ. Οι ομιλίες
των συγγραφέων που τιμήθηκαν με το Βραβείο Νόμπελ στον 20ό αιώνα,
(Επιμέλεια-Επίλογος: Θανάσης Θ. Νιάρχος), εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2001

http://www.youtube.com/watch?v=SL_IqrNn6e8


Η δήλωση κατά της Δικτατορίας και οι συνέπειές της.

Στις 28 Μαρτίου 1969 -μόλις 2 χρόνια πριν πεθάνει- μιλάει για πρώτη φορά δημόσια κατά της Χούντας. Η δήλωσή του στο BBC έκανε μεγάλη αίσθηση και ενίσχυσε τον αντιδρακτατορικό αγώνα. Ως συνέπεια, του αφαιρέθηκε ο τίτλος του πρέσβη επί τιμή, καθώς και το δικαίωμα χρήσης διπλωματικού διαβατηρίου.







Οπως αναφέρει ο κ. Βλάσης Μαρωνίτης στο κείμενο «Η Ποιητική του Σεφέρη»:

«Παίρνει το Νομπέλ. Του γράφω ένα γράμμα και τον παρακαλώ να μην ξεχνά τα γραπτά του Αρτεμιδώρου. Μου στέλνει μια κάρτα από τη Στοκχόλμη και μου απαντά ότι δεν τα ξεχνάει.
Γυρίζουν και πάω να τους δω. Μου δείχνουν το μετάλλιο του Νομπέλ ολόχρυσο και μεγάλο σαν πιατάκι του καφέ και πολλές φωτογραφίες. Μιλούν και οι δυο μαζί για τη θερμή υποδοχή των Σουηδών, για την παιδική χορωδία που τους είπε «καλημέρα» το πρωί της απονομής, για τη συγκινητική μεγαλοπρέπεια της τελετής, αλλά και για την πρωτοφανή αγνόηση της βράβευσης από το ελληνικό κράτος. Κανείς στο σπίτι, στην απονομή του βραβείου, στο αεροδρόμιο.

«Μα καλά δεν κατάλαβαν καθόλου ότι στο πρόσωπό μου βραβευόταν η Ελλάδα;» αναρωτιέται.
(Τι να πω, ότι εκτός από αδαείς περί την τέχνην είναι και κόπανοι ως πολιτικοί;)
Σκέψου ότι ακούστηκε και αυτό: «Ότι οι Σουηδοί μου έδωσαν το Νομπέλ επειδή πούλησα την Κύπρο στους Εγγλέζους!». Πρώτη φορά τον βλέπω να μιλάει τόσο ζωηρά με πικρία, απορία, αγανάκτηση και αηδία.

Έτσι ο λόγος του Χέντερλιν «Και οι ποιητές τι χρειάζονται σε έναν μικρόψυχο καιρό;» βρήκε επιτέλους το αληθινό του νόημα: Δεν χρειάζονται.»

http://tinyurl.com/cqdqw3w

Η κηδεία του Γ.Σεφέρη







Εργα του Γιώργου Σεφέρη

Υστερόγραφο

Αλλά έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα
και τα χέρια τους είναι λιγνά σαν τα καλάμια.

Κύριε, όχι μ αυτούς. Γνώρισα
τη φωνή των παιδιών την αυγή
πάνω σε πράσινες πλαγιές ροβολώντας
χαρούμενα σαν μέλισσες και σαν
τις πεταλούδες, με τόσα χρώματα.
Κύριε, όχι μ αυτούς, η φωνή τους
δε βγαίνει καν από το στόμα τους.
Στέκεται εκεί κολλημένη σε κίτρινα δόντια.

Δική σου η θάλασσα κι ο αγέρας
μ ένα άστρο κρεμασμένο στο στερέωμα,
Κύριε, δεν ξέρουνε πως είμαστε
ό,τι μπορούμε νά είμαστε
γιατρεύοντας τις πληγές μας με τα βότανα
που βρίσκουμε πάνω σε πράσινες πλαγιές,
όχι άλλες, τούτες τις πλαγιές κοντά μας·
πως ανασαίνουμε όπως μπορούμε ν ανασάνουμε
με μια μικρούλα δέηση κάθε πρωί
που βρίσκει τ ακρογιάλι ταξιδεύοντας
στα χάσματα της μνήμης-

Κύριε, όχι μ αυτούς. Ας γίνει αλλιώς το θέλημά σου.



Ο Στρατής Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους.

Δεν έχει ασφοδίλια, μενεξέδες, μήτε υάκινθους·
πως να μιλήσεις με τους πεθαμένους.
Οι πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τη γλώσσα των λουλουδιών
γι αυτό σωπαίνουν ταξιδεύουν και σωπαίνουν, υπομένουν και σωπαίνουν
παρά δήμον ονείρων, παρά δήμον ονείρων.

Αν αρχίσω να τραγουδώ θα φωνάξω κι ας φωνάξω—
Οι αγάπανθοι προστάζουν σιωπή
σηκώνοντας ένα χεράκι μαβιού μωρού της Αραβίας
ή ακόμη τα πατήματα μιας χήνας στον αέρα.

Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί·
πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστερα γιατί πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς
για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω.
Αλλιώς δε γίνεται, μόλις με πάρει ο ύπνος
οι σύντροφοι κόβουνε τους ασημένιους σπάγκους
και το φλασκί των ανέμων αδειάζει.
Το γεμίζω κι αδειάζει, το γεμίζω κι αδειάζει·
ξυπνώ
σαν το χρυσόψαρο κολυμπώντας
μέσα στα χάσματα της αστραπής,
κι ο αγέρας κι ο κατακλυσμός και τ ανθρώπινα σώματα,
κι οι αγάπανθοι καρφωμένοι σαν τις σαΐτες της μοίρας
στην αξεδίψαστη γης
συγκλονισμένοι από σπασμωδικά νοήματα,
θα λεγες είναι φορτωμένοι σ ένα παμπάλαιο κάρο
κατρακυλώντας σε χαλασμένους δρόμους, σε παλιά καλντερίμια,
οι αγάπανθοι τ ασφοδίλια των νέγρων:
Πώς να τη μάθω ετούτη τη θρησκεία;

Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός είναι η αγάπη
έπειτα έρχεται το αίμα
κι η δίψα για το αίμα
που την κεντρίζει
το σπέρμα του κορμιού καθώς τ αλάτι.
Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός είναι το μακρινό ταξίδι·
εκείνο το σπίτι περιμένει
μ ένα γαλάζιο καπνό
μ ένα σκυλί γερασμένο
περιμένοντας για να ξεψυχήσει το γυρισμό.
Μα πρέπει να μ ορμηνέψουν οι πεθαμένοι·
είναι οι αγάπανθοι που τους κρατούν αμίλητους,
όπως τα βάθη της θάλασσας ή το νερό μες στο ποτήρι.
Κι οι σύντροφοι μένουν στα παλάτια της Κίρκης·
ακριβέ μου Ελπήνωρ! Ηλίθιε, φτωχέ μου Ελπήνωρ!
Ή, δεν τους βλέπεις;
— «Βοηθήστε μας!»—
Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη.

Τράνσβααλ, 14 Γενάρη 42


Αμφότερα, από την ποιητική συλλογή «Ημερολόγιο καταστρώματος Β’» (1944-5)

Πηγή 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου