Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Το καραντί Ν.Καββαδίας




Μπάσσες στεριές ήλιος πυρρός και φοινικιές
Ένα πουλί που ακροβατεί στα παταράτσα

Γνέφουνε δυο στιγματισμένα μαύρα μπράτσα
Που αρρώστιες τα 'χουνε τσακίσει τροπικές

Παντιέρα κίτρινη σινιάλο του νερού
Φούντο τις δυο και πρίμα βρέξε το πινέλο
Τα δυο φανάρια της νυκτός και ο Pissanello
Ξεθωριασμένος απ' το κύμα του καιρού

Το καραντί... Το καραντί θα μας μπατάρει
Σάπια βρεχάμενα τσιμέντο και σκουριά
Από νωρίς δεξιά στη μάσκα την πλωριά
Κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει

Όρτινα δίνει ο παπαγάλος στον ιστό
Όπως και τότε απ' του Κολόμβου την κουκέτα
Χρόνια προσμένω να τυλίξεις τη μπαρκέτα
Χρόνια προσμένω τη στεριά να ζαλιστώ

Φωτιές ανάβουνε στην άμμο ιθαγενείς
Κι άχος μας φτάνει καθώς παίζουν τα όργανα τους

Της θάλασσας κατανικώντας τους θανάτους
Στην ανεμόσκαλα σε θέλω να φανείς

Φύκια μπλεγμένα στα μαλλιά στο στόμα φύκια
Έτσι ως κοιμήθηκες για πάντα στα βαθιά

κατάστιχτη, πελεκημένη από σπαθιά
Διπλά φορώντας των Ίνκας τα σκουλαρίκια

Το καραντί... Το καραντί θα μας μπατάρει
Σάπια βρεχάμενα τσιμέντο και σκουριά

Από νωρίς δεξιά στη μάσκα την πλωριά
Κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει


Το καραντί
Στίχοι:Ν.Καββαδίας
Μουσική:Θ.Μικρούτσικος

4 σχόλια:

  1. Ο ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΗ
    Αφιερωμένο στον δι` Ασυρμάτου φίλο μου καπτα-Νίκο Μυλωνά

    Χρόνια στις θάλασσες ο καπτα-Νίκος.
    Γυναίκες γνώρισ` έγχρωμες, λευκές,
    αδιάφορο το πλάτος και το μήκος.
    Ναι, συν τοις άλλοις είναι και κεκές.
    Χρονιάτικου στο τέλος ταξιδιού του,
    στο σπίτι πια να φτάσει νοσταλγεί.
    Για ησυχία του και του σπιτιού του,
    στη σύζυγό του έτσι τηλεγραφεί:
    Πλοίο παρέδωσα, αύριο φθάνω.
    στο νερό, αν νομίζεις βάλε κάτι,
    βιάζομαι, δεν έχω καιρό να χάνω,
    απόλυσε τον αντικαταστάτη.
    στέλιοσκωστήσπυριδάκης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΘΑΛΑΣΣΑ
    Φαρμάκια ποτίζω
    και παίρνω ζωές,
    μα μόνη ν` αφρίζω,
    δε θα `μαι ποτές.
    στέλιοσκωστήσπυριδάκης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ΙΘΑΚΗ
    Μπαρκάρησα στο μπάρκο του Δυσσέα.
    Εκείνο που κουβάλησε τον Δούρειο τον Ίππο,
    εκείνο που οι Θεοί καταραστήκαν,
    να μη γυρίσει στην Ιθάκη.
    Παρέα μου ο τρισχιλιόχρονος Δυσσέας,
    αφορεσμένος από τους Ιερείς των Θεών,
    καταρασμένος από τις μανάδες των ναυτών,
    αναθεματισμένος από τις αγαπημένες τους.
    προδομένος από τις Πηνελόπες.
    Κι αυτός...
    Στητός σαν άλμπουρο
    αντιπαλεύει τους αέρηδες
    οργώνει τις θάλασσες
    ερωτοτροπεί με τις σειρήνες
    καγχάζει την Κίρκη και την Χάρυβδη
    και κλέβει του Ήλιου τα βόδια
    κάτω από τα μάτια του.
    Τι κι αν δεν γυρίζει στην Ιθάκη!
    Την έχομε μέσα στο καράβι.
    Όχι στ` αμπάρι! Δεν τη χωράει.
    Στην καρδιά μας μέσα βρήκε τόση απλάδα κι αναπαύεται.
    στέλιοσκωστήσπυριδάκης

    ΑπάντησηΔιαγραφή