"Και έτσι ένα πρωϊνό πήρα το λεωφορείο για Αθήνα.
Αηδιασμένη από τους βιασμούς του πατριού μου.
Ούτε την μάνα μου δεν χαιρέτησα. Ήξερε..αλλά σώπαινε.
Ένα κουβάρι τρομαγμένο ήταν κι αυτή..μελανιασμένο απ το ξύλο.
Την μισούσα ..την λυπόμουν.Ακόμα δεν τό'χω ξεδιαλύνει
Ένα φοβισμένο δεκαεξάχρονο σε μιά πόλη που δεν ήξερε κανέναν.
Πιές τον καφέ σου..μη σιχαίνεσαι.
Λούφαζα στην κώχη μιας εξώπορτας και κοιμόμουν.
Την μέρα έψαχνα για δουλειά.Για υπηρέτρια..τι άλλο νά'κανα.
Για μέρες κράτησε η αναζήτηση.Πείναγα μα δεν άπλωνα το χέρι.
Να μη στα πολυλέω τα κατάφερα.Εσωτερική σε μια γυναίκα μάλαμα.
Με έναν άντρα γουρούνι.Καταλαβαίνεις..ήμουν και όμορφη ανάθεμα.
Έφυγα απ τα σκατά και έπεσα στα ίδια...Θέλεις να σου βάλω ένα γλυκό;
Άλλαξα κι άλλες δουλειές και στέρεψε η αντοχή..Πες με αδύναμη.
Έτσι βγήκα στον δρόμο.Μάζευα χρήματα να φτιάξω την ζωή μου αλλιώς.
Μετά ήρθε και ο έρωτας..πετούσα στα ουράνια και έλπιζα.
Έμεινα έγκυος και ο λεγάμενος εξαφανίστηκε..Γέννησα τον Βασίλη μου.
Πάρε τσιγάρο...εγώ πρέπει να το κόψω αλλά παρηγοριά κι αυτό.
Έπαψα να βλέπω. Έπαψα ν ακούω..Πέρναγαν πάνω μου κορμιά
και ο Βασίλης μου μεγάλωνε..χωρίς ποτέ να μάθει τι έκανε η μάνα του.
Τίποτα δεν με φοβίζει παρά μονάχα αυτό.Τώρα τελειώνει τις σπουδές.
Και προσπαθώ να μείνει στην Αμερική..Θέλεις να φτιάξω κάτι να φάμε;"
Την Λέτα την είχα γνωρίσει σ ένα μπάρ.Από το σπίτι της περνούσαν
τακτικά αρκετοί.Όχι σαν πελάτες..αλλά να πάρουν λίγα χρήματα
που απλόχερα τους πρόσφερε. Και την εκτίμησα πολύ περισσότερο
από πολλές "κυρίες"
Κικη Κτενοπούλου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου