και πότιζε, για μια ακόμη φορά,
με το καθαρό της άρωμα
το νου μου,
μέσα απ΄ το μεγάλο παράθυρο
που είχαν ανοίξει τα άφοβα σύννεφα
για τον ίδιο τους τον εχθρό.
Ήμουν ακέραιος, πιστός σ΄ αυτό το άρωμα
ώσπου ήρθες εσύ
που ήσουν απαλή αχτίδα φωτός το απομεσήμερο
κι όμως η θέρμη σου ήταν
πιο γνώριμη απ΄ τη φωτιά,
πιο γνώριμη απ΄ τον ήλιο.
Ήρθες και κατάλαβα πως είχα χαθεί
στην ίδια μου τη γη
γιατί τα λιγοστά δέντρα της
κορδώνονταν σαν μικροί λόρδοι
φτιάχνοντας ένα σκοτεινό, παγωμένο δάσος
στην καρδιά μου.
Τώρα, με τις παλάμες
που κράτησαν ζεστά όλη νύχτα
τα λευκά χέρια της νιότης,
τα χέρια σου,
κρατώ το πρόσωπό μου
να μη δω τη σκόνη
και πιω το άρωμά της.
Να μη λιποψυχήσω απ΄ την ευφορία της.
Άραγε θα γίνεις ο ήλιος του παγωμένου δάσους
και όχι των μηνυμάτων που ακούστηκαν
σαν ένα κήρυγμα,
σαν μια επανάληψη
μέσ' από το μεγάλο παράθυρο;
Συλλογή ''Του Πάθους Φτερουγίσματα'', Εκδόσεις ''IOLKOS''
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου