Μιάς φλόγας τη ανέμελη κ παιχνιδιάρα διάθεση,ζήλεψε ένας ψυχρός βουνήσιος άνεμος,κοντοστάθηκε γοητευμένος, απο την θέρμη, την χαρά της...
Με μια πνοή διακριτική,μα δυνατή ταυτόχρονα κ σταθερή,το είναι της ξεσήκωσε ανέλπιστα ,την φούντωσε με πάθος μεγάλο...
Ενα φαντασμαγορικό λίκνησμα, χορευτικές φιγούρες έπλασε,αυτή η σπάνια έλξη,έρωτας ταιριαστός δύο διαφορετικών κόσμων...
Θαρρώ πώς σε ξέρω μια ζωή,γλυκοψιθήρισε τρεμάμενη η φλόγα,σε νιόθω τόσο πολύ κοντά μου, σαν να σε γνωρίζω απο πάντα...
Με την εικόνα σου, χαραγμένη στη καρδιά μου έντονα,νιόθω να σε θυμάμαι, απο της νιότης μου τη ρώμη,αποκρίθηκε ο άνεμος,πού ζούσε πλεόν στη παραζάλη,της μεθυστικής αυτής ζεύξης...
Σε θέλω,σε επιθυμώ της φώναξε,νιόθω πώς δίνεις νόημα ,στις ατέρμονες περιπλανήσεις μου...
Με κάνεις να νιόθω ζωντανή, να καίγομαι,απο επιθυμία να θεριέυω,με λάγνα φωνή,του απάντησε χαρούμενη η φλόγα...
Ενας έρωτας μόλις είχε γεννηθεί,πόσο όμορφος στις αντιθέσεις του,είναι αυτός ο κόσμος...
Γράφτηκε από Γιάννης Φαρσάρης Ο Διονύσης Μαρίνος, νικητής του Γ' Βραβείου στον περυσινό διαγωνισμό "ΛογωΤέχνης 2010" με το διήγημά του "", εξέδωσε πρόσφατα το μυθιστόρημα "" από τις Εκδόσεις Τετράγωνο. Σε πρώτο πρόσωπο γράφει στο Artmagazine.gr για την ιστορία πίσω από το έργο του...
Να μην κολοβωθεί το άτομο από τη μάζα Αlfred Doblin
Συντάσσομαι με την κυρίαρχη άποψη: η προσπάθεια αποδόμησης ενός μυθιστορήματος, με σκοπό να αναδείξεις τα καίρια ζητήματα που το εξέθρεψαν, είναι απείρως δυσκολότερη από το να προβείς σε μια εξυπαρχής σύνθεση. Τα πάντα εκκινούν έτσι και αλλιώς από την πρώτη λέξη. Από τη στάλα της πρώτης λέξης και στα «Χαμένα Κορμιά» από την πρωτοφανέρωτη πρόταση στην οθόνη του κομπιούτερ έως και την έσχατη, άκουγα συνεχώς αυτές τις στάλες να πέφτουν. Γραμμένο πριν από δύο χρόνια, το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, ήταν αποτέλεσμα ενδελεχούς παρατήρησης. Τίποτα το καινούργιο: κάθε έργο δεν είναι τίποτα άλλο από μια «συγκόλληση οφθαλμών» πάνω στο ίδιο πρόσωπο. Ενας καμβάς που περιλαμβάνει αδιάκοπα βλέμματα. Εδώ χρειάστηκε, όμως, να μπω στη διαδικασία της πλήρους αποταύτισης. Να γίνω με τη σειρά μου... Χαμένο Κορμί. Να γίνω το βλέμμα και η εικόνα ταυτοχρόνως. Δεν χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια. Ο άνθρωπος της μετά – νεωτερικότητας βιώνει εκ των θέσεώς του τη διαστρεβλωτική επιβολή των επιμέρους κοινωνικών συνόλων, πάνω στο ατομικό του πετσί. Η απώλεια της συνείδησης, το χάσιμο της ταυτότητας, ο κατακερματισμός της αυτοδιάθεσης του ατόμου είναι κρίσιμα ζητήματα της σήμερον. Αυτά πραγματεύονται τα «Χαμένα Κορμιά», αυτά βιώνουν οι ήρωές του. Χαμένοι στην ανωνυμία τους, πολλαπλά καθημαγμένοι από την ομοιογενοποίηση της κοινωνίας που ζητάει κι άλλο... αίμα για να ζήσει. Ζωτικός χώρος για να αναπτυχθεί το άτομο, δεν υπάρχει. Κάποιοι εξαφανίζονται, έτσι απλά. Και θα συνεχίσουν να χάνονται ακόμα και μετά το τέλος της ανάγνωσης. Είναι αναπόδραστο. Φευ και αυτοί που επιστρέφουν είναι καταδικασμένοι –με μια σισύφεια εμμονή- να κουβαλούν το βάρος μιας επικείμενης απουσίας. Ηταν μια απόφαση της στιγμής, η οποία ωστόσο έπρεπε να παρθεί από τη μεριά μου: επέλεξα τη διάβρωση της πλοκής μέσω της ειρωνείας. Το γκροτέσκο πήρε τα ηνία της υπόθεσης φτιάχνοντας μια ιστορία η οποία τη στιγμή ακριβώς που αναπτύσσεται ταυτοχρόνως (και με τρόπο ύπουλο και υποδόριο) καταλύεται εν τοις πράγμασι. Ό,τι διαβάσει κανείς στα «Χαμένα Κορμιά» είναι αλήθεια ή στο περίπου. Αυτό το χρησμό αποφασίζει η ζωή να μας τον λύσει. Και το κάνει καθημερινά. Είναι το μεταίχμιο που μας ωθεί σε έναν καίριο αγώνα. Να χαθούμε ή να μην χαθούμε. Να μας βρουν ή να μην μας βρουν. Να συμπαραταχθούμε με το μέρος των υποσυνόλων ή να γίνουμε από μόνοι μας ένα... ατομικό σύνολο; Τα πάντα στο μυθιστόρημα συμβαίνουν μέσα σε μια ημέρα (μια οποιαδήποτε Τρίτη του κόσμου), κι ας φαίνεται εκ πρώτης όψεως πως ο χρόνος έχει για τα καλά ξεχειλωθεί. Όλα τελειώνουν στο σημείο που ξεκίνησαν. Η ζωή άρχεται με μια εξαφάνιση και ολοκληρώνεται με αυτήν. Η ένδον παρατήρηση (τελικώς) άξιζε τον κόπο, ανεξάρτητα από το λογοτεχνικό αποτέλεσμα του μυθιστορήματος. Είδα πως είναι να είσαι Χαμένο Κορμί. Πως είναι να γράφεις για Χαμένα Κορμιά, να γράφεις δηλαδή για τους καθημερινούς ανθρώπους με τα χάρτινα πρόσωπα. Όποιος εξακολουθεί να πιστεύει ότι ζεις καλύτερα μαζί με τους άλλους, καλό είναι να αρχίσει να αρματώνεται. Ο «μοριακός πόλεμος» τον περιμένει για να τον ρίξει στην πρώτη γραμμή. Αθώο θύμα της κοινωνικής ζωής; Χμ, ουδείς είναι αθώος του αίματος...
Το Καβαφικό Αντάρτικο Ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ο άνθρωπος που συνέδεσε το πεπρωμένο του με την πόλη της Αλεξάνδρειας αποτελεί ασφαλώς μοναδικό φαινόμενο στην παγκόσμια λογοτεχνία. Σε μια επίδειξη ποιητικής ανταρσίας θεμελίωσε το δικαίωμά του στην αθανασία κινούμενος συχνά μεταξύ αφήγησης και διδακτισμού – αμαρτήματα θανάσιμα για ένα ποιητή του εικοστού αιώνα. Αν όμως αμφιταλαντεύεται κανείς μπροστά στο αίνιγμα της καβαφικής μεγαλοσύνης, δεν έχει παρά να σκεφτεί πώς ένας θρησκόληπτος, πανσλαβιστής συγγραφέας σαν τον Ντοστογιέφσκι κατάφερε αντίστοιχα παρά τις προσωπικές του εμμονές να οικοδομήσει το μεγαλύτερο μυθιστορηματικό κόσμο στην ιστορία της λογοτεχνίας. Φαίνεται πως το ταλέντο, εκτός των άλλων, είναι και η ικανότητά μας να παρακάμπτουμε τις εγγενείς αδυναμίες μας τη στιγμή της δημιουργίας. Κι ο Καβάφης, πρέπει να το πούμε, αποτελεί λαμπρό παράδειγμα ορθής διαχείρισης του ταλέντου. Η οικονομία των δημιουργικών δυνάμεων που έκανε μέχρι το τέλος της ζωής του, αποφεύγοντας τους περισπασμούς της κοινωνικής και πολιτικής επικαιρότητας, τον βοήθησε να συλλάβει και να διατυπώσει ένα ολοκληρωμένο ποιητικό σύμπαν. Το καβαφικό αντάρτικο είναι εντέλει η προσφορά του έκκεντρου ελληνισμού στην νεοελληνική λογοτεχνία. Ο Αλεξανδρινός ποιητής δεν αμφισβήτησε το Σολωμικό «εμείς οι Έλληνες» τουλάχιστον στα λεγόμενα ιστορικά ποιήματά του. Όμως αντί να αποδυθεί σε διακηρύξεις νίκης και αναγέννησης, προτίμησε τη σημειωτική της ήττας και ενίοτε της παρακμής. Έτσι οι Θερμοπύλες γίνονται η καβαφική παντιέρα. Ο Καβάφης εντρυφά με το έργο του στις ήττες του Ελληνισμού: οι Κυνός Κεφαλαί, η Μαγνησία, η Πύδνα, η Κόρινθος τον καιρό της Αχαϊκής Συμπολιτείας και κυρίως η ίδια η Αλεξάνδρεια. Το «εμείς» δεν παιανίζει την μέλλουσα δόξα του αναγεννημένου έθνους. Ταυτίζεται μάλλον με τον χορό των γερόντων της αρχαίας τραγωδίας που μηρυκάζει γοερά τα τραγικά σπέρματα του εθνικού παρελθόντος. Μέσα από αυτή την απαισιόδοξη στάση, ωστόσο, αναδύεται το διεθνικό θαύμα του ελληνικού πολιτισμού που διαχέεται στις τέσσερις άκρες της Μεσογείου. Το «εμείς οι Έλληνες», στην καβαφική ποίηση, δεν ορίζεται πλέον γεωγραφικά, αλλά ιστορικά. Είναι ένα μέγεθος που υπολογίζεται στη διάσταση του χρόνου και δεν έχει να κάνει με την κλειστοφοβική αντίληψη των ποιητών του Ελλαδικού χώρου που την ίδια εποχή επιζητούν να μονοπωλήσουν την προγονική δόξα. Ο Καβάφης είναι παιδί του κοσμοπολιτισμού που άκμασε στην Ανατολική λεκάνη της Μεσογείου, και η Αλεξάνδρεια είναι η πρωτεύουσα της φαντασίας του σε μια αγαστή σύνθεση δύσης και ανατολής. Έχοντας στην κυριολεξία καταπιεί την Παλατινή Ανθολογία αισθάνεται αρκούντως ασφαλής προκειμένου να απαλλαγεί από την τυραννία του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας μέσα στην οποία ασφυκτιά. Με απόλυτη νηφαλιότητα σχεδιάζει σε πεζούς στίχους το «μυθιστόρημα της Αλεξάνδρειας». Τα καβαφικά επεισόδια συνιστούν μια νέα, ενδιαφέρουσα διαστρωμάτωση της ίδιας της Ιστορίας. Ο Αντώνιος είναι ο χαρακτηριστικός ήρωας της καβαφικής μυθολογίας. Η παρουσία του διαθλάται ακόμα και στο ποίημα Η Πόλις. «Αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις», αλλά «…καινούργιους τόπους δεν θα βρεις… έτσι που την ζωή σου ρήμαξες εδώ… σε όλη την γη την χάλασες». Ο ποιητής ειρωνεύεται τον υπερφίαλο ήρωά του, αλλά ταυτόχρονα θρηνεί γι αυτόν. «Τα έργα σου που απέτυχαν… τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες…» Τα σχέδια του Αντωνίου για μια νέα ελληνιστική αυτοκρατορία με πρωτεύουσα την Αλεξάνδρεια ήταν μια πρόκληση για τις ιστορικές συνθήκες της εποχής του και η ίδια η Ιστορία τον εκδικήθηκε με τον χειρότερο τρόπο. Ο ποιητής συντάσσεται με τα ανέφικτα όνειρα των ανθρώπων. Ο Καβάφης, δεν υπάρχει αμφιβολία, αγαπά την Ιστορία αλλά πάνω από όλα τον έρωτα και το κάλλος. Έλκεται από την νεότητα και τον μαγνητισμό των σωμάτων, εμπνέεται από τολμηρές φαντασιώσεις ενίοτε νοσηρές. Όποτε καλείται πάντως να απαντήσει στο δίλημμα Ιστορία ή έρωτας το κάνει με ξεκάθαρο τρόπο:
Ήρθε να διαβάσει. Είν’ ανοιχτά Δυο, τρία βιβλία· ιστορικοί και ποιηταί. Μα μόλις διάβασε δέκα λεπτά, Και τα παράτησε. Στον καναπέ Μισοκοιμάται. Ανήκει πλήρως στα βιβλία – Αλλ’ είναι είκοσι τριών ετών κ’ είν’ όμορφος πολύ· Και σήμερα τ’ απόγευμα πέρασ’ ο έρως…
Στα ερωτικά ποιήματα, εντέλει, συντάσσεται με τα δικά του ανέφικτα όνειρα. Το «εμείς» γίνεται ξαφνικά «εγώ», όμως η σημειωτική της ήττας και της παρακμής παραμένει αυτούσια. Την ερωτική μυθολογία του Καβάφη την διαπερνά μια απελπισμένη νοσταλγία. Όλα εκτυλίσσονται σε ένα απωθημένο παρελθόν, οι αναμνήσεις είναι θολές και απροσδιόριστες, οι τόποι και τα πρόσωπα ασαφή. Οι εκμυστηρεύσεις του ποιητή στον αναγνώστη του είναι τολμηρές και είναι στιγμές που ο τελευταίος αισθάνεται αμηχανία από την διεγερμένη συνείδηση του πρώτου. Κανένα εθνικό μεγαλείο εδώ, καμία παλικαριά, κανένα θάλλος. Ο ακρίτας του Παλαμά νικά τον χρόνο και τον Χάροντα. Ο «ανδρείος της ηδονής» του Καβάφη ηττάται οικτρά από το χρόνο, αρθρώνοντας μετά δυσκολίας τα αδόκιμα Ελληνικά του, για να περιγράψει το δράμα του. Όμως ενώ ο πλούσιος Παλαμικός λόγος ρέει αβίαστα, ο Καβάφης μοιάζει να παρατάσσει τις λέξεις ακριβώς όπως ένας ικανότατος στρατηγός τους στρατιώτες του. Το πλεονέκτημα εκείνου που γράφει μια γλώσσα σαν να μην είναι η μητρική του, έγκειται στο γεγονός ότι δεν χρησιμοποιεί μηχανικά τις λέξεις. Αφουγκράζεται τη μαγεία τους ακριβώς όπως ένα μικρό παιδί που μπαίνει για πρώτη φορά στον κόσμο του λόγου. Αντιλαμβάνεται τη χρήση τους ως δομικών υλικών σε μια εύθραυστη σύνθεση η οποία μπορεί ανά πάσα στιγμή να καταρρεύσει από καθετί περιττό και άσκοπο. Η γεωμετρική ακρίβεια των Καβαφικών στίχων μεταφέρει αυτούσιο τον ιδεολογικό της πυρήνα και προσφέρεται για αποστήθιση. Έτσι ο Αλεξανδρινός ποιητής γίνεται ο τρίτος μετά τον Σολωμό και τον Κάλβο, που μεγαλουργεί σε μια γλώσσα την οποία έγραφε σαν ξένη. Η διαμάχη Παλαμά-Καβάφη ή Καβάφη-Παλαμά, αν προτιμάτε, και ως προς τα επί μέρους επεισόδια της αλλά και ως προς την έκβασή της, προσφέρεται προκειμένου να αντλήσει κανείς χρήσιμα συμπεράσματα. Η παλαμική μούσα εκκινεί με σαφές προβάδισμα έναντι της αντίστοιχης καβαφικής. Η εθνικά συντεταγμένη ποίηση της εποχής δύσκολα θα μπορούσε να δεχθεί τα «καινά δαιμόνια» και η γλωσσική κοσμογονία του Παλαμά παρασύρει τα πάντα στο πέρασμά της. Η ποιητική ιδιοτροπία του Καβάφη μοιάζει καταδικασμένη εκ των προτέρων. Ο ίδιος αποφεύγει οποιαδήποτε μετωπική σύγκρουση με τον μεγάλο αντίζηλο και ετεροχρονίζει την επίλυση της διαφοράς τους, όταν φέρεται να λέει: «Είμαι ο ποιητής των επόμενων γενεών». Το μέλλον θα τον δικαιώσει απόλυτα. Όμως η συνεισφορά του Καβάφη δεν εξαντλείται σε αυτό. Μετά το αρχικό μπινγκ-μπανγκ της ποιητικής του κοσμογονίας το καβαφικό σύμπαν μοιάζει να διαστέλλεται συνεχώς κερδίζοντας νέα ερείσματα στο παγκόσμιο λογοτεχνικό στερέωμα. Σε όσους αναρωτιούνται ακόμα αν στο σύμπαν αυτό η επίσημη Ιστορία αποτελεί διάσταση του Έρωτα ή το αντίθετο δύσκολα θα μπορούσε κανείς να απαντήσει. Το σίγουρο είναι ότι τους στίχους του ποιητή διατρέχει ένας γνήσιος αλεξανδρινός αισθησιασμός. Ο Κωνσταντίνος Καβάφης, εντέλει, είναι ο άνθρωπος που σκηνογράφησε μια ολόκληρη πόλη στη λογική ενός κινηματογραφικού σκηνικού. Μετά τον Καβάφη η λέξη Αλεξάνδρεια είναι περισσότερο μια λογοτεχνική σύμβαση, μια Καβαφική επινόηση και λιγότερο μια πραγματική πολιτεία.
Δημήτρης Στεφανάκης
το κείμενο αναδημοσιεύεται από το λογοτεχνικό περιοδικό ΚΛΕΨΥΔΡΑ. τ.5
Μέσα στην ιστορική νομοτέλεια ο Καβάφης νιώθει πρωτίστως ιστορικός ποιητής.
Ο ίδιος άλλωστε το δηλώνει λέγοντας: «αισθάνομαι μέσα μου 125 φωνές να με λέγουν ότι θα μπορούσα να γράψω ιστορία». Τονίζει επίσης ότι είναι «ελληνικός» με την έννοια ότι νιώθει ως απόδημος Έλληνας τη νοσταλγία και την περηφάνια για μια ιδεατή πατρίδα αλλά ταυτόχρονα κρίνει και απωθείται από ό,τι η συνείδησή του δεν μπορεί να αποδεχτεί σ’ αυτήν, «κατανοώντας τη ματαιότητα των μεγαλείων». Κι αυτό που κατορθώνει στο έργο του είναι να εστιάσει σε διαχρονικές συμπεριφορές και αξίες, αναδεικνύοντας τη σχέση του ελληνισμού ως πολιτισμικού φορέα με τους άλλους λαούς. Είναι άλλωστε γνωστή η σχέση του Κ. Καβάφη με τον ελληνισμό, μια σχέση που έχει γίνει αντικείμενο πολλών μελετών.
Ο Καβάφης επιλέγει να ασχοληθεί με την ελληνιστική εποχή όχι τυχαία αλλά επειδή πρόκειται στην ουσία για μια περίοδο μεταβατική στην ιστορική πραγματικότητα. Αυτό που κατορθώνει είναι να συνδυάσει το παρελθόν με το παρόν και μέσα από αυτό τον συνδυασμό να βρει την ευκαιρία να καυτηριάσει σύγχρονες πρακτικές, επιλέγοντας κατάλληλα ιστορικά παραδείγματα. Η ιστορική διαστρωμάτωση συνδέει το γεγονός με τον παρόντα χρόνο και πολύ συχνά γίνεται απλώς η αφορμή για να περάσει ο Καβάφης μια ερωτική χροιά στο ποίημά του όπως χαρακτηριστικά κάνει στο ποίημά του Καισαρίων. Ο ποιητής ανατέμνει την ιστορική πραγματικότητα, μετατρέποντας μια ερωτική μνήμη σε ποίηση και το αντίστροφο, αφού όλα αυτά τα συνδυάζει με την προσωπική του ερωτική φύση για να δημιουργήσει τελικά τον διδακτικό του μύθο.
Ο Καβάφης χρησιμοποιεί στα ποιήματά του πρόσωπα δευτερεύουσας σημασίας ή δημιουργεί ο ίδιος ιστορικές φυσιογνωμίες που τις χρησιμοποιεί αποδίδοντάς τους συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Η συγκρότηση της προσωπικής μυθολογίας που δημιουργεί γίνεται η αφορμή για μια μελέτη επάνω στη διαχρονική ανθρώπινη συμπεριφορά. Άλλωστε ο ποιητής, φύσει και θέση, συγκινείται από την αντιφατική αρμονία των ιδιότυπων εκείνων χαρακτηριστικών που μπορεί να ενυπάρχουν σε κάθε άνθρωπο, είτε πρόκειται για ένα ιστορικό πρόσωπο είτε για κάθε απλό άνθρωπο.
Ο ποιητής περιγράφει γεγονότα και καταστάσεις με ένα εξαιρετικής αισθητικής γλωσσικό αμάλγαμα. Τόσο η καλλιτεχνική όσο και η ιδεολογική του αντίληψη διαφαίνονται με ευκρίνεια μέσα στο έργο του. Είναι εξαιρετικής σημασίας άλλωστε η μελέτη της καβαφικής γλώσσας και έχει αποτελέσει αντικείμενο επίσης σοβαρών μελετών. Οι δημοτικιστές της εποχής δεν κατάφεραν να δουν το μέγεθος της καινοφανούς καβαφικής γλώσσας και την αγνόησαν, καθώς διαφέρει σημαντικά από την αθηναϊκή δημοτική του Παλαμά αλλά και δεν σχετίζεται με την καθαρεύουσα.
Ο Καβάφης δεν γράφει στην καθιερωμένη γλώσσα την οποία χρησιμοποιούν οι ποιητές της γενιάς του 1880. Ο δημοτικισμός που κατέχει κραταιά θέση στην ιδεολογική ποιητική προσέγγιση της εποχής δεν τον συγκινεί. Χρησιμοποιεί ελάχιστα επίθετα, ακρίβεια στην περιγραφή, διάφανο λυρισμό στην ορθολογική αντίληψη των πραγμάτων, φραστικό ρεαλισμό στη διατύπωση και ευθυβολία στη χρήση των ρημάτων. Το έργο του βρίθει συμβόλων, έντονης μουσικότητας και ειρωνείας. Είναι πασίγνωστη η καβαφική ειρωνεία, ευρηματική και ταυτόχρονα συγκροτημένη και πολυδιάστατη, γίνεται το μέγιστο μέτρο της ταυτοποίησης της Ποίησης του Καβάφη. Διαχωρισμένη σε λεκτική ειρωνεία, στην αντίθεση δηλαδή ανάμεσα στη λέξη που χρησιμοποιείται και στο νόημα που θέλει να αποδώσει και σε ειρωνεία των καταστάσεων που προκαλείται ανάμεσα στις προσδοκίες του αναγνώστη και στο τελικό γεγονός, η καβαφική ειρωνεία γίνεται ένας σπουδαίος παράγοντας αξιολόγησης του ποιητικού έργου.
Για τον Καβάφη, τη σχέση του με την Ελλάδα και την παγκόσμια εμβέλεια του έργου του έχουν διατυπωθεί πολλά. Το σημαντικό είναι ότι ο συγκεκριμένος ποιητής που δεν ευτύχησε στην εποχή του να γνωρίσει την αποδοχή από τους λογοτεχνικούς κύκλους– είναι γνωστό ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ο Καβάφης κατόρθωσε να αναδειχθεί μόνο όταν οι ποιητές της γενιάς του 30 τον ανακάλυψαν— με το έργο του τόσο το φιλοσοφικό, όσο και με το πολιτικό αλλά αναμφίβολα με το ερωτικό, έγινε διαχρονικά μια εμβληματική μορφή στο παγκόσμιο πνευματικό στερέωμα. Άλλωστε, ελληνικός ή οικουμενικός δεν έχει καμιά σημασία, αφού αυτό που μετράει στην ποίησή του είναι η ορθολογική αντίληψη των πραγμάτων και το ιδεολογικό της υπόβαθρο, η αρμονική συνύπαρξη των αντιθέσεων, η σχέση της ιστορίας με την αισθητική, ο ιδιότυπος λυρισμός του, η διανοητική και συνένοχη σχέση του με τον αναγνώστη και τελικά ο πνευματικός διάλογος όλων μας με το καβαφικό έργο.
Μαίρη Γκαζιάνη 28/4/2014 · Νύχτωσε πάλι! Μαζί ξαγρυπνάμε. Αδύνατον να μας επισκεφθεί ο ύπνος. Ο Μορφέας ξεχάστηκε κάπου στη διαδρομή του. Σου μιλάω... σου μιλάω... απάντηση καμία.... προσπαθώ να σκεφτώ με τη λογική, προσπαθώ να διακρίνω διέξοδο. Τίποτα δεν έχει αξία. Τίποτα δεν αγγίζει το συναίσθημά μου. Νέκρωσα, χαμένη στους ορίζοντες της αγκαλιάς σου που ακολουθούν αντίθετη πορεία. Πως ξεχάστηκα; Γιατί δεν μου επέστρεψες τις άυλες κλωστές που κέντησα στη καρδιά σου; Γιατί κράτησες δικές σου τις επιθυμίες μου; Γιατί κρατάς ανοιχτά τα κουρασμένα μάτια μου; Γιατί ξέχασες να σκουπίσεις τα δάκρυα της ψυχής που θρηνεί την ματαιότητα της ανταλλαγής; Γιατί ψυχή μου;;; Μαίρη Γκαζιάνη (απόσπασμα... θυμάσαι;;;)
Στην εταιρεία όλοι γαμιούνται με όλους. Κάποιοι το ευχαριστιούνται. Στις γιορτές γιορτάζουμε όλοι μαζί, σαν ίσοι. Ο διευθυντής μάς σφίγγει το χέρι και μας φιλάει. Ιδίως τις γυναίκες. Ο διευθυντής έχει πάντα κοιλιά. Κι άλλοι έχουν κοιλιά. Εκείνος όμως την έχει σφιχτή, περήφανη, κιμπάρικη.
Τον θαυμάζουμε. Ξέρει πολλά. Και ξέρει πώς να λέει πολλά. Το μέταλλο της φωνής του πάει γάντι με το πόστο του. Μπάσα φωνή, γεμάτη, σαν να κάθεται ένας βούβαλος. Ξέρει πώς να σε πείθει. Ακόμα κι αυτοί που απολύονται, φεύγουν με το χαμόγελο στα χείλη. Νιώθουν περήφανοι που είχαν την τύχη να εργαστούν για έναν τέτοιο διευθυντή. Είναι τύχη να σε γαμάει αυτός και όχι άλλος διευθυντής.
Όλοι γαμιούνται με όλους. Δεν είναι σχήμα λόγου. Οι γραμματείς γαμιούνται με τους διευθυντές. Οι εργάτες γαμούνε τις εργάτριες. Οι υποδιευθυντές γαμιούνται κι αυτοί μεταξύ τους.
Η εταιρεία ανεπίσημα ενθαρρύνει αυτές τις σχέσεις. Όταν αγωνίζεσαι στο πλευρό του εραστή σου, γίνεστε ανίκητοι. Η εταιρεία ιδανικά θέλει όλους τους εργαζόμενους εραστές.
Αντί για γιορτές θα κάνουμε παρτούζες. Υπάρχουν κατάλληλοι χώροι στο εργοστάσιο, στην αποθήκη, στη μεγάλη αίθουσα συνεδριάσεων. Άνετα γεμίζουν με χαλιά, μαξιλάρες, ανατομικά καθίσματα, καναπέδες, υπέρδιπλα στρώματα.
Θα παρουσιαζόμαστε με μάσκες. Για λόγους δημοκρατίας. Αλλιώς, ευνοούμε τις διακρίσεις. Γιατί εσύ μπορεί να είσαι πιο όμορφος. Το εταιρικό γαμήσι προϋποθέτει ίσες ευκαιρίες. Τα στελέχη ας κάνουν τη δική τους παρτούζα χωριστά. Ας πάνε σε ακριβά ξενοδοχεία, ας πάνε στην έπαυλη του διευθυντή, ας πάνε να γαμηθούν κι ας μας αφήσουν ήσυχους στην αποθήκη. Δίπλα στις κούτες, πλάι στα κλαρκ, κάτω από τα καφασωτά προκάτ γραφεία θα τη βρούμε μια χαρά.
Τα πιο kinky όργια θα γίνονται στο λογιστήριο. Χωρίς διείσδυση, μονάχα ξύλο, πολύ ξύλο. Βούρδουλας με βίτσα, μαστίγια με μια, δυο, τρεις, εννιά ουρές, νεροσωλήνες, μπουριά, μαδέρια, καλώδια, μεταξωτά σκοινιά, εσώρουχα λατέξ, βινίλ και δέρμα, κλιπς, αλυσίδες, περιλαίμια, τάπες, δονητές, κεριά, βύσματα, βίδες, φτερά κι ελάσματα – όλα τ' αξεσουάρ τακτοποιημένα πίσω από τα κλασέρ των περιοδικών δηλώσεων. Μέσα σε δευτερόλεπτα το σκηνικό αλλάζει. Ο αρχιλογιστής με δερμάτινη μάσκα κραδαίνει το τρομερό του μαστίγιο.
Το μεσημέρι θα θεσπιστεί διάλειμμα για το ψιλό γαμήσι. Το φαγητό του εστιατορίου θα προσαρμοστεί στις ενεργειακές ανάγκες των επιβητόρων. Βιταμίνες, ιχνοστοιχεία, δημητριακά και φρούτα, οπωσδήποτε τζινσένγκ για τη διαύγεια (απαραίτητο στις οικονομικές υπηρεσίες), ίσως και κάποια παράνομη ουσία για σπιντάρισμα. Αλλιώς, πολλούς καφέδες και τσιγάρα.
Όλα κι όλα. Κόφτε τις μαλακίες με το κάπνισμα. Κάτω τα χέρια από τη νικοτίνη. Μην τα θέλετε όλα δικά σας. Ένα τσιγάρο μετά το σεξ είναι θεσμός σε κάθε αμερικανική ταινία αξιώσεων.
Οι πολυεθνικές του μέλλοντος θα γίνουν γαμιστρώνες.
Ο φίλος μου τους μούντζωσε, διευθυντές και άλλους πωρωμένους καριερίστες που φοβούνται να ξεμυτίσουν από το γραφείο τους πριν τις εννιά το βράδυ και φτύνουν αίμα σε σεμινάρια εταιρικής στρατηγικής και ομοψυχίας, γιατί είχε καλύτερα πράματα να κάνει.
Ο φίλος μου άφησε την πολυεθνική που του γαμούσε το μυαλό κι άνοιξε μπαρ στο Πεντάρφανο, παραθαλάσσιο χωριό στον Κορινθιακό. Να πίνεις μ' έναν φίλο είναι καλύτερο απ' το να πηδιέσαι για μιαν απρόσωπη εταιρεία με έδρα στο Τέξας.
Θυμάμαι ένα σεμινάριο όπου μας είχαν μαντρώσει σ' ένα ξενοδοχείο στον Μαραθώνα, μας χώρισαν σε ομάδες κι αφού μας πάστωσαν το κεφάλι με τον κοινό τρόπο σκέψης στους κόλπους της Οικογένειας, μας ξαμόλησαν να φαγωθούμε (βλέπε «case study»), για να βρούμε πώς μια φανταστική κωλοεταιρεία οδοντόκρεμας που παραπαίει θα καταφέρει να βγει λάδι σε μια φανταστική κωλοκατάσταση όπου όλα πάνε τελείως σκατά, αλλά εσύ κι άλλοι πενήντα μαλάκες με πίστη και γνώση (βλέπε «τεχνογνωσία») θα πετύχετε να αβγατίσει ο τζίρος, να πάρει φωτιά η μετοχή, να γυρίσει τούμπα ο ήλιος, το μαύρο να γίνει άσπρο και το νερό κρασί, και οι γρύλοι να χορέψουν με καλσόν τσα-τσα στον τάφο των ανταγωνιστών.
Το ξημέρωμα της τρίτης μέρας μαζευτήκαμε στην αίθουσα παρουσιάσεων. Είχε μπει το καλοκαίρι. Οι τουρίστες αλείβονταν με λάδια στον ήλιο. Το κυματάκι ανακάτευε απαλά την άμμο του Μαραθώνα. Ήμασταν ρετάλια. Ο διευθυντής ξυνόταν χαλαρά κοιτώντας το κενό. Εμείς τρέμαμε άυπνοι.
Η ομάδα μου κέρδισε το κρυστάλλινο κύπελλο. Φάγαμε brunch. Φύγαμε για τα σπίτια μας.
Έκλαιγα δυο μέρες. Ύστερα παραιτήθηκα.
Ο φίλος μου τους έχεσε πριν μπει το καλοκαίρι. Τον θυμάμαι να οργώνει το κέντρο της Αθήνας με μια θηριώδη βαλίτσα. Επισκεύαζε τα κωλομηχανήματά τους. Ανέπνεε τα σκατά των κωλομηχανημάτων τους. Ζούσε με στόχους. Δεν ήταν οι δικοί του στόχοι. Κάτι βλαχαδερά στις ΗΠΑ, που όταν δεν κάνουν κρουαζιέρα για να γλείψουν τον επόμενο πρόεδρο, λιάζουν τ' αρχίδια τους πετώντας καπάκια σε δρύινα βαρέλια, στέλνουν μέιλ και γαργαλούν τους νευρώνες των θυγατρικών με νέους στόχους.
Και οι συνεδριάσεις με τις διαφημιστικές: Οι άντρες ήταν μαλάκες. Οι γυναίκες ήταν σκύλες. Δεν ξέρω ποιος ήταν πιο φοβισμένος. Προετοιμαζόμασταν πυρετωδώς για μέρες, βδομάδες, μήνες. Τηλεφωνήματα για επιβεβαίωση, η απαραίτητη αναμονή να σπάσει ο τσαμπουκάς – και το μπαλέτο όλο επί σκηνής: Τριάντα τουλάχιστον στελέχια του διαφημιστικού υποκόσμου, καμιά δεκαριά στελέχια της εταιρείας, στη μέση ένα βουνό χρήματα.
Ποιος θα τα πάρει, παίδες;
Ο φίλος μου κρατάει το ποτήρι μου πάντα γεμάτο. Μουσική βάζει ο Γιάννης. «Είμαι μια αποτυχία, μωρό μου, γιατί δεν με σκοτώνεις;» Ο Τριαντάφυλλος μιλάει για το αδιέξοδο της ελληνικής επαρχίας. Τι κάνεις όταν όλα έχουν μοιραστεί; Σκοτώνεις κάνα-δυο χτηματάκια, όταν φύγει ο γέρος σου. Η ζωή κυλάει θες δε θες.
Ο φίλος μου κερνάει σφηνάκια. Η μπάρα αστράφτει. Μοιάζει με κούρσα που πάει με χίλια. Ο Μενέλαος κάθεται στη γωνιά του. Πίνει ούζο. Βγαίνει να κατουρήσει – μπροστά στο μηχάνημα αυτόματης ανάληψης. Η τράπεζα απέναντι ανακαινίστηκε. Λέμε να τη ληστέψουμε.
Πίνουμε και λέμε κι άλλες μαλακίες. Πίνουμε όλο το βράδυ και όταν κλείσει το μπαρ, θα κατεβούμε στην παραλία. Αν έχει πανσέληνο, θα κάτσουμε στα βότσαλα.
Αν έχεις περάσει από πολυεθνική, μπορείς να επιβιώσεις σε κάθε εργασιακό περιβάλλον. Όπως αν έχεις οδηγήσει στο κέντρο της Αθήνας Παρασκευή μεσημέρι, μπορείς να κάνεις καριέρα ταξιτζή μέχρι και στο Κάιρο και στην Ιστανμπούλ.
Δεν δουλεύουμε σε πολυεθνικές, τους έχουμε χεσμένους.
Τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου [Μέρος δεύτερο]
Περίπλοκο αρκετά στη σύνθεσή του και παραπλανητικά «εύκολο» σε πρώτη ανάγνωση το «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον» είναι χαρακτηριστικό δείγμα φιλοσοφικού ποιήματος όπως θα το τοποθετούσε ο ίδιος ο ποιητής - ψευδοϊστορικό κατά τη διαίρεση Σεφέρη. Σημειώνει σχετικά ο Γ.Π.Σαββίδης:
Ωστόσο, ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της δομής του ποιήματος αυτού είναι οι οκτώ απανωτές προστακτικές σε δεύτερο ενικό: μη ανωφέλετα θρηνήσεις (6), αποχαιρέτα την (8), να μη γελασθείς (9), μην πεις (9), μην καταδεχθείς (11), πλησίασε σταθερά (14), κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι (15), κι αποχαιρέτα την (19). Πράγμα που μας επιτρέπει να κατατάξουμε αδίστακτα το «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον» στα «φιλοσοφικά» ή διδακτικά ποιήματα του Καβάφη ― ακριβέστερα: στα παραινετικά «εις εαυτόν» ή μάλλον «εις πάντα αρμόδιον» [Γ.Π. Σαββίδης, «Διαβάζοντας τρία “σχολικά” ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη» (“Φωνές”, “Απολείπειν ο θεός Αντώνιον”, “Αλεξανδρινοί Βασιλείς”)» (1977)]
Πρόκειται για ένα μεταιχμιακό ποίημα. Δημοσιεύεται το 1911, τη χρονιά που ο ποιητής θεωρούσε ότι ξεκίνησε η κυρίως λογοτεχνική παραγωγή του και γράφτηκε μόλις στα 1910, άρα οριακά ανήκει στην πρώιμη καβαφική περίοδο. Είδαμε στο πρώτο μέρος της ανάρτησης τα σχετικά με τις ιστορικές πηγές του ποιήματος και το ενδοκαβαφικό διακειμενικό δίχτυ που το περιβάλλει. Να προσθέσω μόνο στα σχετικά με το ποίημα κείμενα το Η Συνοδεία του Διονύσου (1903/1907), περισσότερο για να έχουμε μια εικόνα του μυστικού θιάσου παρά για άλλον ουσιαστικότερο συσχετισμό. Παραθέτω ξανά το ποίημα με αριθμημένους τους στίχους.
1. Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
2. αόρατος θίασος να περνά
3. με μουσικές εξαίσιες, με φωνές –
4. την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
5. που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
6. που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
7. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
8. αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
9. Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πείς πως ήταν
10. ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου•
11. μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
12. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
13. σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
14. πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
15. κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ” όχι
16. με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
17. ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
18. τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
19. κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.
Η διαίρεση ενοτήτων που προτείνει ο Σαββίδης [Γ.Π. Σαββίδης, όπ.π] είναι οι στίχοι 1-8 και 9-19 με κριτήριο τον κομβικό κοινό καταληκτικό στίχοαποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει/ χάνεις- μια μικρή αλλά ουσιαστική διαφοροποίηση στο τελικό ρήμα. Θεωρώ ότι μπορούμε να προσθέσουμε ως εμβόλιμη ενότητα τους στίχους 9-11 όπου η άρνηση κάθε αυταπάτης μεσολαβεί, περίπου ως προϋπόθεση, ανάμεσα στην πρώτη ενότητα που ιχνογραφεί την βασική σκηνοθεσία του επεισοδίου καταλήγοντας στην κύρια θέση του ποιητή (μη ανοφέλετα θρηνήσεις) και την ανάπτυξή της θέσης αυτής στην δεύτερη ενότητα. Συνεπώς οι δεκαεννιά στίχοι του ποιήματος κατανέμονται στις δύο ίσες κύριες ενότητες και μία εμβόλιμη-συνδετική με 8-3-8 στίχους αντίστοιχα.
Στην πρώτη ενότητα σκηνοθετείται το βασικό επεισόδιο του ποιήματος: ο χρόνος, ο αόρατος θίασος, το δυσοίωνο μήνυμα. Προσεγμένη η περιγραφή που εξ αρχής αποκλείει την όραση (αόρατος θίασος) πριμοδοτώντας την ακοή (με μουσικές εξαίσιες, με φωνές). Ο εξοικειωμένος με την καβαφική ποίηση αναγνώστης θα παρατηρήσει το θέμα της πομπής και λαμπρής παράταξης (το οποίο έθιξα ήδη στην ανάρτησή μου για το Αλεξανδρινοί Βασιλείς) που συχνά αξιοποιείται για να τονιστεί, μέσω της καβαφικής ειρωνείας, η διάσταση ανάμεσα σε φαινόμενα και πραγματικότητα. Εδώ βέβαια το μήνυμα που κομίζει ο αόρατος θίασος είναι σαφές και τραγικό, οπότε δεν υπάρχει έδαφος για ειρωνεία: η τύχη του ήρωα, τα έργα του, τα σχέδιά του, όλα ναυαγούν. Καθολική λοιπόν ήττα: τρεις στίχοι την καταγράφουν εμφατικά (στίχ. 4-6) τονίζοντας τον τελεσίδικο χαρακτήρα της (ανοφέλετα) και ταυτόχρονα προτείνοντας την πρέπουσα αξιοπρεπή στάση: μη θρηνήσεις. Και, αν το μη θρηνήσεις δηλώνει αποφατικά το τι πρέπει να αποφύγει ο ήρωας, οι στίχοι 7-8 προτρέπουν, με κατάφαση αυτή τη φορά, σε μια στωική αντιμετώπιση της συμφοράς: Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,/αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει. Ιδιαίτερη σημασία έχει το μόριο «σαν» που χρησιμοποιείται σε όλο το ποίημα δηλώνοντας παρομοίωση ή καλύτερα σύγκριση-αναλογία (εκτός από τον πρώτο στίχο στο Σαν έξαφνα που το «σαν» είναι χρονικός σύνδεσμος). Δηλαδή το έτοιμος από καιρό καιθαρραλέος είναι ιδιότητες που δεν είναι απαραίτητο να έχει μόνιμα ο ήρωας· καλείται ωστόσο να τις επιδείξει την ύστατη αυτή ώρα μπροστά στην Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Η Αλεξάνδρεια δεν είναι τυχαίο σύμβολο, ούτε και το ότι το ποίημα δημοσιεύεται το 1911, εποχή που ο ποιητής αρχίζει να συνθέτει ένδον του τη θεοποιημένη, μυθική Αλεξάνδρεια. Συνήθως ξεμπερδεύουμε γρήγορα με την Αλεξάνδρεια ως σύμβολο της ζωής. Μα δεν πρόκειται για οποιαδήποτε ζωή ή για οποιαδήποτε πόλη. Η Αλεξάνδρεια, όπως υπογραμμίζει ο Edmund Keeley στο βιβλίο του Η καβαφική Αλεξάνδρεια. Εξέλιξη ενός μύθου (σελ. 66 κ.ε)είναι ο θεός που εγκαταλείπει τον Αντώνιο. Στη θέση του Διόνυσου ή του Ηρακλή μπαίνει η πόλη – θεά, σύμβολο μα και πραγματικότητα μαζί των πνευματικών και σωματικών απολαύσεων που αξιώνονται οι εκλεκτοί – και ως εκλεκτοί καλούνται να αντιδράσουν στην διαφαινόμενη απώλειά της. Στο ποίημα «Η Δόξα των Πτολεμαίων» τα χαρακτηριστικά της θεοποιημένης πόλης διακρίνονται ξεκάθαρα:
Η Δόξα των Πτολεμαίων (σύνθεση: 1896-1911/έκδοση: 1911)
Είμαι ο Λαγίδης, βασιλεύς. Ο κάτοχος τελείως (με την ισχύ μου και τον πλούτο μου) της ηδονής. Ή Μακεδών, ή βάρβαρος δεν βρίσκεται κανείς ίσος μου, ή να με πλησιάζει καν. Είναι γελοίος ο Σελευκίδης με την αγοραία του τρυφή. Αν όμως σεις άλλα ζητείτε, ιδού κι αυτά σαφή. Η πόλις η διδάσκαλος, η πανελλήνια κορυφή, εις κάθε λόγο, εις κάθε τέχνη η πιο σοφή.
Χαρακτηριστικό ότι ολοκληρώνεται και εκδίδεται το 1911 μαζί με το «Απολείπειν…». Το τελευταίο δίστιχο, εγκώμιο της πόλεως, ολοκληρώνει την προβολή ισχύος του ανώνυμου Λαγίδη απέναντι στον επίσης ανώνυμο Σελευκίδη: η εκλεπτυσμένη ηδονή του πρώτου απέναντι στην αγοραία του δεύτερου. Και πιο πολύ βέβαια, για όσους επιζητούν τα πνευματικά αγαθά: Η πόλις η διδάσκαλος, η πανελλήνια κορυφή,/ εις κάθε λόγο, εις κάθε τέχνη η πιο σοφή. Σε κάθε περίπτωση και στα δυο ποιήματα το ηδονικό στοιχείο δεν αποδίδεται άμεσα στην πόλη (λανθάνει στο πρώτο ποίημα και το προβάλλει ο Λαγίδης στο δεύτερο) αλλά δεν είναι και δύσκολο να ανιχνευτεί. Το ίδιο τρίγωνο με κορυφή την Αλεξάνδρεια και βάση την ηδονή και το πνεύμα μπορούμε να παρατηρήσουμε και στους Αλεξανδρινούς Βασιλείς (1912/1912) με την διάφανα ερωτική περιγραφή του Καισαρίωνα από τη μια και το Αλεξανδρινό Γυμνάσιον ένα/θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης,μέσα στη ζεστή, ποιητική μέρα της Αλεξάνδρειας.
Εγκαταλείπει λοιπόν τον Αντώνιο η Αλεξάνδρεια – Ζωή (με κεφαλαίο ζήτα). Πρέπει όμως, πριν φτάσει ο ήρωας στο να αποχαιρετήσει την Αλεξάνδρεια που φεύγει – που χάνει δηλαδή τελικά – να νικήσει έναν τελευταίο πειρασμό: της φρούδης ελπίδας ότι όλα αυτά είναι μια φρεναπάτη, ένα ψέμα. Ο ποιητής τονίζει με το «Προ πάντων» τη σημασία που έχει η απόρριψη κάθε αυταπάτης, την οποία και ορίζει τριπλά χρησιμοποιώντας σχετικό με ψευδαίσθηση λεξιλόγιο (υπογραμμίζω): μη γελασθείς, μην πείς πως ήταν/ ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου. Η άνω τελεία που ακολουθεί το «η ακοή σου» θέτει έντεχνα και έξυπνα ένα απότομο φρένο στην κορύφωση της (πιθανής ) ελπίδας που συνθέτουν οι τρεις παραπάνω λέξεις για να ακολουθήσει η κάθετη πτώση: μάταιες ελπίδες. Είναι βασική προϋπόθεση για τη συνέχεια του ποιήματος, που εκφράζει και προωθεί την στωική και γενναία αντιμετώπιση της απώλειας, να μην υπάρχει η σκιά της αυταπάτης, της μάταιης ελπίδας. Μόνο έτσι θα αναδειχτεί η ανωτερότητα του ήρωα και το μέγεθος της αξίας του, ανάλογο πάντα με το μέγεθος της απώλειας «μιας τέτοιας πόλης». Γι’ αυτό το λόγο παρεμβάλλονται οι στίχοι 9-11 ανάμεσα στο πρώτο μέρος που εκθέτει συνοπτικά το μύθο του ποιήματος και το δεύτερο που ξεδιπλώνει τις λεπτομέρειες και την πρέπουσα για τον εκπεπτωκότα ήρωα ψυχολογία.
Το δεύτερο μέρος του ποιήματος, ισομεγέθες, με το πρώτο, ξεκινά με τον στίχο 12: Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος και κλείνει με παραλλαγμένο τον στίχο 13: κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.Ανάμεσα σε αυτούς τους δυο στίχους παρεμβάλλονται έξι στίχοι που εκτελούν διπλό ρόλο: Διακρίνουν τον ήρωα από τον οποιοδήποτε τυχόντα αποτυχημένο – άρα προσωποποιούν έντονα την απώλεια – και υπαγορεύουν με ακρίβεια τις κινήσεις και τη συμπεριφορά του ως το τέλος της πομπής. Φαίνεται συνεπώς ξεκάθαρα ότι οι στίχοι 7-8 είναι οι πλέον καθοριστικοί του ποιήματος και η επανάληψή τους έχει ως σκοπό να υπογραμμίσει, όπως προαναφέρθηκε, ότι το δεύτερο μέρος προεκτείνει, συμπληρώνει και ολοκληρώνει το πρώτο μέρος. Να προσεχθεί τέλος η κλιμάκωση των χαρακτηριστικών που ζητούνται από τον ήρωα: έτοιμος από καιρό, θαρραλέος, (στ.12) σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι (στ.13).
Ο ήρωας συνεπώς δεν είναι κάποιος οποιοσδήποτε, έστω σημαίνον πρόσωπο, που σημαίνει η ώρα της πτώσης του: είναι: σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,όμοιος με τον Λαγίδη στο «Η Δόξα των Πτολεμαίων» που παρέθεσα πριν. Ήταν ο κάτοχος μια θεϊκής πόλης αλλά οι θεοί δε μένουν για καιρό με τους ανθρώπους που πάντα υπόκεινται στις αλλαγές της Τύχης και της Μοίρας (Μοίρα, μόρος, mors). Τώρα που η τύχη του ήρωα ενδίδει – ενδίδει στη Μοίρα του – ο ήρωας βρίσκεται αντιμέτωπος με το τέλος του που διαγράφεται ζοφερό. Θυμάται κανείς τα λόγια του Σόλωνα στον Κροίσο: (Ηροδότου Ιστορ. Α΄32.5)ἐμοὶ δὲ σὺ καὶ πλουτέειν μέγα φαίνεαι καὶ βασιλεὺς πολλῶν εἶναι ἀνθρώπων· ἐκεῖνο δὲ τὸ εἴρεό με, οὔκω σε ἐγὼ λέγω, πρὶν τελευτήσαντα καλῶς τὸν αἰῶνα πύθωμαι.και συμπληρώνει τέλος (Α΄32.9)σκοπέειν δὲ χρὴ παντὸς χρήματος τὴν τελευτήν, κῇ ἀποβήσεται· πολλοῖσι γὰρ δὴ ὑποδέξας ὄλβον ὁ θεὸς προρρίζους ἀνέτρεψε. Όμως εδώ δεν έχει σημασία ποιο θα είναι το τέλος του Αντώνιου αλλά πώς πρέπει να σταθεί μπροστά σε αυτό όταν διαφαίνεται ξεκάθαρα. Ο ποιητής εδώ (στιχ 14-19) οργανώνει για τον ήρωα όλη τη σκηνοθεσία κινήσεων και συναισθηματικών αντιδράσεων, από την κίνηση προς το παράθυρο και τη συγκίνηση αλλά όχι τα παρακάλια ή το κλαψούρισμα έως την απόλαυση μέχρι τον τελευταίο ήχο των οργάνων του θεϊκού θιάσου.
Οι λεπτομέρειες αυτές βέβαια μας βάζουν στην υποψία πως ο ποιητής δεν απευθύνεται τόσο στον Αντώνιο τον ίδιο (που μάλλον δεν υπήρχε φόβος να συμπεριφερθεί με μικροπρέπεια ή υστερία, δηλαδή με αυταπάτες, παρακάλια ή κλάματα) παρά στον καθημερινό άνθρωπο που δεν έχει ίσως τέτοιο ηθικό ανάστημα και που κάποιες απώλειες του είναι ιδιαίτερα δυσβάσταχτες. Αυτό μοιάζει να πιστεύει ο Γ.Π.Σαββίδης (οπ.π) ερμηνεύοντας έτσι τον έντονα διδακτικό τόνο με τις συνεχείς προστακτικές του. Νομίζω πως δεν έχει άδικο· αυτό είναι το δεύτερο επίπεδο του ποιήματος ωστόσο, εκείνο που στην παρομοίωση ονομάζουμε δεικτικό μέρος και το οποίο εδώ απομένει στον αναγνώστη να το αποκωδικοποιήσει και συλλάβει. Το πρώτο επίπεδο, που στην παρομοίωση θα το ονομάζαμε αναφορικό μέρος, αφορά τον Αντώνιο και την Αλεξάνδρεια και διατηρεί τη δυναμική και τις προεκτάσεις του ακόμη και χωρίς να περάσουμε στο δεύτερο. Έπειτα, ο εξόφθαλμος και προφανής διδακτισμός αφορά σχεδόν αποκλειστικά την πρώτη περίοδο της καβαφικής ποίησης, την πρώιμη. Το θέμα της αξιοπρεπούς στάσης πριν το τέλος πραγματεύονται και άλλα μεταγενέστερα ποιήματα όπως το εκπληκτικόΆγε, ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων (μια σύντομη προσέγγιση του Μιχάλη Πιερή, σελ. 90-93 εδώ) και μπορεί κανείς εκεί να δει καθαρά πόσο προχώρησε η τεχνική της δραματοποίησης του ποιητή και πόσο αδιόρατος και λεπτός έχει γίνει ο όποιος διδακτικός τόνος.
Ο τελευταίος στίχος διαφέρει, όπως προαναφέρθηκε, από τον τελευταίο του πρώτου μέρους στο τελικό ρήμα: φεύγει (η Αλεξάνδρεια) στο πρώτο, τηνχάνεις στο δεύτερο. Το πρώτο ρήμα περιγράφει το γεγονός· το δεύτερο τον αντίκτυπό του πάνω στον ήρωα. Αντιστοιχούν συνεπώς πλήρως στις λειτουργίες που επιτελούν οι δυο ενότητες του ποιήματος συγκεφαλαιώνοντάς τες σε έναν στίχο μοτίβο. Ο Τίμος Μαλάνος διασώζει έναν διάλογό του με τον ποιητή όπου φαίνεται η προσοχή που απέδιδε ο ποιητής στο πώς θα ακουγόταν ο στίχος αυτός χωρίζοντας τα δυο «την» του στίχου με κόμμα (Τ.Μαλάνος, Ο ποιητής Κ.Π.Καβάφης, σελ 253).
Με τις αλλαγές στο Box.net η δυνατότητα ενσωμάτωσης του φακέλου στο blog δεν είναι πια δυνατή λόγω περιορισμών στον κώδικα της σελίδας. Μέχρι να βρεθεί κάποια καλύτερη λύση δίνω τον σύνδεσμο που παραπέμπει στον φάκελο, ο οποίος περιέχει τα παρακάτω:
1. Edmund Keeley, Η καβαφική Αλεξάνδρεια. Εξέλιξη ενός μύθου 2. F.M.Pontani, Επτά μελετήματα για τον Καβάφη
3. Γ.Δάλλας, Καβάφης και Ιστορία
4. Γ.Π.Σαββίδης, «Διαβάζοντας τρία σχολικά ποιήματα» (Μικρά Καβαφικά τ. Α΄)
5. Γ.Σεφέρης, «Ακόμα λίγα για τον Αλεξανδρινό» (Δοκιμές Α΄, σελ. 418-424)
6. Ε.Π.Παπανούτσος, Παλαμάς, Καβάφης, Σικελιανός 7. Μιχάλης Πασχάλης, Οι πηγές δύο καβαφικών ποιημάτων
8. Σόνια Ιλίνσκαγια, Κ.Π.Καβάφης. Οι δρόμοι προς το ρεαλισμό στην ποίηση του 20ού αιώνα
9. Τ.Μαλάνος, Ο ποιητής Κ.Π.Καβάφης
10. Ευάγγελος Αλεξίου, «Ο Βίος Αντωνίου του Πλουτάρχου και το «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον» του Καβάφη» (περ. Φιλόλογος, τχ. 151)
11. Γ.Θέμελης - Η διδασκαλία των Νέων Ελληνικών, τ.Β 231-238
Αναγνώσεις
Ευθυμίου Κυριάκος, Κ.Π. Καβάφη, Ποιήματα (1896-1933), In Autumn Leaves Ltd 2005
Σαββίδης Γ. Π., K.Π. Kαβάφη, Ποιήματα, I, (1896-1918), Διόνυσος)
Σουλιώτης Μίμης, Ανέκδοτη ηχογράφηση, Αθήνα 2002
Χορν Δημήτρης, Ανέκδοτη ηχογράφηση, 1962
και η εξαιρετική εκτέλεση της Αλκηστις Πρωτοψάλτη από την Τετραλογία του Δήμου Μούτση, δίσκο που πολύ αγάπησα στα εφηβικά μου χρόνια
Tzoutzi Mantzourani 29/4/2014 · ..."Είναι άνανδρο να παίρνεις πίσω την αγάπη που μου έχεις δώσει! Αν έχεις κότσια, παραδέξου οτι μ'αγάπησες και τώρα τέλειωσε. Αλλά, τα λόγια που είπες, οι πράξεις που έκανες, δεν επιστρέφουν, δεν αλλάζουν, δεν γυρίζουν πίσω... Εμπρός λοιπόν, σβήσε τις αφιερώσεις από τα βιβλία που μου χάρισες. Πάρε τα φιλιά μέσα από το στόμα μου, πάρε από μέσα μου, την ηδονή που μου χάρισες... Είσαι ευχαριστημένος τώρα; Δεν σβήνουν αγάπη μου τα γράμματα απ'το χαρτί, το σάλιο σου έχει γίνει ενα με το δικό μου, δεν ξεχωρίζει πιά... και η αγάπη σου, αν πράγματι μου έδωσες καθόλου, κάηκε στην φωτιά που μας έκαιγε και τους δύο, μαζί με τη δική μου! Ξοδεύεται η αγάπη! Και ο έρωτας το ίδιο! Δεν είναι για να τα φυλάς στο σεντούκι. Να τα ζείς πρέπει, εκείνη τη στιγμή που σού'ρχονται . Αμα τα αφήσεις να περάσουν, πάει, τά έχασες... Δεν μπορείς να με σβήσεις απ' τη ζωή σου, οπως δεν μπορώ ούτε και γώ. Αυτό που ζήσαμε μαζί μας θα το κουβαλάμε πάντα... Και αν τώρα σε βαραίνει πιά, θυμήσου πως κάποτε, ήταν η ευτυχία και το χαμόγελό σου, η καλημέρα σου, η καληνύχτα σου και η γλυκειά προσμονή της επόμενης μέρας. Σβήσε λοιπόν την αφιέρωση απ’ το βιβλίο. Εχω χαράξει τ' όνομά σου με μαχαίρι στην καρδιά μου... Και η ουλή αυτή δεν θα φύγει ποτέ... " Ο ΜΑΝΑΤΖΕΡ. ΤΖΟΥΤΖΗ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗ
…βλέπεις τον πόνο που σου προκαλώ και αναρωτιέσαι εύλογα και δίκαια, γιατί απλώνω προς το μέρος σου ένα χέρι με κοφτερή λάμα χωρίς προφανή λόγο;
…βλέπω τον πόνο που μου προκαλείς και αναρωτιέμαι το ίδιο. Δεν είναι δίκιο, δεν είναι σωστό, δεν είναι ανθρώπινο. Αναφωνώ: γιατί; γιατί; γιατί;
ς. Δεν ανήκει στις προθέσεις σου το να με πληγώνεις και το ξέρω. Και αυτή η γνώση ενδόμυχα μας πονάει όλους ακόμα περισσότερο!
…το κάνω εγώ σε σένα, το κάνεις εσύ σε μένα, το κάνουμε ο ένας στον άλλον και αυτή η "αλυσίδα του πόνου" καταλήγει να έχει τόσους κρίκους όσοι είναι και οι άνθρωποι που φιλοξενούνται πάνω στη Γη.
...αμέτρητοι άνθρωποι γύρω μας που κινούνται, σαν σε σκοτεινά “δωμάτια”, με κοφτερές λάμες στο χέρι και “πέφτουν” άθελά τους πάνω μας χωρίς κακές προθέσεις… και μας πληγώνουν!
…ίσως θα έπρεπε να σου είμαι ευγνώμων που με πονάς γιατί με “αναγκάζεις” να προσέξω ότι έχεις δεμένα τα μάτια σου με το "πέπλο της άγνοιας και της λήθης".
…με ωθείς να αναρωτηθώ πόσο σφιχτά δεμένα είναι και τα δικά μου μάτια και σε πόσους άλλους, άραγε, προσφέρω ο ίδιος από τον πόνο που μου προσφέρεις!
…με κάνεις να ψηλαφήσω και να τραβήξω προς τα κάτω, το ίδιο πέπλο που εμποδίζει όλους μας να δούμε αληθινά ο ένας τον άλλον, να καταλάβω ότι “δεν ξέρω τι κάνω” και να συνειδητοποιήσω ότι “δεν πρόκειται για παιχνίδι”!
…μου δίνεις την ευκαιρία να ανακτήσω την “χαμένη” μου όρασή που πάντα ήταν εδώ, την καθαρή και φωτισμένη ματιά μου και να σου προσφέρω το ανθισμένο ρόδο που φυλάω πάντοτε για σένα στο άλλο μου χέρι!
…κραυγάζεις με πόνο μέσα σου: αν υπήρχε, άραγε περισσότερο φως σε αυτόν τον κόσμο, αν υπήρχε περισσότερο φως μέσα μου;
...και η απάντηση έχει δοθεί: υπάρχει! μόνο που δεν το έχουμε “προσέξει” διότι όλοι είμαστε ήδη προσκυνητές μπροστά στην ιερή φλόγα της συνείδησης που καίει ασίγαστα μέσα μας!
Ο Κ. Π. Καβάφης σε προσωπογραφία της Θάλειας Φλώρα-Καραβία (1926)
Ντάνιελ Μέντελσον: Ζούμε μια καβαφική στιγμή της Ιστορίας
Γράφει η Κουζέλη Λαμπρινή. Αναδημοσίευση από http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=490602
Ο αμερικανός μεταφραστής όλων των ποιημάτων του Αλεξανδρινού στα αγγλικά μιλάει για τις προκλήσεις που συνάντησε στη μετάφραση, για την ομοφυλοφιλική διάσταση της ποίησης του Καβάφη αλλά και για τον επίκαιρο χαρακτήρα της
Νεκρολογία του Μιχάλη Ροδά για τον Κ. Π. Καβάφη στο «Ελεύθερον Βήμα» της 2ας Μαΐου 1933.
Ενα καλοκαίρι στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ο Αμερικανός Ντάνιελ Μέντελσον, τριτοετής φοιτητής κλασικών σπουδών στο Πρίνστον, ταξιδεύει ανά την Ελλάδα με την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών της Αθήνας, επισκέπτεται αρχαιολογικούς χώρους και συμμετέχει σε ανασκαφές. «Εκείνο το καλοκαίρι κατάλαβα ότι μισούσα την αρχαιολογία. Συνειδητοποίησα ότι δεν με ενδιέφεραν τα αντικείμενα, αλλά τα κείμενα» μας αποκάλυψε σε πρόσφατη τηλεφωνική συνομιλία μας.
Το ίδιο καλοκαίρι, στην Τρίπολη, αγόρασε μια συλλογή με ποιήματα του Καβάφη στα ελληνικά. Το 2009 ο 49χρονος πλέον Μέντελσον, γνωστός κλασικιστής και μελετητής του Ευριπίδη, διαπρεπής κριτικός του «New Yorker» και του «New York Review of Books», καθηγητής στο Πρίνστον και στο Bard College και βραβευμένος συγγραφέας, παραδίδει στο αγγλόφωνο κοινό μια πλήρη μετάφραση των ποιημάτων του Αλεξανδρινού: Αναγνωρισμένα, Κρυμμένα, Αποκηρυγμένα και – μεταφρασμένα για πρώτη φορά στα αγγλικά – Ατελή. Μια μετάφραση που πρόκειται να γράψει Iστορία, όπως η μετάφραση του Εντμουντ Κίλι πριν από 40 χρόνια.
Από το διαμέρισμά του στο Τσέλσι του Δυτικού Μανχάταν, ο Ντάνιελ Μέντελσον μας μίλησε, στα ελληνικά και στα αγγλικά, για τον Καβάφη που μετέφρασε, για τον Καβάφη της Ιστορίας και για τον Καβάφη της εποχής μας.
Πότε πρωτοδιαβάσατε ποιήματα του Καβάφη;
«Είχα διαβάσει κάποια ποιήματά του στα αγγλικά, αλλά η καθοριστική γνωριμία μου με την ποίησή του έγινε ένα καλοκαίρι στην Ελλάδα. Σπούδαζα τότε κλασική φιλολογία και σε ένα ταξίδι με την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών της Αθήνας στην Τρίπολη αγόρασα μια συλλογή ποιημάτων του Καβάφη στα ελληνικά. Αρχισα να διαβάζω τα ποιήματα και να τα αποστηθίζω. Με γοήτευε η μουσικότητά τους. Γνώριζα τότε αρχαία ελληνικά, αλλά όχι νέα ελληνικά, οπότε είχα τον ήχο της ποίησης του Καβάφη στο κεφάλι μου προτού κατακτήσω το νόημά της. Οταν επέστρεψα στην Αμερική, ξεκίνησα συστηματικά μαθήματα νέων ελληνικών».
Είχατε ήδη πάρει την απόφαση να μεταφράσετε τον Καβάφη;
«Η μετάφραση προέκυψε τυχαία, όπως όλα στη ζωή. Αφορμή ήταν μια έκθεση φωτογραφίας εμπνευσμένη από την ποίηση του Καβάφη. Ο καλλιτέχνης ήθελε μια νέα μετάφραση 20 ποιημάτων για να συνοδεύουν τις φωτογραφίες του. Ενας από τους επισκέπτες της έκθεσης, επιμελητής στις εκδόσεις Knopf, μου πρότεινε να μεταφράσω και τα υπόλοιπα ποιήματα. Συμφώνησα με τον ενθουσιασμό που έχει κανείς όταν καταπιάνεται με κάτι νέο που το βρίσκει ενδιαφέρον. Υπέγραψα συμβόλαιο με την Knopf το 1997. Δεν γνώριζα τότε ότι ο Καβάφης θα με απασχολούσε για τα επόμενα δώδεκα χρόνια».
Δεν είστε ο πρώτος που μεταφράζει Καβάφη στα αγγλικά. Τι προκλήσεις έθετε για εσάς αυτή η διαδικασία;
«Ο Εντμουντ Κίλι, του οποίου τη μετάφραση διάβασε η δική μου γενιά, κατάφερε θαυμάσια να μεταφέρει στα αγγλικά την πεζολογική απλότητα της καβαφικής ποίησης. Στη δική μου μετάφραση επιχείρησα κατ’ αρχάς να αναδείξω τον ρυθμό, το μέτρο, την ομοιοκαταληξία, τη μουσικότητα που υπάρχει πίσω από την αστόλιστη γλώσσα του Καβάφη. Αυτή τη μετάφραση περιέβαλα με εξαντλητικές σημειώσεις και αναλυτική εισαγωγή, ώστε το αμερικανικό και το αγγλόφωνο κοινό να μπορέσει να προσεγγίσει έναν ποιητή ο οποίος, όπως λέει ο ίδιος, είναι ένας ποιητής ιστορικός. Στις ΗΠΑ δεν γνωρίζουμε καλά-καλά τη δική μας Ιστορία, πόσω μάλλον την Ιστορία στην οποία αναφέρεται ο Καβάφης. Υπάρχει βέβαια πάντοτε και το θέμα της ομοφυλοφιλίας του Καβάφη, την οποία ο ίδιος αποδέχεται φυσικά και δεν τη δραματοποιεί. Προσπάθησα λοιπόν να την αποδώσω με εξίσου φυσικό τρόπο. Για να δώσω ένα παράδειγμα: Ορισμένες φορές, όταν ο Καβάφης λέει "ηδονή", ο Κίλι μεταφράζει "sensual pleasure", μια ελαφρώς κλινική απόδοση που θέτει τον αναγνώστη σε κάποια απόσταση, υποδεικνύει ότι πρόκειται για κάτι ιδιαίτερο. Επιδίωξα να μειώσω αυτή την απόσταση. Το μεταφράζω "pleasure". Αν η ομοφυλοφιλία του ήταν για τον Καβάφη κάτι φυσικό, θα πρέπει να είναι κάτι φυσικό και στη μετάφραση».
Ο καθηγητής Πίτερ Μπίεν έχει υποστηρίξει ότι δεν υπάρχει ένας ξεχωριστός ομοφυλοφιλικός τρόπος για να μεταφραστεί η καβαφική ποίηση. Συμφωνείτε;
«Μολονότι είμαι ομοφυλόφιλος, συμφωνώ απολύτως. Ο Καβάφης είναι ένας γκέι ποιητής, αυτό είναι προφανές στα ηδονικά ποιήματά του, αλλά την ίδια στιγμή έχεις την αίσθηση ότι όσα λέει αφορούν τον καθένα. Από την άλλη, ως ομοφυλόφιλος, πιθανόν να κατανοώ, υποσυνείδητα, κάποια πράγματα και αυτό να μου δίνει περισσότερες μεταφραστικές επιλογές. Λόγου χάριν, το "έφηβος" του Καβάφη, μια λέξη με βαρύνουσα σημασία, θα μπορούσε να αποδοθεί με το "youth", που είναι κάπως αφύσικο στα αγγλικά. Το "young man", πάλι, είναι περίπλοκο. Τι θα έλεγε ένας γκέι άνδρας για έναν άνδρα που βρίσκει ελκυστικό; Θα έλεγε "he’s a handsome boy", έτσι σκέφτηκα και απέδωσα το καβαφικό "έφηβος" με το αγγλικό "boy". Συμφωνώ όμως με τον Πίτερ Μπίεν ότι δεν μπορείς να περιορίσεις την ποίηση του Καβάφη σε ένα ειδικό κοινό. Αλλωστε, αν η ποίησή του δεν είναι για όλους, ποιος ο λόγος να ασχοληθείς μαζί της;».
Τα τελευταία χρόνια η αγγλοσαξονική κριτική τοποθετεί την ομοφυλοφιλία του Καβάφη στο επίκεντρο των καβαφικών σπουδών. Συμμερίζεστε την κεντρική θέση της στην ερμηνεία της ποίησής του;
«Εκτιμώ ότι πρέπει να δούμε τον Καβάφη πέρα από το ζήτημα της σεξουαλικότητας. Εκείνο που τον ενδιαφέρει, πιστεύω, είναι η σχέση μας με τον χρόνο. Ακόμη και όταν μιλάει για την επιθυμία, πρόκειται για την ανάμνηση μιας επιθυμίας. Υπάρχει στην Αμερική η τάση να διακρίνεται ο Καβάφης σε δύο ποιητές: στον ιστορικό και στον ομοφυλόφιλο. Τρομερό λάθος, κατά την άποψή μου, διότι αυτό για το οποίο πραγματικά μιλάει ο Καβάφης είναι η σχέση μας με το παρελθόν, το ιστορικό παρελθόν, το οποίο είναι επίσης το παρελθόν της επιθυμίας μας. Γράφει για το πώς αυτό που είσαι τώρα έχει δρομολογηθεί από αποφάσεις που πήρες στο παρελθόν, είτε είσαι ένα άτομο μεμονωμένο είτε είσαι μια χώρα. Αυτή είναι η ενοποιητική δύναμη του Καβάφη. Δεν αρνούμαι τη σημασία της ομοφυλοφιλικής επιθυμίας στην ποίησή του, όμως ο Καβάφης δεν γράφει γκέι λογοτεχνία. Αν εστιάσουμε αποκλειστικά στην ομοφυλοφιλία του, περιθωριοποιούμε την υπόλοιπη ποίησή του. Χρειάζεται να προσεγγίσουμε τον Καβάφη με μια θεωρία που να συνυπολογίζει τα πάντα».
Μεγάλο μέρος από τη γοητεία της καβαφικής ποίησης βρίσκεται στο ότι αποτελεί μια φωνή του περιθωρίου, της περιφέρειας του ελληνικού κόσμου, μια φωνή της κλειστής κάμαρας. Στις ημέρες μας, που το Διαδίκτυο έχει καταργήσει τις αποστάσεις μεταξύ κέντρου και περιφέρειας, που η κλειστή κάμαρα δεν είναι μοναχική, ατονεί η σαγήνη του Καβάφη;
«Το ότι ο Καβάφης τοποθετεί τον εαυτό του στο περιθώριο αποτελεί, θεωρώ, ένα είδος μεταφοράς για τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχουμε όλοι στον κόσμο, για το πόσο ξένοι αισθανόμαστε κάποια στιγμή με το περιβάλλον μας όλοι μας, ακόμη περισσότερο σήμερα, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, που όλοι τείνουν να μοιράζονται και να κοινοποιούν τα πάντα, που όλοι θέλουν να βρίσκονται στο επίκεντρο. Μια μεταφορά η οποία λειτουργεί ως εξαιρετικά ενδιαφέρουσα υπόμνηση ειδικά στις μέρες μας, γιατί κάποια στιγμή θα κλείσεις τον υπολογιστή και το κινητό σου και θα μείνεις μόνος, και τότε είναι που χρειάζεσαι τον Καβάφη, για να σου περιγράψει πώς είναι να βρίσκεσαι στην άκρη, παράμερα. Διότι όλοι βρισκόμαστε εκτός κέντρου, όλοι είμαστε μόνοι σε κάποιο επίπεδο, είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι. Νομίζω ότι η προσωπικότητα και η φωνή του μονήρους Καβάφη εξακολουθεί να ελκύει αναγνώστες ακριβώς επειδή ήταν ένας άνθρωπος μόνος, όπως είμαστε όλοι, ένας ασήμαντος δημόσιος υπάλληλος σε μια Αλεξάνδρεια με σπουδαίο παρελθόν αλλά χωρίς παρόν, ο οποίος έζησε την ίδια εποχή με τον Εζρα Πάουντ και τη Βιρτζίνια Γουλφ, και, χωρίς να συνδεθεί με κανέναν από τους μεγάλους μοντερνιστές του ευρωπαϊκού πολιτισμού, κατάφερε να αφήσει σημαντικό μοντέρνο ποιητικό έργο».
Επισημάνατε νωρίτερα ότι το σύγχρονο κοινό έχει άγνοια της Ιστορίας. Αν προσθέσουμε και το γεγονός ότι τα πρόσωπα και οι περίοδοι που ενδιαφέρουν τον Καβάφη βρίσκονται συνήθως στο περιθώριο της επίσημης Ιστορίας, πόσο συναφής με την εποχή μας είναι ο ιστορικός Καβάφης;
«Ο Καβάφης αναγνωρίζει τις ειρωνείες της Ιστορίας και ιδιαίτερα τις ειρωνείες της αυτοκρατορίας, πράγματα σημαντικά στον 21ο αιώνα όσο ποτέ πριν. Ζούμε σήμερα μια καβαφική στιγμή της Ιστορίας: παλιές αυτοκρατορίες καταλύονται και νέες αναδύονται: η Ρωσία, η Κίνα. Κάθε φορά που ανοίγω μια εφημερίδα και διαβάζω για την κρίση στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, για το πόσο εύθραυστος είναι ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, σκέφτομαι τον Καβάφη. Ακριβώς αυτά τα θέματα ενδιέφεραν τον Αλεξανδρινό: οι πολιτισμοί που γεννιούνται και χάνονται. Τα ιστορικά ποιήματά του μιλούν για την ακμή και την παρακμή των πολιτισμών, καταστάσεις πραγματικές που συμβαίνουν πάντοτε, γι’ αυτό και η ποίηση του Καβάφη αναφέρεται σε κάθε εποχή».
Ετοιμάζοντας αυτό το αφιέρωμα, διαπιστώσαμε ότι σπανίζουν πλέον εκτός Ελλάδας οι μελετητές που ασχολούνται συστηματικά με το έργο του Καβάφη. Συμμερίζεστε αυτή τη διαπίστωση και, αν ναι, ποια ερμηνεία δίνετε;
«Ισχύει αυτό. Η αγγλόφωνη πανεπιστημιακή κριτική για τον Καβάφη φαίνεται ανεξήγητα περιορισμένη, αν τη συγκρίνουμε με τη βιβλιογραφία για άλλους σημαντικούς ευρωπαίους ποιητές της εποχής του, τον Λεοπάρντι για παράδειγμα. Αυτό οφείλεται στη γλώσσα. Αν ο Καβάφης είχε γράψει στα γαλλικά, η εξέλιξή του στην Αμερική θα ήταν διαφορετική. Εγραψε όμως στα ελληνικά, μια γλώσσα που στις ΗΠΑ κατέχουν μόνο όσοι έχουν ελληνική καταγωγή ή ορισμένοι που έχουν ερωτευθεί την Ελλάδα, όπως εγώ. Πράγματι, διεθνώς ο Καβάφης δεν έχει σχολιαστεί όσο θα έπρεπε, γεγονός που έχει και τις θετικές πλευρές του: ο μελετητής που θα καταπιαστεί μαζί του δεν έχει να αναμετρηθεί με βιβλιογραφία αιώνων και υπάρχουν πολλά θέματα ανοιχτά προς διερεύνηση».
Ποιες περιοχές της καβαφικής γραφής διαπιστώσατε μεταφράζοντας ότι παραμένουν ανεξερεύνητες;
«Ο Καβάφης και η φωτογραφία είναι ένα θέμα που αξίζει να μελετηθεί. Η στάση του σώματος στον Καβάφη ένα άλλο: πάντοτε τον απασχολεί στα ποιήματά του το πώς στέκονται τα πρόσωπα και πού, πώς κοιτάζουν. Για τον Αυτοκράτορα Κατακουζηνό – ο οποίος αναφέρεται και στα ποιήματα του κανόνα και στα Ατελή – μπορεί να γραφεί ολόκληρη διατριβή. Οπως επίσης για τον Καβάφη και το ύστερο Βυζάντιο. Το ίδιο και για τις σχέσεις του Καβάφη με την αγγλική και τη γαλλική ποίηση».
Ας κλείσουμε τη συνέντευξή μας με τον «δικό σας» Καβάφη. Τι κρατάτε από τους στίχους του ως δίδαγμα ζωής και ποιο ποίημά του ξεχωρίζετε;
«"Δώσε προσοχή στο παρελθόν": αυτό είναι το δίδαγμα ζωής. Από τα ποιήματά του είναι δύσκολο να επιλέξω, εκείνο όμως που μου φέρνει πάντοτε δάκρυα στα μάτια είναι το "Απ’ τες εννιά". Πάντοτε, όσες φορές κι αν το έχω διαβάσει… "Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα / απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα… Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα. / Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια"».
«Ολίγα συναλλάγματα» που αποδεικνύονται τοκοφόρα
Γράφει ο Δασκαλόπουλος Δημήτρης http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=490598
Τη δεκαετία 2001-2010 50 νέοι τίτλοι βιβλίων περί Καβάφη προστέθηκαν στη Βιβλιογραφία, καθώς και 21 καινούργιες μεταφράσεις σε ξένες γλώσσες, 10 από τις οποίες στα αγγλικά. Το έντονο ενδιαφέρον κοινού και ειδικών για το έργο του Αλεξανδρινού παραμένει αμείωτο στον 21ο αιώνα
Το πορτρέτο του K. Π. Καβάφη φιλοτεχνημένο από τον Νίκο Εγγονόπουλο το 1948
Το συνολικό έργο του Κ. Π. Καβάφη είναι ένα «κατορθωμένο σώμα» πάνω στο οποίο ασκήθηκαν, πειραματίστηκαν, δοκίμασαν τις αντοχές τους και δοκιμάστηκαν οι ιδιόρρυθμες και κάποτε αλληλοσυγκρουόμενες τάσεις της κοινωνικής και πνευματικής ζωής του τόπου μας κατά τα πρώτα πενήντα χρόνια του 20ού αιώνα: λογοτεχνικές επιφυλάξεις, άκριτος θαυμασμός, γλωσσικές αντιρρήσεις, ηθικολογικού τύπου αναστολές, φόβος του «αδοκίμαστου και του από αλλού φερμένου» και, επιπλέον, η αμήχανη στάση της ελληνικής Αριστεράς μπροστά στις καινοφανείς μορφές τέχνης που δεν υπακούουν στα κελεύσματα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. «Ο καιρός, που είναι καλός κριτής των πραμάτων», όπως έλεγε ο ξεχασμένος σήμερα Ιωάννης Βηλαράς, παρέσυρε όλα τα αναχώματα, δικαίωσε τον Αλεξανδρινό και άφησε να κυλήσει ελεύθερα το ποτάμι της ποίησής του. Είναι περίεργο, αλλά η υποδοχή της καβαφικής ποίησης εκτός Ελλάδος δεν ακολούθησε αυτή τη διαδρομή· υπήρξε εξαρχής ενθουσιώδης και υπερθετική. Εκτιμήθηκε εγκαίρως από σπουδαίους ανθρώπους των γραμμάτων και της τέχνης, ενέπνευσε μεγάλους ποιητές και κινητοποίησε πολύ πρώιμα άξιους μεταφραστές.
Μεγάλο τμήμα των προσώπων που κυκλοφορούν στα ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη συγκροτείται από γραμματικούς, σοφιστές, ποιητές, σπουδαστές, γλύπτες, χαράκτες, αισθητικούς και καλλιτέχνες κάθε είδους. Ως πράξη άμεσης ανταπόκρισης και δικαιοσύνης, σχεδόν δεν υπάρχει στις μέρες μας Ελληνας ή ξένος από τους χώρους του λόγου και της τέχνης που να μην έχει αποπειραθεί να αποτυπώσει και να αποδώσει την καβαφική ποίηση με τα δικά του μέσα: το θέατρο, ο χορός, ο κινηματογράφος, η ζωγραφική, η γλυπτική, η χαρακτική αποδίδουν (όχι πάντα επιτυχώς) το κλίμα και την ατμόσφαιρα του Αλεξανδρινού. Μα και οι απανταχού της γης ποιητές, όπως αποδεικνύουν τρεις σχετικοί τόμοι (Παρωδίες καβαφικών ποιημάτων, 1998· Συνομιλώντας με τον Καβάφη, Ξένα καβαφογενή ποιήματα, 2000· Ελληνικά καβαφογενή ποιήματα, 2003), γοητεύονται από τους τρόπους και την τεχνική του Καβάφη. Είμαι της γνώμης πως η επιτυχής, επιγραμματική στέγαση της μεταπαλαμικής ποίησής μας υπό τον τίτλο «Στη βαριά σκιά του Παλαμά», όπως είχε προτείνει ο πάντα παρών Κ. Θ. Δημαράς, ίσως θα πρέπει να μετονομαστεί για τη νεότερη ποίηση: «Στη βαριά σκιά του Καβάφη».
Ο Γ. Π. Σαββίδης και οι μαθητές του
Οι σημερινοί αναγνώστες της ποίησης, εννοώ αυτούς που ανδρώθηκαν κατά τα τελευταία σαράντα χρόνια, αναγνωρίζουν τον Καβάφη ως έναν δεδομένον παγκοσμίως και αναγνωρισμένον διεθνώς ποιητή και επικοινωνούν μαζί του μέσα από την οπτική μιας απροσδόκητης, απροσδιόριστης και πολυπρισματικής στις αιτίες της δημοφιλίας. Οι στίχοι του – κατά κανόνα οι γνωμικοί και παροιμιακοί – συνιστούν ένα κοινόχρηστο πεδίο συνεννόησης, πρόσφορο και βολικό για κάθε είδους, δημόσια ή ιδιωτικά, συμβάντα. Το κρίσιμο σημείο που συχνά μάς διαφεύγει είναι πως έως τη χρονιά ορόσημο του 1963 (εκατό χρόνια από τον θάνατό του) ο ποιητής εξακολουθούσε να διέρχεται τις Συμπληγάδες της αμφισβήτησης, των αντιτιθεμένων συγκρούσεων και των άσκοπων διαξιφισμών. Η σταδιακή από τη χρονιά εκείνη δημοσίευση άγνωστων στοιχείων από το Αρχείο του ποιητή απέδειξε πως ό,τι γνωρίζαμε έως τότε ήταν μόνον ένα μέρος του έργου του. Η βαθμιαία ανάδειξη της ολοκληρωμένης πλέον παραγωγής του Καβάφη οφείλεται κατά κύριο λόγο στις εκδοτικές και ερευνητικές εργασίες τού κατ’ εξοχήν καβαφιστή Γ. Π. Σαββίδη και των αφοσιωμένων μαθητών και συνεργατών του. Στα 1965 ο Σαββίδης, αγνοώντας και παραμερίζοντας μικρόψυχες αντιρρήσεις, διακήρυξε: «Ο Κ. Π. Καβάφης ΕΙΝΑΙ εθνικός ποιητής».
Στην ίδια πάνω-κάτω εποχή είχε ήδη κάνει την εμφάνισή της και είχε διατυπώσει τις πολύτιμες καταθέσεις της η πρώτη γενιά των ανά τον κόσμο καβαφιστών, συνήθως συνδυάζοντας την εκδοτική και τη μεταφραστική δραστηριότητα: ο G. Η. Blanken και ο Hans Warren στην Ολλανδία, ο Filippo Maria Pontani και o Bruno Lavagnini στην Ιταλία, οι John Mavrogordato, Edmund Keeley, Philip Sherrard και Rae Dalven στον αγγλόφωνο κόσμο, ο Zygmunt Kubiak στην Πολωνία, η Marguerite Yourcenar στη Γαλλία, ο Aurel R∪au στη Ρουμανία, ο José Paulo Paes στη Βραζιλία, ο Miguel Castillo Didier και ο Carles Riba στις ισπανόφωνες χώρες, ο Helmut von den Steinen στη Γερμανία.
Τα αριθμητικά δεδομένα
Το διαμονητήριο που εκδόθηκε από το Ελληνικό Προξενείο της Αλεξάνδρειας για το ταξίδι του Κ. Π. Καβάφη στην Αθήνα (Ιδρυμα Ωνάση, Αρχείο Καβάφη).
Αυτή η εντελώς ενδεικτική παράθεση ονομάτων συμβαδίζει με ανάλογα αριθμητικά δεδομένα. Η Βιβλιογραφία Κ. Π. Καβάφη 1886-2000, που εκδόθηκε το 2003 από το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας στη Θεσσαλονίκη, κατέγραφε 254 βιβλία (αυτοτελή ή σύμμεικτα) περί Καβάφη, καθώς και 140 αυτοτελείς μεταφράσεις έργων του σε ξένες γλώσσες. Το συμπλήρωμα τηςΒιβλιογραφίας για τη δεκαετία 2001-2010 (που δημοσιεύεται τον επόμενο μήνα στο περιοδικό «Κονδυλοφόρος» της Θεσσαλονίκης) προσθέτει 50 νέους τίτλους βιβλίων περί Καβάφη που εμφανίστηκαν μετά την αυγή του τρέχοντος αιώνος, καθώς και 21 καινούργιες μεταφράσεις έργων του σε ξένες γλώσσες κατά το ίδιο διάστημα. Είναι χαρακτηριστικό, χωρίς να συνυπολογίσουμε τυχόν ανατυπώσεις παλαιότερων τίτλων, πως 10 από τις καινούργιες αυτές μεταφράσεις προέρχονται από τη γλωσσικά κυρίαρχη αγγλική γλώσσα. Ενα ακόμη σχετικό χαρακτηριστικό είναι πως δύο από τις μεταφράσεις αυτές έχουν εκπονηθεί στην αγγλική γλώσσα από Ελληνες: τον Στρατή Χαβιαρά και τον Ευάγγελο Σαχπέρογλου.
Η νέα επετειακή χρονιά 2013 (150 χρόνια από τη γέννηση και 80 από τον θάνατο του Αλεξανδρινού) θα αποφέρει ασφαλώς γενναία συγκομιδή νέων (και μακάρι εύστοχων) προσεγγίσεων και ερμηνειών στο έργο του. Ετσι κι αλλιώς, δεν υπάρχει νεοέλληνας συγγραφέας ή λόγιος που να μην έχει εκφέρει δημοσίως, γραπτώς ή προφορικώς, την άποψή του για τον Καβάφη, το όνομα του οποίου εξάλλου προσφέρεται για εύκολες λύσεις «πολιτιστικών» εκδηλώσεων, με εξασφαλισμένη την προβλεπόμενη συρροή φανατικών οπαδών της ποίησής του. Η παλαιά ελληνική φρουρά των καβαφιστών έχει ήδη καταθέσει πολύ έγκαιρα τις απόψεις, τα πορίσματα και το ενδιαφέρον της για το έργο του ποιητή. Οι πολύ νεότεροι από άποψη ηλικίας έλληνες μελετητές και ερευνητές, παρά την πρόθυμη και εύκολη γνώμη που διατυπώνουν κατά καιρούς για την καβαφική ποίηση, δεν έχουν ακόμη να επιδείξουν ανάμεσά τους κάποιον συστηματικό και αφοσιωμένο σχολιαστή.
Σχήματα και επιγραφές
Από την άλλη πλευρά, καινοφανείς θεωρητικές απόψεις προσπαθούν – κυρίως στο εξωτερικό, κάποτε και στα καθ’ ημάς – να ερμηνεύσουν το καβαφικό φαινόμενο μέσα από σχήματα και επιγραφές όπως «μετα-αποικιακή λογοτεχνία», «λογοτεχνία της Διασποράς», «gay and lesbian studies». Η άμεση, δραστική επαφή του αναγνώστη με τα ποιήματα, η πρωτογενής ποιητική γεύση της αναγνωστικής εμπειρίας υποκαθίσταται έτσι από δαιδαλώδεις συλλογισμούς και αμφίβολης ευστοχίας συμπεράσματα. Στα 1935 ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, έχοντας ελλιπή και αποσπασματική γνώση της καβαφικής ποίησης έως τότε, έγραφε στον Τίμο Μαλάνο: «Ο Καβάφης, πέρα από την ποιητική του σημασία, που εξακολουθώ να πιστεύω ότι δεν είναι εξαιρετική, έχει την αξία να μας παρουσιάζεται σαν ένας τύπος προβλήματος που για καιρό θα μας απασχολεί». Για όλες τις επόμενες δεκαετίες της ζωής του ο Σεφέρης πάσχισε να συμβιβαστεί με το κλίμα του Αλεξανδρινού και να κατανοήσει την ιδιαιτερότητα του καβαφικού φαινομένου. Με τα γραπτά του συνέβαλε, εν τούτοις, στην εγχώρια κατανόηση του Καβάφη και υπέδειξε τις πιθανές, αφανείς διασυνδέσεις των καβαφικών ποιημάτων με την ευρωπαϊκή πρωτοπορία της εποχής του.
Η εφετινή επέτειος συμπίπτει με τη μετεγκατάσταση του Αρχείου Καβάφη σε νέα στέγη – ευτυχώς ελληνική. Το μέγιστο μέρος των περιεχομένων του Αρχείου έχει ήδη κοινοποιηθεί και είναι γνωστό· ελάχιστα ενδιαφέροντα στοιχεία παραμένουν ακόμη αδημοσίευτα. Η σώφρων μελλοντική διαχείριση και προβολή του ασφαλώς θα αναζωπυρώσει την επιθυμία του κοινού να γνωρίσει εκ του σύνεγγυς το εργαστήρι του Αλεξανδρινού και την ισόβια αφοσίωσή του στην Τέχνη της Ποιήσεως.
Οπως και να έχει το πράγμα, η σημερινή παγκόσμια αναγνώριση του Κ. Π. Καβάφη εξακολουθεί να παραμένει «ένας τύπος προβλήματος που για καιρό θα μας απασχολεί». Το έντονο ενδιαφέρον κοινού και ειδικών για το έργο του παραμένει αμείωτο στον καινούργιο αιώνα. Ο μονήρης ποιητής της Αλεξάνδρειας, ζώντας και δημιουργώντας μακριά από το εθνικό κέντρο και τις ποικίλες αγκυλώσεις του, έγραφε στα 1897, με μάλλον προσποιητή σεμνότητα, πως στην Τράπεζα του Μέλλοντος πολύ «ολίγα συναλλάγματα» θα είχε να καταθέσει. Πιθανότατα ούτε ο ίδιος θα είχε φανταστεί πως τα «ολίγα συναλλάγματα» θα αποδεικνύονταν τόσο τοκοφόρα.
Στη στέγη του Ικαρου
Γράφει η Καρύδη Κατερίνα στο http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=490597
Η επικεφαλής του ιστορικού οίκου παρουσιάζει την εκδοτική ιστορία του ποιητή στην Ελλάδα, από το 1948 ως σήμερα, και αναγγέλλει νέες καβαφικές εκδόσεις
Το χειρόγραφο του ποιήματος του Κ. Π. Καβάφη «Φωνές» (Ιδρυμα Ωνάση, Αρχείο Καβάφη)
Ο Κ. Π. Καβάφης στη διάρκεια της ζωής του δεν εξέδωσε ποτέ ποιήματά του σε μορφή βιβλίου ή συλλογής, αν και δέχθηκε προτάσεις για την έκδοσή τους και στα ελληνικά και στα αγγλικά. Καινοτόμησε δημοσιεύοντας ποιήματα σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής και τυπώνοντας ιδιωτικά τα περίφημα μονόφυλλα, που συχνά σχημάτιζαν αυτοσχέδιες συλλογές και χαρίζονταν σε φίλους.
Η πρώτη συγκροτημένη συλλογή, ο κανόνας με τα 154 ποιήματα, κυκλοφορεί για πρώτη φορά στην Αλεξάνδρεια μετά τον θάνατό του με τη φροντίδα της Ρίκας Σεγκοπούλου, τότε συζύγου του κληρονόμου και εκτελεστή της διαθήκης του Κ. Π. Καβάφη, Αλέκου Σεγκόπουλου. Είναι ακριβώς αυτή η συλλογή που εκδίδεται από τον Ικαρο ως «δεύτερη έκδοση» το 1948 με τον τίτλο Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα, συστήνοντας τον Κ. Π. Καβάφη για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό. Κατά τη βιβλιοφιλική συνήθεια της εποχής και του Ικαρου, γίνονται δύο διαφορετικές εκτυπώσεις. Η πρώτη σε 310 αντίτυπα αριθμημένα από το 1ως το 300 και από το Ι ως το Χ σε λευκό χαρτί, και η δεύτερη σε 2.270 αντίτυπα σε χαρτί chamois της Αθηναϊκής Χαρτοποιίας, αριθμημένα από το 301 ως το 2.500 και από 2.501 ως το 2.570. Τα αντίτυπα από Ι ως Χ και από 2.501 ως 2.570 μένουν εκτός εμπορίου. Σχήμα 30 x 22,5, σελίδες 204. Το 1958 ο καβαφικός κανόνας επανεκδίδεται από τον Ικαρο σε 4.000 αριθμημένα αντίτυπα.
Η οριστική καθιέρωση
Το 1963, χρονιά-σταθμός στην ιστορία του Ικαρου, κυκλοφορεί η πρώτη τυποποιημένη «λαϊκή» έκδοση των ποιημάτων του Κ. Π. Καβάφη σε δύο τόμους (Α’ τόμος 1896-1918, σελ. 144, σχήμα 20,5 x 13,5 και Β’ τόμος 1919-1933, σελ. 136, σχήμα 20,5 x 13,5) με σημειώσεις και υποδειγματική φιλολογική επιμέλεια του Γ. Π. Σαββίδη. Στο εξώφυλλο ο Κ. Π. Καβάφης από χαλκογραφία του Γιάννη Κεφαλληνού. Είναι η έκδοση που καθιερώνει οριστικά τον ποιητή στη συνείδηση του ελλαδικού κοινού.
Το 1966 κυκλοφορεί μια από τις ωραιότερες και πλέον εμβληματικές εκδόσεις του Ικαρου. Τα154 ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη με ζωγραφικά σχόλια του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα. Σε μεγάλο σχήμα (29,5 x 22) και βαρύ χαρτί, αποτελεί ακόμη και σήμερα υπόδειγμα συγκερασμού ποίησης και ζωγραφικής. Η τυποποιημένη δίτομη έκδοση ανατυπώνεται φωτολιθογραφικά 12 φορές ως το 1984 που ο Γ. Π. Σαββίδης παρουσιάζει μια νέα έκδοση του κανόνα σε έναν τόμο, με στιχαρίθμηση και εξώφυλλο του Αλέξανδρου Ισαρη.
Εκείνη την εποχή απελευθερώνονται τα δικαιώματα για τα 154 ποιήματα του κανόνα και κυκλοφορούν πολλές εκδόσεις τους, εικονογραφημένες, απλές, πολυτελείς, κάποιες άριστες και κάποιες κάκιστες και πρόχειρες.
Το κοινό όμως έχει αγαπήσει και εμπιστεύεται τη δίτομη τυποποιημένη έκδοση με την οποία πρωτογνώρισε τον Κ. Π. Καβάφη, έτσι το 1991 ο Γ. Π. Σαββίδης και ο Ικαρος παρουσιάζουν τη «νέα έκδοση», δίτομη, πανομοιότυπη αυτής του 1963 στην εμφάνιση αλλά με νέα φιλολογική επιμέλεια, σημειώσεις και σχόλια. Αυτή η έκδοση ανατυπώνεται και κυκλοφορεί ως σήμερα (10η ανατύπωση, 2009).
Η δημιουργία ιστότοπου
Παράλληλα, το 1968 ο Γ. Π. Σαββίδης αρχίζει να αξιοποιεί το άψογα τακτοποιημένο Αρχείο Καβάφη, και με τη φιλολογική του επιμέλεια εκδίδονται τα Ανέκδοτα ποιήματα 1882-1923, με εξώφυλλο του χαράκτη Α. Τάσσου.
Το Αρχείο περιέρχεται στην κατοχή του Γ. Π. Σαββίδη μετά τον θάνατο του Αλέκου Σεγκόπουλου και η αξιοποίηση τμημάτων του συνεχίζεται υποδειγματικά από τον ίδιο ως τον θάνατό του το 1995, αλλά και ως σήμερα από συνεργάτες του, και τη φροντίδα του Μανόλη Σαββίδη, ο οποίος εκτός από τις εκδόσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό φρόντισε καθοριστικά τη σύγχρονη αξιοποίηση του αρχείου με την ψηφιοποίηση μεγάλου μέρους του, τη δημιουργία ιστότοπων και τον εμπλουτισμό του.
Ως σήμερα έχουν εκδοθεί τα Αποκηρυγμένα, ποιήματα και μεταφράσεις 1886-1898, φιλολογική επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδης, εξώφυλλο Αλέξανδρος Ισαρης, Ικαρος 1983. Τα κρυμμένα ποιήματα(νέα έκδοση των Ανέκδοτων), επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδης, Ικαρος 1993.
Τα ατελή ποιήματα 1918-1932, φιλολογική επιμέλεια και σχόλια Renata Lavagnini, Ικαρος 1994, και ο πρώτος τόμος Τα πεζά 1882; – 1931, φιλολογική επιμέλεια Μιχάλης Πιερής, Ικαρος 2003. Σύντομα θα εκδοθεί από τον Ικαρο η Αλληλογραφία Καβάφη – Forster με επιμέλεια Peter Jeffreys, σε μετάφραση Κατερίνας Γκίκα, ενώ με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένεται η έκδοση του Λεξικού Καβάφη που επιμελείται ο Μιχάλης Πιερής.
Το καβαφικό έργο στον Ικαρο πλαισιώνεται από εμπεριστατωμένες μελέτες και δοκίμια των Γ. Π. Σαββίδη, John Ρ. Anton, Γιώργου Βρισιμιτζάκη, Ι. Α. Σαρεγιάννη, Atanazio Katraro, Edmund Keeley, Δημήτρη Δασκαλόπουλου, ενώ έχουν κυκλοφορήσει και μεταφράσεις στα γαλλικά, του Θεόδωρου Γρίβα το 1973 και του Αγγελου Βλάχου το 1983, και η έκδοση Sixty Three Poems, μετάφραση J. C. Kavafy, με εισαγωγή του Μανόλη Σαββίδη, 2003.
Ο ζωντανός μάρτυρας του εργαστηρίου του ποιητήΓράφει η Lavagnini Renata στο http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=490595
Η σημασία του «Αρχείου Καβάφη», οι παλιές και οι νέες εκδόσεις, η διαρκής μελέτη του έργου του και η επικοινωνία με το μεγάλο κοινό
Η βιβλιοθήκη του Κ. Π. Καβάφη, που διασώζεται στο Αρχείο του (Ιδρυμα Ωνάση, Αρχείο Καβάφη)
Ο Κ. Π. Καβάφης δεν ανήκει στους ποιητές για τους οποίους χρειαζόμαστε μια επέτειο ως αφορμή για να τους θυμηθούμε και να τους ξαναδιαβάσουμε. Θέλω να πω ότι ο λόγος του Καβάφη έδειξε, στο διάστημα των 80 χρόνων που πέρασαν από τον θάνατό του, μεγάλη ικανότητα να προσαρμόζεται («to fit», όπως θα έλεγε ο ίδιος, σαν ένα φόρεμα που ταιριάζει καλά) σε ζωές «άλλες» από τη δική του. Μιλάει στον αναγνώστη με φωνή τόσο οικεία, με τόνο τόσο ευθύ – και αυτή είναι ίσως η αιτία που το αναγνωστικό του κοινό είναι τόσο μεγάλο. Βέβαια, στην περίπτωση του Καβάφη, οι επέτειοι έπαιξαν πάντοτε σημαντικό ρόλο.
Αμέσως μετά την αλεξανδρινή έκδοση των Ποιημάτων (1935) η περιέργεια για την πιθανή ύπαρξη οποιουδήποτε άλλου κειμένου του Καβάφη ήταν έντονη – φθάνει να θυμηθούμε ότι την επόμενη χρονιά το περιοδικό «Νέα Γράμματα» αναδημοσίευσε τα ως τότε σκόρπια «αποκηρυγμένα» ποιήματά του: και από εκεί ξεκίνησε ο Σεφέρης στην προσπάθειά του να καταλάβει «πώς έγινε ποιητής» ο Καβάφης. Το 1948 το βιβλίο του Περίδη ήρθε να δείξει ότι ο Καβάφης είχε αφήσει πολλά άλλα γραπτά – πεζά, επιστολές, κριτικά σχόλια, ποιήματα, τελειωμένα ή υπό κατασκευήν. Αλλά ήταν το 1963, 30 χρόνια από τον θάνατό του, η χρονιά που σημάδεψε την αλλαγή των πραγμάτων.
Πεζά κείμενα, ήδη δημοσιευμένα ή ανέκδοτα, δημοσιεύθηκαν σε τόμο από τον Γ. Παπουτσάκη· άλλα ανέκδοτα πεζά, μάλλον ιδιωτικού χαρακτήρος, «εις εαυτόν» θα λέγαμε, και γι’ αυτό ίσως ακόμα πιο ενδιαφέροντα, δημοσίευσε σε τόμο ο Περίδης. Κυκλοφόρησε ταυτόχρονα, από τις εκδόσεις Ικαρος και σε επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδη, η νέα δίτομη έκδοση των ποιημάτων, η λεγόμενη λαϊκή, που είναι όμως η πρώτη «φιλολογική», αφού εφαρμόζει φιλολογικά κριτήρια, με το να παρουσιάζονται τα ποιήματα όχι σε αποκλειστικά χρονολογική σειρά, όπως στην περίπτωση της αλεξανδρινής έκδοσης, αλλά σε μια διάταξη εν μέρει θεματική, εν μέρει χρονολογική, εκείνη δηλαδή στην οποία είχε καταλήξει ο Καβάφης προς το τέλος της ζωής του.
Η έκδοση αυτή ήδη από μόνη της έδειχνε ότι έπρεπε να κοιτάξουμε με πιο προσεκτικό μάτι τον Καβάφη και το εργαστήρι του. Αλλά το γεγονός του 1963 ήταν το σύντομο άρθρο στο καβαφικό αφιέρωμα της «Νέας Εστίας», με το οποίο ο Γ. Π. Σαββίδης ανακοίνωσε την απόκτηση εκ μέρους του τού Αρχείου Καβάφη, και έδωσε μια πρώτη περιληπτική αλλά και λεπτομερή περιγραφή του, εκφράζοντας ταυτόχρονα και την πρόθεση να προβεί σε μια φιλολογικά φροντισμένη έκδοση του πολύτιμου εκείνου υλικού. Ο Γιώργος Σαββίδης έσωσε έτσι από τον κίνδυνο του διασκορπισμού, που είχε ήδη αρχίσει, το πιο σημαντικό μέρος των εγγράφων που ανήκαν στον Καβάφη, και που τα κρατούσε στην κατοχή του ως τότε ο κληρονόμος του – στην περίφημη μαύρη, μικρή βαλίτσα – παρά τις διάφορες προσπάθειες όσων, και δεν ήταν λίγοι, είχαν δείξει ενδιαφέρον για τα κατάλοιπα του ποιητή.
Η χειρονομία του Σαββίδη – το να αποκτήσει δηλαδή το Αρχείο – σημείωνε μια στροφή, που τη σημασία της μπορούμε να την καταλάβουμε πλήρως σήμερα, τόσα χρόνια μετά. Από τη μία, η ύπαρξη του Αρχείου άσκησε ένα είδος μαγνητισμού, μια πραγματική δύναμη έλξης, γιατί σιγά-σιγά ήρθαν στην επιφάνεια χαρτιά που είχαν χαθεί τα ίχνη τους, όπως π.χ. εκείνα που κρατούσε ο Παπουτσάκης, και που πέρασαν στο αρχείο του ΕΛΙΑ.
Η προσέγγιση της κριτικής
Χάρη στη στενή του επαφή με το Αρχείο ο Σαββίδης έγραψε τη μελέτη πάνω στις Καβαφικές Εκδόσεις (1968), μια μελέτη που έβαλε πάνω σε καινούργιες, και αυτή τη φορά απόλυτα στέρεες, βάσεις την προσέγγιση της κριτικής στο έργο του Καβάφη. Με μια επίπονη και υπομονετική εργασία, εξετάζοντας ένα προς ένα τα τυπώματα των ποιημάτων του Καβάφη, έτσι όπως τα ετοίμαζε ο ίδιος ο ποιητής, και με την αξιοποίηση όλων των υπόλοιπων στοιχείων του Αρχείου, ο Σαββίδης κατάφερε να διαγράψει μια πλήρη εικόνα της ιδιότροπης εκδοτικής πρακτικής του Καβάφη, και ενσωμάτωσε επιπλέον στο βιβλίο του ένα σωρό πληροφορίες και δεδομένα που αποτέλεσαν από τότε την αναντικατάστατη βάση για μελλοντικές έρευνες.
Το βιβλίο του εισήγαγε έτσι την ανάγκη για μια αυστηρή, φιλολογική προσέγγιση στο έργο του Καβάφη στο σύνολό του και έκλεινε οριστικά την πρώτη φάση της καβαφικής κριτικής, εκείνη των «αυτοπτών μαρτύρων», που αδιαμφισβήτητα είχε πια δώσει τους καρπούς της. Αλλά όχι μόνο αυτό. Ας μην ξεχάσουμε ότι ανήκει στα ίδια εκείνα χρόνια η διάδοση της φορμαλιστικής κριτικής, που τοποθετούσε στην πρώτη γραμμή το κείμενο, όχι μόνο σαν σημαινόμενο, αλλά και σαν σημαίνον, για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία της εποχής· και δεν είναι ίσως διόλου τυχαίο, ή τουλάχιστον είναι μια ωραία σύμπτωση, που πάλι στα 1968 χρονολογείται το δοκίμιο του Roman Jakobson (μαζί με τον Πέτρο Κολακλίδη) πάνω στο καβαφικό ποίημα «Θυμήσου, σώμα», ένα δοκίμιο που έμεινε σαν ορόσημο της φορμαλιστικής κριτικής μεθόδου. Τη στιγμή που η λογοτεχνική κριτική συγκέντρωνε το ενδιαφέρον της στο «πώς λειτουργεί» το ποιητικό κείμενο, το Αρχείο του Καβάφη άνοιγε ένα παράθυρο πάνω στο ίδιο το εργαστήρι του ποιητή.
Το ευρωπαϊκό υπόβαθρο
Στα χρόνια που ακολούθησαν είδαν το φως με την επιμέλεια του Σαββίδη τα Ανέκδοτα Ποιήματα, τα Αποκηρυγμένα και διάφορα πεζά κείμενα, και ύστερα, με τη δική μου επιμέλεια, ταΑτελή ποιήματα (1994). Με τις εκδόσεις αυτές φάνηκε καθαρά ότι ο Καβάφης είναι ένα παγόβουνο, με την έννοια ότι το δημοσιευμένο από τον ίδιο έργο αντιπροσωπεύει μόνο ένα μέρος από τα κείμενα που έγραψε, έστω και χωρίς να τα θεωρήσει άξια δημοσίευσης ή να τα τελειώσει – μάλλον το είχε πει και εκείνος, με κάποια υπερβολή και ειρωνεία, ότι θα μπορούσε να είναι «ο πολυγραφέστερος έλληνας συγγραφέας».
Οι νεανικές του προσπάθειες, τώρα συγκεντρωμένες σε τόμο, πέρα από την κάποτε άνιση λογοτεχνική τους αξία, επέτρεψαν στην κριτική να εντοπίσει το ευρωπαϊκό υπόβαθρο της ποίησης του Καβάφη. Δημιουργήθηκε μια καινούργια καβαφική κριτική, μια νέα γενεά μελετητών, ελλήνων και ξένων, που εξέτασαν τις διαφορετικές πλευρές του έργου του. Από τις μελέτες αυτές θα αναφέρω εδώ ένα μόνο δημοσίευμα, τον ογκώδη τόμο που η Diana Haas αφιέρωσε στα νεανικά χρόνια (1882-1905) της ποιητικής σταδιοδρομίας του Καβάφη. Στη διαμόρφωση μιας καινούργιας και πληρέστερης εικόνας του Καβάφη βοήθησε και η έκδοση τωνΑτελών ποιημάτων του, όλα της ώριμης εποχής (1918-1932), από τα οποία φαινόταν και κάτι άλλο: ότι ο περίεργος τρόπος του Καβάφη να τυπώσει τα ποιήματά του, χωρίς να τα αφήσει στην ελεύθερη, εμπορική κυκλοφορία σε βιβλίο, δεν ήταν παρά το αποτέλεσμα της μακροχρόνιας σχέσης του με τα κείμενά του, που ήταν γι’ αυτόν κάτι διαρκώς «εν γίγνεσθαι».
Είναι αυτή που περιγράψαμε μια πολύ μοντέρνα πλευρά της ποίησης του Καβάφη: οι επιφυλάξεις και οι δισταγμοί του τον απομακρύνουν από την καθιερωμένη εικόνα των ποιητών της γενιάς του, παρ’ όλο που στον ελληνικό χώρο βρίσκει ένα λαμπρό προηγούμενο, εκείνο του Σολωμού.
Η γλωσσική ευαισθησία
Ο πρόωρος θάνατος του Γιώργου Σαββίδη δεν διέκοψε το έργο που άρχισε. Ο Μανόλης Σαββίδης, ως διευθυντής του νεοϊδρυμένου Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού που συνένωνε τις Βιβλιοθήκες του Κ. Θ. Δημαρά και του Γ. Π. Σαββίδη, συνέχισε τη στήριξη της δραστηριότητας του Αρχείου και δημιούργησε ένα ψηφιακό Αρχείο Καβάφη το οποίο προσφέρει ως και σήμερα σημαντικές υπηρεσίες μέσω της ιστοσελίδας του. Συνεχίστηκε ταυτόχρονα η εκδοτική δραστηριότητα που είχε προγραμματιστεί.
Το 2003 δημοσιεύθηκε με τη φιλολογική επιμέλεια του Πιερή από τις εκδόσεις Ικαρος ο πρώτος τόμος των Πεζών, που περιέχει για πρώτη φορά μαζί τα δημοσιευμένα από τον ποιητή και τα ανέκδοτα λογοτεχνικά πεζά, ενώ ετοιμάζεται ο δεύτερος τόμος των Πεζών, που επιμελούνται οι Μ. Πιερής και D. Haas, με τα Ημερολόγια και τις Ημερολογιακές σημειώσεις, ενώ άλλοι τόμοι θα είναι αφιερωμένοι σε άλλες ενότητες του Αρχείου.
Είναι έτοιμο προς εκτύπωση, και πάλι με επιμέλεια του Πιερή, το εντυπωσιακό Λεξικό, για το οποίο «Το Βήμα» ήδη έχει μιλήσει, που θα δείξει τη λεπτή γλωσσική ευαισθησία του Καβάφη, ο οποίος έπαιρνε από τα διάφορα αναγνώσματά του τις λέξεις κάθε είδους – λέξεις της καθαρεύουσας και της δημοτικής, φράσεις της καθημερινής συνομιλίας, από λόγια κείμενα, από τα ιδιώματα και από το δημοτικό τραγούδι – που τραβούσαν την προσοχή του. Το Λεξικό θα βγει εφέτος από τις εκδόσεις Ικαρος με τον εκτενή και απαραίτητο σχολιασμό του Μ. Πιερή, και θα φανεί έτσι ο ανυποψίαστος ως τώρα διάλογος του ποιητή με τη νεοελληνική παράδοση.
Από τον ίδιο τον Μ. Πιερή περιμένουμε την έκδοση σε τόμο του φακέλου «Πάθη», πραγματοποίηση της πρόθεσης του ποιητή να αναδιοργανώσει ένα σημαντικό μέρος των δημοσιευμένων ποιημάτων του κάτω από το ίδιο θεματικό κεφάλαιο, εκείνο των «παθών» (όχι μόνο «ερωτικά» ποιήματα: ο όρος «πάθος» έχει εδώ ευρύτερη έννοια). Ο φάκελος «Πάθη» δείχνει τη συνείδηση που είχε ο ποιητής της βαθιάς εσωτερικής συνοχής του έργου του, ώστε να προσπαθήσει να το παρουσιάσει σε μια κατάλληλη συνολική διάταξη.
Εξω από την προβλεπόμενη έκδοση των Πεζών μένουν τα Αυτοσχόλια που ετοιμάζει προς έκδοση η Diana Haas. Πρόκειται για σχόλια εις εαυτόν πάνω σε μεμονωμένα ποιήματα είτε παρατηρήσεις για τη μετάφρασή τους – όχι καρπός μιας καθ’ εαυτήν λογοτεχνικής πρόθεσης αλλά καταπληκτικό κάποτε τεκμήριο του στοχαστικού βάθους του Καβάφη, των προβληματισμών του και της ποιητικής του αναζήτησης, που δεν θα έδειχναν την πραγματική τους αξία χωρίς τη φιλολογική επιμέλεια που αποσαφηνίζει τη σχέση τους με την επεξεργασία του εκάστοτε «υπό έλεγχο» ποιήματος και αναδεικνύει τη θέση τους στην ευρύτερη εξέλιξη του Καβάφη ως δημιουργού και κριτικού συνάμα.
Τέλος, από εμένα, με τη συνεργασία της Σταματίας Λαουμτζή, ετοιμάζεται η «γενετική» έκδοση των 154 ποιημάτων, που θα προσφέρει, μαζί με το τελειωμένο κείμενο των ποιημάτων, και τα ίχνη της συνθετικής τους πορείας, όπου υπάρχει το σχετικό υλικό («σχεδιάσματα, προγενέστερα στάδια, παραλλαγές χειρόγραφες ή έντυπες»). Θα έχει έτσι δημοσιευθεί το κυριότερο μέρος όσων υπάρχουν στο Αρχείο Καβάφη. Αλλά οι εκδόσεις δεν θα αντικαταστήσουν ποτέ το Αρχείο, που παραμένει ο μόνος ζωντανός μάρτυρας του εργαστηρίου του ποιητή.
Η εφετινή επέτειος συμπίπτει και αυτή τη φορά με ένα σημαντικό γεγονός, αφού το Αρχείο βρήκε καινούργιο σπίτι. Η νέα στέγη, είμαστε βέβαιοι γι’ αυτό, από τη μία θα εξασφαλίσει με το κατάλληλο αίσθημα ευθύνης προστασία και συντήρηση στα χαρτιά, στα βιβλία, σε ό,τι άλλο υπάρχει από τα κατάλοιπα του ποιητή, καθώς αξίζει σε μια τέτοια παγκόσμια πνευματική περιουσία, από την άλλη θα ευνοήσει και θα βοηθήσει τη μελέτη του έργου του Καβάφη και θα δώσει ταυτόχρονα στο πλατύ κοινό τη δυνατότητα να γνωρίσει από κοντά, με τα τόσα μέσα που διαθέτουμε σήμερα, τον κόσμο του μεγάλου Αλεξανδρινού.
Αγαπητέ μου Καβάφη, είστε κακός ποιητής
Αναδημοσίευση από http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=490586
Η αλληλογραφία του Αλεξανδρινού με τον βρετανό συγγραφέα Ε. Μ. Φόρστερ εκδίδεται για πρώτη φορά στα ελληνικά. Προδημοσίευση τριών επιστολών από την έκδοση, που αναμένεται εντός του 2013
To γραφείο του Κ. Π. Καβάφη (Ιδρυμα Ωνάση – Αρχείο Καβάφη)
Ο Κ. Π. Καβάφης γνωρίστηκε με τον Ε. Μ. Φόρστερ το 1916. Τρία χρόνια αργότερα ο Φόρστερ φέρνει το αγγλόφωνο κοινό για πρώτη φορά σε επαφή με την ποίηση του Αλεξανδρινού: δημοσιεύει στο λονδρέζικο περιοδικό «Athenaeum» δοκίμιο για την ποίηση του Καβάφη και ποιήματά του μεταφρασμένα στα αγγλικά από τον Γιώργο Βαλασόπουλο. Οι επιστολές που αντάλλασσαν επί μία δεκαπενταετία αποτελούν τεκμήρια μιας ιδιότυπης λογοτεχνικής φιλίας και μαρτυρούν την επιμονή του διάσημου βρετανού μυθιστοριογράφου και κριτικού να προωθήσει τη λογοτεχνική σταδιοδρομία του άσημου τότε Καβάφη.
«Επρόκειτο για μια εκστρατεία προώθησης που απέφερε στον Καβάφη περισσότερα από όσα ο ποιητής θα μπορούσε ποτέ να ανταποδώσει » σημειώνει ο αμερικανός καθηγητής Πίτερ Τζέφρις, ο οποίος επιμελήθηκε την έκδοση τηςΑλληλογραφίας Καβάφη – Forster. Ο τόμος, από τον οποίο προδημοσιεύονται στη συνέχεια τρεις επιστολές, θα κυκλοφορήσει για πρώτη φορά στα ελληνικά μέσα στο 2013 από τις εκδόσεις Ικαρος, σε μετάφραση της Κατερίνας Γκίκα.
Τα ποιήματα είναι σαν παρτιτούρες
Γράφουν οι : Λαμπρόπουλος Βασίλης Γ., Πολυχρονίδης Παντελής στο http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=490584
Η μελοποίηση των στίχων του ποιητή είναι μια άλλη ερμηνεία. Πενήντα έλληνες και 30 ξένοι συνθέτες έχουν αντλήσει από τον ποιητή για να γράψουν 350 μουσικά κομμάτια σε 20 γλώσσες
Το σπίτι όπου έζησε στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Κ. Π. Καβάφης, στην οδό Λέψιους, στην Αλεξάνδρεια
Πολλοί θαυμαστές του Καβάφη, μουσικοί και μη, έχουν εκφράσει δημόσια τη γνώμη ότι η ποίησή του δεν προσφέρεται για μελοποίηση. Ταυτόχρονα όμως ο Καβάφης συμβαίνει να είναι όχι μόνο ο πιο μεταφρασμένος αλλά και ο πιο μελοποιημένος νεοέλληνας ποιητής. Πού οφείλεται αυτό το παράδοξο; Αντιστέκεται ή όχι το καβαφικό έργο σε μουσικές αποδόσεις;
Το άρθρο αυτό βασίζεται σε μια καινούργια, σύνθετη προσέγγιση στον Καβάφη την οποία επεξεργάζονται από τον Δεκέμβριο του 2010 δύο μουσικοί και ένας φιλόλογος.
Συγκεκριμένα, οι δύο συνυπογράφοντες (ένας κριτικός και ένας πιανίστας) και η διακεκριμένη μεσόφωνος Αλεξάνδρα Γκράβας έχουν ετοιμάσει ένα ρεσιτάλ με καβαφικά ποιήματα μελοποιημένα από 16 συνθέτες σε πέντε γλώσσες. Τον Απρίλιο του 2012 το ρεσιτάλ παρουσιάστηκε στα αμερικανικά πανεπιστήμια Michigan, Iowa, Indiana, Columbia, Brown και Yale. Χορηγός της περιοδείας ήταν το Πρόγραμμα Επισκεπτών Καθηγητών (University Seminars Program), το οποίο διευθύνει η δρ Μαρία Σερέτη και αποτελεί βασικό μέρος των δραστηριοτήτων του Θυγατρικού Κοινωφελούς Ιδρύματος Αλεξάνδρου Σ. Ωνάση ΗΠΑ, το οποίο διευθύνει ο πρέσβης Λουκάς Τσίλας. Το ρεσιτάλ προγραμματίζεται να επαναληφθεί σε διαφορετικές μορφές στην Αμερική, στην Ελλάδα, στη Βρετανία και σε άλλες χώρες.
Από το 1925 στο 2012
Το εγχείρημα μας τόνισε εμφαντικά την παλαιότερη και σημερινή διασπορική διάσταση του Ελληνισμού. Στους Ελληνες της διασποράς ανήκουν ο ιδρυτής, o σημερινός πρόεδρος (κ. Αντώνης Παπαδημητρίου) και οι δύο αρμόδιοι του χορηγού Ιδρύματος, ο ποιητής, οι τρεις συντελεστές του ρεσιτάλ, πολλοί από τους συνθέτες, πολλοί από τους νεοελληνιστές καθηγητές των έξι πανεπιστημίων και πολλοί ακροατές (όπως και όσοι προικοδότησαν την Εδρα Καβάφη του Μίσιγκαν που εγκαινιάστηκε το 2001).
Το ρεσιτάλ αρχίζει με ένα τραγούδι του συνθέτη, πιανίστα και μαέστρου Δημήτρη Μητρόπουλου, ο οποίος σταδιοδρόμησε στο εξωτερικό και ήταν ο πρώτος που μελοποίησε Καβάφη (1925), και κλείνει με την παγκόσμια πρεμιέρα ενός τραγουδιού (2012) του Δημοσθένη Στεφανίδη, ενός άλλου συνθέτη, πιανίστα και μαέστρου που επίσης σταδιοδρομεί στο εξωτερικό. Τονίζουμε λοιπόν ότι ο Καβάφης είναι ο συγγραφέας του οικουμενικού Ελληνισμού, ενός Ελληνισμού φυγόκεντρου και νομαδικού που ύστερα από πολλές δεκαετίες ελλαδοκεντρικής εσωστρέφειας έρχεται στις μέρες μας πάλι στο προσκήνιο.
Αυτός ο ποιητής του οικουμενικού Ελληνισμού δεν είναι εθνικός ποιητής (όπως ο Παλαμάς και ο Ελύτης) αλλά ούτε και πανανθρώπινος (όπως ο Σεφέρης και ο Ρίτσος). Δεν λέει τα ίδια πράγματα σε όλους τους ανθρώπους αλλά κατορθώνει κάτι πολύ σπάνιο: λέει διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικούς ανθρώπους, και έτσι παραμένει ανεξάντλητος. Το έργο του είναι διαθέσιμο σε πάμπολλες χρήσεις και πολλαπλές ερμηνείες, συχνά αντιφατικές. Το διαπιστώσαμε αυτό άμεσα συλλέγοντας συνθέσεις για να διαμορφώσουμε το πρόγραμμα του ρεσιτάλ μας.
Υπολογίζεται ότι περίπου 50 έλληνες και 30 ξένοι συνθέτες έχουν αντλήσει από τον Καβάφη για να γράψουν 350 μουσικά κομμάτια σε 20 γλώσσες. Τα κομμάτια αυτά χρησιμοποιούν κάθε είδους ιδίωμα (από λαϊκό ως πρωτοποριακό), κάθε μουσικό είδος (από τραγούδι ως συμφωνία, καντάτα, όπερα, μπαλέτο και καμπαρέ) και κάθε είδους όργανα (από σόλο πιάνο ως ηλεκτρονικά). Με δυο λόγια ο Καβάφης, ο οποίος υποτίθεται ότι «δεν μελοποιείται», παραμένει εντυπωσιακά διαθέσιμος σε κάθε είδους μελοποίηση.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η έκπληξή μας όταν, κάνοντας οι τρεις μας πολύωρες πρόβες στη Βιέννη και αναλύοντας τα λόγια των τραγουδιών, ανακαλύπταμε πως συχνά δεν αντιστοιχούν πλήρως στους στίχους των ποιημάτων. Αντλώντας από τον Καβάφη, πολλοί συνθέτες παίρνουν εντυπωσιακές ελευθερίες με το πρωτότυπο: μεταφράζουν κατά βούληση, παραφράζουν, διασκευάζουν, ενώνουν ποιήματα, γράφουν δικά τους ποιήματα ή δεν χρησιμοποιούν καθόλου λόγια. Γενικά συναντά κανείς αυτό που παραδοσιακά θα αποκαλούσαμε «πλήρη αυθαιρεσία». Πώς όμως συμβιβάζεται ο θαυμασμός για τον ποιητή με τη διαρκή κατάχρηση του έργου του; Μα απλούστατα, ο παραγωγικός θαυμασμός απαιτεί κατάχρηση. Όποιος παραβαίνει τον Καβάφη και τον οικειοποιείται, τον σέβεται. Όποιος μένει πιστός σε ό,τι έγραψε, τον ακυρώνει.
Ένα τελείως καινούργιο έργο
Αντιληφθήκαμε λοιπόν ότι για τους πιο δημιουργικούς συνθέτες το καβαφικό κείμενο δεν συνιστά ποίημα αλλά μελο-ποίημα, αποτελεί δηλαδή ήδη μια παρτιτούρα στην οποία μπορεί να δοθεί μια μουσικοδραματική ερμηνεία. Το καβαφικό ποίημα είναι σαν μια παρτιτούρα διαθέσιμη προς εκτέλεση: μόνο με μια μουσική ανάγνωση (που λαμβάνει υπ’ όψιν τη στίξη, τη φωνητική, την τυπογραφία, τη σύνταξη κτλ.) αποκτά το ποίημα υπόσταση. Γι’ αυτό όσοι το ντύνουν με μουσική αποτυγχάνουν (και αυτοί δεν είναι λίγοι). Οσοι όμως το διαβάζουν σαν παρτιτούρα και το ερμηνεύουν σαν μουσική, αποδεικνύονται αντάξιοι ερμηνευτές του Καβάφη.
Η ποίησή του συμβαίνει και να ελκύει δεκάδες συνθέτες και να αντιστέκεται στη μελοποίηση επειδή είναι ήδη μελοποιημένη. Πλεονάζει να της προσθέσει κανείς μουσική. Αλλά τότε γιατί ένας συνθέτης να μελοποιήσει Καβάφη; Για να κάνει έναν μουσικό διάλογο μαζί του. Ολοι οι μεγάλοι κλασικοί συνθέτες δεν έγραψαν μουσική σε απευθείας και ρητό διάλογο με άλλους συνθέτες;
Ετσι, σχεδιάζοντας πώς θα ερμηνεύσουμε τα καβαφικά τραγούδια, προβληματιστήκαμε πάνω στα τραγούδια τα ίδια ως ερμηνείες οι οποίες δεν υπηρετούν, δεν επαναλαμβάνουν το ποίημα, δεν το αποδίδουν μουσικά αλλά παράγουν ένα τελείως καινούργιο έργο. Με τη σειρά μας θα έπρεπε να κάνουμε το ίδιο, αν θα θέλαμε να φανούμε πιστοί στον ποιητή και στον κάθε συνθέτη.
Δείχνουμε λοιπόν στο ρεσιτάλ ότι ο «Καβάφης» δεν είναι πλέον ένα άτομο, ένα έργο, ένα μνημείο, αλλά ένα ολόκληρο πεδίο πολιτιστικής δράσης στο οποίο κινούνται κάθε είδους δημιουργοί – συνθέτες, ενορχηστρωτές, μουσικοί, μεταφραστές, κριτικοί κ.λπ. Το πεδίο αυτό είναι σήμερα πιο πλούσιο και ανοιχτό από ποτέ. Αλλά και πιο απαιτητικό, επειδή είναι πλέον σαφές πως, για να κινηθεί κανείς επάξια στο καβαφικό πεδίο, απαιτείται συστηματικός στοχασμός.
Οι Ντελέζ και Γκουαταρί στο ιλιγγιώδες βιβλίο τους Χίλια επίπεδα (1980) κάνουν μια σχηματική αλλά ωραιότατη μουσική διάκριση ανάμεσα στο ρεφρέν και στην παραλλαγή. Το ρεφρέν σημαίνει επανάληψη, διαστρωμάτωση, Γκαίτε. Η παραλλαγή σημαίνει διαφορά, αναστρωμάτωση, Κλάιστ. Σαφέστατο, σωστά; Το ρεφρέν βασίζεται στο μέτρο, είναι κανονιστικό και εγγυάται ασφάλεια επειδή ξέρουμε πως θα επιστρέψει. Αντίθετα με την ομαλότητα του μετρονομημένου χρόνου, η παραλλαγή είναι κάθε φορά απρόβλεπτη και μας κρατά σε εγρήγορση επειδή δεν ξέρουμε τι θα προκύψει. Αν το ρεφρέν βασίζεται στο μέτρο και επαληθεύει την ταυτότητα, η παραλλαγή βασίζεται στον ρυθμό και αιφνιδιάζει με τη διαρκή της ετερότητα. Ο ρυθμός ασκεί κριτική στον δογματισμό του μέτρου. Ο καλύτερος Καβάφης είναι ποιητής της ρυθμικής ετερότητας.
Η συμμετοχή του κριτικού
Το πιο καινοτόμο στοιχείο του ρεσιτάλ μας είναι η συμμετοχή ενός κριτικού σε όλη τη διαδικασία της διαμόρφωσης και εκτέλεσής του, από την εντελώς πρώτη συζήτηση με τους δύο μουσικούς πριν από δύο χρόνια ως τις συναυλίες και τα μελλοντικά σχέδια. Αυτό συνιστά ένα παράδειγμα της λεγόμενης «ενσωματωμένης κριτικής» που έχει αναπτυχθεί εδώ και λίγα χρόνια στην Αμερική. Ενας κριτικός/φιλόλογος/ιστορικός ενσωματώνεται σε ένα καλλιτεχνικό εγχείρημα από την αρχή και συνεργάζεται στενά με τους καλλιτέχνες προς έναν κοινό σκοπό (π.χ., μια παράσταση).
Μέσα στη διαλεκτική αυτή μεταξύ τέχνης και κριτικής ξεπερνώνται διάφορα στεγανά, καθώς ο κριτικός γίνεται και δημιουργός, και οι καλλιτέχνες γίνονται και κριτικοί. Αυτού του είδους η στενή συνεργασία αποκαλείται και critical horizontalism και είναι εμφανέστατη στο ρεσιτάλ μας, καθώς ο κριτικός βρίσκεται διαρκώς στη σκηνή, στο ίδιο οριζόντιο επίπεδο με τους μουσικούς. Δεν απαγγέλλει Καβάφη, ούτε παρουσιάζει τον ποιητή. Συμμετέχει προσφέροντας έναν προβληματισμό γύρω και μέσα από τα τραγούδια. Γι’ αυτό η εκδήλωση τιτλοφορείται «Ο Κ. Π. Καβάφης στη μουσική: Ενα ρεσιτάλ τραγουδιών και στοχασμών».
Τόσο η μελέτη όσο και η απόλαυση του Καβάφη ωφελούνται εντρυφώντας στις τέχνες που συνομιλούν με το έργο του, και ιδιαίτερα στη μουσική. Εχουμε πολλά να μάθουμε από τη συμμετοχή συνθετών και μουσικών στο πεδίο της καβαφικής δημιουργίας. Απόδειξη το ρεσιτάλ μας, που εξαπλώνεται ριζωματικά προς πολλές κατευθύνσεις πέρα από τον συναυλιακό χώρο: γίνεται διάλεξη, ανακοίνωση σε συνέδριο, άρθρο, πανεπιστημιακό μάθημα και καινούργια ρεσιτάλ. Ετσι αποκτά πολλαπλή υπόσταση και εξελίσσεται σε μακροπρόθεσμο σύνθετο εγχείρημα «με την ποικίλη δράσι» των καβαφικών «προσαρμογών».
Ο συλλέκτης των λέξεων
Γράφει η Κουζέλη Λαμπρινή http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=490580
Νεράιδος, αιματοπίνης, αερικό, μανούβρα, κωμόδρομος, ούζο, μονόκλ, πλαφόν… Είναι μερικά από τα λήμματα του λεξικού που έγραψε ο ποιητής για δική του χρήση
Τρία ιδιόγραφα λεξικογραφικά δελτία του Κ. Π. Καβάφη. Το λήμμα «πατειά» (μέση), από ρεπορτάζ της εφημερίδας «Εμπρός» του 1908, το λήμμα «γινωμένος» (κάτω), από τις «Παραδόσεις» του λαογράφου Νικόλαου Πολίτη, και η λέξη «νερό» (επάνω) σε ιδιωματική σημασία
Γεννημένος στην Αλεξάνδρεια και μεγαλωμένος στην Αγγλία, ο Καβάφης ήταν ένας Ελληνας της Διασποράς ο οποίος είχε το σύνδρομο του ανθρώπου που δεν έχει κατακτήσει τα ελληνικά του. Αυτή την ανασφάλειά του προσπαθούσε να την ξεπεράσει μελετώντας συστηματικά λεξικά, διαβάζοντας και σημειώνοντας κάθε άγνωστη ή ενδιαφέρουσα λέξη, κρατώντας σχολαστικές σημειώσεις για την ορθογραφία, την ερμηνεία και τα συμφραζόμενά της, όπως ένας κανονικός λεξικογράφος.
Για όλα αυτά έχουμε μαρτυρίες στο Αρχείο Καβάφη, όπου υπάρχουν δέκα φάκελοι άψογα ταξινομημένοι από τον ίδιο τον ποιητή, με 561 λήμματα τα οποία είχε αποδελτιώσει από τα διαβάσματά του: από εφημερίδες και περιοδικά, από λογοτεχνικά και χρηστικά κείμενα, από ιστορικές μελέτες και δημοτικά τραγούδια, από συλλογές με παροιμίες και από τον προφορικό λόγο, από τυχαίες κουβέντες που άκουγε στον δρόμο και από συζητήσεις.
Από το 1891 ως το 1917 ο Καβάφης συγκέντρωνε μεθοδικά λέξεις. Σημείωνε τη λέξη στην ονομαστική (στα ονόματα) ή στο πρώτο ενικό πρόσωπο (στα ρήματα), αντέγραφε το απόσπασμα του κειμένου στο οποίο είχε συναντήσει τη λέξη ή παρέθετε ολόκληρο το απόκομμα μιας εφημερίδας και ακολούθως έδινε την παραπομπή της προέλευσης. Αλλοτε έδινε εκτενή παραθέματα και αναλυτικές παραπομπές, αλλού μια σύντομη φράση και αόριστη παραπομπή, κάποιες φορές αντέγραφε βιαστικά και χρησιμοποιεί βραχυγραφίες.
Αποθησαύριζε λέξεις για δική του χρήση, για τα ποιήματά του, αλλά και προς χρήσιν των φίλων του. Σκόπευε μάλιστα να εκδώσει τη συλλογή αυτή και είχε ήδη έτοιμο ένα προσχέδιο εισαγωγής. Εκεί έγραφε: «Η αρχή αυτής της μικρής συλλογής λέξεων ήτο η επιθυμία να συμπληρώσω ένα Λεξικόν το οποίον μεταχειριζόμουν πολύ και το οποίον μ’ εστάθη πολύ χρήσιμον. Ο διαπρεπής λόγιος ο οποίος το είχε συνθέσει περιέλαβε στο έργον του πολλές λέξεις της δημοτικής, περισσότερες από κανέναν άλλο λεξικογράφο που θυμούμαι. Το λεξικόν του, καθώς είπα, μ’ εστάθη πολύ χρήσιμον, και απεφάσισα, οσάκις συναντούσα καμμιά λέξι έμορφη ή εκφραστική που να μη βρίσκεται εντός αυτού, να την αντιγράφω σ’ ένα χαρτάκι και να παραθέτω και την φράσι ανάμεσα που βρίσκεται, και να βάζω το χαρτάκι μες στο Λεξικό, ώστε έτσι το βοηθητικόν μου βιβλίον να γίνεται ακόμη βοηθητικώτερο. Οι λέξεις που σύναζα ήσαν κυρίως της δημοτικής…».
«Μυθιστόρημα λέξεων»
Στο λεξικό αυτό είχε αναφερθεί ο Γ. Π. Σαββίδης σε δημοσίευμά του το 1963 στη «Νέα Εστία» και σε ανακοίνωσή του το 1983, συνοδευόμενη από κατάλογο των λέξεων. Η έκδοση του λεξικού, η οποία ήταν στα σχέδιά του, πραγματοποιείται από τον νεοελληνιστή του Πανεπιστημίου της Κύπρου Μιχάλη Πιερή, παλαιό μαθητή του Σαββίδη, και είναι μία από τις σημαντικές καβαφικές εκδόσεις που περιμένουμε μέσα στο 2013.
Εχει ενδιαφέρον να δούμε ποιες λέξεις αποδελτιώνει ο Καβάφης και από πού, τι προκαλεί την προσοχή του, πώς σχολιάζει κάποια λήμματα, ποια ήταν τα διαβάσματά του. Η ιδιωματική σημασία της λέξης «νερό» του είναι άγνωστη και σημειώνει σε δελτίο: «"νερό": πλύσιμον. "Τώκαμε ένα νερό". / "Δεν χρειάζεται πολύ πλύσιμο. Κάμ’ το ένα νερό και φθάνει"».
Τα κρητικά «διαταύτως», «τίβοτσι», τα κυπριακά «διάβαν», «δομή», «κωμόδρομος», «μακρύσιν», «σήζινος», το αιγυπτιώτικο «οκέλλα», το πολιτικό «κέρατσος» και άλλες διαλεκτικές λέξεις βρίσκονται στο λεξικό μαζί με το «ούζο», το «ηλεκτρόνιο», το «πλήρως», το «νεράιδος», το «αιματοπίνης», το «αερικό», το «μανούβρα», το «λαγουδέρα».
Αποδελτιώνει ξενικές λέξεις που κάνουν την εμφάνισή τους στο ελληνικό λεξιλόγιο, όπως «μονόκλ», «πλαφόν», «προφίλ», «ρεπερτόριον», «τραμ», «τσεκ», «φάρσα». Σε αρκετές από αυτές σχολιάζει τη χρήση τους ή τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρθηκαν στα ελληνικά. Στο λήμμα «μπουφώνος» σημειώνει: «Η λέξις "γελωτοποιός" δεν μπορεί να αντικαταστήσει το "μπουφώνος". Λέμε, "ο γελωτοποιός του βασιλέως", αλλά "κάμνει τον μπουφώνο"». Το σχόλιο που ακολουθεί δείχνει την ανεπτυγμένη γλωσσική του ευαισθησία και τον βαθμό στον οποίο κατέχει πλέον την ελληνική: «Ο Ducange (παραθέτων στίχον παλαιού ποιήματος "όσοι κι αν έτυχαν εκεί μαστόροι και μπουφούνοι") το γράφει "μπουφούνος", αλλά νομίζω ότι η γραφή του είναι εσφαλμένη. Εν πάση περιπτώσει η προφορά "μπουφούνος" δεν είναι πλέον εν χρήσει».
Μετά το 1917 ο Αλεξανδρινός αισθάνεται ότι κατέχει τη γλώσσα και το λεξικογραφικό εγχείρημα ατονεί. Για τον σύγχρονο χρήστη της ελληνικής, για τον νέο ποιητή, ενδέχεται η αξία του Λεξικού Καβάφη να μην είναι μεγάλη. Για τη μελέτη του έργου του Καβάφη όμως είναι τεράστια. Πρόκειται στην ουσία για μια επίσκεψη στο εργαστήρι του ποιητή, για μια γνωριμία από πρώτο χέρι με τα υλικά του. «Μυθιστόρημα λέξεων» είχε αποκαλέσει ο Μιχάλης Πιερής σε αναλυτικό ρεπορτάζ του «Βήματος» στις 3.4.2011 αυτό το μικρό λεξικό. Ενα ιδιότυπο μυθιστόρημα που αφηγείται την έγνοια του ποιητή για τη γλώσσα, την αγωνία του και τις μεθοδικές προσπάθειές του για την κατάκτηση της ομιλούμενης ελληνικής.
Το Έτος Καβάφη στον κόσμο
Γράφει η Τσούτσουρα Μαρία http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=490579
Το γαλλικό περιοδικό «Europe» και το αφιέρωμά του στον Αλεξανδρινό. Από τον Οντεν στη Δημουλά και από τον εκσυγχρονισμό της αραβόφωνης ποίησης στην κατανόηση των σύγχρονων ποιητών του 20ού αιώνα
Ο Κ. Π. Καβάφης σε προσωπογραφία του Κωνσταντίνου Μαλέα (1923)
Η διεθνής κοινότητα θα τιμήσει το Ετος Καβάφη 2013 με ένα διπλό τεύχος του γαλλόφωνου περιοδικού «Europe», που ίδρυσε το 1923 ο Ρομέν Ρολάν, αναγέννησε το 1946 ο Αραγκόν και κυκλοφορεί ανελλιπώς ως σήμερα παίζοντας ρόλο καθοριστικό στην ευρωπαϊκή διανόηση. Η καταξίωση αυτή του Αλεξανδρινού ως κλασικού ποιητή θυμίζει ότι τα πρώτα αφιερώματα στο έργο του, όπως της «Νέας Τέχνης» (Αθήνα, 1924) και της «Semaine égyptienne» (Κάιρο, 1927), απαντούσαν απλά στους επικριτές του.
Η γοητεία που ασκούσε η καβαφική ποίηση από τα τέλη του 19ου αιώνα πολεμήθηκε πράγματι τόσο ανελέητα από το ελλαδικό ποιητικό κατεστημένο και τα ακαδημαϊκά του πρακτορεία στη Γαλλία ώστε ο θάνατος του ποιητή στην Ευρώπη σχεδόν αποσιωπήθηκε. Ο Gaston Zananiri περιγράφει πώς το 1946 το ελληνικό κράτος αρνήθηκε να διαθέσει αίθουσα στην Αθήνα για την εκδήλωση του Συνδέσμου Αιγυπτιωτών Ελλήνων προς τιμήν του Καβάφη. Μολονότι ο αλεξανδρινός κοσμοπολιτισμός προσείλκυσε γρήγορα οπαδούς κύρους, το γλωσσικό εμπόδιο ανέστειλε τη διάδοση του καβαφικού έργου: τα «Τείχη» πρωτοδημοσιεύθηκαν το 1896 με αντικριστή αγγλική μετάφραση, αλλά ο ποιητής αρνήθηκε αυτοτελή έκδοση ποιημάτων του στα αγγλικά από τη Hogarth Press το 1925 κατ’ εισήγηση των Ελιοτ και Φόρστερ.
Ο πόλεμος άλλαξε πολλά. Ο θάνατος του Παλαμά έλυσε την αμηχανία όσων δίσταζαν να εκφραστούν υπέρ του Καβάφη, αλλά κυρίως μεταμορφώθηκε ο πολιτικός χάρτης του κόσμου και τα μεταποικιακά προαισθήματα του Αλεξανδρινού έγιναν διεθνής πραγματικότητα. Η πολιτική διορατικότητά του αναδείχθηκε από τον Σεφέρη και τον Τσίρκα, ενώ το τέλος της σταλινικής περιόδου έφερε τους στίχους του στις ανατολικές χώρες (με διαμεσολαβητές όπως ο Βάρναλης) και προώθησε την ανάγνωση της καβαφικής σκέψης πέρα από κάθε δογματισμό ή ολοκληρωτισμό.
Τριάντα χρόνια από τον θάνατο του ποιητή, το τοπίο πρόσληψης του έργου του είχε ήδη αλλάξει πολύ. Η έκδοσή του (μετά την εξαντλημένη συγκεντρωτική αλεξανδρινή του 1935) κατέστη ελλαδική υπόθεση, αφού πωλήθηκε το αρχείο του στην Αθήνα και τα ανέκδοτά του δημοσιεύθηκαν σταδιακά ως το τέλος του 20ού αιώνα, ενίοτε όμως σε έντυπα περιορισμένης εμβελείας. Οι μεταφραστικές προσπάθειες που είχαν ξεκινήσει προπολεμικά ολοκληρώθηκαν, παρά τα προσκόμματα που ήγειραν οι δικαιούχοι, συχνά με τη συμβολή κορυφαίων συγγραφέων, όπως ο Ζιντ, ο Μαλρό, ο Κενό, αλλά και ελλήνων λογίων, όπως ο Αλέξανδρος Εμπειρίκος και ο Κ. Θ. Δημαράς. Ιδιαίτερα η μετάφραση της Γιουρσενάρ έφερε το έργο του Αλεξανδρινού στην προθήκη των βιβλιοπωλείων, ενισχύοντας δυστυχώς ταυτόχρονα με τα ακαδημαϊκά της πρότυπα την πεζολογική αντίληψη για το έργο του.
Μέσα από ιστορικά κείμενα Ελλήνων και ξένων, από τον Ξενόπουλο και τον Λαπαθιώτη ως τον W. Η. Auden και τον Durs Grünbein, ή συνεντεύξεις με ποιητές και καλλιτέχνες όπως η Κική Δημουλά και ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης, επιχειρούμε να αναδείξουμε την απόσταση που διήνυσαν τα εμπιστευτικά μονόφυλλα του Καβάφη ως σήμερα. Νέες μεταφραστικές προσεγγίσεις, διερεύνηση της σταδιακής απομάκρυνσής του από τις φόρμες και της βασανιστικής απελευθέρωσης του στίχου, καθώς και μια συναρπαστική μαρτυρία για την Αλεξάνδρεια στην οποία έζησε, συμπληρώνουν το αφιέρωμα.
Η διεθνής ακτινοβολία του Καβάφη, εξίσου σημαντική για τον εκσυγχρονισμό της αραβόφωνης ποίησης όσο και για την κατανόηση μεγάλων σύγχρονων ποιητών του 20ού αιώνα, όπως ο Πολωνός Zbigniev Herbert, αναδεικνύει τελικά την αποτελεσματικότητα της παράδοξης καβαφικής εκδοτικής στρατηγικής.
ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΕΓΗ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗΚΑΝ ΔΡΑΣΕΙΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΒΑΦΗ.
ΣΥΖΗΤΗΣΗ | Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013 | Κεντρική Σκηνή Στέγης "Τι συμβαίνει όταν ο Καβάφης μπαίνει στα μέσα μαζικής μεταφοράς;"
Δείτε το σχετικό βίντεο στο οποίο συνομιλούν: Στάθης Γουργουρής: Καθηγητής Συγκριτικής Φιλολογίας, Κλασικών και Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Columbia της Νέας Υόρκης, Διευθυντής του Ινστιτούτου Συγκριτικής Λογοτεχνίας και Κοινωνίας Τάκης Καφετζής: Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Κύρκος Δοξιάδης: Καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας με ειδίκευση στην Επικοινωνία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Ελένη Παπαργυρίου: Λέκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο King's College του Λονδίνου Δημήτρης Πλάντζος: Επίκουρος Καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Θεόφιλος Τραμπούλης: Κριτικός, δημοσιογράφος, εικαστικός επιμελητής, μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού Unfollow Σταύρος Διοσκουρίδης: Δημοσιογράφος, βασικό στέλεχος του Popaganda Νίκος Πατρελάκης: Μουσικός παραγωγός, σχεδίαση παραγωγής DocTV Συντονισμός: Δημήτρης Παπανικολάου: Λέκτορας Νεοελληνικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Oξφόρδης
https://www.youtube.com/watch?v=huktWMqFCqs
Δείτε επίσης το Κύκλο συζητήσεων "Κ.Π. Καβάφης"ΛΕΞΕΙΣ & ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΤΗ ΣΤΕΓΗ Κύκλος Συζητήσεων: Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ Θέμα: "Ο Καβάφης σήμερα" | 10 Δεκεμβρίου 2013
Πανεπιστημιακοί, συγγραφείς, ποιητές και εκπαιδευτικοί προσεγγίζουν το έργο του Κ.Π. Καβάφη τονίζοντας τους πολλαπλούς τρόπους ανάγνωσης, κατανόησης και χρήσης του καβαφικού έργου στις μέρες μας.
Η πρόσληψη και η χρήση της ποίησης του Κ.Π. Καβάφη σε καιρό κρίσης, η διδασκαλία και η ανάγνωση εντός και εκτός της σχολικής αίθουσας και η διαρκής επικαιρότητα του καβαφικού έργου αποτελούν τους άξονες της συζήτησης.
Ο Καβάφης σήμερα: Παρακολουθήστε τη συζήτηση σε βίντεο Συμμετέχουν οι: Δημήτρης Δασκαλόπουλος: Bιβλιογράφος, ποιητής Μιχάλης Χρυσανθόπουλος: Καθηγητής Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο ΘεσσαλονίκηςΜαρία Μαργαρώνη: Aνταποκρίτρια για το The Nation, δημοσιογράφος, κριτικός, ερευνητικός εταίρος στο τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης Θοδωρής Χιώτης: Φιλόλογος, Project manager Αρχείου Καβάφη